Supreme Court allows appeal against union decision due to failure to address a critical statutory argument on retroactive pension clawbacks.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the union's appeal against a lower court decision regarding a member's pension claim. The union argued the lower court failed to address a specific statutory provision concerning retroactive clawbacks of pensions for fraudulent employment. The court found this argument critical and previously unexamined, ruling that the lower court's omission required remand for further adjudication.
Legislator headnote
AI generatedArticles 527(6) and 559(8) of the Code of Civil Procedure; A lower court must address all admissible and critical arguments raised by the parties, and failure to do so necessitates remand for further examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1365 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1365/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαρία Χασιρτζόγλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: σωματείου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΕΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΙΟΝΙΚΗΣ - ΛΑΪΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ (ΤΑΠΙΛΤ ΑΤ)", το οποίο εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Φιλιππόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Β. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Γάτσιο, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 168/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 4025/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον σωματείο με την από 31-12-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 101 ΑΚ, απόφαση της συνέλευσης (σωματείου) είναι άκυρη, αν αντιβαίνει στο νόμο ή το καταστατικό, την δε ακυρότητα κηρύσσει το δικαστήριο ύστερα από αγωγή μέλους που δεν συναίνεσε ή οποιουδήποτε άλλου έχει έννομο συμφέρον. Η αγωγή αποκλείεται μετά πάροδο έξι μηνών από την απόφαση της συνέλευσης, ενώ η απόφαση που κηρύσσει την ακυρότητα ισχύει έναντι όλων.
Η διάταξη αυτή του άρθρου 101 ΑΚ εφαρμόζεται αναλόγως και στις άκυρες αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου για την ταυτότητα του νομικού λόγου, αφού δεν υπάρχει άλλη διάταξη και βραχυπρόθεσμη παραγραφή για τις άκυρες αποφάσεις του ΔΣ σωματείου, οι οποίες, ομοίως, όπως και οι άκυρες αποφάσεις της ΓΣ έχουν ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως, αλλά και διότι στο μείζον (δηλ.
στην κήρυξη της ακυρότητας της αποφάσεως της Γενικής Συνέλευσης) περιλαμβάνεται και το έλασσον (δηλ. η κήρυξη της ακυρότητας αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου), γι αυτό και δεν αντίκειται προς το άρθρο 20 του Συντάγματος. Η ως άνω εξάμηνη προθεσμία είναι αποκλειστική και η πάροδος της απράκτως ισχυροποιεί την άκυρη απόφαση των ανωτέρω οργάνων του σωματείου.
Επομένως, η αγωγή για ακύρωση, αποκλείεται μετά την παρέλευση έξι μηνών από τη λήψη της απόφασης, τούτο δε, προβάλλεται από τον έχοντα έννομο συμφέρον κατ' ένσταση, αλλά λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, κατ' άρθρο 279 ΑΚ (ΑΠ 548/2012, 433/2009). Η άποψη ότι η εξάμηνη προθεσμία αρχίζει όχι από τη λήψη αλλά από την κοινοποίηση της απόφασης στον ενδιαφερόμενο, δεν είναι ορθή, καθώς ο νόμος ορίζει "από την απόφαση" και δεν αναφέρει για γνώση.
Περαιτέρω, κατά τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 21 του ν. 281/1914 "περί σωματείων" και 33-39 του β.δ. της 15/20-5-1920 "περί επαγγελματικών σωματείων" αλληλοβοηθητικά ταμεία, αποτελούν διακεκριμένους αυτοτελείς κλάδους ή λογαριασμούς, χωρίς νομική προσωπικότητα σε σχέση με τη βασική συνδικαλιστική οργάνωση, τα μέλη της οποίας είναι και μέλη του αλληλοβοηθητικού σωματείου. Οι διατάξεις αυτές διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, σύμφωνα με το άρθρο 12 Β' του ΕισΝΑΚ και ισχύουν ήδη υπό το καθεστώς του ν. 1264/1982 "για τον εκδημοκρατισμό του συνδικαλιστικού κινήματος κ.λπ.". Έτσι. ενόψει και της διατάξεως του άρθρου 4 του τελευταίου αυτού νόμου, κατά την οποία, σκοπός της συνδικαλιστικής οργανώσεως είναι και η ικανοποίηση των ασφαλιστικών κοινωνικών συμφερόντων των μελών της και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις μπορούν να δημιουργούν ειδικά κεφάλαια για την εξυπηρέτηση ορισμένων εκτάκτων σκοπών αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας των μελών τους, τα αλληλοβοηθητικά ταμεία αποτελούν ιδιωτικούς ασφαλιστικούς οργανισμούς επικουρικής ασφαλίσεως, χωρίς νομική προσωπικότητα, αλλά λειτουργούν και εκπροσωπούνται από τη βασική συνδικαλιστική οργάνωση του σωματείου και εφαρμόζονται ως προς αυτά οι διατάξεις των άρθρων 78 επ. ΑΚ, καθώς και οι καταστατικές τους διατάξεις (ΑΠ 548/2012, 1466/1999).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Κανόνα του ουσιαστικού δικαίου αποτελεί και η διάταξη του άρθρου 101 ΑΚ (ΑΠ 433/2009).
Εξάλλου κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση και αντικαθιστά το εσφαλμένο αιτιολογικό με ορθό.
Στην περίπτωση δηλαδή αυτή το διατακτικό της απόφασης του Αρείου Πάγου περιέχει απορριπτική της αναίρεσης διάταξη και στο σκεπτικό παράθεση του ορθού αιτιολογικού σε αντικατάσταση του εσφαλμένου (ΑΠ 675/2014)
Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η έφεση κατά της 168/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει μερικώς δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης. Στην αγωγή η αναιρεσίβλητη ιστορούσε ότι πληρούσε τις προϋποθέσεις για να λάβει επικουρική σύνταξη από το αναιρεσείον και τότε εναγόμενο σωματείο το οποίο λειτουργεί ως αλληλοβοηθητικό ταμείο.
Ότι με την από 18.3.2011 απόφαση του ΔΣ του σωματείου αποφασίστηκε η αναστολή της καταβολής της επικουρικής σύνταξης που ήδη της καταβαλλόταν, επειδή η ενάγουσα, η οποία μετά τη συνταξιοδότηση της επανήλθε στην εργασία της, εργαζόταν στην ίδια τράπεζα (Πειραιώς), το προσωπικό της οποίας ασφαλιζόταν στο σωματείο.
Ότι η απόφαση αυτή ακυρώθηκε τελεσιδίκως με την 3982/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Ότι παρά την υποβολή της από 23.7.2014 αίτησής της για την καταβολή της επικουρικής σύνταξης το εναγόμενο αρνείται να την καταβάλει. Με την αγωγή της δε ζητούσε να αναγνωριστεί το δικαίωμα της να λαμβάνει μηνιαίο επικουρικό βοήθημα και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει το ποσό των 40.156,50 ευρώ για τα οφειλόμενα βοηθήματα από τον Απρίλιο του 2011 έως τον Δεκέμβριο του 2017, πλέον δώρων εορτών και επιδόματος αδείας, με τους νόμιμους τόκους από τότε που κάθε κονδύλιο κατέστη απαιτητό.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή για το ποσό των 8.229,05 ευρώ κατά το ήμισυ αναγνωριστικό και κατά το ήμισυ καταψηφιστικό, απορρίπτοντας την αγωγή για το πριν από την 1.1.2013 διάστημα, λόγω παραγραφής. Με την αναιρεσιβαλλόμενη 4025/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών απορρίφθηκε η έφεση που το αναιρεσείον άσκησε κατά της πρωτόδικης απόφασης διαλαμβάνοντας στην απόφασή του τα εξής:
Το εναγόμενο Ταμείο είναι ιδιωτικός ασφαλιστικός Οργανισμός επικουρικής ασφάλισης, λειτουργεί ως αλληλοβοηθητικό σωματείο και δεν ασκεί δημόσια εξουσία. Το καταστατικό του εγκρίθηκε με την 2643/1979 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και τροποποιήθηκε διαδοχικά με τις 2234/1983 και 43/1991 αποφάσεις του ίδιου Δικαστηρίου, έχει, δε, καταχωρηθεί νόμιμα στα τηρούμενα προς τούτο βιβλία του ως άνω Πρωτοδικείου.
Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του καταστατικού του, μέλη του είναι πρόσωπα που παρέχουν εξαρτημένη εργασία ορισμένου ή αορίστου χρόνου, με αμοιβή, στην (πρώην) ΑΤΕ, καθώς και στις Τράπεζες Εργασίας, Κρήτης, Κεντρικής Ελλάδος, Επαγγελματικής Πίστης, Αττικής, Επενδύσεων, Πειραιώς, Μακεδονίας Θράκης, Αραβοελληνική, ΕΤΕΒΑ, Εθνική Στεγαστική Τράπεζα και Εθνική, όπως αυτές λειτουργούν σήμερα, τα οποία (πρόσωπα) είναι ταυτόχρονα και μέλη των οικείων Συλλόγων των τραπεζών αυτών, καθώς επίσης και υπάλληλοι όποιων άλλων τραπεζών επιθυμούν να προσχωρήσουν σε αυτό (άρθρο 2 παρ. 2 εδ.
β' του καταστατικού). Σκοπός του σωματείου είναι η χορήγηση μηνιαίου επικουρικού βοηθήματος στους αποχωρούντες από την υπηρεσία υπαλλήλους του προσωπικού οποιασδήποτε από τις συμμετέχουσες τράπεζες, εφόσον θεμελιώνουν δικαίωμα κύριας σύνταξης στο ΤΑΠΙΛΤ ή στο ΙΚΑ ή σε ειδικούς ασφαλιστικούς φορείς, κατά την επέλευση των ασφαλιστικών κινδύνων που ορίζονται στο ισχύον καταστατικό και εφόσον συντρέχουν οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις αυτού (άρθρο 1 εδ.
β' του καταστατικού). Πόροι του ταμείου είναι κατ' άρθρο 3 του καταστατικού του 1) εισφορά ανερχόμενη σε ποσοστό 3% στις κάθε φύσεως αποδοχές των ασφαλισμένων, εισπραττόμενη με κρατήσεις από τις μισθολογικές καταστάσεις από κάθε Τράπεζα, η οποία υποχρεούται να την καταθέσει στο ταμείο εντός του ίδιου μισθολογικού μήνα, 2) εισφορά ανερχόμενη σε ποσοστό 4% στις πάσης φύσεως αποδοχές των ασφαλισμένων, καταβαλλόμενη από κάθε Τράπεζα μέσα στον ίδιο μήνα, βάσει της καταβαλλόμενης μισθοδοσίας, 3) τυχόν έκτακτες εισφορές των Τραπεζών, 4) οι πρόσοδοι της περιουσίας του ταμείου, 5) πάσης φύσεως προβλεπόμενες από το καταστατικό καταβολές, 6) οι παντός είδους δωρεές, κληρονομιές, κληροδοσίες κ.λπ.
και 7) κάθε άλλο νόμιμο έσοδο. Η ενάγουσα έγινε μέλος του εναγόμενου σωματείου την 1.1.83, με την προσχώρησή της ως εργαζόμενη στην πρώην Τράπεζα Εργασίας, που περιλαμβανόταν μεταξύ των τραπεζών που χρησιμοποιούσαν το εν λόγω αλληλοβοηθητικό ταμείο, για την επικουρική ασφάλιση του προσωπικού τους, καθολική διάδοχος της οποίας, λόγω συγχώνευσης με απορρόφησή της, αποτελεί η E.F.G.
EUROBANK - ERGASIAS Α.Ε. Κατά τον χρόνο αποχώρησής της από την ως άνω τράπεζα, στις 31.5.2003, που συμπίπτει και με το τέλος της ασφάλισής της στο εναγόμενο, είχε συμπληρώσει το 45ο έτος της ηλικίας της, καθώς και πλέον των είκοσι επτά (27) ετών στον κύριο ασφαλιστικό της φορέα, ήτοι το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ).
Ακολούθως, κατά το χρονικό διάστημα από 1.6.2003 έως 20.10.2006 απασχολήθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στην Τράπεζα Πειραιώς, με φορέα επικουρικής ασφάλισης της το Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Προσωπικού Εμπορικής Τραπέζης (ΤΕΑΠΕΤΕ), από 23.10.2006 έως 4.5.2008 στην Τράπεζα PROTON, με φορέα επικουρικής ασφάλισης το Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών (TEAM), ενώ στις 5.5.2008 επανήλθε με νέα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στην Τράπεζα Πειραιώς, με φορέα επικουρικής ασφάλισης το ΙΚΑ - ΕΤΕΑΜ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 26 Ν. 3455/2006.
Ειδικότερα με τον Ν. 997/1979 ιδρύθηκε με τη μορφή του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, το Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών (TEAM). Στον ανωτέρω νόμο προβλέπεται η υποχρεωτική επικουρική ασφάλιση των μισθωτών που υπάγονται υποχρεωτικά στην ασφάλιση του ΙΚΑ ή άλλου φορέα κύριας ασφάλισης και δεν υπάγονται, κατά την έναρξη ισχύος του, στην ασφάλιση άλλου φορέα ή κλάδου επικουρικής ασφάλισης για την ίδια απασχόληση.
Στη συνέχεια, με το π.δ. 633/1982 ορίστηκε ως χρόνος έναρξης ισχύος του άνω νόμου η 1.2.1983. Κατ' εφαρμογή των ως άνω ρυθμίσεων, το προσωπικό των τραπεζών θα ασφαλιζόταν υποχρεωτικά στο ανωτέρω ταμείο επικουρικής ασφάλισης, εφόσον έως τις 31.1.1983 δεν είχε υπαχθεί στην επικουρική ασφάλιση άλλου φορέα. Για την αποφυγή της υποχρεωτικής υπαγωγής των υπαλλήλων της Τράπεζας Πειραιώς στην ασφάλιση του TEAM, το σωματείο των υπαλλήλων της αποφάσισε με την από 11.1.1983 απόφαση της γενικής συνέλευσης, την υπαγωγή των μελών του στην επικουρική ασφάλιση του εναγομένου, ενώ στις 27.1.1983 η έκτακτη γενική συνέλευση του εναγομένου αποφάσισε την ένταξη σε αυτό των υπαλλήλων της ως άνω Τράπεζας Πειραιώς.
Κατόπιν των ανωτέρω, στις 30.10.1989, καταρτίστηκε σύμβαση μεταξύ του σωματείου των εργαζομένων της Τράπεζας Πειραιώς και της τελευταίας, δυνάμει της οποίας οι εργαζόμενοι σ' αυτήν υπήχθησαν από 1.2.1990 στην επικουρική ασφάλιση του Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης Προσωπικού Εμπορικής Τραπέζης Ελλάδος (ΤΕΑΠΕΤΕ).
Σύμφωνα, δε, με τη διάταξη του άρθρου 26 του Ν. 3455/2006, που αφορά την επικουρική ασφάλιση του νεοπροσλαμβανόμενου προσωπικού της Τράπεζας Πειραιώς, το προσωπικό της που προσλαμβάνεται μετά τις 18.4.2006 ασφαλίζεται υποχρεωτικά, όσον αφορά στην επικουρική ασφάλιση στο ΕΤΕΑΜ. Ωστόσο, λόγω του ότι το έτος 2000 η Τράπεζα Μακεδονίας Οράκης συγχωνεύτηκε με απορρόφηση από την Τράπεζα Πειραιώς, το προσωπικό της απορροφούμενης τράπεζας, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στο εναγόμενο ταμείο, εξακολούθησε και μετά τη συγχώνευση να είναι ασφαλισμένο σε αυτό (εναγόμενο), με αποτέλεσμα το προσωπικό της που προέρχεται από την Πρώην Τράπεζα Μακεδονίας Θράκης να είναι ασφαλισμένο κατά την επικουρική του ασφάλιση στο εναγόμενο, το προσωπικό της που είχε προσληφθεί έως 17.4.2006 να είναι ασφαλισμένο στο ΤΕΑΠΕΤΕ και το προσληφθέν μετά τις 18.4.2006 προσωπικό στο ΕΤΕΑΜ.
Η δε ενάγουσα, όπως προαναφέρθηκε, λόγω του ότι προσλήφθηκε ξανά από την Τράπεζα Πειραιώς στις 5.5.2008, υπήχθη έκτοτε, εκ του νόμου, στην επικουρική ασφάλιση του ΕΤΕΑΜ. Επίσης, αποδείχθηκε ότι ύστερα από την υπ' αρ. πρωτ. ....2006 αίτηση της ενάγουσας για συνταξιοδότησή της από το εναγόμενο, της χορηγήθηκε, με την από 26.2.2007 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του τελευταίου, μηνιαίο επικουρικό βοήθημα, ποσού 422,70 ευρώ, καταβλητέο από 1.11.2006 και εξής, καθόσον, κατά την υποβολή της εν λόγω αίτησης, είχε συμπληρώσει 27 έτη, 2 μήνες και 13 ημέρες στον κύριο ασφαλιστικό φορέα της, ήτοι στο ΙΚΑ, και τούτο διότι, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του καταστατικού του εναγομένου: "Οι ασφαλισμένοι του ταμείου δικαιούνται επικουρικό βοήθημα α) αν αποχωρήσουν από την υπηρεσία των εργοδοτών που ορίζονται στις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 2 και δεν δικαιωθούν αμέσως μετά την αποχώρησή τους σύνταξη από τον Οργανισμό ή τον Φορέα που είναι ασφαλισμένος (εννοείται ο κύριος φορέας ασφάλισης), αλλά πληρούν οπωσδήποτε τις κάτωθι προϋποθέσεις:
αα) χρόνο ασφάλισης είκοσι (20) ετών συνολικά και ηλικία 62 ετών οι άνδρες και 45 ετών οι γυναίκες, ββ) χρόνο ασφάλισης είκοσι πέντε (25) ετών συνολικά και ηλικία 55 ετών οι άνδρες, γγ) ανεξάρτητα με την ηλικία τους οι άνδρες και χρόνο ασφάλισης τριάντα (30) ετών συνολικά, δδ) ανεξάρτητα από την ηλικία τους οι γυναίκες και χρόνο ασφάλισης συνολικά είκοσι πέντε (25) ετών.
Σε περίπτωση αποχώρησης από την Τράπεζα ασφαλισμένου που έχει όλες τις προβλεπόμενες ως άνω αα και ββ προϋποθέσεις για την απόκτηση δικαιώματος σύνταξης εκτός της προϋπόθεσης του ορίου ηλικίας, το βοήθημα θα απονέμεται μετά την συμπλήρωση του απαιτούμενου ως άνω ορίου ηλικίας", ενώ σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 1 του καταστατικού: "όλα τα μέλη του ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ δικαιούνται βοηθήματος ανεξάρτητα από τον χρόνο ασφάλισής τους στο Ταμείο, όπως ορίζει το άρθρο 22 του παρόντος.
Τα μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος μέλη του Ταμείου παίρνουν επικουρικό βοήθημα για όσα χρόνια έχουν στον ασφαλιστικό τους φορέα, από τον οποίο συνταξιοδοτήθηκαν, εφόσον έχουν συμπληρώσει εικοσαετία στην ασφάλιση του ΤΑΠΙΑΤ - AT. Σε περίπτωση που αποχωρήσουν χωρίς την συμπλήρωση της εικοσαετίας, υποχρεούνται να εξαγοράσουν τόσα όσα τους υπολείπονται μέχρι την συμπλήρωσή της, ως μίνιμουμ καταβολής το ποσό της εξαγοράς θα καταβάλλεται κατά το ήμισυ μεν αμέσως, το δε υπόλοιπο ήμισυ σε εξήντα άτοκες μηνιαίες δόσεις, αρχής γενομένης από της καταβολής της πρώτης μηνιαίας επικουρικής συντάξεως".
Στη συνέχεια, ωστόσο, με την από 18.3.2011 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του εναγομένου, που γνωστοποιήθηκε στην ενάγουσα στις 31.3.2011, με την με αρ. πρωτ. 2591/24.3.2011 επιστολή του, αποφασίστηκε, κατόπιν ερμηνείας των διατάξεων του καταστατικού του και συγκεκριμένα του άρθρου 32 παρ. 3 περ. β' αυτού, η αναστολή από 1.4.2011 του εν λόγω μηνιαίου επικουρικού βοηθήματος που της χορηγούσε, με την αιτιολογία ότι από 5.5.2008 εργάζεται σε τραπεζικό όμιλο του οποίου το προσωπικό ασφαλίζεται σε αυτό (εναγόμενο).
Σύμφωνα με το άρθρο 32 παρ. 3 περ. β' του καταστατικού του εναγομένου, αναστέλλεται το δικαίωμα βοηθήματος, εφόσον ο άμεσα βοηθηματούχος ήθελε να αναλάβει εκ νέου εργασία ή υπηρεσία σε εργοδότη το προσωπικό του οποίου ασφαλίζεται στο εναγόμενο Ταμείο.
Περαιτέρω, από τη λεκτική διατύπωση του ανωτέρω άρθρου προκύπτει ότι υφίσταται ασάφεια, αλλά και κενό, που πρέπει να αρθεί με ερμηνεία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., με βάση τις αρχές της καλής πίστης και αφού ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, ενόψει και των λοιπών διατάξεων του υπ' όψιν καταστατικού, ως προς τις προϋποθέσεις της αναστολής του βοηθήματος, σε περίπτωση που ο άμεσα βοηθηματούχος αναλάβει εκ νέου εργασία σε εργοδότη το προσωπικό του οποίου δεν ασφαλίζεται στο σύνολο του στο εναγόμενο, αλλά ένα μέρος του είναι ασφαλισμένο σε αυτό και το υπόλοιπο σε άλλον ή άλλους ασφαλιστικούς φορείς.
Συνεπώς, το εν λόγω άρθρο του καταστατικού χρήζει ερμηνείας ως προς το αν οι συμβαλλόμενοι, κατά την αληθινή τους βούληση, θέλησαν να αποκλείσουν τον βοηθηματούχο από την είσπραξη του βοηθήματος σε περίπτωση που αναλάβει εκ νέου εργασία σε εργοδότη το προσωπικό του οποίου ασφαλίζεται εν μέρει στο εναγόμενο.
Κατ' αρχήν, το ως άνω άρθρο του καταστατικού δεν συνέδεσε την αναστολή του βοηθήματος με την εκ νέου ανάληψη εργασίας από τον βοηθηματούχο σε οποιοδήποτε εργοδότη, αλλά μόνο με την ανάληψη εργασίας σε εργοδότη το προσωπικό του οποίου ασφαλίζεται σε αυτό και τούτο διότι, στην αντίθετη περίπτωση, ο εργαζόμενος θα ελάμβανε σύνταξη από τον ίδιο ασφαλιστικό φορέα, στον οποίο θα κατέβαλλε και εισφορές ως ενεργό ασφαλιστικό υποκείμενο.
Λαμβανομένου υπόψη και του ανωτέρω κριτηρίου, το ως άνω άρθρο εφαρμόζεται όταν το σύνολο του προσωπικού και συνακόλουθα και ο άμεσα βοηθηματούχος ασφαλίζεται στο εναγόμενο, ενώ σε περίπτωση που, λόγω συγχωνεύσεων ή νομοθετικών αλλαγών, μέρος του προσωπικού ασφαλίζεται στο εναγόμενο και μέρος σε άλλα ασφαλιστικά ταμεία, κρίσιμο είναι σε ποιο τμήμα του προσωπικού ανήκει ο βοηθηματούχος.
Η αληθής βούληση των συμβληθέντων, όπως προκύπτει από τους ως άνω όρους του καταστατικού, ερμηνευόμενους όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ήταν ότι η χορήγηση του επιδόματος αναστέλλεται μόνον εφόσον ο ίδιος ο βοηθηματούχος ανήκει στο μέρος του προσωπικού που υπάγεται στη νέα εργασία του ή στην υπηρεσία του στην ασφάλιση του εναγόμενου, δεδομένου ότι θα ήταν αντίθετο προς τον σκοπό του εναγόμενου αλληλοβοηθητικού ταμείου το ίδιο πρόσωπο να είναι παράλληλα βοηθηματούχος λόγω σύνταξης και ασφαλισμένος σε αυτό δυνάμει ενεργής εργασιακής σχέσης.
Αντίθετα, το επίδομα χορηγείται κανονικά εφόσον ο βοηθηματούχος ανήκει στο μέρος του προσωπικού που δεν υπάγεται στην ασφάλιση του εναγομένου, αλλά σε άλλο ασφαλιστικό ταμείο, αφού η περίπτωση αυτή δεν διαφοροποιείται από εκείνη που ο βοηθηματούχος ανέλαβε εργασία σε εργοδότη, το προσωπικό του οποίου δεν ασφαλίζεται στο εναγόμενο.
Η συγχώνευση όμως τραπεζικών οργανισμών και η συνεπεία αυτής ασφαλιστική ανομοιογένεια του προσωπικού των καθολικών διαδόχων αυτών δεν μπορεί να λειτουργήσει εις βάρος του βοηθηματούχου, δεδομένου ότι ουδεμία ευθύνη φέρει γι' αυτήν, ούτε είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη να αναστέλλεται η χορήγηση του βοηθήματος για το οποίο καταβλήθηκαν εισφορές κυρίως από τον βοηθηματούχο, εφόσον δεν συντρέχει στο πρόσωπο του η σύμπτωση της ιδιότητας του ασφαλισμένου και του συνταξιούχου στον ίδιο ασφαλιστικό φορέα.
Άρα, για να εφαρμοστεί το άρθρο 32 παρ. 3 περ. β' του καταστατικού του εναγομένου, πρέπει το σύνολο του προσωπικού του νέου εργοδότη και συνακόλουθα και ο βοηθηματούχος να είναι ασφαλισμένο στο εναγόμενο, ενώ στην περίπτωση που ένα μέρος αυτού είναι ασφαλισμένο στο εναγόμενο και το υπόλοιπο σε άλλους ασφαλιστικούς φορείς, για την εφαρμογή του και την αναστολή του χορηγηθέντος βοηθήματος πρέπει ο βοηθηματούχος να ανήκει στο μέρος του προσωπικού που έχει ως φορέα ασφάλισης το εναγόμενο.
Σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά, η διάταξη του άρθρου 32 παρ. 3 περ. β1 του καταστατικού του εναγόμενου, όπως ερμηνεύτηκε κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, βάσει της οποίας λήφθηκε η ως άνω απόφαση του διοικητικού συμβουλίου το εναγόμενου περί αναστολής του χορηγηθέντος στην ενάγουσα μηνιαίου επικουρικού βοηθήματος, δεν είναι εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον δεν υφίσταται στο πρόσωπο της σύμπτωση της ιδιότητας της ασφαλισμένης και της συνταξιούχου στο εναγόμενο ταμείο, δεδομένου ότι το προσωπικό του νέου εργοδότη της ασφαλίζεται κατά ένα μέρος του στο εναγόμενο, κατ' άλλο στο ΤΕΑΠΕΤΕ και το νεοπροσληφθέν στο ΕΤΕΑΜ, η δε ενάγουσα, η οποία έχει ήδη καταβάλει τις προβλεπόμενες από το καταστατικό του εναγόμενου εισφορές, δεν έχει ως φορέα επικουρικής ασφάλισης το εναγόμενο, αλλά ανήκει στο τμήμα του προσωπικού της τράπεζας Πειραιώς που είναι ασφαλισμένο στο ΕΤΕΑΜ, απρρριπτομένου, εντεύθεν, ως αβασίμου, του σχετικού λόγου της υπό κρίση έφεσης.
Σημειωτέον ότι η ενάγουσα άσκησε αγωγή κατά της εν λόγω απόφασης, αιτούμενη την ακύρωσή της, εκδοθείσης της υπ' αριθμό 2600/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία την έκανε δεκτή, επικυρώθηκε, δε, τελικά, με την υπ' αριθμό 1318/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, βάσει του ως ανωτέρω σκεπτικού. Άλλωστε, για τους ίδιους λόγους, τυγχάνει άκυρη και η επόμενη, από 29.9.2011 απόφαση του δ.σ.
του εναγόμενου Ταμείου, η οποία εκδόθηκε κατόπιν της από 16.5.2011 υπ' αρ. πρωτ. ΤΑΠΙΛΤΑΤ 31931/8.5.2011 αιτήσεως της ενάγουσας για επανεξέταση του αιτήματος της για χορήγηση των παροχών, καθώς και της από 13.9.2011 υπ' αρ. πρωτ. ΤΑΠΙΛΤΑΤ 32851/21.9.2011 αιτήσεώς της για χορήγηση αντιγράφου της από 18.3.2011 απόφασης, με την οποίαν, από 29.9.2011 απόφαση το δ.σ.
του εναγομένου ενέμεινε στην προγενέστερη, από 18.3.2011 απόφασή του, κρίνοντας ότι ήταν ορθή, κατά τις διατάξεις του καταστατικού του. Η από 29/9/2011 απόφαση του δ.σ. του εναγόμενου Ταμείου δεν έχει προσβληθεί από την ενάγουσα, όπως η προηγούμενη, πλην όμως το περιεχόμενο της είναι αντίθετο προς τη διάταξη του άρθρου 32 παρ. 3 εδ.
β' του Καταστατικού του εναγομένου, για τους προδιαληφθέντες λόγους και συνεπώς τυγχάνει αυτοδικαίως άκυρη, κατ' άρθρο 180 ΑΚ, κατ' επιτρεπτό παρεμπίπτοντα έλεγχο, καθόσον αναφέρεται στην καταβολή των επιδίκων παροχών για το χρονικό διάστημα από 1.10.2011 και εξής, δίχως να ασκεί επιρροή η παρέλευση της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 101 Α.Κ., αφού το ελάττωμα αυτής δεν αφορά στον τρόπο σύγκλησης και λήψης της αποφάσεως του δ.σ.
του εναγομένου. Ειδικότερα, το εναγόμενο προέβαλε την ένσταση της παρέλευσης της αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 101 Α.Κ., όσον αφορά στην από 29.9.2011 απόφαση του δ.σ. του εναγομένου, με την οποίαν απερρίφθησαν η από 16.5.2011 ένσταση της ενάγουσας για επανεξέταση της υπόθεσής της και συνέχιση καταβολής της ανασταλείσης συντάξεώς της και η από 13.9.2011 αίτησή της, με την οποία ζητούσε αντίγραφο της από 18.3.2011 απόφασης του δ.σ.
του εναγομένου, πρόκειται όμως, για απορριπτέοι ως νομικά αβάσιμο ισχυρισμό, προεχόντως, γιατί η εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 101 ΑΚ. αναφέρεται αποκλειστικά σε ελαττώματα που αφορούν στον τρόπο συγκλήσεως και λήψεως των αποφάσεων των καταστατικών οργάνων του νομικού προσώπου (δ.σ. ή γ.σ.) και όχι σε ελαττώματα που αφορούν στην αντίθεση του περιεχομένου των αποφάσεων αυτών, ως δικαιοπρακτικών δηλώσεων βουλήσεως του ίδιου του νομικού προσώπου, σε διατάξεις νόμου, σε διατάξεις του καταστατικού που αναφέρονται σε ζητήματα πέραν της λήψεως αποφάσεων των οργάνων του νομικού προσώπου, στα χρηστά ήθη ή στο περιεχόμενο δικαστικών αποφάσεων, οπότε και εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις περί ακυρότητος ή ακυρωσίας των δικαιοπραξιών και των δηλώσεων βουλήσεως, κατά τα άρθρα 138 επ., 174 επ. 180 Α.Κ., καθώς η βούληση του νομοθέτη κατά τη θέσπιση της εν λόγω αποσβεστικής προθεσμίας ήταν η ταχεία εκκαθάριση και συνακολούθως προστασία των συναλλαγών εξαιτίας ελαττωμάτων τα οποία αφορούν στον τρόπο λήψεως των αποφάσεων των νομικών προσώπων, ήτοι κατά κύριο λόγο αφορούν στο ίδιο το νομικό πρόσωπο και τα όργανά του καθώς και τα μέλη του και όχι η απόκλιση από τις γενικές διατάξεις περί της δηλώσεως βουλήσεως και των δικαιοπραξιών που αφορούν στη δημόσια τάξη, τυχόν δε αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή θα δημιουργούσε αδικαιολόγητη και εντεύθεν μη ανεκτή διάκριση αναφορικά με την ακυρότητα και την ακυρωσία των δικαιοπραξιών και των δηλώσεων βουλήσεως μεταξύ φυσικών και νομικών προσώπων, ως εν προκειμένω, που η εσφαλμένη από 18.3.2011 απόφαση του δ.σ.
του εναγομένου για αναστολή της καταβολής της επικουρικής σύνταξης προς την ενάγουσα, όπου το μη νόμιμο αυτής και η ακύρωσή της, μετά την έγερση αγωγής, έχει ήδη κριθεί αμετακλήτως, με την υπ' αριθμό 1318/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου και άραγε η νεότερη, από 29.9.2011 απόφαση του εναγόμενου Ταμείου, με περιεχόμενο ταυτόσημο με αυτό της ακυρωθείσης δεν υπόκειται στην αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 101 Α.Κ., καθότι, ως δήλωση βουλήσεως του νομικού προσώπου του εναγόμενου ταμείου, η οποία τυγχάνει αντίθετη προς την ερμηνεία και εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως του Καταστατικού του, δεν σχετίζεται, δε, με τον τρόπο σύγκλησης και λήψης της απόφασης του εν λόγω οργάνου, ώστε να τύχει εφαρμογής το άρθρο 101 Α.Κ.
και άρα ισχύουν, ως προς το έγκυρο αυτής, οι γενικές ρυθμίσεις περί ακυρότητος των δικαιοπραξιών, ήτοι το άρθρο 180 Α.Κ., απορριπτομένου, εντεύθεν, του σχετικού (πρώτου) λόγου της υπό κρίση εφέσεως.
Τέλος, το εναγόμενο προέβαλε την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, κατ' άρθρο 281 Α.Κ., ισχυριζόμενο ότι τυχόν αποδοχή της ενδίκου αγωγής θα επιφέρει υπέρμετρα δυσμενείς οικονομικές συνέπειες σε αυτό και συνακολούθως στους ασφαλισμένους του, επειδή, όταν η ενάγουσα αποχώρησε από αυτό ήταν μόλις 43 ετών και είχε καταβάλει συνολικές εισφορές ύψους 26.000 ευρώ, ενώ μόνο με την κρινόμενη αγωγή της αξιώνει την καταβολή επικουρικών συντάξεων ύψους πλέον των 40.000 ευρώ, παράλληλα, δε, είχε λάβει, κατά το χρονικό διάστημά 2008 έως 2011, βοηθήματα συνολικού ύψους 17.000 ευρώ, πλην όμως, ο υπ' όψιν ισχυρισμός τυγχάνει απορριπτέος, ως νόμω αβάσιμος, καθότι η λήψη των επιδίκων βοηθημάτων ερείδεται σε διατάξεις του Καταστατικού του εναγόμενου Ταμείου, ενώ εάν πράγματι το εναγόμενο αντιμετώπιζε σοβαρές ταμειακές δυσχέρειες, με κίνδυνο την βιωσιμότητά του, θα έπρεπε να λάβει μέτρα, τα οποία, όμως, να αφορούν το σύνολο των ασφαλισμένων αυτού, όπως η μείωση του ύψους των χορηγούμενων συντάξεων ή και η αύξηση των εισφορών των μελών του και όχι να επιρρίπτεται ο κίνδυνος βιωσιμότητάς του στη λήψη σύνταξης από ένα μέλος του, βάσει διατάξεων του καταστατικού του, οι οποίες ίσχυαν για το σύνολο των μελών του και ως προς τις οποίες διατάξεις, εφόσον, πράγματι, από την εφαρμογή τους δημιουργείτο κίνδυνος για τη βιωσιμότητά του, ως εν προκειμένω, κατά τους ισχυρισμούς του εναγομένου, συμβαίνει, εξαιτίας της ανισορροπίας μεταξύ του συνολικού ποσού των εισφορών της ενάγουσας και του ύψους των χορηγούμενων παροχών, σε συνδυασμό και με το ορισθέν όριο ηλικίας για τη λήψη των βοηθημάτων, τότε θα έπρεπε το εναγόμενο να τροποποιήσει τις εν λόγω διατάξεις, μετά την εκπόνηση αναλογιστικών μελετών, απορριπτομένου, βάσει των προαναφερθέντων, ως αβασίμου, και του τελευταίου, σχετικού λόγου της υπό κρίση εφέσεως''.
Σύμφωνα δε με τις παραδοχές αυτές απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος. Με την ως άνω μερικώς εσφαλμένη αιτιολογία, σε ό,τι αφορά τη διάκριση μεταξύ άκυρων κι ακυρώσιμων αποφάσεων της γ.σ. του σωματείου και κυρίως την παραδοχή ότι η προδιαληφθείσα εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία καταλαμβάνει μόνο τις αποφάσεις που πάσχουν από διαδικαστικά ελαττώματα, έσφαλε μεν ως προς την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 101 ΑΚ, κατέληξε όμως σε ορθό αποτέλεσμα.
Τούτο επειδή η από 29.9.2011 απόφαση του δ.σ. του αναιρεσείοντος, έχοντας περιεχόμενο ταυτόσημο με την από 18.3.2011 δεν διέπλασε εκ νέου την έννομη σχέση, ούτε επέφερε οποιοδήποτε έννομο αποτέλεσμα, δεδομένου ότι το ζήτημα για την περικοπή του βοηθήματος προς την αναιρεσίβλητη αποφασίστηκε με την πρώτη από τις ως άνω αποφάσεις, η κήρυξη της ακυρότητας της οποίας θα συμπαρέσυρε σε ακυρότητα όλες τις επόμενες και ομοίου περιεχομένου αποφάσεις του δ.σ.
του αναιρεσιβλήτου. Κρίσιμη για τη διάγνωση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης για τη λήψη του βοηθήματος ήταν μόνο η πρώτη απόφαση, η οποία προσβλήθηκε με αγωγή εμπροθέσμως και κηρύχθηκε άκυρη αμετακλήτως, δημιουργώντας δεδικασμένο μεταξύ των διαδίκων ως προς τους λόγους της ακύρωσης. Συνακόλουθα ο πρώτος λόγος της αναίρεσης για παράβαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 του ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί, μεταξύ των ιδίων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, δεδικασμένο, το οποίο δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης για το δικαίωμα που κρίθηκε, και για τη δικαιολογητική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου ανακύπτει το δικαίωμα που κρίθηκε εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασης του, το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη η μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.
Περαιτέρω από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι το δεδικασμένο καλύπτει, όχι μόνο το δικαίωμα που κρίθηκε, δηλαδή την έννομη σχέση που διαγνώσθηκε, αλλά και την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση, υπό την έννοια των περιστατικών τα οποία ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης, καθώς και τη νομική αιτία, δηλαδή το νομικό χαρακτηρισμό που το Δικαστήριο προσέδωσε στα πραγματικά περιστατικά, κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη του νόμου. Τα προαναφερόμενα ισχύουν και όταν η έννομη σχέση, που έχει τελεσιδίκως διαγνωσθεί, αποτελεί προδικαστικό ζήτημα άλλης μεταγενέστερης επίδικης αξίωσης. Επομένως, δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη. Τούτο συμβαίνει όταν στην νέα δίκη πρόκειται να κριθεί ή ίδια έννομη σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα το οποίο κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση (ΑΠ 25/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον με τον δεύτερο και τον τρίτο λόγο της αναίρεσης του πλήττει την αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης σχετικά με την ερμηνεία του επίμαχου όρου του καταστατικού σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και της προσάπτει παράβαση από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (τρίτος λόγος) ταυτόχρονα δε παραπονείται για το γεγονός ότι η αναιρεσιβαλλομένη εξέτασε παρεμπιπτόντως την εγκυρότητα της επίμαχης (από 29.9.2011) απόφασης, ενώ αυτό απαγορεύεται (δεύτερος λόγος). Αμφότεροι οι λόγοι είναι αβάσιμοι, δεδομένου ότι η εκτεταμένη επιχειρηματολογία της αναιρεσιβαλλομένης συνιστά επανάληψη της 1318/2018 απόφασης του Αρείου Πάγου που έκρινε αμετακλήτως τη διαφορά, επικυρώνοντας το δεδικασμένο που παρήχθη από την 3982/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς την ερμηνεία του άρθρου 32 παρ. 3 εδ. β' του καταστατικού του αναιρεσείοντος. Δεδομένης δε της δέσμευσης που προκύπτει από το ως άνω δεδικασμένο τόσο για τους διαδίκους όσο και για το δικαστήριο, η αναιρεσιβαλλομένη δεν θα μπορούσε να καταλήξει σε διαφορετικό συμπέρασμα σχετικά με την εγκυρότητα της απόφασης, καθώς το ζήτημα αυτό είχε ήδη κριθεί. Επομένως αμφότεροι οι λόγοι είναι αβάσιμοι.
Με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο της αναίρεσης (όπως εκτιμάται στηρίζεται μόνο στον αριθμό 8 και όχι και στον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) το αναιρεσείον παραπονείται επειδή η αναιρεσιβαλλομένη δεν απάντησε στον παραδεκτώς προβαλλόμενο ισχυρισμό του ότι κατόπιν τροποποιήσεως του καταστατικού του στο άρθρο 53 παρ. 4 υποπαρ. 2 ρητώς αναφέρεται ότι "Αναστέλλεται αναδρομικά η καταβολή σύνταξης στους συνταξιούχους της κατηγορίας αυτής (εργαζόμενους συνταξιούχους) για όλο ανεξαίρετα το χρονικό διάστημα κατά το οποίο υπήρχε, με οποιοδήποτε τρόπο ή διαδικασία και με οποιουδήποτε είδους σύμβαση, απασχόληση στους συγκεκριμένους εργοδότες, για το λόγο ότι συντρέχει οπωσδήποτε εξαρχής δόλια συμπεριφορά του ασφαλισμένου η/και του εργοδότη.
Οι αχρεώστητες καταβληθείσες συντάξεις αναζητούνται αναδρομικά από τους συνταξιούχους από το χρονικό σημείο έναρξης καταβολής της σύνταξης μέχρι και το χρονικό σημείο λήξης της απασχόλησης". Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος δεδομένου ότι η αναιρεσιβαλλομένη δεν αξιολόγησε αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό των αξιώσεων της αναιρεσίβλητης, ο οποίος παραδεκτά προτάθηκε το πρώτον στο Εφετείο κατ' άρθρο 527 αριθμ. 6 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι αποδεικνύεται εγγράφως.
Συνακολούθως η αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή, η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που την εξέδωσε (ΚΠολΔ 580 παρ. 3). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, το οποίο κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας της (ΚΠολΔ 176, 183, 191), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4025/2021 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες τρακόσια (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαΐου 2023.
Η ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ