Supreme Court allows appeal against labor court decision, ordering security firm to pay legal costs to employee.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a first-instance labor court decision, overturning the lower court's dismissal of the employee's claim. The employee sued a security company for unpaid wages and benefits under a fixed-term employment contract, while the company argued against the liability. The court ruled that the appeal was procedurally valid and the lower court erred in dismissing the substantive claims, thereby reinstating the employee's rights.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 183 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court allows an appeal against a labor court decision dismissing an employee's claim for unpaid wages, ordering the employer to bear the legal costs of the appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1366 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1366/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:
Δ. Μ. του Χ. , κατοίκου … Αιτωλοακαρνανίας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λιούρδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Ο ως άνω δικηγόρος διορίσθηκε σύμφωνα με το νόμο 3226/2004 και την 207/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου.
Της αναιρεσίβλητης:
Ανώνυμης εταιρείας παροχής υπηρεσιών ασφαλείας με την επωνυμία «MEGA SPRINT GUARD ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ Α.Ε.» νομίμως εκπροσωπουμένης η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Αναγνώστου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/12/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 681/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 192/2019 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14/5/2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Με την κρινόμενη από 14.05.2019 και με αριθ. κατ. 25/14-5-2019 αίτηση αναίρεσης, η οποία φέρεται προς συζήτηση αυτεπαγγέλτως με την από 10.05.2021 πράξη της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μαρίας Νικολακέα, μετά από ματαίωση της συζήτησης κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 26.05.2020 και περαιτέρω κατά την αυτεπαγγέλτως ορισθείσα δικάσιμο της 23.02.2021, λόγω της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων εξαιτίας της πανδημίας του κορωνοϊού COVID 19 (άρθρα 74 παρ. 2 ν. 4690/2020, 83 παρ. 2 και 3 ν. 4790/2021 σε συνδ. με άρθρο 568 παρ. 2 ΚΠολΔ και άρθρο 26 ν. 4792/2021), προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 192/5-4-2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ’ ουσίαν την από 01.12.2015 και με αριθ. κατ. 75/4-3-2015 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος Δ. Μ. του Χ. κατά της με αριθ. 681/19-11-2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία είχε γίνει κατά ένα μέρος δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη η από 06.12.2011 και με αριθ. κατ. 4854/4-12- 2011 αγωγή αυτού.
Με την εν λόγω αγωγή ο ενάγων επικαλούμενος την κατάρτιση σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, δυνάμει της οποίας απασχολήθηκε από την εναγομένη ως φύλακας κατά το χρονικό διάστημα από 15.10.2009 έως 31.07.2011, ζήτησε, αφού αναγνωρισθεί ότι είναι άκυρος ο όρος περί ορισμένης διάρκειας της σύμβασης, να υποχρεωθεί η εναγομένη, η οποία μετά την 31.07.2011 έπαυσε να τον απασχολεί, να του καταβάλει για αποζημίωση λόγω απόλυσης, για διαφορές αποδοχών, μεταξύ των νομίμων και εκείνων που του κατέβαλε, για αμοιβή λόγω της απασχόλησής του τα Σάββατα, χωρίς αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης, για τη νόμιμη προσαύξηση λόγω της απασχόλησής του τη νύχτα, καθώς και τις Κυριακές και αργίες, για επιδόματα εορτών και, τέλος, για αποδοχές και επιδόματα αδείας, το συνολικό ποσό των 22.810,73 ευρώ με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις.
Ειδικότερα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφαση, δέχθηκε κατά ένα μέρος, ως βάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή επιδικάζοντας στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 103,13 ευρώ και συγκεκριμένα 70,40 ευρώ για προσαύξηση νυχτερινής εργασίας, 6,12 ευρώ για διαφορά επιδόματος εορτών Χριστουγέννων έτους 2009 και 26,61 ευρώ για διαφορά επιδόματος αδείας, έτους 2011 και απέρριψε αυτήν κατά τα λοιπά αιτήματα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, κατά παραδοχή ως νόμιμης και βάσιμης κατ' ουσίαν της προταθείσας από την εναγομένη ένστασης εξόφλησης.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής.
Επισημαίνεται ότι ο αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε στο παρόν δικαστήριο κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από το δικηγόρο Δημήτριο Λιούρδη, ο οποίος με τη με αριθ. 207/20-9-2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου είχε ορισθεί, σύμφωνα με τα άρθρα 1, 2, 8 παρ. 1 και 2 και 9 ν. 3226/2004, μετά την αποδοχή σχετικής αίτησης του αναιρεσείοντος, προκειμένου να προσδιορίσει ενώπιον του Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου την εν λόγω αίτηση αναίρεσης, που είχε κατατεθεί στο Εφετείο Πατρών και να τον εκπροσωπήσει κατά τη συζήτησή της ενώπιον του Αρείου Πάγου, σε οποιαδήποτε δικάσιμο. Ο, σύμφωνα με τα παραπάνω, διορισμός του εν λόγω δικηγόρου ισχύει ως παροχή προς αυτόν δικαστικής πληρεξουσιότητας από τον αναιρεσείοντα, στην έκταση που ορίζει το άρθρο 97 ΚΠολΔ (ΑΠ 269/2020). Επίσης, με την ίδια πράξη ο αιτών απηλλάγη από την υποχρέωση καταβολής του συνόλου των εξόδων της διαδικασίας, όπως αυτά περιγράφονται στο άρθρο 9 παρ. 1 και 2 ν. 3226/2004.
[II] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της διάταξης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά «έλλειψη αιτιολογίας» ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της «ανεπαρκής αιτιολογία», ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους «αντιφατική αιτιολογία».
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σ’ αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, λόγω δε των ελλείψεων στην εκτίμηση των αποδείξεων προκαλείται ασαφές αποδεικτικό πόρισμα και, επομένως, αδυναμία του Αρείου Πάγου να ελέγξει την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογίας όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 491/2019).
[III] Με τον πρώτο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 416, 424 ΑΚ και 18 ν. 1082/1980 και ειδικότερα ότι, προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν υφίστανται οι αξιώσεις του ενάγοντος που απορρίφθηκαν, λόγω απόσβεσης αυτών με εξόφληση, διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα:
«| Η εναγομένη εταιρία παροχής υπηρεσιών ασφάλειας και εμπορίας συστημάτων συναγερμού που εδρεύει στο ... Θεσσαλονίκης είχε συνάψει με το Τ.Ε.Ι. Πατρών σύμβαση για τη φύλαξη των κτιριακών εγκαταστάσεών του, η οποία έληγε στις 31.07.2011 και ήταν σε ισχύ τον Οκτώβριο του 2009. Ο ενάγων, άγαμος και χωρίς προϋπηρεσία, κάτοχος της υπ’ αριθ. ... -2009 αδείας εργασίας προσωπικού ασφαλείας της Αστυνομικής Διεύθυνσης Αιτωλοακαρνανίας, σύναψε με την εναγομένη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί ως φύλακας στις κτιριακές εγκαταστάσεις του Τ.Ε.Ι.
Πατρών, μέχρι την 31.07.2011, έναντι των αποδοχών που καθόριζε η ΕΚΣΣΕ 29/6/2010 Π.Κ. Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας 13/15-7-2010, ήτοι 739,56 ευρώ και από τον Ιούλιο του 2011 κατά 1,6% υψηλότερες, τροποποίηση που ήταν έγκυρη, διότι η ΕΚΣΕΕ 29.06.2010 δεν είχε κηρυχθεί υποχρεωτική και δεν καταλάμβανε την εναγομένη που δεν ήταν μέλος των συμβληθέντων εργοδοτικών οργανώσεων ΣΕΕΥΑ και ΣΕΕΑ.
Τη φύλαξη του Τ.Ε.Ι. Πατρών είχε ήδη αναλάβει η εναγομένη με διαγωνισμό μέχρι την 31.07.2011 και κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης εργασίας με τον ενάγοντα δεν ήταν γνωστό αν η ενάγουσα θα πετύχαινε να αναδειχθεί ανάδοχος και στον επόμενο διαγωνισμό που έμελλε να γίνει για το ίδιο έργο. Πράγματι, την 30.06.2011 ελήφθη η υπ’ αριθ. 35/30-6-2011 απόφαση του Συμβουλίου του Τ.Ε.Ι.
Πατρών με την οποία εγκρίθηκε το 8372/29-11-2011 πρακτικό κατακύρωσης της Επιτροπής Διενέργειας του Διαγωνισμού και την 6-7-2011 με τη με αριθμό 9737 ανακοίνωση κατακυρώθηκε το έργο για 29 μήνες στην εναγομένη. Επομένως, η σύμβαση που σύναψαν οι διάδικοι καταρτίσθηκε ως ορισμένου χρόνου, προκειμένου η εναγομένη να απασχολήσει τον ενάγοντα στο συγκεκριμένο έργο που ανέλαβε στην Πάτρα και ήδη εκτελούσε και για το χρόνο που απέμενε, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης που είχε υπογράψει και ως εκ τούτου ήταν δικαιολογημένη η σύναψή της μέχρι την 31.07.2011.
Μετά ταύτα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε ότι την 31.07.2011 λύθηκε η σύμβαση εργασίας λόγω παρέλευσης του ορισμένου χρόνου της σύμβασης και ότι η σύμβαση αυτή δεν είχε χαρακτήρα σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου και κατά συνέπεια δεν εδικαιούτο ο ενάγων αποζημίωση απόλυσης, επειδή μετά την 31.07.2011 η εναγομένη δεν αποδεχόταν τις υπηρεσίες του, δεν έσφαλε και ορθώς εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει ο σχετικός λόγος έφεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων ελάμβανε τις αποδοχές του αφ’ ενός με κατάθεση εκ μέρους της εναγομένης σε τραπεζικό λογαριασμό του, αφ’ ετέρου και με μετρητά ώστε να μην αποδεικνύεται μόνο από τις καταθέσεις στον τραπεζικό του λογαριασμό το πραγματικό ποσό που του καταβλήθηκε. Αντιθέτως, το συνολικό ποσό που ελάμβανε ταυτίζονταν με εκείνο για το οποίο υπέγραφε εξοφλητικές αποδείξεις, οι οποίες είναι ακριβείς κατά περιεχόμενο και ο ενάγων αναγνώρισε σ’ αυτές την υπογραφή του και την αναγραφή ιδιοχείρως του ονόματος και του επιθέτου του.
Η κρίση του δικαστηρίου περί του ότι ο ενάγων πληρωνόταν και με μετρητά και ότι οι εξοφλητικές αποδείξεις ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα κατά το περιεχόμενό τους, διότι απεικονίζουν το σύνολο των μετρητών που ελάμβανε και το ποσό που κατατίθετο στον τραπεζικό λογαριασμό του, στηρίζεται στην κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης και στις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Σ.
Δ. και Σ. Δ. , επίσης υπαλλήλων της εναγομένης και δεν αναιρούνται από τις αντίθετες κατά το σημείο τούτο καταθέσεις του μάρτυρα απόδειξης και του ενόρκως βεβαιώσαντος από την πλευρά του ενάγοντος μάρτυρα Π. Ξ. , που υπήρξε πρώην εργαζόμενος της εναγομένης και βρίσκεται σε αντιδικία με αυτή λόγω της έγερσης σε βάρος της αντίστοιχων αξιώσεων και οι οποίοι απέκλεισαν τη λήψη μετρητών και ανέφεραν ότι η πληρωμή των εργαζομένων γινόταν μόνο με κατάθεση στην τράπεζα.
Ακόμη από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι τις αποδείξεις αυτές υπέγραφε, χωρίς να λαμβάνει το ποσό που υπερέβαινε την κατάθεση στο λογαριασμό του, υπό την απειλή εκ μέρους των προϊσταμένων του ότι αν δεν κάνει ό,τι του λένε θα χάσει τη δουλειά του, όπως αναφέρει στην έφεσή του.
Σημειωτέον δε πως με την έφεσή του ο εκκαλών δεν πλήττει την κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που δέχθηκε ότι με βάση τις εξοφλητικές αποδείξεις το ποσό που του καταβλήθηκε ήταν αυτό που έπρεπε να λάβει με βάση τη σύμβαση και το νόμο για μισθό, δώρα εορτών, επίδομα και αποδοχές αδείας, αλλά το ότι κακώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του τις εξοφλητικές αυτές αποδείξεις.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε ότι ο ενάγων ελάμβανε αποδοχές υψηλότερες εκείνων που κατατίθεντο στον τραπεζικό του λογαριασμό μισθοδοσίας και ίσες με τα αναγραφόμενα ποσά στις προσκομιζόμενες από την εναγομένη αποδείξεις που υπέγραφε ο ίδιος (ενάγων) και στη συνέχεια απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμα τα αιτήματα καταβολής της διαφοράς των καταβληθεισών αποδοχών με τις συμβατικές αποδοχές που δεν υπολείπονταν των νομίμων, των διαφορών για δώρα εορτών των ετών 2009, 2010 και 2011 και των αποδοχών και επιδομάτων αδείας για τα έτη 2009, 2010, 2011, δεν έσφαλε και ορθώς εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει οι σχετικοί λόγοι έφεσης να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω από τους θεωρημένους πίνακες προσωπικού (άρθρο 16 ν. 2874/2000) που προσκομίζει η εναγομένη, οι οποίοι συντάσσονταν από την ίδια στην έδρα της, το ... Θεσσαλονίκης, και κατατίθεντο στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, αντίγραφά τους δε διαβιβάζονταν σε κάθε φορέα που διενεργούσε φύλαξη και εν προκειμένω στο Τ.Ε.Ι.
Πατρών και βρίσκονταν αναρτημένοι σε εμφανές σημείο στο εν λόγω Τ.Ε.Ι. προκύπτει το πρόγραμμα εργασίας των εργαζομένων σε αυτή (εναγομένη) μεταξύ άλλων και το πρόγραμμα του ενάγοντος. Ειδικότερα, ο ενάγων εργαζόταν επί πενθήμερο την εβδομάδα, τις ημέρες δε που εργαζόταν Σάββατο, αυτό δεν αποτελούσε έκτη ημέρα εργασίας, αλλά ελάμβανε αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης, ενώ δεν εργαζόταν όλες τις Κυριακές, όπως αβασίμως υποστηρίζει, αλλά όσες Κυριακές εργαζόταν ελάμβανε τη νόμιμη προσαύξηση στο ημερομίσθιό του, όπως προκύπτει από τις εξοφλητικές αποδείξεις που φέρουν την υπογραφή του και προσκομίζει η εναγομένη.
Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι εργαζόταν καθημερινά, ήτοι επτά ημέρες την εβδομάδα, χωρίς να λαμβάνει κανένα ρεπό δεν αποδεικνύεται από κανένα αξιόπιστο αποδεικτικό μέσο. Οι δε υπέρ του ισχυρισμού αυτού κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης Χ. Τ. και οι καταθέσεις των ενόρκως βεβαιωσάντων μαρτύρων του (ενάγοντος) Γ.
Κ. και Π. Ξ. δεν κρίνονται πειστικές, διότι αναιρούνται από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, καθόσον δεν αντέχει στη βάσανο της λογικής ο ενάγων να εργαζόταν συνεχώς για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς να λαμβάνει κανένα ρεπό. Επίσης πρέπει να σημειωθεί πως η εναγομένη ήταν μεγάλη οργανωμένη εταιρία που αναλάμβανε τη φύλαξη δημοσίων κτιρίων με την προβλεπόμενη τυπική διαδικασία και η εκτέλεση του έργου της ελεγχόταν από Επιτροπή Ελέγχων.
Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμα τα σχετικά αγωγικά κονδύλια για παρασχεθείσα εργασία τα Σάββατα, τις Κυριακές και τις αργίες δεν έσφαλε και ορθώς εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει ο σχετικός λόγος έφεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος. Συνακόλουθα, ο λόγος της έφεσης, με τον οποίο αποδίδεται μομφή στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο διότι απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα του ενάγοντος να του καταβληθεί προσαύξηση 75% για την εργασία που προσέφερε τις Κυριακές, τούτος είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού, όπως προεκτέθηκε, ο ενάγων για όσες Κυριακές εργάσθηκε εισέπραξε τη νόμιμη προσαύξηση που αντιστοιχούσε στο ημερομίσθιο του.
Ομοίως από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα και τους προσκομιζόμενους από την εναγομένη πίνακες προσωπικού προέκυψε ότι ο ενάγων παρείχε νυχτερινή εργασία με κυλιόμενο ωράριο στις βάρδιες 6:00 μ.μ. έως 14:00 και 14:00 μ.μ. έως 22:00 και 22:00 έως 6:00 μ.μ. για τις οποίες έλαβε τη νόμιμη προσαύξηση, μολονότι τα αντίθετα αβασίμως υποστηρίζει με την αγωγή. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που οδηγήθηκε στην ίδια κρίση και απέρριψε τα σχετικώς αιτούμενα αγωγικά κονδύλια ως ουσιαστικά αβάσιμα ορθώς εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει ο σχετικός λόγος έφεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος»».
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν την από 01.12.2015 έφεση του ενάγοντος-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση.
[IV] Με την κρίση του αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 416, 424 ΑΚ, 18 ν. 1082/1980 διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό του ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόσβεσης με καταβολή των ενδίκων απαιτήσεων του ενάγοντος, που αφορούν σε διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, σε αποδοχές για εργασία τα Σάββατα χωρίς αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης, στη νόμιμη προσαύξηση για νυχτερινή εργασία, καθώς και για εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες, σε διαφορές επιδομάτων εορτών και σε αποδοχές και επιδόματα αδείας.
Ειδικότερα, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση:
(Α) ενώ δέχεται ότι ο ενάγων παρείχε την εργασία του στην εναγομένη ως φύλακας έναντι των καθοριζομένων στην οικεία ΕΚΣΣΕ αποδοχών, ύψους 739,56 ευρώ και από τον Ιούλιο 2011 υψηλοτέρων κατά 1,6%, καθώς και ότι η εναγομένη του κατέβαλε τις αναλογούσες στο ένδικο χρονικό διάστημα νόμιμες αποδοχές, καθώς και τα επιδόματα εορτών (Πάσχα και Χριστουγέννων), τις αποδοχές και τα επιδόματα αδείας, που εδικαιούτο, όπως τούτο, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει από τις προσκομισθείσες από την εναγομένη εξοφλητικές αποδείξεις, δεν προσδιορίζει το ποσό που εδικαιούτο ο ενάγων για καθεμία από τις ανωτέρω αιτίες, καθώς και το αντίστοιχο ποσό που έλαβε, έτσι ώστε να μπορεί να ελεγχθεί και να διαπιστωθεί αν τα καταβληθέντα ποσά υπολείπονται εκείνων που δικαιούται και περαιτέρω αν υφίστανται, εν όλω ή εν μέρει, οι ένδικες αξιώσεις ή έχουν αποσβεσθεί με καταβολή.
(Β) ενώ δέχεται ότι ο ενάγων εργαζόταν επί πενθήμερο κάθε εβδομάδα, τις ημέρες δε που εργαζόταν Σάββατο ελάμβανε αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης, ότι δεν εργαζόταν όλες τις Κυριακές, αλλά όσες Κυριακές εργαζόταν ελάμβανε τη νόμιμη προσαύξηση καθώς και ότι παρείχε νυχτερινή εργασία, για την οποία, ομοίως, ελάμβανε τη νόμιμη προσαύξηση, δεν προσδιορίζει αφ’ ενός μεν τις συγκεκριμένες εβδομάδες που ο ενάγων εργάσθηκε κατά τη διάρκεια του Σαββάτου και την αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης που έλαβε, τις συγκεκριμένες εβδομάδες και τις αντίστοιχες ώρες κατά τις οποίες εργάσθηκε κατά τη διάρκεια της Κυριακής, καθώς και τις συγκεκριμένες ημέρες και ώρες που παρείχε νυχτερινή εργασία έστω και κατά μέσο όρο ανά μήνα καθώς και το ποσό που εδικαιούτο για καθεμία από τις ανωτέρω αιτίες, αφετέρου δε (δεν προσδιορίζει) τις αποδοχές που έλαβε για κάθε αιτία, έτσι ώστε να μπορεί να ελεγχθεί και να διαπιστωθεί αν τα καταβληθέντα ποσά υπολείπονται εκείνων που δικαιούται και περαιτέρω αν υφίστανται εν όλω ή εν μέρει οι αντίστοιχες ένδικες αξιώσεις ή έχουν αποσβεσθεί με καταβολή.
Λόγω των ανωτέρω ελλείψεων στην εκτίμηση των αποδείξεων δημιουργείται ασαφές αποδεικτικό πόρισμα και επομένως αδυναμία του Δικαστηρίου τούτου να ελέγξει την ορθή η μη εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων. Επομένως, κατά παραδοχή ως βάσιμου του περί τούτου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτου λόγου αναίρεσης, παρελκούσης της έρευνας του λοιπών λόγων αυτής από τους αριθμούς 11 (δεύτερος, τρίτος και έκτος λόγοι αναίρεσης), από τον αριθμό 8 (τέταρτος λόγος αναίρεσης) και από τον αριθμό 1 (πέμπτος λόγος αναίρεσης) του ίδιου άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να αναιρεθεί κατά το αντίστοιχο μέρος, που αφορά στις προαναφερόμενες αξιώσεις, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση, κατά το αναιρούμενο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
[V] Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 και 2 του προεκτεθέντος ν. 3226/2004 «Παροχή νομικής βοήθειας σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος και άλλες διατάξεις» ορίζεται ότι:
(α) η εκκαθάριση των εξόδων της δίκης γίνεται κατά τις ισχύουσες κατά περίπτωση διατάξεις και περιλαμβάνει και τα έξοδα από τα οποία απαλλάχθηκε ο δικαιούχος, καθώς και την αποζημίωση του δικηγόρου και κάθε άλλου προσώπου, που βαρύνει, κατά το νόμο αυτό, το Δημόσιο και
(β) εάν η απόφαση επιβάλει τα έξοδα σε βάρος του αντιδίκου του δικαιούχου ή άλλου προσώπου, τα έξοδα από τα οποία απαλλάχθηκε ο δικαιούχος και η αποζημίωση δικηγόρου και κάθε άλλου προσώπου που βαρύνει το Δημόσιο από τα οποία απαλλάχθηκε ο δικαιούχος και η αποζημίωση δικηγόρου και κάθε άλλου προσώπου που βαρύνει το δημόσιο επιδικάζονται υπέρ του Δημοσίου και εισπράττονται από αυτό σύμφωνα με τις διατάξεις για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων.
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 61 παρ. 1-3 ν. 4194/2013 «Κώδικας Δικηγόρων» (ΦΕΚ Α' 208.27-9-2013), όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του, της μεν παραγράφου 1 με το άρθρο 7 παρ. 8 στοιχ. α' του ν. 4205/2013, της δε παραγράφου 3 με το άρθρο 7 παρ. 8 στοιχ. β' του ν. 4205/2013, ο δικηγόρος που εκπροσωπεί δικαιούχους νομικής βοήθειας σύμφωνα με το ν. 3226/2004 απαλλάσσεται από την υποχρέωση προκαταβολής στον οικείο ΔΣΑ των οριζομένων στο Παράρτημα III του ως άνω νόμου ποσών που προορίζονται για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών των υπηρεσιών του Συλλόγου, την απόδοση ως πόρου στον Τομέα Επικουρικής Ασφάλισης Δικηγόρων κ.λπ., ποσά τα οποία σε κάθε περίπτωση αποτελούν μέρος της καταβλητέας στο δικηγόρο νόμιμης αμοιβής.
Τέλος, κατά το άρθρο 14 παρ. 1 εδ. α' του ίδιου νόμου 3226/2004, με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ορίζεται η αποζημίωση των δικηγόρων υπηρεσίας, συμβολαιογράφων, δικαστικών επιμελητών και άλλων προσώπων που παρέχουν υπηρεσίες στο πλαίσιο της παροχής νομικής βοήθειας, σύμφωνα με τις προβλεπόμενες νόμιμες αμοιβές, η δε αμοιβή μπορεί να υπολείπεται των προβλεπόμενων νόμιμων αμοιβών σε περίπτωση αναίρεσης.
Κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης αυτής εκδόθηκε η με αριθ. πρωτ. 98535/18-12-2014 9ΦΕΚ Β 3578/31-12-2014 Κοινή Απόφαση των άνω Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με το άρθρο μόνο περ. Α της οποίας η ως άνω αποζημίωση ορίσθηκε σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά νόμιμες αμοιβές, στο ποσό αυτής προστίθεται ο ΦΠΑ με τον εκάστοτε ισχύοντα συντελεστή, ενώ σε περίπτωση αναίρεσης, η αποζημίωση θα υπολείπεται των προβλεπόμενων νόμιμων αμοιβών σε ποσοστό 20%.
Με το άρθρο 58 παρ. 4 περ. β' του ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων) ορίζεται ότι με βάση τις αμοιβές που αναφέρονται στο Παράρτημα I του Κώδικα αυτού προσδιορίζεται η αμοιβή του δικηγόρου κατά την παροχή νομικής βοήθειας σύμφωνα με τον ως άνω ν. 3226/2004 ή κάθε άλλο σχετικό νόμο κ.λ.π.. Σύμφωνα δε με το Παράρτημα αυτό η αμοιβή του δικηγόρου σε εργατικές υποθέσεις ενώπιον του Αρείου Πάγου, όπως η υπό κρίση υπόθεση, ανέρχεται για την αίτηση αναίρεσης σε 235 ευρώ, για την παράσταση αυτού σε 342 ευρώ και για την κατάθεση προτάσεων σε 310 ευρώ (ΑΠ 269/2020, ΑΠ 334/2017, ΑΠ 73/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προαναφερόμενη πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, ορίσθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 8 παρ. 1 και 2 ν. 3226/2004, όπως προεκτέθηκε, ως δικηγόρος του αναιρεσείοντος, κατ' αποδοχή της σχετικής αίτησής του, ο Δημήτριος Λιούρδης. Όπως δε προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης και τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, η ένδικη από 14.05.2019 αίτηση αναίρεσης υπογράφεται από τον ως άνω διορισθέντα δικηγόρο, ενώ κατά τη συζήτηση αυτής κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο ο αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε από τον εν λόγω δικηγόρο, ο οποίος κατέθεσε δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, καθώς και προτάσεις.
Επομένως, τα δικαστικά έξοδα, από τα οποία απαλλάχθηκε ο αναιρεσείων και τα οποία επιβάλλονται σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), ταυτίζονται με την αποζημίωση του δικηγόρου του αναιρεσείοντος για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, την παράστασή του κατά τη συζήτηση και την κατάθεση προτάσεων ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και ανέρχονται στο ποσό των 879,90 ευρώ (νόμιμη αμοιβή 235 ευρώ για την αίτηση αναίρεσης + 342 ευρώ για παράσταση + 310 ευρώ για σύνταξη προτάσεων επί 24% επ’ αυτών = 291,40 + 424,08 + 384,40 ευρώ, αντίστοιχα και συνολικά 1.099,88 ευρώ, μείον συντελεστή απομείωσης 20% ίσον 879,90 ευρώ).
Τα ως άνω δικαστικά έξοδα πρέπει, κατ' εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου του ν. 3226/2004 να επιδικασθούν υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος τη με αριθ. 192/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων εβδομήντα εννέα ευρώ και ενενήντα λεπτών (879,90), τα οποία επιδικάζει υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Οκτωβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ