Legislator Case Law & Legislation
1368/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in labor dispute, upholding employer's termination for breach of bank holiday rules.

Case Number 1368/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by a bank against a lower court decision terminating an employee's contract. The employee argued the dismissal violated bank holiday regulations, but the court found the lower court properly considered all evidence, including an internal audit report detailing the employee's specific violations. Consequently, the court ruled the appeal was baseless and ordered the bank to pay the employee's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 669(2) of the Civil Code; Article 1 of Law 2112/1920; Articles 1, 5 of Law 3198/1955; Article 281 of the Civil Code; Article 57, 59, 330, 299, 932, 914, 281 of the Civil Code; Article 5(1), 22(1) of the Constitution: The termination of an indefinite-term employment contract is a unilateral, unfettered act of will, but its exercise must not exceed the limits of good faith, honesty, or social and economic purpose.

Keywords

AI generated
Labor Contract Termination Good Faith Principle Bank Holiday Violation Internal Audit Report Supreme Court Appeal Personal Rights Infringement Legal Costs Award

Cited Legislation

AI generated
Article 669(2) of the Civil Code
Article 1 of Law 2112/1920
Articles 1 and 5 of Law 3198/1955
Article 281 of the Civil Code
Articles 57, 59, 330, 299, 932, 914, 281 of the Civil Code
Articles 5(1) and 22(1) of the Constitution
Articles 552, 553, 556, 558, 564(3), 566(1) and 144 of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Articles 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1368 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1368/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." με διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Πίκουλα, που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Λ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Αγγελόπουλο, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/12/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1218/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 548/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16/4/2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 16.04.2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 548/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (5ου Τμήματος), που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης των 11.09.2016 και 15.09.2016 αντιθέτων εφέσεων κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 1218/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή κατά ένα μέρος. Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου απορρίφθηκε έφεση της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας, έγινε δεκτή η έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση και έγινε δεκτή η αγωγή κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ.2 ΑΚ, 1 του ν. 2112/ 1920 και 1, 5 του ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου συνιστά δικαίωμα του εργοδότη ή του εργαζόμενου και είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία. Ως εκ τούτου, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία γίνεται.

Η άσκησή της, όμως, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός αυτής (ΑΚ 281). Οπότε, σε περίπτωση τέτοιας υπέρβασης, η καταγγελία καθίσταται απαγορευμένη, ως καταχρηστική και, κατά συνέπεια, άκυρη (ΑΚ 174, 180). Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα.

Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια ή διάθεση εκδικήσεως, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζόμενου. Δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι` αυτήν κάποια εμφανής ή αληθής αιτία. Διότι, λόγω του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, δεν είναι ο εργοδότης, εκείνος που πρέπει να τη δικαιολογήσει.

Ο εργαζόμενος, επιδιώκοντας την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, εξ αιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η ΑΚ 281 και, εκ του λόγου αυτού, καθίσταται απαγορευμένη.

Και αντιστρόφως, δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική η καταγγελία, όταν έχει ως αληθινό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του εργαζόμενου ή την από πλευράς εκείνου παραβίαση των συμβατικών του υποχρεώσεων ( ΑΠ 166/2018, ΑΠ 179/2016). Διότι, τότε, κλονίζεται η σχέση εμπιστοσύνης, που πρέπει να διέπει την καλή λειτουργία της συμβάσεως.

Αλλά και όταν, ακόμη, αυτό δεν συμβαίνει, η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή εκείνη που δεν γίνεται για σοβαρούς λόγους, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχειρήσεως του εργοδότη, δεν είναι άνευ ετέρου καταχρηστική. Διότι, εάν ετίθετο τέτοια προϋπόθεση, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, από αναιτιώδης δικαιοπραξία, θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (ΑΠ 769/2016).

Περαιτέρω, εάν στο πλαίσιο λειτουργίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου προβλέπεται πειθαρχικός έλεγχος των εργαζομένων, το δικαίωμα του εργοδότη για καταγγελία δεν καταλύεται, διότι εξυπηρετεί διαφορετικό σκοπό και είναι ανεξάρτητο από την πειθαρχική διαδικασία, ακόμη και αν στο πλαίσιο αυτής μπορεί να επιβληθεί ποινή οριστικής παύσης, που εκτελείται με καταγγελία της συμβάσεως (πρβλ.

ΑΠ 184/2015, σκέψη αρ.3). Παρά ταύτα, και στην περίπτωση αυτή, η άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας κατά παράλειψη της πειθαρχικής διαδικασίας ελέγχεται ως προς την υπέρβαση των ορίων της ΑΚ 281. Ως εκ τούτου, ερευνάται εάν, υπό συγκεκριμένες περιστάσεις, η επιλογή της καταγγελίας, που έχει ως συνέπεια για τον εργαζόμενο την απώλεια της θέσεως εργασίας, αντί της επιβολής άλλης, ηπιότερης πειθαρχικής ποινής, βρίσκεται μέσα στα όρια της ορθής εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος).

Εάν αυτό δεν συμβαίνει, η διενέργεια της καταγγελίας έρχεται σε αντίθεση προς την καλή πίστη, οπότε, εφ' όσον η αντίθεση αυτή είναι προφανής, καθίσταται απαγορευμένη (ΑΠ 769/2016, ΑΠ 904/2012, ΑΠ 255/2006).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 574 ΑΚ, μίσθωση πράγματος είναι η σύμβαση με την οποία αναλαμβάνουν την υποχρέωση για όσο χρόνο διαρκεί αυτή, ο μεν εκμισθωτής να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος, ο δε μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα. Τέτοια σύμβαση (μίσθωση πράγματος), επί της οποίας εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 574 επ.

του ΑΚ, είναι και εκείνη, δυνάμει της οποίας, τραπεζική ανώνυμη εταιρία παραχωρεί σε φυσικό πρόσωπο, έναντι ανταλλάγματος, τη χρήση θυρίδας θησαυροφυλακίου, για την εναπόθεση σ` αυτήν πολύτιμων κινητών πραγμάτων, όπως τιμαλφή, χρεώγραφα κ.λ.π. Με τη σύμβαση αυτή, ειδικότερα, η εκμισθώτρια τράπεζα αναλαμβάνει την υποχρέωση, απέναντι στο μισθωτή, να παράσχει σ` αυτόν τη χρήση ενός χώρου (θυρίδας) που, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, αυτός καθαυτός, είναι κατάλληλος για την ασφαλή φύλαξη πολύτιμων πραγμάτων από τους συνήθεις, κατά βάση καθημερινούς, κινδύνους, στην υποχρέωση δε αυτή και μόνο εξαντλείται η ευθύνη που η εκμισθώτρια τράπεζα αναλαμβάνει από την εν λόγω σύμβαση.

Τα ως άνω πράγματα δεν παραδίδονται στην εκμισθώτρια Τράπεζα από τον εκμισθωτή, αλλ` εναποτίθενται στη θυρίδα μόνον από αυτόν, ενώ η εκμισθώτρια δεν γνωρίζει ούτε μπορεί να ελέγξει το περιεχόμενο της θυρίδας. Την παραπάνω υποχρέωσή της η εκμισθώτρια τράπεζα εκπληρώνει, εφόσον η τεχνική διασκευή των θυρίδων και του όλου χώρου του θησαυροφυλακίου της, οι διατυπώσεις εισόδου και εξόδου από αυτό και η φρούρηση του χώρου (με συναγερμό, φύλακες, ανιχνευτές κ.α.), αφενός μεν έχουν σχεδιαστεί από τα αρμόδια όργανά της κατά τρόπο ώστε να πληρούν τους όρους ασφάλειας, που έχουν διαμορφωθεί στη σχετική τραπεζική πρακτική, αφετέρου δε λειτουργούν πράγματι σύμφωνα με το σχεδιασμό αυτόν.

Η καταλληλότητα αυτή της θυρίδας και του όλου θησαυροφυλακίου, για την ασφαλή φύλαξη πολύτιμων πραγμάτων, στην οποία ο μισθωτής αποβλέπει, ενώ η εκμισθώτρια την εγγυάται, έχοντας καταστήσει σιωπηρά και αυτή αντικείμενο της σχετικής σύμβασης, αποτελεί συμφωνημένη ιδιότητα του μισθίου, η έλλειψη της οποίας παρέχει στο μισθωτή τα προβλεπόμενα από τη διάταξη του άρθρου 577 ΑΚ δικαιώματα, μεταξύ των οποίων και αυτό της αποζημίωσης για μη εκτέλεση της σύμβασης (ΑΠ 1123/2006).

Η τραπεζική αργία βραχείας διάρκειας προβλέφθηκε στην Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της 28 Ιουνίου 2015 (ΦΕΚ Α' 65). Ειδικότερα, στο άρθρο πρώτο προβλέπεται ότι "1. Η χρονική περίοδος από 28 Ιουνίου έως και 6 Ιουλίου κηρύσσεται τραπεζική αργία...Κατά την τραπεζική αργία τα ιδρύματα θα παραμείνουν κλειστά για το κοινό και θα έχει πρόσβαση σε αυτά μόνον το προσωπικό που είναι αναγκαίο για την εφαρμογή της παρούσας πράξης και την προετοιμασία για την επανέναρξη των συναλλαγών με το κοινό μετά τη λήξη της τραπεζικής αργίας. Η καταβολή των συντάξεων εξαιρείται από τους περιορισμούς τραπεζικών συναλλαγών της παρούσας. Οι διοικήσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων θα ανακοινώσουν τον τρόπο καταβολής των συντάξεων και τα συγκεκριμένα ανά περιοχή υποκαταστήματα τους, τα οποία θα λειτουργήσουν για το σκοπό αυτό...

2. Κατά την τραπεζική αργία δύνανται να πραγματοποιούνται: α) αναλήψεις μετρητών από τις αυτόματες ταμειολογιστικές μηχανές, υποκείμενες σε ημερήσιο όριο ανά κάρτα το οποίο ορίζεται σε 60 ευρώ, δυνάμενο να τροποποιείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Οι αυτόματες ταμειολογιστικές μηχανές θα λειτουργήσουν εντός το πολύ δώδεκα (12) ωρών κατά την πρώτη μέρα ισχύος της παρούσας, β) συναλλαγές άνευ περιορισμών, πέραν αυτών που ίσχυαν πριν την έκδοση της παρούσας με πιστωτικές και χρεωστικές κάρτες για πληρωμές στο εσωτερικό της χώρας, δηλαδή για πληρωμές σε πίστωση λογαριασμού που τηρείται στην Ελλάδα, γ) πληρωμές με τη χρήση προπληρωμένων καρτών αποκλειστικά έως του ποσού που εμφανιζόταν ως υπόλοιπο πριν από την έναρξη της τραπεζικής αργίας. Νέες προπληρωμένες κάρτες δεν μπορούν να εκδοθούν. δ) συναλλαγές από απόσταση (ηλεκτρονικής τραπεζικής -Web Banking- ή συναλλαγές διά της τηλεφωνίας), για πληρωμές στο εσωτερικό της χώρας, δηλαδή για πληρωμές σε πίστωση λογαριασμού που τηρείται στην Ελλάδα, ε) αναλήψεις μετρητών μέσω καρτών που έχουν εκδοθεί στο εξωτερικό από τις αυτόματες ταμειολογιστικές μηχανές. Περιορισμοί στα όρια ανάληψης αυτών των καρτών δύναται να καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Κατά την τραπεζική αργία δεν μπορεί να διενεργηθεί καμία άλλη τραπεζική εργασία...

6. Η ... επιβάλλει στα πιστωτικά ιδρύματα για κάθε παράβαση της παρούσας πρόστιμο ύψους έως του ενός δεκάτου του ποσού της αντίστοιχης συναλλαγής. Επιπλέον, το πιστωτικό ίδρυμα υποχρεούται να καταγγείλει την σύμβαση εργασίας ή έργου του προσώπου που ευθύνεται για την παράβαση". Με την Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της 30 Ιουνίου 2015 (ΦΕΚ Α' 66) προβλέφθηκαν τροποποιήσεις στα ανωτέρω και, ειδικότερα, αντικαταστάθηκαν τα τελευταία δύο εδάφια της παρ. 1 του άρθρου πρώτου της από 28.6.2015 ΠΝΠ ως εξής: "...Η καταβολή των συντάξεων εξαιρείται από τους περιορισμούς της παρούσας.

Οι διοικήσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων θα ανακοινώσουν τον τρόπο καταβολής των συντάξεων και τα συγκεκριμένα ανά περιοχή υποκαταστήματά τους, τα οποία θα λειτουργήσουν για το σκοπό αυτό. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται και αναπροσαρμόζεται το ύψος του εκάστοτε ημερησίως επιτρεπόμενου ποσού σύνταξης προς ανάληψη.

Ομοίως, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών δύναται να εξαιρούνται από την εφαρμογή της παρούσας ειδικές κατηγορίες κοινωνικώς ευπαθών ομάδων, για τις οποίες μπορούν να ορισθούν διαφορετικά όρια αναλήψεων". Επίσης, προβλέφθηκε η προσθήκη των στοιχείων στ), ζ) και η) στην παρ. 2 του άρθρου πρώτου της ως άνω ΠΝΠ, ως εξής: "...2.

Στην παράγραφο 2 του άρθρου πρώτου της από 28 Ιουνίου 2015 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου "Τραπεζική αργία βραχείας διάρκειας" (Α' 65) προστίθενται στοιχεία στ), ζ) και η), ως εξής: στ) αποδοχή καταθέσεων σε αυτόματες ταμειολογιστικές μηχανές, καθώς και εν γένει αποδοχή καταθέσεων σε Υπηρεσία/σίες των πιστωτικών ιδρυμάτων και σύμφωνα με διαδικασία που θα ορισθεί από τις διοικήσεις αυτών, ζ) έκδοση νέων πιστωτικών και χρεωστικών καρτών σε Υπηρεσία/ίες των πιστωτικών ιδρυμάτων και σύμφωνα με διαδικασία που θα ορισθεί από τις διοικήσεις αυτών", η) εκτέλεση πληρωμών σε λογαριασμούς καταθέσεων στο εσωτερικό της χώρας με κεντρική εντολή (μη ηλεκτρονική), όπως όλως ενδεικτικά και όχι περιοριστικά μισθοδοσία προσωπικού, σε αρμόδια Υπηρεσία των πιστωτικών ιδρυμάτων και σύμφωνα με διαδικασία που θα ορισθεί από τις διοικήσεις αυτών".

Εξάλλου, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών της 30.6.2015 ΦΕΚ Β 1302) προβλέφθηκαν στο άρθρο 1 τα εξής: "

1. Το συνολικό εφάπαξ καταβλητέο ποσό συντάξεως σε καθέναν από τους δικαιούχους κατά το διάστημα της τραπεζικής αργίας μέσω των υποκαταστημάτων των πιστωτικών ιδρυμάτων που θα λειτουργήσουν για το σκοπό αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου πρώτου της από 28 Ιουνίου 2015 ΠΝΠ (Α 65), ορίζεται σε 120 ευρώ.

2. Τα πιστωτικά ιδρύματα θα προβούν άμεσα στην έκδοση χρεωστικών καρτών στους δικαιούχους καταβολής συντάξεως, με τις οποίες αυτοί θα μπορούν να προβαίνουν σε αναλήψεις μετρητών σύμφωνα με την περίπτωση α) της παραγράφου 2 του άρθρου πρώτου της ως άνω ΠΝΠ.

3. Κατά το διάστημα της τραπεζικής αργίας, πέραν των περιπτώσεων που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του άρθρου πρώτου της ως άνω ΠΝΠ, δύναται να πραγματοποιούνται από τα πιστωτικά ιδρύματα και η εξής πράξη: καταβολή ημερήσιας αποζημίωσης καθώς και των οδοιπορικών εξόδων στους δικαιούχους, σύμφωνα με την αρ. 21775/29.6.2015 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης και Οικονομικών Καθορισμός του ύψους της ειδικής αποζημίωσης και των οδοιπορικών εξόδων των διοριζομένων, εφόρων, αντιπροσώπων της δικαστικής αρχής, γραμματέων κ.λπ.

για τη διενέργεια του Δημοψηφίσματος της 5ης Ιουλίου 2015, καθώς και του τρόπου καταβολής τους' (Β' 1290)". Περαιτέρω, με την Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της 18 Ιουλίου 2015 (ΦΕΚ Α' 84) προβλέφθηκαν τα εξής: "Άρθρο πρώτο 'Περιορισμός των αναλήψεων μετρητών και των μεταφορών κεφαλαίων'. 1. Από την Δευτέρα 20 Ιουλίου 2015 λήγει η τραπεζική αργία η οποία κηρύχθηκε με την από 28 Ιουνίου 2015 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (Α' 65), όπως ισχύει και παρατάθηκε για τελευταία φορά με την αριθ.

ΓΔΟΠ 0000989ΕΞ2015/ΧΠ2314/16.7.2015 (Β'1482) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών έως 19 Ιουλίου 2015 και επιβάλλεται περιορισμός στις αναλήψεις μετρητών και στην κίνηση κεφαλαίων κατά τα προβλεπόμενα στην παρούσα... 13. Η ... πραγματοποιεί δειγματοληπτικούς ελέγχους για τη συμμόρφωση των ιδρυμάτων με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου για τα θέματα της αρμοδιότητας της και επιβάλλει σε αυτά για κάθε παράβαση πρόστιμο ύψους έως του ενός δέκατου του ποσού της αντίστοιχης συναλλαγής. 14.

Όποιος παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος άρθρου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή έως του ενός δεκάτου του ποσού της αντίστοιχης συναλλαγής. Επιπλέον, το πιστωτικό ίδρυμα υποχρεούται να καταγγείλει την σύμβαση εργασίας ή έργου του προσώπου που ευθύνεται για την παράβαση... 18.

Οι μη ρυθμιζόμενες από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου δραστηριότητες των ιδρυμάτων διενεργούνται υπό τους όρους και προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας...". Σημειώνεται ότι ως προς τις τραπεζικές θυρίδες, στις ως άνω Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου δεν γίνεται οποιαδήποτε μνεία σχετικά με το επιτρεπτό ή μη της πρόσβασης σε αυτές.

Επίσης, ούτε στην Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της 18 Ιουλίου 2015, με την οποία ήρθη η τραπεζική αργία βραχείας διάρκειας, γίνεται αναφορά στο ζήτημα των τραπεζικών θυρίδων. Ως εκ τούτου, ενόψει των ιδιαιτεροτήτων του καθεστώτος των τραπεζικών θυρίδων, απαιτήθηκε η έκδοση υπηρεσιακών σημειωμάτων από τις τράπεζες με οδηγίες προς τους εργαζόμενους σχετικά με το άνοιγμα των θυρίδων, τα οποία κάθε τράπεζα εξέδωσε αυτοτελώς και σε διαφορετικό χρόνο.

Έτσι, η Τράπεζα ... προχώρησε σε σχετική οδηγία ήδη από την παραμονή (30.6.2015) της επαναλειτουργίας τραπεζικών καταστημάτων, ενώ οι άλλες τράπεζες ακολούθησαν τις επόμενες ημέρες. Η Τράπεζα ... εξέδωσε και κοινοποίησε σχετικό υπηρεσιακό σημείωμα περί τραπεζικών θυρίδων μόλις το απόγευμα της 2.7.2015, όταν καταστήματά της είχαν ήδη λειτουργήσει επί δυο ημέρες.

Σημειώνονται τα ακόλουθα σε σχέση με τις ιδιαιτερότητες που διέπουν το καθεστώς των τραπεζικών θυρίδων. Κατ' αρχάς, αποτελεί μια από τις ελάχιστες τραπεζικές δραστηριότητες που δεν έχουν διασύνδεση με τους ελέγχους κεφαλαίων και με τη ratio των ελέγχων κεφαλαίων, ούτε με τους σκοπούς που εξυπηρέτησε η τραπεζική αργία βραχείας διάρκειας.

Η πρόσβαση στις τραπεζικές θυρίδες δεν συναρτάται με τους λόγους απαγόρευσης τραπεζικών εργασιών κατά τη διάρκεια της τραπεζικής αργίας και των ελέγχων κεφαλαίων. Ως εκ τούτου, μη υφιστάμενης σαφούς απαγόρευσης πρόσβασης στις τραπεζικές θυρίδες, τόσο στις επίμαχες Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου και τις αντίστοιχες υπουργικές αποφάσεις, όσο και σε υπηρεσιακά σημειώματα των τραπεζών, ευλόγως και δικαιολογημένα θεωρείται ότι το άνοιγμα θυρίδων δεν εμπίπτει στις μη επιτρεπόμενες τραπεζικές δραστηριότητες, αλλά συνεχίζει να διενεργείται υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας και της τραπεζικής πρακτικής.

Ωστόσο σημαντική ιδιαιτερότητα του νομικού καθεστώτος των τραπεζικών θυρίδων, που τις διαφοροποιεί από άλλες τραπεζικές δραστηριότητες, δεν αποτελεί απλώς το ότι δεν συναρτώνται καθ' οιονδήποτε τρόπο με τους ελέγχους κεφαλαίων και τους σκοπούς της τραπεζικής αργίας, αλλά το γεγονός, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, ότι στο πλαίσιο της σύμβασης μίσθωσης τραπεζικής θυρίδας η τράπεζα παραχωρεί στο πελάτη της, για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση, το δικαίωμα χρήσης της θυρίδας με μόνο περιορισμό της φυσικής του εξουσίας ότι αυτή η χρήση μπορεί να γίνει κατά τις εργάσιμες ημέρες και ώρες συναλλαγών της τράπεζας.

Αυτό συνεπάγεται ότι την κατοχή της θυρίδας και του χώρου της έχει μόνο ο πελάτης, ενώ η τράπεζα έχει υποχρέωση να παράσχει στον πελάτη τη χρήση της θυρίδας. Πρόκειται συνεπώς για σύμβαση μεταξύ της τράπεζας και του συναλλασσόμενου η οποία αφορά μίσθωση πράγματος. Επίσης, ο Κώδικας Τραπεζικής Δεοντολογίας προβλέπει ρητά ότι: "Οι τράπεζες δεν μπορούν να δεσμεύουν το περιεχόμενο των θυρίδων ή να απαγορεύουν το άνοιγμά τους από το μισθωτή, παρά μόνο σε περιπτώσεις εκτέλεσης αποφάσεων της δικαιοσύνης ή άλλων αρχών, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες νομοθετικές διατάξεις" (παράγραφος 55).

Κατ' ακολουθία αυτών, η εκμίσθωση τραπεζικών θυρίδων και η πρόσβαση σε αυτές αποτελεί τραπεζική δραστηριότητα με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, λόγω της φύσης της έννομης σχέσης που αναπτύσσεται μεταξύ της τράπεζας και του πελάτη. Εξάλλου, η πρόσβαση στις τραπεζικές θυρίδες δεν συναρτάται καθ' οιονδήποτε τρόπο με τους σκοπούς της τραπεζικής αργίας και με τους ελέγχους κεφαλαίων.

Στις ως άνω Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου δεν περιλαμβάνεται οιανδήποτε μνεία στο καθεστώς των τραπεζικών θυρίδων κατά το χρονικό διάστημα της τραπεζικής αργίας βραχείας διάρκειας. Ως εκ τούτου ανέκυψε η ανάγκη παροχής διευκρινίσεων σχετικά με το νομικό καθεστώς των θυρίδων κατά τη διάρκεια της τραπεζικής αργίας, με αποτέλεσμα οι αρμόδιες διευθύνσεις των τραπεζών να προβούν στην έκδοση και κοινοποίηση υπηρεσιακών σημειωμάτων προς τους εργαζόμενους των λειτουργούντων καταστημάτων, με οδηγίες για το επίμαχο ζήτημα.

Περαιτέρω, η διάταξη περί κυρώσεων για παράβαση της ως άνω Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου της 28.6.2015 (άρθρο 6) προβλέπει την υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων να καταγγείλουν τη σύμβαση εργασίας ή έργου του προσώπου που ευθύνεται για την παράβαση. Προϋπόθεση για την επιβολή της συγκεκριμένης κύρωσης είναι να τελούν οι υπάλληλοι εν πλήρη γνώση των επιτρεπόμενων και των μη επιτρεπόμενων πράξεων και ενεργειών.

Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".

Με διάταξη αυτή ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.

Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αλλά και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.

Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1εδ. γ` του Συντάγματος η θεσπιζόμενη από αυτή προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και ``στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει`` και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμόδιων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Συγκεκριμένα πρέπει τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για το διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.

Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ` αυτή, απευθύνεται και στο δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτή ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κλπ).

Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας που, όπως αναφέρθηκε, απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.

Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη.

Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.

Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων (Ολ ΑΠ 9/2015, ΑΠ 76/2016).

Περαιτέρω, οι διατάξεις, των άρθρων 24-27 του Κανονισμού Εργασίας Προσωπικού Τράπεζας ... καθορίζουν τα πειθαρχικά παραπτώματα, τις πειθαρχικές ποινές, τα πειθαρχικά Συμβούλια και την πειθαρχική Διαδικασία. Η ποινή της οριστικής παύσης, που προβλέπεται στο άρθρο 25 παρ. στ' του ως άνω Κανονισμού Εργασίας και εκτελείται δια της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, επιβάλλεται για την τέλεση των πειθαρχικών παραπτωμάτων, που διαλαμβάνονται στο άρθρο 24 αυτού, με την τήρηση της πειθαρχικής διαδικασίας, που προβλέπεται στο άρθρο 27 του Κανονισμού.

Η καταγγελία, που οφείλεται στη συμπεριφορά του εργαζομένου, η οποία συνιστά συγχρόνως πειθαρχικό παράπτωμα, υπόκειται στην απαγόρευση της καταχρηστικής άσκησης και το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει, με βάση την αρχή της αναλογικότητας, αν ο εργοδότης θα μπορούσε εξίσου αποτελεσματικά να αποφύγει την καταγγελία της εργασιακής σχέσης, επιβάλλοντας πειθαρχικές ποινές που προβλέπονται στον Κανονισμό της επιχείρησης (επίπληξη, πρόστιμο, μετάθεση, προσωρινή αργία κλπ).

Η αδικαιολόγητη επιλογή του επαχθέστερου για τον εργαζόμενο μέσου, στην προκειμένη περίπτωση της καταγγελίας, υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστης και συνιστά κατάχρηση δικαιώματος. Τούτο δε διότι η στέρηση από τον εργαζόμενο της θέσης εργασίας, η οποία αποτελεί τη βάση της οικονομικής και κοινωνικής του ύπαρξης χωρίς τη συνδρομή ιδιαίτερων λόγων που να δικαιολογούν επαρκώς την καταγγελία, δεν συμβιβάζεται με τις θεμελιώδεις συνταγματικές αξιολογήσεις, με τις οποίες, το συμφέρον του εργαζόμενου στη διατήρηση της εργασιακής σχέσεως έχει αναχθεί σε συνταγματικά προστατευόμενη έννομη θέση (άρθρα 2 παρ. 1, 5 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος.

Εξάλλου, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται υποθέσεως που αφορά καταγγελία της συμβάσεως εργασίας στη βάση νομοθετικής εντολής δικαιούται να ελέγξει εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας σε συνδυασμό με το δικαίωμα εργασίας. Στην παρ. 6 του πρώτου άρθρου της ΠΝΠ 65/28.6.2015 και στην παρ. 14 του πρώτου άρθρου της ΠΝΠ 84/18.7.2015 ορίζεται κατά γενικό τρόπο ότι "όποιος παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος τιμωρείται... .Επιπλέον το πιστωτικό ίδρυμα υποχρεούται να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας ή έργου του προσώπου που ευθύνεται για την παραβίαση".

Οι ως άνω διατάξεις παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας γιατί δεν αφήνουν περιθώρια για αξιολόγηση υποκειμενικών περιστάσεων, όπως την ενδεχόμενη πλάνη, το συγγνωστό της και κυρίως το βαθμό υπαιτιότητας του μισθωτού που θεωρείται ότι παραβίασε τη διάταξη. Λόγω της γενικότητάς της και της, χωρίς διακρίσεις, επιταγής στον εργοδότη να προχωρήσει στο μέτρο της καταγγελίας, η ως άνω διάταξη υπερβαίνει εκείνα τα ακραία όρια που επιβάλλει το κοινωνικό δικαίωμα εργασίας και η αρχή του κράτους δικαίου.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων με την από 16.12.2015 αγωγή του ισχυρίσθηκε ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσλήφθηκε κατά την 16.06.2006 από την εναγόμενη, ως τραπεζικός υπάλληλος. Ότι παρείχε τις υπηρεσίες του στην εναγόμενη κανονικά μέχρι την 1.10.2015, οπότε η τελευταία κατήγγειλε παράνομα και καταχρηστικά την επίδικη σύμβαση εργασίας, κατά παράβαση του νόμου και της αρχής της αναλογικότητας και κατά τρόπο που υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός αυτού του δικαιώματος της, όπως αναλυτικά εξέθετε στην αγωγή του, ενώ ο τρόπος με τον οποίο έλαβε χώρα η καταγγελία αυτή και η δημοσιοποίηση των λόγων για τους οποίους έλαβε χώρα, οδήγησε στη μείωση της εργασιακής υπολήψεως αυτού και της επαγγελματικής δραστηριότητας του, κατά τα εκτιθέμενα ειδικότερα στην αγωγή, με αποτέλεσμα να του προκληθεί και ηθική βλάβη.

Ότι έκτοτε και μέχρι σήμερα, η εναγόμενη αρνείται παρανόμως να αποδεχθεί τις προσηκόντως προσφερθείσες προς αυτήν υπηρεσίες του, οι δε μικτές μηνιαίες αποδοχές του ανέρχονταν κατά το χρόνο της επίδικης καταγγελίας στο ποσό των 2.824,34 ευρώ. Ενόψει αυτών, ο ενάγων ζήτησε, κατόπιν νομότυπου περιορισμού της απαιτήσεως του κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση της υπόθεσης, α) να αναγνωρισθεί ότι η ένδικη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του είναι άκυρη ως παράνομη και καταχρηστική, β) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδεχθεί την εργασία του με την απειλή χρηματικής ποινής σε περίπτωση άρνησης απασχόλησής του, γ) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 42.691,37 ευρώ ως οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας από την επομένη της καταγγελίας μέχρι τη συζήτηση της αγωγής με το νόμιμο τόκο, και δ) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το ποσό των 15.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την παραπάνω συμπεριφορά της εναγόμενης.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε ότι η από 1-10-2015 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντα είναι άκυρη, υποχρέωσε την εναγόμενη να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντα με την απειλή χρηματικής ποινής εκατό (100) ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμορφώσεώς της καθώς και να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 31.178,53 ευρώ για μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 2-10-2015 και μέχρι τη συζήτηση της αγωγής (17-5-2016), με το νόμιμο τόκο κατά τα οριζόμενα ειδικότερα σ' αυτή.

Κατόπιν άσκησης των 11.09.2016 και 15.09.2016 αντιθέτων εφέσεων, το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και ακολούθως αφού κράτησε την υπόθεση δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή. Το Εφετείο. όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει της από 9-6-2006 έγγραφης σύμβασης μεταξύ του ενάγοντα, Χ.

Λ. και της εναγόμενης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "...", ο πρώτος προσλήφθηκε ως τραπεζικός υπάλληλος από τη δεύτερη, με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου επτάμηνης δοκιμαστικής διάρκειας, από 16-6-2006 έως 16-1-2007, οπότε τράπηκε η σύμβαση εργασίας του σε αορίστου χρόνου, με το προβλεπόμενο από τις οικείες Σ.Σ.Ε.

ωράριο εργασίας, έναντι συνολικών μικτών μηνιαίων αποδοχών, κατά το τελευταίο, πριν την ένδικη καταγγελία, χρονικό διάστημα, ποσού 2.824,34 ευρώ. Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής, παρείχε κανονικά τις υπηρεσίες του στην εναγόμενή, κατέχοντας μάλιστα θέση αναπληρωτή διευθυντή του ... στο Κατάστημα-... της εναγόμενης στον ..., από τις 9-3- 2015 έως την 1-10-2015, οπότε η εναγόμενη κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση εργασίας με την έκδοση της ......από 28-6-2015 Πράξεως Νομοθετικού Περιεχομένου (καθώς και της 30-6-2015 τροποποιητικής αυτής ΠΝΠ) με την οποία κηρύχθηκε τραπεζική Αργία για το χρονικό διάστημα 28/6 - 6/7/2015, το οποίο παρατάθηκε μέχρι τις 20/7/2015, επιβλήθηκαν κεφαλαιουχικοί έλεγχοι -περιορισμοί (capital controls) στις συναλλαγές όλων των πιστωτικών ιδρυμάτων, που δραστηριοποιούνταν στην Ελλάδα, μεταξύ των οποίων και της εναγόμενης.

Τούτο δε έγινε προκειμένου να αντιμετωπισθεί έκτακτη περίπτωση εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης να προστατευθεί το ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα και η ελληνική οικονομία εν γένει από την έλλειψη ρευστότητας. Κατά τη διάρκεια της τραπεζικής αργίας, στις 29 και 30 Ιουνίου 2015 όλα τα τραπεζικά καταστήματα παρέμειναν κλειστά για τους συναλλασσόμενους, από 1 έως και 19 Ιουλίου λειτούργησαν πιλοτικά συγκεκριμένα καταστήματα τραπεζών για τη διενέργεια ειδικότερων συναλλαγών που αναφέρονται στην ΠΝΠ, ενώ από 20 Ιουλίου έληξε η τραπεζική αργία, διατηρούμενων ωστόσο των περιορισμών στην ανάληψη μετρητών και τη μεταφορά κεφαλαίων.

Μνεία των συναλλαγών αυτών που αναφέρονται στην ΠΝΠ γίνεται στην υπό στοιχείο III Β μείζονα σκέψη. Το πλήρες κείμενο της ανωτέρω Πράξεως Νομοθετικού Περιεχομένου (ΠΝΠ) κοινοποίησε η-εναγόμενη σε όλο το προσωπικό της στις 29-6-2015 μέσω της Εγκυκλίου υπ' αριθμόν 6 του Διευθύνοντος Συμβούλου Αντωνόπουλου, η οποία αναρτήθηκε αυθημερόν στο σύστημα ηλεκτρονικής ενημέρωσης της τράπεζας.

Κατά το διάστημα δε αυτό της τραπεζικής αργίας απαγορευόταν η διενέργεια κάθε τραπεζικής εργασίας πλην των εξαιρέσεων που προβλέπονταν στο άρθρο πρώτο παρ. 2 του ΠΝΠ,..... ενώ στην παρ. 6 του πρώτου άρθρου της ΠΝΠ οριζόταν ότι "Η ... επιβάλλει στα πιστωτικά ιδρύματα για κάθε παράβαση της παρούσας πρόστιμο ύψους έως του 1/10 του ποσού της αντίστοιχης συναλλαγής.

Επιπλέον το πιστωτικό ίδρυμα υποχρεούται να καταγγείλει την σύμβαση εργασίας ή έργου του προσώπου που ευθύνεται για την παράβαση". Στην απαγόρευση τραπεζικών εργασιών, από το περιεχόμενο των επίμαχων ΓΊΝΠ, προκύπτει με σαφήνεια ότι εντάσσεται και η πρόσβαση των δικαιούχων στις ήδη μισθωμένες από αυτούς τραπεζικές θυρίδες.

Για το λόγο αυτό, ενόψει μάλιστα των ιδιαιτεροτήτων που διέπουν το καθεστώς των τραπεζικών θυρίδων και επί του οποίου θα γίνει αναλυτικότερη αναφορά κατωτέρω, απαιτήθηκε η έκδοση υπηρεσιακών σημειωμάτων από τις τράπεζες με σαφείς οδηγίες προς τους εργαζόμενους σχετικά με το επιτρεπτό ή μη της πρόσβασης από τους δικαιούχους στις ήδη μισθωμένες τραπεζικές θυρίδες κατά την περίοδο αυτή, τα οποία κάθε τράπεζα εξέδωσε αυτοτελώς και σε διαφορετικό χρόνο.

Έτσι, η τράπεζα ... προχώρησε σε σχετική οδηγία ήδη από την παραμονή (30-6-2015) της επαναλειτουργίας των τραπεζικών καταστημάτων, ενώ άλλες τράπεζες ακολούθησαν τις επόμενες ημέρες. Στην περίπτωση που ενδιαφέρει η εναγόμενη τράπεζα εξέδωσε και κοινοποίησε σχετικό υπηρεσιακό σημείωμα περί τραπεζικών θυρίδων μόλις το απόγευμα της 2-7-2015, όταν τα καταστήματά της είχαν ήδη λειτουργήσει επί δύο ημέρες.

Ειδικότερα απέστειλε το πρώτον στα καταστήματα της στις 2-7-2015 και ώρα 5.15 μ.μ. το με αριθμό 5207/2-7-2015 υπηρεσιακό σημείωμα με θέμα "Απαγόρευση χρήσης θυρίδων καταστημάτων στο πλαίσιο λειτουργίας της ΓΊΝΠ 65/28.06.2015", στην οποία αναφέρει ότι "για τη χρονική περίοδο από 28 Ιουνίου έως 6 Ιουλίου, η οποία έχει κηρυχθεί ως Τραπεζική Αργία και για όσο διάστημα αυτή συντμηθεί ή παραταθεί:

Απαγορεύεται ρητώς η πρόσβαση στον χώρο των θυρίδων τόσο για τους μισθωτές όσο και για τα πληρεξούσια άτομα αυτών. Για την αποφυγή επιβολής κυρώσεων στην Τράπεζα μας, παρακαλούμε για την πιστή τήρηση των παραπάνω οδηγιών". Περαιτέρω ......μετά την έκδοση της ως άνω ΠΝΠ και συγκεκριμένα στις 1-7-2015, ο ενάγων μετέβη στην εργασία του στο πιο πάνω κατάστημα της εναγόμενης στον Πειραιά, στο οποίο ήταν επικεφαλής.

Το κατάστημα αυτό ήταν ένα από τα τρία συνολικά καταστήματα της εναγόμενης στην Αττική τα οποία παρέμειναν ανοικτά για το κοινό και λειτούργησαν από 1-7-2015 και καθ' όλη τη διάρκεια της τραπεζικής αργίας, προς διενέργεια των, κατ' εξαίρεση επιτραπεισών, συναλλαγών σε χρήμα, σύμφωνα με τις παραπάνω ΠΝΠ, όπου η εναγόμενη είχε αποστείλει στις 1-7-205 με φαξ έγγραφο υπό τον τίτλο "Οδηγίες καταστημάτων για την καταβολή συντάξεων", με το οποίο ανέφερε ότι, συνεπεία απόφασης του Υπουργείου Οικονομικών από την 1η Ιουλίου 2015 και για τρεις συναπτές ημέρες θα ανοίξουν πανελλαδικά τριάντα καταστήματά της προκειμένου να εξυπηρετήσουν και μόνο συνταξιούχους που δεν διαθέτουν χρεωστική κάρτα και έδινε οδηγίες στους υπαλλήλους της για τη διαδικασία ανάληψης από τους συνταξιοδοτικούς λογαριασμούς των συνταξιούχων που τηρούνταν στο κατάστημά της'.

Έχοντας δε, ο ενάγων την δικαιολογημένη πεποίθηση κατά το χρόνο εκείνο ( 1-7-2015)- λόγω μη υφιστάμενης σαφούς απαγόρευσης πρόσβασης των δικαιούχων στις ήδη μισθωμένες από αυτούς τραπεζικές θυρίδες, τόσο στις επίμαχες Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου και τις αντίστοιχες υπουργικές αποφάσεις, όσο και στις μέχρι τότε (1-7-2015) έγγραφες οδηγίες της εναγόμενης- ότι οι τεθείσες στις ΠΝΠ απαγορεύσεις δεν αφορούσαν την απλή περίπτωση της χρήσης θυρίδας θησαυροφυλακίου από τους έχοντες μισθώσει θυρίδα στα λειτουργούντα καταστήματα της τράπεζας, επέτρεψε στις 1-7-2015 σε πελάτη του καταστήματος την πρόσβαση σε τραπεζική θυρίδα που ο τελευταίος είχε μισθώσει στο ως άνω κατάστημα.

Την επόμενη δηλαδή στις 2-7-2015, ..., η εναγόμενη απέστειλε το πρώτον στα καταστήματα της έγγραφες οδηγίες, με τις οποίες επεσήμαινε ότι απαγόρευε, στο πλαίσιο της ανωτέρω ΠΝΠ και την πρόσβαση στον χώρο των θυρίδων των δικαιούχων αυτών. Ακολούθως, η εναγόμενη, αφού έλαβε υπ' όψη, της τα πορίσματα του ειδικού ελέγχου τήρησης της ανωτέρω ΠΝΠ στο,. ......, που διενήργησε η Μονάδα Εσωτερικού της Ελέγχου και την από 4-9-2015 εμπιστευτική επιστολή των μελών της ανωτέρω Μονάδας, θεωρώντας ότι η παραπάνω ενέργεια του ενάγοντος πληρούσε το πραγματικό του όρου "ανεπίτρεπτη τραπεζική εργασία" η οποία απαγορευόταν, από την ανωτέρω ΠΝΠ, προχώρησε την 1-10-2015, κατ' επίκληση του αρ. 1 παρ. 6 της ανωτέρω ΠΝΠ που επέβαλε στα πιστωτικά ιδρύματα την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του προσώπου που ευθύνεται για την παράβαση, στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντα, με την επίδοση σε αυτόν του υπ' αριθμ. ...36/1.10.2015 εγγράφου καταγγελίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου και την ταυτόχρονη προσφορά της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης του.

Η ως άνω διάταξη περί κυρώσεων για παράβαση της ως άνω ΠΝΠ προβλέπει την υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων να καταγγείλουν τη σύμβαση εργασίας του προσώπου που ευθύνεται για την παράβαση. Άρα για την επιβολή της συγκεκριμένης κύρωσης απαιτείται υπαίτια ( εκ δόλου ή εξ αμελείας) παράβαση του υπαλλήλου.

Προϋπόθεση δε για την πλήρωση της υπαίτιας παράβασης είναι να τελούν οι υπάλληλοι εν πλήρη γνώση των επιτρεπόμενων και των μη επιτρεπόμενων πράξεων και ενεργειών ώστε να ευθύνονται για την παράβαση.

Εν προκειμένω όπως προκύπτει από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, κατά το χρονικό διάστημα από την επαναλειτουργία συγκεκριμένων καταστημάτων της εναγόμενης μέχρι τουλάχιστον την παροχή σαφών οδηγιών εκ μέρους της ως προς το καθεστώς των τραπεζικών θυρίδων που έγινε στις 2-7-2015, οι υπάλληλοι της, μεταξύ των οποίων και ο δεν διέθεταν επαρκή γνώση του νομικού καθεστώτος των θυρίδων ην περίοδο της τραπεζικής αργίας.

Και ακριβώς για τον σκοπό αυτό.... παρασχέθηκαν στη συνέχεια και δη στις 2-7-2015 οι σχετικές διευκρινίσεις από την διοίκηση της εναγόμενης τράπεζας, η οποία όμως είχε την υποχρέωση να εκδώσει και κοινοποιήσει εγκαίρως σαφείς οδηγίες για το ζήτημα αυτό, αφού στην αποκλειστική σφαίρα ευθύνης της έγκειται η έγκαιρη καθοδήγηση των υπαλλήλων της κατά την περίοδο της τραπεζικής αργίας, ενόψει της μη υφιστάμενης ρητής απαγόρευσης αλλά αντιθέτως υφιστάμενης αντικειμενικής αβεβαιότητας ως προς το αν απαγόρευε η επίμαχη ΠΝΠ την χρήση των ήδη μισθωμένων θυρίδων από τους δικαιούχους, ενόψει μάλιστα των ιδιαιτεροτήτων που διέπουν το καθεστώς των τραπεζικών θυρίδων.

Ωστόσο η εναγόμενη τράπεζα δια των αρμοδίων οργάνων της αποφάσισε στις 1-10-2015 την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντα, παρότι, ούτε η ίδια είχε εγκαίρως ενημερώσει τους υπαλλήλους της μεταξύ των οποίων και τον ενάγοντα, ότι στις απαγορεύσεις της Π.Ν.Π. κατά το χρόνο της βραχείας διάρκειας τραπεζικής αργίας εντάσσεται και η χρήση των θυρίδων από τους μισθωτές αυτών, ούτε πρόστιμο επιβλήθηκε σ' αυτήν από την εποπτεύουσα Τράπεζα της Ελλάδας όπως προβλέπει με το άρθρο 6 η Π.Ν.Π αφού επίσημη διαπίστωση παράβασης της ΠΝΠ από την ...

δεν προηγήθηκε. Η αναγκαιότητα ειδικής μνείας και εξειδίκευσης των απαγορευμένων συναλλαγών αναφορικά με τη χρήση των τραπεζικών θυρίδων κατά την περίοδο της τραπεζικής αργίας, που αποδεικνύεται και από την έκδοση ειδικών υπηρεσιακών σημειωμάτων επ' αυτού από τις αρμόδιες διευθύνσεις των τραπεζών προς τους εργαζόμενους των λειτουργούντων καταστημάτων απορρέει ιδίως από δύο ιδιαιτερότητες που διέπουν το καθεστώς των τραπεζικών θυρίδων.

Πρώτον, από το γεγονός ότι η χρήση μιας μισθωμένης θυρίδας δεν συναρτάται, καταρχήν, με τους λόγους απαγόρευσης τραπεζικών εργασιών κατά τη διάρκεια της τραπεζικής αργίας και των ελέγχων. κεφαλαίων, ούτε με τους σκοπούς που εξυπηρέτησε η τραπεζική αργία βραχείας διάρκειας, αφού τα αποθηκευμένα μετρητά στις θυρίδες δεν συνυπολογίζονται στην ρευστότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων και έτσι δεν συνδέονται με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις των τραπεζών από τους ειδικούς μηχανισμούς ενίσχυσης της ρευστότητας των ελληνικών τραπεζών.

Και δεύτερον, η πρόσβαση των δικαιούχων στις ήδη μισθωμένες τραπεζικές τους αποτελεί μια τραπεζική δραστηριότητα με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, λόγω της φύσης της έννομης σχέσης που αναπτύσσεται εν προκειμένω μεταξύ της τράπεζας και του πελάτη, η οποία δημιούργησε ακριβώς την αντικειμενική αβεβαιότητα ως προς το αν απαγόρευε η επίμαχη ΠΝΠ την πρόσβαση των πελατών των πιστωτικών ιδρυμάτων στις μισθωμένες από αυτούς θυρίδες και έχρηζε ειδικής μνείας και διασαφήσεως.

Ειδικότερα όπως προκύπτει και από το περιεχόμενο του αρ. 11 του Ν. 4261/2014, που αναφέρεται στις δραστηριότητες των πιστωτικών ιδρυμάτων και - συνεπώς - στο τί συνιστά τραπεζική εργασία, όσον αφορά στις θυρίδες, τραπεζική εργασία με τη στενή έννοια του όρου φαίνεται να συνιστά μόνο η πράξη της εκμίσθωσης της θυρίδας σε νέο πελάτη και όχι και η πρόσβαση του δικαιούχου σε ήδη μισθωμένη από αυτόν θυρίδα.

Η χρήση μισθωμένης θυρίδας συνιστά βασικό, κύριο δικαίωμα του πελάτη μιας τράπεζας που έχει συνδεθεί μαζί της με σύμβαση μισθώσεως θυρίδας, η σύμβαση, δε, μισθώσεως θυρίδας θησαυροφυλακίου είναι σύμβαση μισθώσεως πράγματος των άρθρων 574 επ. του Α.Κ., η οποία καταρτίζεται μεταξύ πελάτη (μισθωτή) και τράπεζας (εκμισθώτριας) με βασικό περιεχόμενο την παραχώρηση στον μισθωτή της αποκλειστικής χρήσεως διακεκριμένου χώρου (ερμαρίου, θυρίδας) εντός λειτουργούντος καταστήματος της τράπεζας, έναντι καταβολής μισθώματος και με σιωπηρή ή ρητή, αλλά πάντως χαρακτηριστική, ανάληψη εκ μέρους της εκμισθώτριας τράπεζας ιδιαίτερα αυξημένης ευθύνης σε θέματα ασφάλειας του χώρου από κινδύνους πυρός, διαρρήξεων και κλοπών.

Υφισταμένης επομένως μιας τέτοιας συμβάσεως, ο μισθωτής μπορεί να κάνει χρήση της θυρίδας του οποτεδήποτε με την έννοια της επιχείρησης οποιοσδήποτε απλής υλικής πράξεως επ' αυτής εντός των συμφωνημένων ορίων και όρων και μόνο περιορισμό της φυσικής του εξουσίας ότι αυτή η χρήση μπορεί να γίνει κατά τις εργάσιμες ημέρες και ώρες συναλλαγών της τράπεζας, δικαιούμενος προς τούτο έναντι παντός και του ίδιου ακόμα του εκμισθωτή, ο οποίος έχει στερηθεί συμβατικά το δικαίωμα τούτο και ο οποίος μπορεί φυσικά να εξαναγκασθεί δικαστικά σε συμμόρφωση ή ακόμα σε αποζημίωση ( ΑΚ 584).

Η δε Τράπεζα, η οποία ως εκμισθώτρια παραχωρεί τη χρήση της θυρίδας έναντι ανταλλάγματος, δεσμεύεται να επιτρέπει την πρόσβαση στον πελάτη κατά τις ώρες λειτουργίας των τραπεζικών καταστημάτων. Προς επίρρωσιν των ανωτέρω, ο Κώδικας Τραπεζικής Δεοντολογίας προβλέπει ρητά ότι " Οι τράπεζες δεν μπορούν να δεσμεύουν το περιεχόμενο των θυρίδων ή να απαγορεύσουν το άνοιγμά τους από το μισθωτή, παρά μόνο σε περιπτώσεις εκτέλεσης αποφάσεων της δικαιοσύνης ή άλλων αρχών, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες νομοθετικές διατάξεις " (παράγραφος 55).

Εν προκειμένω όμως στις κρίσιμες Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου ( ΠΝΠ) δεν περιλαμβανόταν σαφής απαγόρευση της χρήσης των τραπεζικών θυρίδων κατά το χρονικό διάστημα της τραπεζικής αργίας βραχείας διάρκειας.

Για τους λόγους αυτούς, η απλή χρήση μιας μισθωμένης θυρίδας θησαυροφυλακίου, δεν προκύπτει με ευχέρεια ότι είναι τραπεζική "εργασία" (με την έννοια της διατάξεως του άρθρου 2 β.δ. 1835 περί αρμοδιότητας των εμποροδικείων ή του άρθρου 11 Ν. 4261/2014) ή "συναλλαγή", δεν προκύπτει, επομένως, ευχερώς ότι εμπίπτει άνευ ετέρου τινός στην έννοια των ως άνω απαγορευμένων "συναλλαγών" της ΠΝΠ (βλ.

από 17.10.2015, 18.11.2015 και 7-12-2015 γνωμοδοτήσεις των Καθηγητών Πανεπιστημίων Ξ. Κ., Σ. Ψ. και Κ. Π. αντίστοιχα, με τις εκεί παραπομπές....). Γι' αυτό άλλωστε και ανέκυψε μετά την έκδοση της επίμαχης ΠΝΠ η, κατά τα προαναφερθέντα, ανάγκη παροχής διευκρινήσεων σχετικά με το νομικό καθεστώς των θυρίδων κατά τη διάρκεια της τραπεζικής αργίας, οι οποίες ωστόσο από την εναγόμενη τράπεζα δόθηκαν καθυστερημένα και ενώ τα καταστήματα της είχαν λειτουργήσει τις δύο πρώτες ημέρες της τραπεζικής αργίας.

Επομένως ο ενάγων εύλογα και δικαιολογημένα πίστευε όταν επέτρεψε στις 1-7-2015 σε πελάτη του καταστήματος την πρόσβαση σε τραπεζική θυρίδα που ο τελευταίος είχε μισθώσει στο ως άνω κατάστημα, ότι έπραττε νομίμως, αφού δεν είχε σαφείς οδηγίες εκ μέρους της εργοδότριας του εναγόμενης σε σχέση με το αμφιλεγόμενο αυτό ζήτημα και ακολούθησε τα προβλεπόμενα στον Κώδικα Τραπεζικής Δεοντολογίας (παράγραφος 55).

Η διοίκηση της εναγόμενης θεώρησε ως επιβεβλημένη την καταγγελία, μόνο και μόνο γιατί θέλησε να επιρρίψει στον ενάγοντα υπάλληλό της τις ευθύνες για τη φερόμενη παράβαση της ΠΝΠ και κινούμενη από επιλήψιμα ελατήρια, προέβη στην απόλυσή του, διότι θεώρησε ότι με την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, της δινόταν η ευκαιρία να εμφανίζεται ως δήθεν συμμορφούμενη με τις διατάξεις της ΠΝΠ ως προς την επιβολή κύρωσης στον υπάλληλο που δήθεν ευθύνεται για την παράβαση, αλλά και η πρόφαση και δικαιολογία να αποσείσει τις ευθύνες της έναντι της Τράπεζας της Ελλάδος σε περίπτωση εποπτικού ελέγχου από την παράλειψή της δια των αρμοδίων οργάνων της να ενημερώσει εγκαίρως τους εργαζόμενους σ αυτήν, μεταξύ των οποίων και του ενάγοντα, σχετικά με το αμφιλεγόμενο ζήτημα της πρόσβασης στις τραπεζικές θυρίδες των δικαιούχων αυτών κατά την περίοδο της τραπεζικής αργίας.

Η εν λόγω απόλυση όμως που έγινε από την εναγόμενη αποκλειστικά για τους άνω λόγους και χωρίς καμιά άλλη αιτία εκ μέρους του ενάγοντα, εφόσον ήταν εξαιρετικά αμφίβολο και περίπλοκο το θέμα του επιτρεπτού ή μη της πρόσβασης των δικαιούχων στις ήδη μισθωμένες από αυτούς θυρίδες, σύμφωνα με το καθεστώς απαγορεύσεως των τραπεζικών εργασιών από την ανωτέρω ΓΊΝΠ τουλάχιστον στις 1.7.2015, ημερομηνία κατά την οποία ο ενάγων επέτρεψε την πρόσβαση σε αυτές, αφού η ρητή οδηγία της εναγόμενης περί απαγόρευσης της εστάλη την επόμενη ημέρα, στις 2.7.2015, αντίκειται στην καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και είναι καταχρηστική (άρθρ. 281Α.Κ.) διότι δεν συνδέεται με την ομαλή και αποδοτική άσκηση της εργασίας του ενάγοντα, ούτε με παράβαση των επαγγελματικών του υποχρεώσεων, δεδομένου, μάλιστα και του ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι σε βάρος της εναγόμενης επιβλήθηκε από την ...

οποιοδήποτε πρόστιμο για την φερόμενη ως άνω παράβαση, ούτε ότι διαπιστώθηκε τέτοια παράβαση. Όπως προεκτέθηκε, η παραπάνω καταγγελία είναι άκυρη και δεν παράγει έννομα αποτελέσματα, η δε εναγόμενη αρνείται έκτοτε και μέχρι τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του ενάγοντα, παρά την προσήκουσα προσφορά του τελευταίου.

Επομένως, κατέστη υπερήμερη ως προς την αποδοχή της εργασίας του ενάγοντα και του οφείλει, κατά το άρθρο 656 Α.Κ., τις αποδοχές του υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 2.10.2015 και μέχρι τη συζήτηση της υπό κρίση αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ( 17-5-2016). Επιπλέον πρέπει να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντα με τους ίδιους όρους, όπως και πριν την επίδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, με την απειλή χρηματικής ποινής 100 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης της στην απόφαση.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του, κατέληξε στην ίδια ως άνω κρίση, ότι δηλαδή η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντα είναι άκυρη ως καταχρηστική, και υποχρέωσε την εναγόμενη σε καταβολή μισθών υπερημερίας και αποδοχή των υπηρεσιών του ενάγοντα με την απειλή χρηματικής ποινής, έστω και με εν μέρει ελλιπείς αιτιολογίες, στην συμπλήρωση των οποίων, με εκείνες που παρατίθενται προηγουμένως στο σκεπτικό της απόφασης αυτής προβαίνει το δικαστήριο τούτο (άρθρο 534 του ΚΠολΔ), δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ορθώς δε εκτίμησε τις αποδείξεις και όσα αντίθετα ισχυρίζεται η εκκαλούσα- εναγόμενη με τους σχετικούς λόγους της κρινόμενης έφεσής της, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.......

από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η συμπεριφορά της Διοίκησης της εναγόμενης, με τον τρόπο που εκδηλώθηκε και τον σκοπό που επεδίωξε να ικανοποιήσει, δεν αποτελεί ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος, αλλά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος αυτού, γιατί υπερβαίνει, καταφανώς, τα όρια τα καθοριζόμενα από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη που ρυθμίζουν τις σχέσεις μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου.

Αποτελεί δε και παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντα ως τραπεζικού στελέχους γιατί είχε ως αποτέλεσμα, εντελώς αδικαιολόγητα, δυσμενείς υλικές αλλά και ηθικές συνέπειες για τον τελευταίο, γιατί αυτός μειώθηκε ηθικά έναντι των συναδέλφων του αλλά και στην ευρύτερη τραπεζική αγορά εργασίας και εθίγη η επαγγελματική και κοινωνική υπόστασή του, που αποτελούν εκφάνσεις της προσωπικότητάς του.

Δικαιούται, συνεπώς, ο ενάγων, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, να αξιώσει από την εναγόμενη και χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη εξαιτίας της ανωτέρω καταχρηστικής απόλυσής του, στην οποία προέβη η διοίκηση αυτής (εναγόμενης), με συνέπεια να προκληθεί στον ενάγοντα προσβολή της προσωπικότητάς του αλλά και στενοχώρια και ταλαιπωρία εξαιτίας της.

ανεργίας στην οποία περιήλθε. Ενόψει δε τούτων, του είδους και της βαρύτητας της προσβολής, των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα, του βαθμού πταίσματος των αρμοδίων οργάνων της εναγόμενης, της οικονομικής κατάστασης των διαδίκων και της κοινωνικής θέσης του ενάγοντα, η εύλογη χρηματική ικανοποίηση που απαιτείται για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης αυτού ανέρχεται στο ποσό των 5.000 ευρώ. ..." Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, επικαλούμενη τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια :

Ι) ότι παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ και ότι διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες επί του κρίσιμου για την έκβαση της δίκης ζητήματος αν ο αναιρεσίβλητος παραβίασε υπαιτίως την από 28.6.2015 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου περί "τραπεζικής αργίας βραχείας διάρκειας" και αν η επίδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του υπήρξε ή όχι καταχρηστική και

ΙΙ) ότι παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 24 Ν. 2076/1992 και 11 Ν. 4261/2014 καθώς και ότι διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες επί του κρίσιμου για την έκβαση της δίκης ζητήματος αν η πρόσβαση των μισθωτών των τραπεζικών θυρίδων θησαυροφυλακίου σ' αυτές συνιστά τραπεζική εργασία και δη αν συνιστά εργασία απαγορευμένη από την ως άνω από 28.6.2015 ΠΝΠ .

Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, των άρθρων 281 , 174 και 180 ΑΚ , τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή. Κατέληξε δε στο αποδεικτικό του πόρισμα , ότι η επίδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου είναι άκυρη ως καταχρηστική, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, γι' αυτό και κατά την άποψη της πλειοψηφίας του Δικαστηρίου, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ειδικότερα, το Εφετείο, δεχόμενο: α) ότι η απλή χρήση μισθωμένης θυρίδας θησαυροφυλακίου, δεν προκύπτει με ευχέρεια ότι είναι τραπεζική "εργασία" με την έννοια της διάταξης του άρθρου 11 Ν. 4261/2014, όπου ως τραπεζική εργασία αναφέρεται μόνο η εκμίσθωση θυρίδας θησαυροφυλακίου, β) ότι τόσο στις επίμαχες Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου όσο και στις αντίστοιχες υπουργικές αποφάσεις δεν υπήρχε σαφής απαγόρευση πρόσβασης στις τραπεζικές θυρίδες, ώστε ευχερώς να μπορεί να συναχθεί ότι αυτή υπάγεται στις απαγορευμένες συναλλαγές της από 28-6-2015 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου , γ) ότι η πρόσβαση και χρήση των ήδη μισθωμένων τραπεζικών θυρίδων δεν συνδέεται με τους σκοπούς της τραπεζικής αργίας, που ήταν η επιβολή περιορισμών (capital controls) στις συναλλαγές των πιστωτικών ιδρυμάτων, που δραστηριοποιούνταν στην Ελλάδα, προκειμένου να αντιμετωπισθεί η εξαιρετικά επείγουσα και απρόβλεπτη ανάγκη να προστατευθεί το ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα και η ελληνική οικονομία από την έλλειψη ρευστότητας, δεδομένου ότι τα αποθηκευμένα μετρητά στις θυρίδες δεν συνυπολογίζονται στην ρευστότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων, δ) ότι οι τράπεζες δεν μπορούν να δεσμεύουν το περιεχόμενο των θυρίδων ή να απαγορεύουν το άνοιγμά τους από τον μισθωτή, παρά μόνο σε περιπτώσεις εκτέλεσης αποφάσεων της δικαιοσύνης ή άλλων αρχών, η δε τράπεζα έχει υποχρέωση να παράσχει στον πελάτη την χρήση της θυρίδας, ε) ότι η διάταξη περί κυρώσεων για παράβαση της από 28.6.2015 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου προβλέπει για την επιβολή της συγκεκριμένης κύρωσης να τελούν οι υπάλληλοι εν πλήρη γνώση των επιτρεπόμενων και μη πράξεων και ενεργειών, στ) ότι υπήρξε ανάγκη παροχής σαφών οδηγιών από τις Τράπεζες ως προς το καθεστώς των τραπεζικών θυρίδων, οι οποίες δόθηκαν από την διοίκηση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας Τράπεζας με την μορφή ειδικού υπηρεσιακού σημειώματος προς τους εργαζόμενους των λειτουργούντων καταστημάτων της την 2-7-2015, ήτοι μετά την πρόσβαση του πελάτη της αναιρεσείουσας Τράπεζας στην ήδη μισθωμένη θυρίδα του την 1-7-2015, ορθά έκρινε ότι δικαιολογημένα ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος επέτρεψε σε μισθωτή θυρίδας θησαυροφυλακίου την πρόσβαση του σ' αυτή κατά το χρόνο της τραπεζικής αργίας βραχείας διάρκειας.

Και αυτό διότι , ενόψει της ιδιαιτερότητας που διέπει το καθεστώς των τραπεζικών θυρίδων αλλά και της ασάφειας που υπήρχε κατά το χρονικό διάστημα της τραπεζικής αργίας για το αν η πρόσβαση σε ήδη μισθωμένες θυρίδες περιλαμβάνεται στις μη επιτρεπόμενες τραπεζικές δραστηριότητες ή συνεχίζει να διενεργείται υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας και της τραπεζικής πρακτικής, δικαιολογούν την πεποίθηση του αναιρεσιβλήτου ότι έπραττε νομίμως με το να επιτρέψει την 1-7-2015 σε πελάτη του υποκαταστήματος της αναιρεσείουσας Τράπεζας την πρόσβαση και χρήση της τραπεζικής θυρίδας που είχε μισθώσει, αφού μέχρι τότε ο αναιρεσίβλητος δεν είχε σαφείς οδηγίες εκ μέρους της εργοδότριάς του (αναιρεσείουσας) σε σχέση με το αμφιλεγόμενο αυτό ζήτημα .

Επίσης, το Εφετείο, δεχόμενο ακόμη , κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου δεν συνδέεται με την ομαλή και αποδοτική άσκηση της εργασίας του τελευταίου, ούτε με παράβαση των επαγγελματικών του υποχρεώσεων, αλλά ότι οφείλεται σε προσπάθεια της διοίκησης της αναιρεσείουσας Τράπεζας να επιρρίψει σ' αυτόν την ευθύνη σε περίπτωση ενδεχόμενης επιβολής κυρώσεων και έτσι να αποσείσει τις ευθύνες της έναντι της Τράπεζας της Ελλάδος σε περίπτωση εποπτικού ελέγχου από την παράλειψή της δια των αρμοδίων οργάνων της, να ενημερώσει εγκαίρως τους εργαζόμενους σ αυτήν, μεταξύ των οποίων και του ενάγοντα, σχετικά με το αμφιλεγόμενο ζήτημα της πρόσβασης ή μη στις τραπεζικές θυρίδες κατά την περίοδο της τραπεζικής αργίας, ορθά έκρινε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου είναι άκυρη ως καταχρηστική κατ' άρθρο 281 ΑΚ.

Το δε αναφερόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση ότι "από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι σε βάρος της εναγόμενης επιβλήθηκε από την ... οποιοδήποτε πρόστιμο για την φερόμενη ως άνω παράβαση, ούτε διαπιστώθηκε τέτοια παράβαση", αποτελεί απλώς επιχείρημα του Δικαστηρίου προς ενίσχυση της κρίσης του περί καταχρηστικότητας της ένδικης καταγγελίας.

Ακόμη, στην αρχή της προσβαλλομένης απόφασης αναφέρεται το εξής: "Στην απαγόρευση τραπεζικών εργασιών, από το περιεχόμενο των επίμαχων ΠΝΠ, προκύπτει με σαφήνεια ότι εντάσσεται και η πρόσβαση των δικαιούχων στις ήδη μισθωμένες από αυτούς τραπεζικές θυρίδες. Για το λόγο αυτό, ενόψει μάλιστα των ιδιαιτεροτήτων που διέπουν το καθεστώς των τραπεζικών θυρίδων και επί του οποίου θα γίνει αναλυτικότερη αναφορά κατωτέρω, απαιτήθηκε η έκδοση υπηρεσιακών σημειωμάτων από τις τράπεζες με σαφείς οδηγίες προς τους εργαζόμενους σχετικά με το επιτρεπτό ή μη της πρόσβασης από τους δικαιούχους στις ήδη μισθωμένες τραπεζικές θυρίδες κατά την περίοδο αυτή".

Το δευτεροβάθμιο δηλαδή Δικαστήριο, δέχεται ότι λόγω των ιδιαιτεροτήτων που διέπουν το καθεστώς των τραπεζικών θυρίδων, απαιτείτο η έκδοση υπηρεσιακών σημειωμάτων από τις τράπεζες προς τους εργαζόμενους με σαφείς οδηγίες σχετικά με το θέμα ότι και η πρόσβαση (όχι μόνο η εκμίσθωση ) στις ήδη μισθωμένες θυρίδες απαγορεύεται κατά το χρόνο της βραχείας τραπεζικής αργίας.

Συνεπώς, ουδεμία αντίφαση υπάρχει, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, με το γενόμενο παρακάτω δεκτό από το Δικαστήριο ότι ο αναιρεσίβλητος, λόγω της μη υφισταμένης σαφούς απαγόρευσης στις επίμαχες Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου και τις αντίστοιχες υπουργικές αποφάσεις πρόσβασης των δικαιούχων στις ήδη μισθωμένες από αυτούς τραπεζικές θυρίδες και της μη ύπαρξης σχετικών οδηγιών από τα αρμόδια όργανα της αναιρεσείουσας Τράπεζας προς τους εργαζομένους ως προς το αμφιλεγόμενο αυτό θέμα , εύλογα και δικαιολογημένα πίστευε ότι έπραττε νομίμως όταν την 1-7-2015 επέτρεψε σε πελάτη του καταστήματος την πρόσβαση στην ήδη μισθωμένη από αυτόν τραπεζική θυρίδα. Κατόπιν αυτών, παρέλκει η έρευνα του πρώτου λόγου αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, καθόσον η ουσιαστική βασιμότητα από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο του ισχυρισμού του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου περί καταχρηστικής άσκησης, κατ' άρθρο 281 ΑΚ, του δικαιώματος της εναγομένης - αναιρεσείουσας όπως καταγγείλει την σύμβαση εργασίας του, καθιστά άκυρη αυτή την καταγγελία και σε περίπτωση που η πρόσβαση και χρήση ήδη μισθωμένης τραπεζικής θυρίδας θησαυροφυλακίου συνιστά τραπεζική εργασία απαγορευμένη από την ως άνω από 28.6.2015 ΠΝΠ .

Κατά την γνώμη της μειοψηφίας και συγκεκριμένα του εισηγητή Αρεοπαγίτη Θεοδώρου Τζανάκη, με τις άνω παραδοχές, το Εφετείο ορθά έκρινε ότι η απλή χρήση μισθωμένης θυρίδας θησαυροφυλακίου, δεν συνιστά τραπεζική εργασία και δη εργασία απαγορευόμενη από την από 28.6.2015 ΠΝΠ περί τραπεζικής αργίας βραχείας διάρκειας και ως εκ τούτου δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις του άρθρων των άρθρων 281 ΑΚ, 24 Ν. 2076/1992 και 11 Ν. 4261/2014 , καταλήγοντας δε ακολούθως στο αποδεικτικό του πόρισμα διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο.

Ειδικότερα, το Εφετείο ορθά αιτιολόγησε επαρκώς και με σαφήνεια: α) ότι υπήρχε έλλειψη υπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου ως προς την παραβίαση της από 28.06.2015 ΠΝΠ περί "τραπεζικής αργίας βραχείας διαρκείας", β) ότι η απλή χρήση μισθωμένης θυρίδας θησαυροφυλακίου δεν εμπίπτει στην έννοια τραπεζική εργασία και γ) ότι η επίδικη καταγγελία υπήρξε καταχρηστική.

Επομένως, κατά την κρίση της μειοψηφίας, ο από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Θα πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι ως άνω διατάξεις (παρ. 6 του πρώτου άρθρου της ΠΝΠ 65/28.6.2015 και παρ. 14 του πρώτου άρθρου της ΠΝΠ 84/18.7.2015) παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας γιατί δεν αφήνουν περιθώρια για αξιολόγηση υποκειμενικών περιστάσεων, όπως την ενδεχόμενη πλάνη, το συγγνωστό της και κυρίως το βαθμό υπαιτιότητας του μισθωτού που θεωρείται ότι παραβίασε τη διάταξη.

Λόγω της γενικότητάς της και της, χωρίς διακρίσεις, επιταγής στον εργοδότη να προχωρήσει στο μέτρο της καταγγελίας, η ως άνω διάταξη υπερβαίνει εκείνα τα ακραία όρια που επιβάλλει το κοινωνικό δικαίωμα εργασίας και η αρχή του κράτους δικαίου, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ` του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 774/1996 ) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρισίμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

ΑΠ 42/2002), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο) κατά τις παραπάνω διακρίσεις. Για την ίδρυση πάντως του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 412/2019, ΑΠ 1134/1993).

Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθησαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου ( ΑΠ 412/2019, ΑΠ 22/2005).

Για τη πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρισίμου κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 412/2019, ΑΠ 54/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη έγγραφο, που αυτή νόμιμα προσκόμισε και επικαλέσθηκε, και ειδικότερα την υπό τον τίτλο "ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΙΣ ΘΥΡΙΔΕΣ ΤΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ … ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗΣ ΑΡΓΙΑΣ" από 4.9.2015 εμπιστευτική επιστολή-Πόρισμα της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου της Τράπεζας με παραλήπτες πλην άλλων τον Πρόεδρο Δ.Σ., τον Διευθύνοντα Σύμβουλο και τον Διευθυντή της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού της Τράπεζας, για τις παραβάσεις (πλην άλλων και) του αναιρεσιβλήτου, από την οποία προκύπτει ο ουσιώδης ισχυρισμός ότι ο αναιρεσίβλητος υπαιτίως παραβίασε την ΠΝΠ περί τραπεζικής αργίας.

Ο ως άνω αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθ.11 γ ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος γιατί σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν το Εφετείο την εκ της ουσίας κρίση του σχημάτισε με βάση τα λεπτομερώς αναφερόμενα εκεί αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά και από το όλο περιεχόμενο της απόφασης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και το αναφερόμενο στον ως άνω λόγο αποδεικτικό μέσο.

Αν η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του εργαζομένου ή συνιστούν αδικοπραξία, ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στο μισθωτό και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 330, 299, 932, 914, 281 του Α.Κ. και 5 παρ. 1 , 22 παρ.1 του Συντάγματος (ΑΠ 1148/2017, ΑΠ 84/2010, ΑΠ 1000/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με όσα δέχθηκε το Εφετείο ως προς την πρόκληση ηθικής βλάβης λόγω προσβολής της προσωπικότητας εξαιτίας της ως άνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγόμενης, ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ως αποδεχθέντα στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 330, 299, 281, 648, 672, 914, 932 ΑΚ, 5 παρ. 1 , 22 παρ.1 του Συντάγματος, τις οποίες ουδόλως παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, στο δε αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε διαλαμβάνοντας στην απόφασή του επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Και αυτό διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά συμπεριφοράς προσβλητικά του ενάγοντος που μειώνουν αυτόν ως άτομο και εργαζόμενο στον επαγγελματικό ή κοινωνικό κύκλο και έχουν ως αποτέλεσμα την πρόκληση ηθικής βλάβης. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατόπιν όλων όσων προαναφέρθηκαν, πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση στο σύνολό της ως αβάσιμη, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16.04.2018 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθμ. 548/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (5ου Τμήματος), ειδικής διαδικασίας εργατικών διαφορών και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουλίου 2019.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Νοεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ