Legislator Case Law & Legislation
84/2010 AI generated

Union member's dismissal upheld; employer barred from claiming abuse of right due to known protected status.

Case Number 84/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the employer's appeal against the labor court's decision to reinstate a union member dismissed for alleged abuse of right. The court found the dismissal unlawful because the employer knew of the employee's protected union status yet failed to follow specific procedural safeguards required by law. Consequently, the employer was barred from claiming the dismissal was an abuse of right, and the employee was awarded damages for moral injury.

Legislator headnote

AI generated

Articles 14(5) and 10 of Law 1246/1982; Articles 57, 59, 330, 299, 932, 914, 281, 648, 672 of the Civil Code; Article 5 § 1 and 22 § 1 of the Constitution: An employer who dismisses a protected union member without complying with the specific procedural requirements of the relevant law, while knowing of the employee's protected status, cannot claim the dismissal was an abuse of right, and must pay damages for moral injury.

Keywords

AI generated
union member protection abuse of right dismissal moral injury damages procedural safeguards labor law violation employer knowledge reinstatement order

Cited Legislation

AI generated
Article 14(5) and 10 of Law 1246/1982
Articles 57, 59, 330, 299, 932, 914, 281, 648, 672 of the Civil Code
Article 5 § 1 and 22 § 1 of the Constitution
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 82/2003 of the Lamia Court of Appeal
Case 383/2000 of the First Instance Court of Lamia
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 84 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Πραστασία συνδικαλιστικών στελεχών από την απόλυση κατά τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 5 και 10 του ν.1246/1982. Η απόλυση των ανωτέρω επιτρέπεται, μόνο εάν συντρέχει ένας εκ των περιοριστικώς αναφερομένων στην προαναφερθείσα διάταξη του ν.1264/1982 λόγων. Απόλυση προστατευομένου συνδικαλιστικού στελέχους χωρίς τη συνδρομή λόγου εκ των ανωτερω ή χωρίς τη διαπίστωση της συνδρομής του κατά την ειδική διαδικασία την οποία διαγράφει η διάταξη του άρθρου 15 του ιδίου ως άνω νόμου είναι απολύτως άκυρη, και ο καταγγείλας εργοδότης, αρνούμενος την αποδοχή των υπηρεσιών του ακύρως απολυθέντος συνδικαλιστού, περιέρχεται σε κατάσταση υπερημερίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας, προϋποθέσεις που απαιτούνται για την προστασία αυτή.

Ο εργοδότης πρέπει να γνωρίζει, κατά το χρόνο της απολύσεώς του, την ως άνω προστατευομένη συνδικαλιστική του ιδιότητα, προκειμένου περί νομικού προσώπου, η γνώση αυτή πρέπει να υπάρχει στον νόμιμο εκπρόσωπο του, δηλαδή από εκείνον ο οποίος έχει οριστεί κατά τους κανόνες στη πρόστησης για να το εκπροσωπεί στο τομέα εργασίας ή τις διοικητικές υπηρεσίες του, με δικαίωμα πρόσληψης και απόλυσης του προσωπικού, ενεργώντας εξ ονόματος και για λογαριασμό του.

Λόγοι αναίρεσης από το άρ. 559 αρ. 1 και 19. Πότε είναι καταχρηστική η άσκηση σχετικής αγωγής. Αξίωση του απολυθέντος για αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης (απορρίπτει αίτηση για αναίρεση της 82/2003 απόφασης του Εφετείου Λαμίας).

Αριθμός 84/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...ΞΤΕΕ Α.Ε." που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βερβεσό, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ψ1, κατοίκου ..., 2)Του Εργατοϋπαλληλικού Κέντρου Νομού ..., που εδρεύει στη ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Κομπλιώνα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-6-1999 αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 383/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 82/2003 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 27-3-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Βασίλειος Λυκούδης ανέγνωσε την από 20-11-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στην σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Αντώνιου Αθηναίου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, την διατήρηση της αναστολής μέχρι την έκδοση της απόφασης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 14 παρ. 5 του Ν. 1264/1982 "Για τον εκδημοκρατισμό του Συνδικαλιστικού Κινήματος και την κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών των εργαζομένων", είναι άκυρη η καταγγελία της σχέσης εργασίας: α) Των μελών της Διοίκησης, σύμφωνα με το άρθρο 92 Α.Κ., της Συνδικαλιστικής Οργάνωσης. β) Των μελών της προσωρινής, σύμφωνα με το άρθρο 79 Α.Κ., συνδικαλιστικής διοίκησης που διορίζει το δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 69 του Α.Κ.

Και γ) Των μελών της Διοίκησης που εκλέγονται προσωρινά κατά την ίδρυση Συνδικαλιστικής Οργάνωσης. Η απαγόρευση ισχύει κατά τη διάρκεια της θητείας και ένα χρόνο μετά τη λήξη της, εκτός αν συντρέχει ένας από τους λόγους της παρ. 10 και διαπιστωθεί κατά τη διαδικασία του άρθρου 15. Από τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες θεσπίστηκε αυξημένη ειδική προστασία των συνδικαλιστικών στελεχών απέναντι στην καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη, προκύπτει ότι κατ' αρχήν απαγορεύεται η απόλυση συνδικαλιστικών στελεχών, εκτός εάν συντρέχει ένας από τους λόγους που περιοριστικώς αναφέρονται στην παρ. 10 του εν λόγω άρθρου 14 και διαπιστωθεί αυτός κατά τη διαδικασία που ορίζει το άρθρο 15 του ιδίου νόμου.

Εάν δε συντρέχει ο λόγος αυτός και δε διαπιστωθεί, κατά την προαναφερθείσα διαδικασία, η καταγγελία από τον εργοδότη της συνδέουσας αυτόν με το συνδικαλιστικό στέλεχος συμβάσεως εργασίας είναι άκυρη και θεωρείται ότι δεν έγινε (άρθρο 180 Α.Κ.) και ο εργοδότης, αρνούμενος μετά την άκυρη αυτή καταγγελία να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού (συνδικαλιστικού στελέχους) περιέρχεται σε υπερημερία εργοδότη και οφείλει μισθούς υπερημερίας.

Για την προστασία αυτή απαιτούνται οι εξής προϋποθέσεις, οι οποίες αποτελούν και ουσιώδη στοιχεία της αγωγής, που πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφό της: α) Έγκυρη σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. β) Ο μισθωτός να είναι νόμιμα εκλεγμένο μέλος της διοίκησης νομίμως συσταθέντος συνδικαλιστικού σωματείου, ή νόμιμα διορισμένο μέλος της προσωρινής διοικήσεως του ή μέλος της προσωρινώς εκλεγείσας διοίκησης υπό ίδρυση σωματείου.

γ) Ο εργοδότης να τελεί σε γνώσει της ιδιότητας αυτής του μισθωτού του και δ) Δυνατότητα απασχόλησης του συνδικαλιστικού στελέχους στην επιχείρηση του εργοδότη. Η πιο πάνω γνώση του εργοδότη ως προς τη συνδικαλιστική ιδιότητα του απολυόμενου εργαζομένου, η οποία μπορεί να λάβει χώρα με οποιονδήποτε τρόπο, πρέπει, προκειμένου περί νομικού προσώπου, να υπάρχει στον νόμιμο εκπρόσωπο του, δηλαδή από εκείνον που έχει οριστεί από το νόμο ή το καταστατικό να τον εκπροσωπεί, καθώς και από εκείνον ο οποίος έχει οριστεί κατά τους κανόνες της πρόστησης για να το εκπροσωπεί στο τομέα εργασίας ή τις διοικητικές υπηρεσίες του, με δικαίωμα πρόσληψης και απόλυσης του προσωπικού, ενεργώντας εξ ονόματος και για λογαριασμό του.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή .

Εξ άλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται αν αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως αιτιολογίες της απόφασης νοούνται τα απ' αυτήν γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της, δηλαδή το αποδεικτικό πόρισμά της.

στο οποίο στήριξε το νομικό συμπέρασμά της. Τον παραπάνω λόγο αναίρεσης δεν θεμελιώνουν ελλείψεις της απόφασης αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί απ' αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του και σε σχέση με το ζήτημα της ύπαρξης ή μη γνώσης της συνδικαλιστικής ιδιότητας του πρώτου αναιρεσιβλήτου, εκ μέρους της αναιρεσείουσας, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "0 ενάγων προσλήφθηκε από την εταιρία ΑΣΤΗΡ ΑΞΕ στις 20-10-1967 με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου παρέχοντας τις υπηρεσίες του ως ταμπλίστας στο χώρο του ξενοδοχείου ...

στα ... του ήταν να χρεώνει τα πάσης φύσεως εδέσματα που εξέρχονται από την κουζίνα του ξενοδοχείου και καταναλώνουν στο εστιατόριο αυτού. Ο ενάγων είχε επιπλέον και την ιδιότητα του συνδικαλιστή. Στις 5-7-1995 διενεργήθηκαν εκλογές για την ανάδειξη ΔΣ στο σωματείο "Ένωση Υπαλλήλων -Εργατοϋπαλλήλων και Εργατοτεχνιτών Τουριστικών και λοιπών καταστημάτων ...

και περιχώρων" που εδρεύει στα ... και διοικείται από 7μελές ΔΣ εκλεγόμενο ανά τριετία. Στις εκλογές αυτές ο ενάγων εκλέχθηκε αντιπρόεδρος αυτού. Αρχές του 1999 η εναγομένη ανέλαβε ως μισθώτρια την εκμετάλλευση του ως άνω ξενοδοχείου, στην προσπάθεια της δε να το μετατρέψει σε επικερδή επιχείρηση, προέβη σε μείωση των αποδοχών των εργαζομένων, ενώ ο ενάγων άρχισε να αναπτύσσει έντονη συνδικαλιστική δραστηριότητα αντιτιθέμενος σε τέτοιες δυσμενείς εξελίξεις.

Στις 7-4-99 η εναγομένη προέβη σε καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος (βλέπε το έγγραφο της καταγγελίας προσκομιζόμενο), πλην όμως αυτή είναι άκυρη γιατί έγινε εντός έτους από τη λήξη της θητείας του ενάγοντος, για λόγους νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης του ενάγοντος-συνδικαλιστή η ιδιότητα δε αυτή ήταν εν γνώσει των οργάνων της εναγομένης κατά το χρόνο της καταγγελίας και επί πλέον ουδείς λόγος συνέτρεχε από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 14 παρ.10 Ν.1264/82, πέραν του γεγονότος ότι και αν υπήρχε τέτοιος λόγος έπρεπε να βεβαιωθεί η συνδρομή του από την Επιτροπή Προστασίας Συνδικαλιστικών Στελεχών του άρθρου 15 του ιδίου νόμου.

Τα όργανα της εναγομένης, που γνώριζαν τη συνδικαλιστική ιδιότητα του ενάγοντος, είναι ο Ζ που υπογράφει ως εκπρόσωπος αυτής το έγγραφο της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας και ο Φ, προσωπάρχης και γενικός Διευθυντής της εναγομένης, οι οποίοι εργάζονταν για πολλά χρόνια στο ξενοδοχείο ... και είχαν άμεση αντίληψη της συνδικαλιστικής δράσης, ενώ στις εκλογές που προαναφέρθηκαν ψήφισε και ο ανωτέρω Ζ.

Η γνώση αυτή αποδεικνύεται και από τις καταθέσεις των μαρτύρων: α) του ενάγοντος ... , η οποία λέγει ότι έγιναν δεκάδες συνελεύσεις του Σωματείου στις οποίες παρίστατο και ο Ζ και έβλεπε τη συνδικαλιστική παρέμβαση του ενάγοντος, β) του προσθέτως παρεμβαίνοντος ..., ο οποίος βεβαιώνει ότι ο προσωπάρχης κ.

Φ κατ' επανάληψη συνομίλησε με τον ενάγοντα με την ιδιότητα του τελευταίου (ως) αντιπροέδρου του ανωτέρω Σωματείου. Ο μάρτυρας της εναγομένης κ. Ρ, γενικός διευθυντής του ομίλου ξενοδοχειακών επιχειρήσεων ..., στον οποίον ανήκει και το ξενοδοχείο ..., καταθέτει ότι δεν γνώριζε την συνδικαλιστική ιδιότητα το ενάγοντος, παραδέχεται όμως ότι μίλησε με τον ενάγοντα στο γραφείο του - χωρίς να ισχυρίζεται ότι ο τελευταίος του απέκρυψε την συνδικαλιστική του ιδιότητα - και ότι με δική του εντολή ο κ.

Ζ απέλυσε τον ενάγοντα, χωρίς βεβαια να ισχυρίζεσαι ότι ένα μεγαλόβαθμο στέλεχος της επιχείρησης, όπως ο Ζ του απέκρυψε την εν λόγω ιδιότητα του ενάγοντος.. ..". Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 14 παρ.5 ν.1264/1982, αφού ρητά αναφέρεται σ' αυτή ότι το ανωτέρω όργανο της αναιρεσείουσας το οποίο υπέγραψε την απόλυση του αναιρεσιβλήτου, κατ' εντολή του εκπροσωπούντος αυτή γενικού διευθυντή της, γνώριζε την συνδικαλιστική ιδιότητα του (αναιρεσιβλήτου).

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα, ως αβάσιμος. Οι ειδικότερες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι εσφαλμένα δέχθηκε το Εφετείο ότι υπήρξε γνώση του εργοδότη της συνδικαλιστικής ιδιότητας του ενάγοντος "από την απλή γνώση δύο υπαλλήλων" (Ζ και Φ) , είναι απορριπτέες, ως απαράδεκτες, αφού πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας πραγματικών γεγονότων (αρθ.561 παρ.1α ΚΠολΔ).

Η αναιρεσείουσα με τον αυτό (πρώτο), με στοιχείο 1Β , από το άρθρο 559 άρ. 19 του ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της γνώσης της συνδικαλιστικής ιδιότητας του αναιρεσιβλήτου, εκ μέρους του γενικού διευθυντή της κ. Ρ και συγκεκριμένα για το ότι, ενώ η προσβαλλομένη δέχεται ότι ο ως άνω γενικός διευθυντής της, καταθέτοντας ως μάρτυρας, αναφέρει ότι δε γνώριζε τη συνδικαλιστική ιδιότητα του αναιρεσιβλήτου, σ' άλλο σημείο της κατάθεσης του αναφέρει ότι "μετά από συνομιλία που είχε με αυτόν(αναιρεσίβλητο), δεν ισχυρίσθηκε ότι ο τελευταίος του απέκρυψε τη συνδικαλιστική του ιδιότητα και ότι με δική του εντολή ο Ζ απέλυσε τον αναιρεσίβλητο, χωρίς βέβαια να ισχυρίζεται ότι ένα μεγαλόβαθμο στέλεχος της επιχείρησης όπως ο Ζ του απέκρυψε την εν λόγω ιδιότητα του πρώτου αναιρεσιβλήτου", με συνέπεια να μη προκύπτει σε ποια πραγματικά περιστατικά βασίσθηκε το Εφετείο και με ποια τεκμήρια διαπίστωσε την ύπαρξη της γνώσης της συνδικαλιστικής ιδιότητας του πρώτου αναιρεσιβλήτου εκ μέρους αυτής (αναιρεσείουσας), ως εργοδότιδας.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, καθόσον οι ανωτέρω αιτιάσεις αναφέρονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα στην κατάθεση του προαναφερθέντος μάρτυρα. Η διεύρυνση των λόγων απόλυσης, για τους οποίους είναι, σύμφωνα με το άρθρο 14 § 10 του ν. 1264/1982, επιτρεπτή η καταγγελία της εργασιακής σχέσης, απαγορεύεται, γιατί η πιο πάνω διάταξη δημόσιας τάξης αποτελεί εξαίρεση του απαγορευτικού κανόνα και η απαρίθμηση των λόγων καταγγελίας είναι περιοριστική.

Σε περίπτωση, όμως, που η συμπεριφορά του συνδικαλιστικού στελέχους μισθωτού εξέρχεται από τα όρια της γνήσιας συνδικαλιστικής δράσης, με την οποία πράγματι επιδιώκεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 § 1 του ν. 1264/1982, η διαφύλαξη και η προαγωγή των εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών συμφερόντων των εργαζομένων και εξικνείται μέχρι του σημείου παράβασης θεμελιωδών υποχρεώσεων του προστατευόμενου συνδικαλιστή τότε η επίκληση προστασίας του, λόγω ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης ως συνδικαλιστικού στελέχους, για απόληψη αποδοχών υπερημερίας και επαναπρόσληψής του μπορεί να αποκρουσθεί από τον εργοδότη ως καταχρηστική.

Και τούτο γιατί οι πιο πάνω προστατευτικές διατάξεις τέθηκαν για να διαφυλαχθεί το συνδικαλιστικό στέλεχος, το οποίο λόγω της αναπτυσσόμενης συνδικαλιστικής του δράσης έρχεται σε αντίθεση με τα συμφέροντα του εργοδότη, με αποτέλεσμα την όξυνση της σχέσης του με αυτόν. Όταν, όμως, επέδειξε την προαναφερόμενη συμπεριφορά, ο εξαναγκασμός του εργοδότη να έχει στην εργασία του τέτοιο μισθωτό υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστης και των χρηστών ηθών.

Είναι αυτονόητο, ότι την έλλειψη κλίματος συνεργασίας και την προαναφερόμενη αναταραχή στον εργασιακό χώρο μπορεί να επικαλεσθεί ο εργοδότης όταν δεν είναι υπαίτιος της δημιουργίας τους. Η διαπίστωση δε της συνδρομής ή μη τέτοιας καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος δεν είναι έργο της επιτροπής του άρθρου 15 του ν. 1264/1982, η οποία αποφαίνεται αν συντρέχει ή όχι κάποιος νόμιμος λόγος για την εγκυρότητα της απόλυσης του συνδικαλιστικού στελέχους, αλλά των πολιτικών δικαστηρίων, τα οποία επιλαμβάνονται σχετικής αγωγής για την καταβολή αποδοχών υπερημερίας και για επαναπρόσληψη του ακύρως απολυθέντος συνδικαλιστικού στελέχους.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, και σε σχέση με το ζήτημα της καταχρηστικής άσκησης της αγωγής εκ μέρους του πρώτου αναιρεσιβλήτου, ως προς την άρνηση του να αποδεχθεί να εργασθεί σε θέση υποδεέστερη αυτής που κατείχε πριν, δέχθηκε ανελέγκτως, εκτός από όσα πιο πάνω έχουν εκτεθεί και τα εξής: "....

Στις 7-4-99 η αναρεσείουσα προέβη σε καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του πρώτου αναιρεσίβλητου ..., πλην όμως αυτή είναι άκυρη γιατί έγινε εντός έτους από τη λήξη της θητείας του πρώτου αναιρεσιβλητου για λόγους νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης η ιδιότητα δε αυτή ήταν εν γνώσει των οργάνων της αναιρεσείούσας κατά το χρόνο της καταγγελίας και επιπλέον ουδείς λόγος συνέτρεχε από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 14 παρ.10 Ν. 1264/1982, πέραν του γεγονότος ότι και αν υπήρχε τέτοιος λόγος έπρεπε να βεβαιωθεί η συνδρομή του από την Επιτροπή Προστασίας Συνδικαλιστικών Στελεχών του άρθρου 15 του ίδιου νόμου .....Η αναιρεσείουσα πρότεινε στον πρώτο αναιρεσίβλητο να απασχοληθεί στο τμήμα υποδοχής πελατών, ισχυριζομένη ότι στα πλαίσια του λειτουργικού εκσυγχρονισμού της ως άνω ξενοδοχειακής μονάδος καταργείται η θέση του ταμπλίστα, που κατείχε ο πρώτος αναιρεσίβλητος, ως οικονομικά ασύμφορη.

Η ύπαρξη, όμως, της θέσης του ταμπλίστα ήταν απαραίτητη για τη λειτουργία του εστιατορίου ,αλλά η αναιρεσείουσα προτίμησε να την αναθέσει σε εργαζομένους που δεν είχαν την συγκεκριμένη ιδιότητα (γκαρσόν, μετρ) που ασκούσαν τα καθήκοντα του ταμπλίστα παράλληλα με τα καθήκοντα τους. Παρ'όλα αυτά η αναιρεσείουσα του πρότεινε να τον τοποθετήσει ως υπάλληλο υποδοχής καίτοι είχε ηλικία 54 ετών και προϋπηρεσία 32 ετών, αποκρούοντας αντιπρόταση του να τοποθετηθεί στο λογιστήριο, κάτι όμως που σημαίνει ότι ήταν υποχρεωμένος να μεταφέρει και τις βαλίτσες των πελατών στα δωμάτια, θέση κατώτερη από αυτή του ταμπλίστα ,γι' αυτό και ο πρώτος αναιρεσίβλητος δικαιολογημένα απέκρουσε την πρόταση της..." .

Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε την σχετική ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, που πρόβαλε η αναιρεσείουσα, καθώς και το σχετικό λόγο της έφεσης, με τον οποίον επαναφέρθηκε αυτή. Έτσι που έκρινε, δεν παραβίασε την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία εφάρμοσε ορθώς, ο δε περί τουναντίον δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις, κατά τις οποίες το Εφετείο ,ενώ με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν έπρεπε να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, δεχόμενο την αντίστοιχη ένσταση και απορρίπτοντας την αγωγή, αφού συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις του κανόνα αυτού, εκείνο δεν την εφάρμοσε, αν και δέχτηκε ως αποδεδειγμένο ότι "προτάθηκε μια μεταβολή των όρων της εργασιακής σχέσης για λόγους οικονομοτεχνικούς, αναγόμενους στην ανάγκη εξυγίανσης της επιχείρησης, αφού καταργήθηκε η αυτοτελής θέση του ταμπλίστα κλπ", είναι αβάσιμος, αφού, με βάση τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Δικαστήριο, δεν συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις προκειμένου να κριθεί ότι ο αναιρεσίβλητος εργαζόμενος άσκησε καταχρηστικά την ένδικη αγωγή, ούτε δέχθηκε ότι λόγοι οικονομοτεχνικοί, επέβαλαν την κατάργηση της θέσης του ταμπλίστα, αφού , όπως δέχθηκε, η θέση του ταμπλίστα "ήταν απαραίτητη για τη λειτουργία του εστιατορίου", ενώ δεν ήταν καταχρηστική η άρνηση αυτού, ενόψει της προϋπηρεσίας ,της ηλικίας και των προσόντων του, να δεχθεί την υποδεέστερη, όπως κρίθηκε, θέση που του υποδείχθηκε.

Από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 330, 299, 932, 914, 281, 648, 672 του ΑΚ, 5 § 1 και 22 § 1 του Συντάγματος, συνάγεται ότι, αν η καταγγελία συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του εργαζομένου (μείωση της υπολήψεως αυτού ως εργαζομένου, καθώς και της επαγγελματικής δραστηριότητάς του, ενόψει του είδους της εργασίας και του ιδιαίτερα έντονου συμφέροντος αυτού για πραγματική απασχόληση) ή που συνιστούν αδικοπραξία (καταχρηστική καταγγελία), ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στον εργαζόμενο και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, το ποσό της οποίας καθορίζεται από το δικαστήριο κατ' εύλογη κρίση.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως, μεταξύ άλλων, και επιπλέον όσα δέχθηκε σε σχέση με τις πιο πάνω περιγραφόμενες συνθήκες απολύσεως του αναιρεσιβλήτου (απόλυση αυτού εν γνώσει της συνδικαλιστικής ιδιότητάς , της ηλικίας του, της προϋπηρεσίας του στην ίδια επιχείρηση 32 ετών , της προσφοράς υποδεέστερης εργασίας κλπ) και τα ακόλουθα: "....

Επίσης από την απόλυση του πρώτου αναιρεσιβλήτου επήλθε "προσβολή της προσωπικότητας του γιατί μειώθηκε ηθικά έναντι των συναδέλφων του και επομένως δικαιούται αυτός χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης χρηματικού ποσού 200.000 δρχ.,με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα η απόλυση του, του βαθμού του πταίσματος των οργάνων της αναιρεσίβλητης και της οικονομικής κατάστασης των διαδίκων", και ακολούθως απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσης, που άσκησε η αναιρεσείουσα κατά της πρωτόδικης απόφασης.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 59, 914 και 932 ΑΚ, καθόσον διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς το ουσιώδες αυτό ζήτημα, πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων του αυτών. Επομένως, ο τρίτος, από το άρθρο 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-3-2006 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "... ΞΤΕΕ ΑΕ", που εδρεύει στα ..., για αναίρεση της 82/2003 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία καθορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιανουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ