Legislator Case Law & Legislation
548/2012 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's annulment of a union decision based on statutory interpretation errors.

Case Number 548/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Second Instance Court's decision to annul a union board resolution. The lower court erred by treating a statutory provision in the union's bylaws as substantive law rather than interpreting it according to the mandatory rules of civil law governing legal acts. Consequently, the court found the annulment decision invalid due to this procedural and interpretative violation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 173 and 200 of the Civil Code; Bylaws of a legal entity must be interpreted according to the rules of civil law governing legal acts, not as substantive law, and the validity of a decision based on such bylaws depends on whether the entity's constitution and statutes were properly followed.

Keywords

AI generated
Civil Code interpretation Legal entity bylaws Substantive law error Annulment of decision Procedural violation Union resolution Statutory interpretation

Cited Legislation

AI generated
Articles 286, 287, 291, 292 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 101 of the Civil Code
Articles 173 and 200 of the Civil Code
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 548 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 548/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΕΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΙΟΝΙΚΗΣ-ΛΑΪΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ" (Τ.Α.Π.Ι.Λ.Τ.-Α.Τ), που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενο, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Βλαστό, ο οποίος προηγουμένως ανακάλεσε την από 3.2.2012 δήλωσή του για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων:1. α) Δ. Γ. του Π. και β) Π. Γ. του Δ., ως μοναδικών διαδόχων (μόνων Κληρονόμων) της αποβιωσάσης Μ. Γ. του Σ., την δίκη της οποίας συνεχίζουν, κατοίκων ... και 2. Ρ. Π. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Ουρανία Βαλεντή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2.9.2002 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3929/2003 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 5066/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 13.10.2004 αίτησή του και τους από 28.10.2009 προσθέτους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 23 Δεκεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο έβδομος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος του αναιρετηρίου, καθώς και οι πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, και δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγοι του δικογράφου των προσθέτων λόγων, και να απορριφθούν οι λοιποί.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξουσία των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική του δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης.

Στην προκείμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, η πρώτη αναιρεσίβλητη Μ. Γ. του Σ. απεβίωσε στις 03-12-2005 (βλ. αντίγραφο της υπ' αριθ. πρωτ. 49666/07-12-2005 ληξιαρχικής πράξης θανάτου της Δ/νσης του Ειδικού Ληξιαρχείου Αθηνών), δηλαδή μετά την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (13-12-2004), χωρίς να αφήσει διαθήκη, μοναδικούς δε εξ αδιαθέτου κληρονόμους της άφησε τον σύζυγό της Δ.

Γ. του Π. και το γυιο της Π. Γ. του Δ. (βλ. υπ' αριθ. πρωτ. 957/2008 πιστοποιητικό κληρονομητηρίου της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών και υπ' αριθ. πρωτ. 1819/10-01-2006 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δημάρχου Αθηναίων), οι οποίοι, με δήλωση της πληρεξουσίου δικηγόρου τους, που έγινε στο ακροατήριο και καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, γνωστοποίησαν στο αναιρεσείον το γεγονός του θανάτου της ως άνω καθολικής δικαιοπαρόχου τους και ταυτόχρονα δήλωσαν, ότι συνεχίζουν για εκείνη τη διακοπείσα δίκη, όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. .../02-02-2012 πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Πειραιώς Παναγιώτας Χρονοπούλου, που κατέθεσε η παρασταθείσα δικηγόρος τους.

Επομένως νόμιμα συνεχίζεται η δίκη από τους ως άνω κληρονόμους της πρώτης αναιρεσίβλητης.

Από τον συνδυασμό των άρθρων 553 παρ. 1, 531 παρ. 1 και 272 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η απόρριψη της εφέσεως λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους. Και τούτο διότι, μολονότι οι λόγοι της εφέσεως δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα εκδόσεως αντίθετης αποφάσεως περί αποδοχής τους.

Επομένως, αν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως είναι μόνο η (μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας) απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώθηκε η πρωτόδικη. Τα δε τυχόν σφάλματα της αποφάσεως του πρώτου βαθμού μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναιρέσεως, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους που προβάλλονται παραδεκτώς (Ολ.ΑΠ 16/1990).

Στην κρινόμενη υπόθεση, η από 13-12-2004 αίτηση αναιρέσεως, κατατεθείσα στο Εφετείο Αθηνών, στις 13-12-2004, στρέφεται κατά της υπ' αριθ. 5066/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η από 29-102003 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος λόγω της ερημοδικίας του. Με βάση τα προεκτεθέντα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού η επίδοση της αποφάσεως αυτής, που κινεί την προθεσμία ανακοπής ερημοδικίας κατ' αυτής, έγινε, στις 12-11-2004 η δε κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 13-12-2004 δηλαδή μετά την παρέλευση της 15ήμερης προθεσμίας της ανακοπής ερημοδικίας που έληξε στις 26-11-2004, οπότε και άρχισε η προθεσμία αναιρέσεως και πριν παρέλθει η γι' αυτήν προβλεπόμενη από το άρθρο 564 παρ. 1 ΚΠολΔ προθεσμία.

Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, κατά δε το άρθρο 7 παρ. 1 εδ. α' του ν. 702/1977 στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται οι διοικητικές διαφορές ουσίας, που αναφύονται από την αναγνώριση, παραχώρηση ή απονομή δικαιώματος ή ευεργετήματος ή οποιασδήποτε άλλης παροχής ή από την ολική ή μερική άρνηση ικανοποιήσεως τέτοιου αιτήματος καθώς και οι αναφυόμενες από τη μεταβολή καταστάσεως που δημιουργήθηκε με διοικητική πράξη κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας περί κοινωνικής ασφαλίσεως, καθόσον αφορά τις ασφαλιστικές σχέσεις γενικώς μεταξύ των φορέων και των ασφαλισμένων ή των εργοδοτών τους, ιδίως δε οι διαφορές περί υπαγωγής στην ασφάλιση και τη διάρκειά της, τις καταβλητέες από τους εργοδότες και τους ασφαλισμένους εισφορές και τις πάσης φύσεως παροχές από τον ασφαλιστικό φορέα.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι διοικητική διαφορά ουσίας, από την εφαρμογή της νομοθεσίας περί κοινωνικής ασφαλίσεως, δημιουργείται όταν ο ένας από τους διαδίκους είναι ασφαλιστικός φορέας και η διαφορά αναφέρεται γενικώς στις ασφαλιστικές σχέσεις μεταξύ αυτού και του ασφαλισμένου (ΑΕΔ 5/2002, Ολ.ΑΠ 11/2001).

Περαιτέρω, τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 21 του Ν. 281/14 "περί σωματείων" και 33-39 του Β.Δ. της 15/20.5.20 "περί επαγγελματικών σωματείων" αλληλοβοηθητικά ταμεία, αποτελούν διακεκριμένους αυτοτελείς κλάδους ή λογαριασμούς χωρίς νομική προσωπικότητα σε σχέση με τη βασική συνδικαλιστική οργάνωση, τα μέλη της οποίας είναι και μέλη του αλληλοβοηθητικού σωματείου.

Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 του ν. 1264/1982 "για τον εκδημοκρατισμό του συνδικαλιστικού κινήματος κ.λπ.", σύμφωνα με την οποία, σκοπός της συνδικαλιστικής οργανώσεως είναι και η ικανοποίηση των ασφαλιστικών κοινωνικών συμφερόντων των μελών της και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις μπορούν να δημιουργούν ειδικά κεφάλαια για την εξυπηρέτηση ορισμένων εκτάκτων σκοπών αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας των μελών τους, τα αλληλοβοηθητικά ταμεία αποτελούν ιδιωτικούς ασφαλιστικούς οργανισμούς επικουρικής ασφαλίσεως, χωρίς νομική προσωπικότητα αλλά λειτουργούν και επροσωπούνται από τη βασική συνδικαλιστική οργάνωση του σωματείου και εφαρμόζονται ως προς αυτά οι διατάξεις των άρθρων 78 επ.

ΑΚ, καθώς και οι καταστατικές τους διατάξεις (ΑΠ 1466/1999). Από τ' ανωτέρω παρέπεται ότι οι διαφορές που ανακύπτουν μεταξύ του αλληλοβοηθητικού σωματείου και του μέλους του, αν και συνδέονται με ζήτημα κοινωνικής ασφάλισης, λόγω της ιδιότητος του φορέα ασφάλισης ως σωματείου, που δεν ασκεί δημόσια εξουσία, δεν συνιστούν διοικητικές διαφορές ουσίας, αφού τα μέρη δεν έχουν την ιδιότητα ασφαλιστικού φορέα δημόσιας ασφάλισης προς ασφαλισμένο του, αλλά αυτή συνίσταται σε διαφορά μεταξύ του σωματείου και του μέλους του.

Στην προκειμένη περίπτωση με τις ένδικες αγωγές τους, οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες Μ. Γ. και Ρ. Π. ιστορούν, ότι είναι μέλη του εναγομένου επαγγελματικού εργασιακού σωματείου που ιδρύθηκε το 1979 δυνάμει της υπ' αριθ. 2843/1979 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και έκτοτε λειτουργεί ως ταμείο αλληλοβοηθείας, στο οποίο προσχώρησαν, ως εργαζόμενες, η πρώτη, στην Τράπεζα "Μακεδονίας-Θράκη Α.Ε." και η δεύτερη, στην Τράπεζα Κρήτης που ήταν μεταξύ των τραπεζών που χρησιμοποιούσαν το εν λόγω αλληλοβοηθητικό ταμείο για την επικουρική ασφάλιση του προσωπικού τους.

Και ότι με την από 13-3-2002 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του εναγομένου σωματείου, που τους γνωστοποιήθηκε με τις υπ' αριθ. 9286/23-4-2002 και 9287/23-4-2002 ανακοινώσεις του, αντίστοιχα, αποφασίσθηκε, κατόπιν ερμηνείας των διατάξεων του καταστατικού του και συγκεκριμένα του άρθρου 32 παρ.3 περ. β' αυτού, η αναστολή από 1-5-2002 του μηνιαίου επικουρικού βοηθήματος που τους χορηγούσε, με την αιτιολογία ότι εργάζονται σε τραπεζικούς ομίλους των οποίων το προσωπικό ασφαλίζεται σε αυτό (εναγόμενο).

Ζήτησαν δε κατόπιν αυτών την ακύρωση της προαναφερόμενης απόφασης του διοικητικού συμβουλίου του εναγομένου, ως αντικείμενης στις διατάξεις του καταστατικού του ταμείου, αλλά και το άρθρο 281 ΑΚ. Ενόψει του περιεχομένου των άνω αγωγών, η ένδικη διένεξη δεν αποτελεί διοικητική διαφορά ουσίας, αφού τα διάδικα μέρη δεν έχουν την ιδιότητα ασφαλισμένου προς ασφαλιστικό φορέα δημόσιας ασφάλισης, αλλά αυτή συνίσταται σε διαφορά μεταξύ επαγγελματικού σωματείου, που δεν ασκεί δημόσια εξουσία και του μέλους του.

Εφόσον, επομένως, πρόκειται για διαφορά μεταξύ ιδιωτών, υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, τα οποία αποφάνθηκαν ήδη επ' αυτής εντός της δικαιοδοσίας τους (άρθρο 1 στοιχ α' ΚΠολΔ), ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ.4 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 101 εδ. 1 του ΑΚ, που αναφέρεται γενικά στα σωματεία, η απόφαση της συνέλευσης είναι άκυρη, αν αντιβαίνει στο νόμο ή στο καταστατικό. Ο ν. 1264 της 30.6/1.7.1982 "Για τον εκδημοκρατισμό του Συνδικαλιστικού Κινήματος και την κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών των εργαζομένων" δεν καθορίζει πότε κηρύσσεται από το δικαστήριο άκυρη η απόφαση της γενικής συνέλευσης.

Σύμφωνα όμως με τις γενικές διατάξεις του άρθρου 101 ΑΚ, στις οποίες και ο παραπάνω νόμος παραπέμπει με το άρθρο 1 § 1 υποπαρ. 2 αυτού, οι διατάξεις του ΑΚ ισχύουν, όπως τροποποιούνται ή συμπληρώνονται με αυτόν, και συνεπώς, η ακυρότητα κηρύσσεται και εδώ, όταν η απόφαση είναι αντίθετη στο νόμο ή στο καταστατικό.

Αρκεί οποιαδήποτε παράβαση του νόμου ή του καταστατικού και δεν είναι δυνατή η διάκριση, μεταξύ παραβάσεων ουσιωδών διατάξεων του νόμου ή του καταστατικού και μη ουσιωδών. Εξάλλου, οι διατάξεις των άρθρων 101 ΑΚ, 17 αριθ. 3 ΚΠολΔ και 8 § 4 του ν. 1264/82, εφαρμόζονται κατ' αναλογία και για την ακύρωση των αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου, που αντίκεινται στο νόμο ή στο καταστατικό.

Τούτο δε για την ταυτότητα του νομικού λόγου, αλλά και διότι στο μείζον (δηλ. στην κήρυξη της ακυρότητας της αποφάσεως της Γενικής Συνέλευσης) περιλαμβάνεται και το έλασσον (δηλ. η κήρυξη της ακυρότητας αποφάσεως του Διοικ. Συμβουλίου). Περαιτέρω, από την ίδια παραπάνω διάταξη του άρθρου 101 ΑΚ, προκύπτει, ότι η ακυρότητα των αποφάσεων της Γενικής Συνέλευσης κηρύσσεται από το δικαστήριο, κατόπιν αιτήσεως-αγωγής μέλους, που δεν συνήνεσε στην απόφαση, ή κάθε τρίτου, που έχει έννομο συμφέρον.

Η αγωγή για ακύρωση, αποκλείεται μετά την παρέλευση έξι (6) μηνών από την απόφαση, τούτο δε προβάλλεται από τον έχοντα έννομο συμφέρον κατ' ένσταση, αλλά λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΑΚ 279). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 4 εδ. α'του ν. 1264/1982, προκειμένου για τις συνδικαλιστικές οργανώσεις που προβλέπονται στο νόμο αυτό " αίτηση για την αναγνώριση ακυρότητας απόφασης Συνέλευσης υποβάλλεται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία τριάντα (30) ημερών από τη λήξη της Συνέλευσης στο Ειρηνοδικείο της περιφέρειας που έδρευε η συνδικαλιστική οργάνωση".

Η διάταξη όμως αυτή δεν έχει εν προκειμένω εφαρμογή, αφού κατά τα αναφερόμενα στην προηγούνενη σκέψη, τα αλληλοβοηθητικά ταμεία που συστήνονται από σωματεία συνδικαλιστικών οργανώσεων, αποτελούν διακεκριμένους κλάδους ή λογαριασμούς, χωρίς νομική προσωπικότητα, σε σχέση με τη βασική συνδικαλιστική οργάνωση, τα μέλη της οποίας είναι μέλη του αλληλοβοηθητικού σωματείου, για τη σύσταση, δε, οργάνωση και λειτουργία τους, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 78 επ.

ΑΚ (επομένως και το άρθρο 101 αυτού), όπως αυτές συμπληρώνονται ή τροποποιούνται από τις διατάξεις του καταστατικού του, ενώ η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 4 του ν. 1264/1982 αφορά την ακυρότητα αποφάσεων Γενικής Συνέλευσης αποκλειστικά συνδικαλιστικής οργάνωσης. Επομένως, με το να απορρίψει το δικαστήριο της ουσίας ως απαράδεκτη την ένσταση του αναιρεσείοντος περί εκπρόθεσμης άσκησης των ένδικων αγωγών, διότι κατά τους ισχυρισμούς του, αυτές δεν ασκήθηκαν εντός τριάντα (30) ημερών από της κοινοποίησης στις αναιρεσίβλητες της απόφασης του διοικητικού του συμβουλίου, που έγινε στις 13-3-2002, αλλά εντός της εξάμηνης προθεσμίας που προβλέπεται από την διάταξη του άρθρου 101 ΑΚ, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 101 ΑΚ και 8 παρ. 4 του ν. 1264/1982, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.

Κατά συνέπεια, ο δεύτερος αντίθετος λόγος αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση, από τον αριθμό 1 (και όχι 14) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Επειδή, όπως προεκτέθηκε, με τα άρθρα 21 του Ν. 281/14"περί σωματείων" και 33-39 του Β.Δ. της 15/20.5.20 "περί επαγγελματικών σωματείων" ρυθμίζεται η ίδρυση αλληλοβοηθητικών ταμείων, τα οποία αποτελούν διακεκριμένο αυτοτελή κλάδο ή κεφάλαιο, χωρίς νομική προσωπικότητα, σε σχέση με τη βασική συνδικαλιστική οργάνωση, τα μέλη της οποίας είναι και μέλη του αλληλοβοηθητικού σωματείου.

Οι διατάξεις αυτές διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ., σύμφωνα με το άρθρο 12 β' Εισ.Ν. Α.Κ., καταργήθηκαν κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, επανήλθαν όμως σε ισχύ με τις διατάξεις του Ν.Δ. 42/74 "περί αποκαταστάσεως των συνδικαλιστικών ελευθεριών και ρυθμίσεως συναφών θεμάτων", ίσχυσαν υπό το καθεστώς του Ν. 330/76 "περί επαγγελματικών σωματείων κ.λπ.", κατά το άρθρο 2 αυτού, και ισχύουν ήδη υπό το καθεστώς του Ν. 1264/82 "για τον εκδημοκρατισμό του συνδικαλιστικού κινήματος κ.λπ.".

Ετσι, ενόψει και της διατάξεως του άρθρου 4 του τελευταίου αυτού νόμου (ν.1264/82), κατά την οποία σκοπός της συνδικαλιστικής οργανώσεως είναι και η ικανοποίηση των ασφαλιστικών κοινωνικών συμφερόντων των μελών της και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις μπορούν να δημιουργούν ειδικά κεφάλαια για την εξυπηρέτηση ορισμένων εκτάκτων σκοπών αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας των μελών τους, τα αλληλοβοηθητικά ταμεία αποτελούν ιδιωτικούς ασφαλιστικούς οργανισμούς επικουρικής ασφαλίσεως, χωρίς να ασκούν εξουσία, και λειτουργούν ως σωματεία.

Επομένως έχει επ' αυτών εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 87 εδ.α' του ΑΚ., η οποία, συμπορευόμενη με την όμοια κατά βάση διάταξη του άρθρου 37 παρ. 1 του Β.Δ της 15/20.5-1920, (που ορίζει ότι "μέλος επαγγελματικού σωματείου, διατηρούντος Ταμείον Αλληλοβοηθητικόν αποχωρούν, έχει ακέραια τα δικαιώματα επί του Ταμείου, εφόσον έχει εισφέρει εις αυτό και συμμορφώνεται προς τας διατάξεις του Καταστατικούαυτού, το οποίον καθορίζει τα της τοιαύτης περιπτώσεως"), ορίζει ότι τα μέλη έχουν δικαίωμα να αποχωρήσουν από το σωματείο.

Η διάταξη αυτή είναι αναγκαστικού δικαίου και, ενόψει των διατάξεων των άρθρων 12 παρ.1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος για την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι και την προστασία της ελεύθερης αναπτύξεως της προσωπικότητας, οι όροι αποχωρήσεως των μελών του σωματείου, που καθορίζει το καταστατικό του (κατά το άρθρο 80 αριθμ. 2 Α.Κ.), δεν μπορούν να αποκλείουν ή να δυσχεραίνουν την αποχώρηση αυτή.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του Ν. 997/79, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ. 3 του Ν. 1902/90, "στην ασφάλιση του ταμείου υπάγονται υποχρεωτικώς τα πρόσωπα τα οποία ασφαλίζονται δυνάμει των κειμένων περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως διατάξεων στο Ι.Κ.Α. ή άλλο φορέα κύριας ασφάλισης μισθωτού και δεν υπάγονται για την αυτή απασχόληση στην ασφάλιση άλλου φορέα, κλάδου ή λογαριασμού που λειτουργούν με την μορφή Ν.Π.Δ.Δ.

Κατ' εξαίρεση τα επικουρικά ταμεία, κλάδοι, λογαριασμοί ασφάλισης μισθωτών που λειτουργούν με τη μορφή Ν.Π.Ι.Δ., ως και κάθε άλλος φορέας επικουρικής ασφάλισης, ανεξαρτήτως ονομασίας ή νομικής μορφής, που έχουν συσταθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος (17.10.90), εξακολουθούν να διέπονται από τις καταστατικές τους διατάξεις και τα πρόσωπα που ασφαλίζονται σ' αυτά εξαιρούνται από την ασφάλιση του Ι.Κ.Α. - Τ.Ε.Α.Μ.".

Η διάταξη δε του άρθρου 7 του Ν.Δ. 4402/61, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του Ν. 1405/83, ορίζει στην παρ. 1, ότι οι διατάξεις του διατάγματος αυτού, όπως και εκείνη του άρθρου 2, που καθιστά υπό προϋποθέσεις υπόχρεο τον τελευταίο ασφαλιστικό οργανισμό για την καταβολή της συντάξεως, εφαρμόζονται ανάλογα και για την ασφάλιση στους οργανισμούς επικουρικής ασφαλίσεως στις περιπτώσεις διαδοχικής υπαγωγής σε περισσότερους από ένα από τους οργανισμούς αυτούς, στη δε παρ. 2, ότι για την εφαρμογή των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου οργανισμοί επικουρικής ασφαλίσεως θεωρούνται όλα τα Ν.Π.Δ.Δ.

που χορηγούν περιοδικές παροχές, βοηθήματα ή μερίσματα, ως και κάθε άλλος οργανισμός που χορηγεί τέτοιες παροχές, ανεξάρτητα από την ονομασία και τη νομική του μορφή, εφόσον τα έσοδα αυτών από εργοδοτικές εισφορές, κοινωνικούς πόρους ή άλλη επιχορήγηση υπερβαίνουν τα έσοδα από τις εισφορές των εργαζομένων.

Από το συνδυασμό, των τελευταίων αυτών διατάξεων προκύπτει ότι τα συσταθέντα μέχρι την 17-10-1990 αλληλοβοηθητικά ταμεία εξακολουθούν να διέπονται από τις καταστατικές τους διατάξεις. Η σύσταση δε αυτών ήταν ελεύθερη, βάσει του άρθρου 12 παρ. 1 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει το δικαίωμα των Ελλήνων να συνιστούν ενώσεις και μη κερδοσκοπικά σωματεία, τα έναντι των οποίων δικαιώματα και υποχρεώσεις των μελών τους καθορίζονται δικαιοπρακτικώς με το καταστατικό τους, και δεν περιορίζεται από το άρθρο 22 παρ. 4 του Συντάγματος, που αναφέρεται μόνο στην υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση, την οποία και εξαιρεί από την ιδιωτική πρωτοβουλία (Ολ.Σ.Τ.Ε. 5024/87).

Εκ τούτου παρέπεται, ότι εξακολουθεί να είναι ισχυρή και έγκυρη διάταξη του Καταστατικού ενός τέτοιου ταμείου αλληλοβοήθειας, η οποία, συμπορευόμενη και προς την εξακολουθούσα να ισχύει ειδική διάταξη του άρθρου 37 παρ. 1 του Β.Δ. της 15/20.5.20, με την οποία χορηγείται στα μέλη του το προβλεπόμενο από το καταστατικό του βοήθημα, μετά την αποχώρησή τους από την ενεργό υπηρεσία και την συμπλήρωση των προϋποθέσεων που τάσσονται προς τούτο, και στην περίπτωση που μεταγενέστερα τα μέλη του προσληφθούν από άλλο εργοδότη και επιλέξουν νέο φορέα επικουρικής ασφάλισης.

Και στην περίπτωση όμως αυτή, η διατήρηση ή αναστολή του χορηγηθέντος επιδόματος, διέπεται από τις καταστατικές διατάξεις του αλληλοβοηθητικού ταμείου, οι οποίες δεν συνιστούν κανόνες δικαίου, αφού το καταστατικό του σωματείου, σύμφωνα με τα άρθρα 78, 79, 80 και 361 ΑΚ, αποτελεί δικαιοπραξία. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.

ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν το δικαστήριο, με βάση τις παραδοχές του, στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρέλειψε να εφαρμόσει ένα ουσιαστικό κανόνα δικαίου, ο οποίος ήταν εφαρμοστέος ή εφάρμοσε ουσιαστικό κανόνα δικαίου, τον οποίο δεν έπρεπε να εφαρμόσει.

Ειδικότερα,το Καταστατικό του αναιρεσείοντος σωματείου, όπως άλλωστε, κατά τα προεκτεθέντα, και οποιουδήποτε άλλου σωματείου, αποτελεί σύμβαση και δεν θέτει κανόνες ουσιαστικού δικαίου και ως εκ τούτου η παραβίαση των διατάξεων του δεν ιδρύει τους από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ λόγους αναιρέσεως.

Γι' αυτό και η εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων του καταστατικού σωματείου δεν ελέγχεται αναιρετικώς, εκτός αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων.

Υπό την προϋπόθεση αυτή το δικαστήριο της ουσίας παραβιάζει τους παραπάνω ερμηνευτικούς κανόνες, είτε όταν παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς για την συμπλήρωση ή ερμηνεία της δήλωσης της βούλησης των συμβαλλομένων, καίτοι δέχθηκε κενό ή ασάφεια έστω και έμμεσα, είτε όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και την συμπλήρωση ή ερμηνεία της σύμβασης, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η σύμβαση είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας, είτε όταν παραλείπει να παραθέσει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 3929/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία ενσωματώνεται, κατά τα προεκτεθέντα, στην προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 5066/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη, η από 29-10-2003 έφεση του εκκαλούντος- εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος), λόγω της ερημοδικίας του, έγιναν δεκτά κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, τα ακόλουθα: "Το εναγόμενο (ήδη αναιρεσείον) λειτουργεί ως αλληλοβοηθητικό σωματείο, το καταστατικό του οποίου εγκρίθηκε αρχικά με την υπ' αριθ. 2843/1979 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και στη συνέχεια τροποποιήθηκε με τις υπ' αριθμούς 2234/1983 και 43/1991 αποφάσεις του ίδιου δικαστηρίου, έχει δε καταχωρηθεί στα βιβλία σωματείων με αύξοντα αριθμό 8905 και ειδικό αριθμό 2488/13-3-1991.

Είναι επομένως φορέας ιδιωτικής ασφάλισης που δεν ασκεί δημόσια εξουσία κατά τα προεκτεθέντα. Μέλη του σωματείου είναι πρόσωπα που παρέχουν εξαρτημένη εργασία ορισμένου ή αορίστου χρόνου, με αμοιβή στην ΙΛΤΕ και στις Τράπεζες, Εργασίας, Κρήτης, Κεντρικής Ελλάδος, Επαγγελματικής Πίστης, Αττικής, Επενδύσεων, Πειραιώς, Μακεδονίας-Θράκης, Αραβοελληνική Τράπεζα, ΕΤΕΒΑ, Εθνική Στεγαστική Τράπεζα και στην Εθνική Α.Ε.

Διοικήσεως και Οργανώσεως, τα οποία είναι ταυτόχρονα και μέλη των οικείων Συλλόγων των τραπεζών αυτών (άρθρο 2 παρ. 1 εδ. α' του καταστατικού), καθώς επίσης και υπάλληλοι όποιων άλλων τραπεζών επιθυμούν να προσχωρήσουν σ' αυτό (άρθρο 2 παρ. 2 εδ. β' του καταστατικού). Σκοπός του σωματείου είναι η χορήγηση μηνιαίου επικουρικού βοηθήματος στους αποχωρούντες από την υπηρεσία υπαλλήλους του προσωπικού οποιασδήποτε από τις συμμετέχουσες Τράπεζες, εφόσον θεμελιώνουν δικαίωμα κύριας συντάξεως στο ΤΑΠΙΛΤ ή στο ΙΚΑ ή σε ειδικούς ασφαλιστικούς φορείς κατά την επέλευση των ασφαλιστικών κινδύνων που ορίζονται στο ισχύον καταστατικό και εφόσον συντρέχουν οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις αυτού....

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα Ρ. Π. (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) ξεκίνησε την επαγγελματική της σταδιοδρομία στην Τράπεζα CONTINENTAL στις 9-7-1973, από την οποία απεχώρησε οικειοθελώς στις 31-1-1985 για να προσληφθεί στις 4-2-1985 από την Τράπεζα Κρήτης, καθολική διάδοχος της οποίας υπήρξε η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "EFG EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με την οποία συγχωνεύθηκε.

Από την τελευταία τράπεζα η ενάγουσα παραιτήθηκε στις 31-3-2000, ενώ από 1-8-2000 μέχρι σήμερα προσφέρει τις υπηρεσίες της στην Τράπεζα ΕΓΝΑΤΙΑ Α.Ε. Η Τράπεζα ΕΓΝΑΤΙΑ Α.Ε. προήλθε από συγχώνευση της (πρώην) Τράπεζας Κεντρικής Ελλάδος Α.Ε. με την ΕΓΝΑΤΙΑ Α.Ε. δι' απορροφήσεως της δεύτερης από την πρώτη, η οποία και την υποκατέστησε αυτοδικαίως σε όλα γενικά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της.

Το προσωπικό της πρώην Τράπεζας Κεντρικής Ελλάδος ήταν ασφαλισμένο στο εναγόμενο, εξακολούθησε δε και μετά τη συγχώνευση να είναι ασφαλισμένο σ' αυτό. Το προσωπικό της πρώην ΕΓΝΑΤΙΑ Α.Ε. ήταν ασφαλισμένο στο ΙΚΑ-ΤΕΑΜ και εξακολούθησε και μετά τη συγχώνευση να είναι ασφαλισμένο στο ίδιο ταμείο. Τέλος, οι υπάλληλοι που που προσλαβάνονται από την νέα "ΕΓΝΑΤΙΑ Α.Ε., επίσης υπάγονται στην επικουρική ασφάλιση του ΙΚΑ-ΤΕΑΜ.

Έτσι, και η ενάγουσα, ως νέα υπάλληλος της νέας "ΕΓΝΑΤΙΑ Α.Ε." , υπήχθη από την πρόσληψή της από την εν λόγω τράπεζα στην επικουρική ασφάλιση του ΙΚΑ-ΤΕΑΜ. Σημειωτέον ότι από την ημερομηνία πρόσληψής της στην τράπεζα "CONTINENTAL", η ενάγουσα υπήχθη στην ασφάλιση του ΙΚΑ, το οποίο έκτοτε και μέχρι σήμερα αποτελεί τον κύριο φορέα της ασφάλισής της, στο εναγόμενο δε ασφαλίστηκε για πρώτη φορά με την πρόσληψή της στη Τράπεζα Κρήτης και παρέμεινε σ' αυτό ασφαλισμένη μέχρι την αποχώρησή της από την τράπεζα EFG EUROBANK.

Περί τα μέσα του φθινοπώρου του έτους 2000, αφού ήδη είχε κατά τα ιστορούμενα, αποχωρήσει από τη τράπεζα EFG EUROBANK, άρχισε να δρομολογεί την διαδικασία απονομής του βοηθήματος από το εναγόμενο διά της εξαγοράς των απολειπομένων ετών έως την συμπλήρωση του προβλεπόμενου από το καταστατικό μίνιμουμ χρόνου καταβολής, σύμφωνα με τα άρθρα 22 και 24 παρ. 1 αυτού.

Κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του καταστατικού του εναγομένου: "Οι ασφαλισμένοι του ταμείου δικαιούνται επικουρικό βοήθημα: α) αν αποχωρήσουν από την υπηρεσία των εργοδοτών που ορίζονται στις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 2 και δεν δικαιωθούν αμέσως μετά την αποχώρησή τους σύνταξη από τον Οργανισμό ή τον Φορέα που είναι ασφαλισμένοι (εννοείται ο κύριος φορέας ασφάλισης), αλλά πληρούν οπωσδήποτε τις κάτωθι προϋποθέσεις:

αα) χρόνο ασφάλισης είκοσι (20) ετών συνολικά και ηλικία 62 ετών οι άνδρες και 45 ετών οι γυναίκες, ββ) χρόνο ασφάλισης είκοσι πέντε (25) ετών συνολικά και ηλικία 55 ετών οι άνδρες, γγ) ανεξάρτητα με την ηλικία τους οι άνδρες και χρόνο ασφάλισης τριάντα (30) ετών συνολικά, δδ) ανεξάρτητα από την ηλικία τους οι γυναίκες και χρόνο ασφάλισης συνολικά είκοσι πέντε (25) ετών.

Σε περίπτωση αποχωρήσεως από την Τράπεζα ασφαλισμένου που έχει όλες τις προβλεπόμενες ως άνω αα και ββ προϋποθέσεις, για την απόκτηση δικαιώματος προς σύνταξη εκτός της προϋποθέσεως του ορίου ηλικίας, το βοήθημα θα απονέμεται μετά την συμπλήρωση του απαιτούμενου ως άνω ορίου ηλικίας". Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 1 του καταστατικού: "όλα τα μέλη του ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ δικαιούνται βοηθήματος ανεξάρτητα από το χρόνο ασφάλισής τους στο Ταμείο όπως ορίζει το άρθρο 22 του παρόντος.

Τα μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος μέλη του Ταμείου παίρνουν επικουρικό βοήθημα για όσα χρόνια έχουν στον ασφαλιστικό τους φορέα από τον οποίο συνταξιοδοτήθηκαν, εφόσον έχουν συμπληρώσει εικοσαετία στη ασφάλιση του ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ. Σε περίπτωση που αποχωρήσουν χωρίς την συμπλήρωση της εικοσαετίας, υποχρεούνται να εξαγοράσουν τόσα χρόνια όσα τους υπολείπονται μέχρι τη συμπλήρωσή της, ως μίνιμουμ καταβολής...

Το ποσόν της εξαγοράς θα καταβάλλεται κατά το ήμισυ μεν αμέσως, το δε υπόλοπον ήμισυ σε εξήντα άτοκες μηνιαίες δόσεις, αρχής γενομένης από της καταβολής της πρώτης μηνιαίας επικουρικής συντάξεως". Η ενάγουσα, Ρ. Π., πράγματι, υπέβαλε σχετική αίτηση στο εναγόμενο, την οποία το τελευταίο ενέκρινε και αποφάσισε την καταβολή σ' αυτήν του επίδικου βοηθήματος από 1-4-2000, της πρώτης καταβολής γενομένης την 3-4-2001 με αναδρομική ισχύ και αφού η ίδια κατέβαλε έναντι στο εναγόμενο το ποσόν των 445.178 δραχμών για την εξαγορά προϋπηρεσίας προκειμένου να θεμελιώσει το επίμαχο δικαίωμα, για δε το υπόλοιπο ποσόν των 445.178 δραχμών συμφωνήθηκε όπως το εναγόμενο παρακρατεί κάθε μήνα από το καταβαλλόμενο σε αυτήν βοήθημα ποσόν 7.420 δραχμών και μέχρις ολοσχερούς εξόφλησης.

Προσέτι, από το ίδιο αποδεικτικό υλικό προέκυψε ότι στις 23-4-2002 το εναγόμενο με το υπ' αριθ. πρωτ. 9287/23-4-2002 έγγραφό του της κοινοποίησε ότι στις 13-3-2002 είχε ληφθεί απόφαση του Δ.Σ. του, σύμφωνα με την οποία αποφασίστηκε αναστολή από 1-5-2002 του επίμαχου βοηθήματος με την αιτιολογία ότι εργάζεται σε τραπεζικό όμιλο του οποίου το προσωπικό ασφαλίζεται σε αυτό.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα Μ. Γ. (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) ξεκίνησε την επαγγελματική της σταδιοδρομία στην Τράπεζα Μακεδονίας-Θράκη Α.Ε., στην οποία εργάσθηκε από τις 16-4-1985 μέχρι και τις 7-3-1995 (με επικουρικό φορέα ασφάλισης το εναγόμενο) οπότε και απεχώρησε για να προσληφθεί από την τράπεζα INTERBANK ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε., με επικουρικό ασφαλιστικό φορέα έκτοτε το ΙΚΑ-ΤΕΑΜ.

Στη συνέχεια η "Τράπεζα EFG Eurobank A.E." (πρώην ΕΥΡΩΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.) συγχωνεύθηκε με την INTERBANK ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. και δη η πρώτη απορρόφησε τη δεύτερη. Από τη συγχώνευση αυτή προήλθε η ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, οι υπάλληλοι της οποίας υπάγονταν στο ΙΚΑ-ΤΕΑΜ, όπως στην ίδια επικουρική ασφάλιση του ΙΚΑ-ΤΕΑΜ υπάγονταν και οι υπάλληλοι των πρώην τραπεζών "ευρωεπενδυτική" και "INTERBANK" και άρα και η ίδια η ενάγουσα.

Στη συνέχεια, το έτος 1999 (12-3-1999) η Τράπεζα Αθηνών Α.Ε. (όπως είχε μετονομασθεί εν τω μεταξύ η Τράπεζα Επαγγελματικής Πίστεως) απορρόφησε την Τράπεζα "EFG EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" , της οποίας η επωνυμία άλλαξε σε "Τράπεζα EFG EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και με διακριτικό τίτλο "Eurobank", υποκαθιστώντας αυτήν αυτοδίκαια σε όλα γενικά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της.

Το προσωπικό της πρώην Τράπεζας Αθηνών υπαγόταν στην επικουρική ασφάλιση του εναγομένου, ασφαλιστικό καθεστώς το οποίο παρέμεινε αμετάβλητο και μετά την απορρόφηση της "EFG EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ". Τούτο είχε ως αποτέλεσμα στη νέα "Eurobank", οι μεν υπάλληλοι που προέρχονταν από την πρώην Τράπεζα Αθηνών να εξακολουθούν να είναι ασφαλισμένοι στο εναγόμενο, οι δε υπάλληλοι που προέρχονταν από τις πρώην τράπεζες "EFG EUROBANK Α.Ε." και "INTERBANK" , καθώς και οι νεοπροσλαμβανόμενοι μετά τη συγχώνευση των δύο ως άνω τραπεζών υπάλληλοι να υπάγονται στο ΙΚΑ-ΤΕΑΜ, ενώ όσοι προσλαμβάνονταν μετά τη συγχώνευση της Τράπεζας Αθηνών "EFG EUROBANK Α.Ε.", επίσης εντάσσονταν στο ΙΚΑ-ΤΕΑΜ.

Ακολούθως, στις 4-10-1999 η Τράπεζα "EFG EUROBANK Α.Ε." απορρόφησε την Τράπεζα Κρήτης. Τέλος, το έτος 2000 (7-9-2000) η τράπεζα "EFG EUROBANK Α.Ε." συγχωνεύθηκε με την "Τράπεζα Εργασίας Α.Ε." την οποία και απορρόφησε με αποτέλεσμα την αυτοδίκαιη υποκατάσταση της πρώτης σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της δεύτερης, και δημιουργήθηκε η τράπεζα "E.F.G EUROBANK ERGASIAS Ανώνυμη Εταιρεία".

Το προσωπικό της πρώην "Τράπεζας Εργασίας Α.Ε." ήταν ασφαλισμένο στο εναγόμενο, στο οποίο και εξακολούθησε να παραμένει ασφαλισμένο και μετά τη συγχώνευση. Σε ότι δε αφορά το προσωπικό της τράπεζας "EFG EUROBANK Α.Ε.", αυτό υπάγεται στην επικουρική ασφάλιση του ΙΚΑ-ΤΕΑΜ. Έτσι, στη σημερινή "E.F.G EUROBANK ERGASIAS Ανώνυμη Εταιρεία", το προσωπικό παρουσιάζεται ασφαλιστικά (σε ότι αφορά την επικουρική ασφάλιση) διχοτομημένο, με τις παραπάνω διακρίσεις, και δη ένα μέρος να υπάγεται ασφαλιστικά στο ΙΚΑ-ΤΕΑΜ (μεταξύ αυτών και η ενάγουσα) και ένα άλλο μέρος να υπάγεται στο εναγόμενο.

Περαιτέρω, ως προς την ίδια ενάγουσα αποδείχθηκε ότι περί τα μέσα Μαρτίου 1995, έχοντας αποχωρήσει από την Τράπεζα Μακεδονίας-Θράκης, όπου ασφαλιζόταν στο εναγόμενο, άρχισε να δρομολογεί την διαδικασία απονομής του μηνιαίου επικουρικού βοηθήματος από το εναγόμενο διά της εξαγοράς των υπολειπομένων ετών έως την συμπλήρωση του προβλεπόμενου στο ισχύον καταστατικό μίνιμουμ χρόνου καταβολής, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα άρθρα 22 και 24 παρ. 1 του εν λόγω καταστατικού.

Η ενάγουσα, Μ. Γ., έχοντας συμπληρώσει δέκα χρόνια ασφάλισης στο εναγόμενο (από εργασία στην Τράπεζα INTERBANK), υπέβαλε στο εναγόμενο αίτηση χορήγησης του προαναφερόμενου μηνιαίου βοηθήματος την οποία το τελευταίο ενέκρινε με τον όρο εξαγοράς ετών και έτσι η ενάγουσα κατέβαλε σε αυτό έναντι το ποσόν των 805.195 δραχμών για εξαγορά προϋπηρεσίας, προκειμένου να θεμελιωθεί το προαναφερόμενο δικαίωμά της, το δε υπολειπόμενο ποσόν εκ δραχμών 805.195 συμφωνήθηκε να παρακρατείται κάθε μήνα από το χορηγούμενο στην ίδια επίδικο βοήθημα και δη να παρακρατείται μηνιαίως το ποσόν των 13.420 δραχμών και μέχρις ολοσχερούς εξόφλησης.

Έκτοτε το εναγόμενο (από 1-4-1995) της κατέβαλε ανελλιπώς το επίμαχο μηνιαίο βοήθημα έως και τον Απρίλιο του έτους 2002. Εντούτοις, στις 23-4-2002 το εναγόμενο με το υπ' αριθ. πρωτ. 9286/23-4-2002 έγγραφό του της κοινοποίησε απόφαση του Δ.Σ., σύμφωνα με την οποία αποφασίστηκε η αναστολή από 1-5-2002 του επίμαχου μηνιαίου βοηθήματος με την αιτιολογία ότι εργάζεται σε τραπεζικό όμιλο του οποίου το προσωπικό ασφαλίζεται σ' αυτό....

Με βάση αυτές τις παραδοχές (και σύμφωνα με το π.δ. 572/1988 που ρυθμίζει θέματα που απορρέουν από τη μεταβίβαση επιχείρησης σε άλλον εργοδότη, το οποίο ίσχυε κατα τον κρίσιμο χρόνο), στην περίπτωση της ενάγουσας Ρ. Π., στην δημιουργηθείσα κατά τα ανωτέρω τον Ιούλιο του έτους 1999 νέα Τράπεζα Εγνατία Α.Ε., τα μέλη της απορροφούμενης πρώην ΕΓΝΑΤΙΑΣ Α.Ε., είχαν συνάψει επικουρική ασφάλιση με το ΙΚΑ-ΤΕΑΜ, η οποία και μετά την κατά τα ανωτέρω συγχώνευση νόμιμα εξακολούθησε να υφίσταται, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα αλλαγής επικουρικού ασφαλιστικού φορέα, αφού κάτι τέτοιο θα ερχόταν σε ευθεία αντίθεση με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ν. 997/1979, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ. 3 του ν. 1902/1990 (σημειωτέον ότι το προσωπικό της πρώην τράπεζας Εγνατία, εξ αρχής υπήχθη στο ΙΚΑ-ΤΕΑΜ μη συμπεριλαμβανομένης στα μέλη του εναγομένου κατά την παρ. 1 του άρθρου 2 του καταστατικού του τελευταίου).

Έτσι, η νέα "ΕΓΝΑΤΙΑ Α.Ε." υπεισήλθε στις υποχρεώσεις της πρώην "Τράπεζας Εγνατία Α.Ε." και συνακόλουθα ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στο ΙΚΑ-ΤΕΑΜ τις εισφορές των μελών της τελευταίας. Εξάλλου, το προσωπικό της απορροφούσας πρώην Κεντρικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. ήταν, προ της συγχωνεύσεως, ασφαλισμένο στο εναγόμενο αλληλοβοηθητικό σωματείο, και έτσι σύννομα η νέα "ΕΓΝΑΤΙΑ Α.Ε.", ως καθολική διάδοχος εξακολούθησε την ίδια ασφαλιστική σχέση με το εναγόμενο σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ν. 997/1979, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ. 3 του ν. 1902/1990, το οποίο εξαιρεί από την υποχρεωτική ασφάλιση στο ΙΚΑ-ΤΕΑΜ το προσωπικό που ασφαλίζεται σε ν.π.ι.δ.

που συστήθηκαν πριν από τις 17-10-1990, όπως και το εναγόμενο. Περαιτέρω, τα νέα μέλη που θα προσλαμβάνονταν στη νέα "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", καθολική διάδοχος της "Κεντρικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε." μετά τη συγχώνευση, είχαν το δικαίωμα, όχι και την υποχρέωση να ασφαλιστούν στο εναγόμενο αλληλοβοηθητικό ταμείο, ακριβώς λόγω του ότι η νέα "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." , ως καθολική διάδοχος της ως άνω "Κεντρικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε." , που είναι μέλος του εναγομένου, υπάγεται στη ρύθμιση του άρθρου 2 παρ. 1 του καταστατικού του τελευταίου.

Εντούτοις, η υπαγωγή των νεοπροσλαμβανομένων υπαλλήλων της νέας "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." στο καθεστώς της επικουρικής ασφάλισης του εναγομένου, αποτελεί έκφανση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να εξαναγκασθεί ο νεοπροσλαμβανόμενος υπάλληλος να προσχωρήσει στην επικουρική ασφάλιση του εναγομένου.

Μάλιστα, όλο το νέο προσωπικό μετά την ανωτέρω συγχώνευση έχει υπαχθεί στην επικουρική ασφάλιση του ΙΚΑ-ΤΕΑΜ, αφού ουδείς ενδιαφερόμενος υπέβαλε αίτηση εγγραφής στο εναγόμενο, κατ' άρθρο 2 παρ. 2α του καταστατικού του. Επομένως, όσα το εναγόμενο ισχυρίζεται περί υπαγωγής των νέων υπαλλήλων στη ασφάλισή του, είναι αβάσιμα.

Ακόμη όμως και στην όλως υποθετική περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι το νεοπροσλαμβανόμενο προσωπικό μετά τη συγχώνευση, υπόκειται αυτοδικαίως στην επικουρική ασφάλιση του εναγομένου βάσει του καταστατικού του τελευταίου, και πάλι όλα τα νέα μέλη ουδόλως στερούνται του δικαιώματος να αποχωρήσουν από το εν λόγω σωματείο, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 87 εδ.

α'του ΑΚ, οπότε η προσχώρησή τους από την αρχή της εργασιακής τους σχέσης στην επικουρική ασφάλιση του ΙΚΑ-ΤΕΑΜ και η μηδέποτε καταβολή εισφορών στο εναγόμενο, σαφώς θα ενείχε την έννοια της αποχώρησής τους από το τελευταίο. Έτσι, αφού τα νεοπροσλαμβανομενα μέλη έχουν το δικαίωμα αποχώρησης από το εναγόμενο, πολύ περισσότερο έχουν εξ αρχής το δικαίωμα να μην καταστούν μέλη του επιλέγοντας αναγκαστικά πλέον την υποχρεωτική επικουρική τους ασφάλιση στο ΙΚΑ-ΤΕΑΜ, κατ' άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 997/1979, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ. 3 του ν. 1902/1990, αφού δεν συντρέχει η περίπτωση της εξαίρεσης του εδ.

β' της παρ. 1 του ανωτέρω άρθρου. Ως εκ τούτου, η ενάγουσα προσληφθείσα από την νέα Τράπεζα Εγνατία Α.Ε., που προήλθε μετά την ανωτέρω συγχώνευση νόμιμα υπήχθη στην επικουρική ασφάλιση του ΙΚΑ-ΤΕΑΜ. Εν τέλει, λοιπόν το προσωπικό της νέας ως άνω μετά τη συγχώνευση Τράπεζας εμφανίζεται ασφαλιστικά διχοτομημένο, αφού οι υπάλληλοι που προέρχονται από την πρώην ΕΓΝΑΤΙΑ Α.Ε., ανήκουν από άποψη επικουρικής ασφάλισης στο ΙΚΑ-ΤΕΑΜ, όπως στον ίδιο ασφαλιστικό φορέα ανήκουν και οι προσληφθέντες μετά τη συγχώνευση υπάλληλοι, ενώ οι υπάλληλοι που προέρχονται από την πρώην "Κεντρική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", ανήκουν στο εναγόμενο.

Σύμφωνα με την παρ. 3β του άρθρου 32 του καταστατικού του εναγομένου αναστέλλεται το δικαίωμα βοηθήματος εφόσον ο άμεσος βοηθηματούχος ήθελε να αναλάβει εκ νέου εργασία ή υπηρεσία σε εργοδότη το προσωπικό του οποίου ασφαλίζεται στο Ταμείο. Από τη λεκτική διατύπωση αλλά και την τελεολογική ερμηνεία του ανωτέρω άρθρου ως προς την παραπάνω παράγραφό του, προκύπτει ότι η αναστολή του βοηθήματος του άμεσα βοηθηματούχου επέρχεται εφόσον ο τελευταίος αναλάβει εκ νέου εργασία ή υπηρεσία σε εργοδότη το προσωπικό του οποίου ασφαλίζεται στο σύνολό του στο Ταμείο.

Κατ' αντιδιαστολή, το εν λόγω βοήθημα δεν αναστέλλεται αν ο βοηθηματούχος αναλάβει εκ νέου εργασία ή υπηρεσία σε εργοδότη το προσωπικό του οποίου ασφαλίζεται εν μέρει μόνον στο εναγόμενο, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο εν λόγω βοηθηματούχος δεν υπάγεται και ο ίδιος στη νέα εργασία του ή υπηρεσία του στην ασφάλιση του εναγομένου, γιατί θα ήταν αντίθετο στο σκοπό του αλληλοβοηθητικού σωματείου το ίδιο πρόσωπο να είναι παράλληλα βοηθηματούχος λόγω σύνταξης και ασφαλισμένος στο εν λόγω σωματείο δυνάμει ενεργού εργασιακής σχέσης.

Κατόπιν τούτων, η αναστολή του επίμαχου βοηθήματος αναφορικά με την εν λόγω ενάγουσα δεν βρίσκει έρεισμα στο επικαλούμενο άρθρο 32 παρ. 3β του καταστατικού του εναγομένου, όπως ανωτέρω αυτό ερμηνεύθηκε, διότι το προσωπικό του νέου εργοδότη της ενάγουσας δεν είναι στο σύνολό του ασφαλισμένο στο εναγόμενο, αλλά είναι ασφαλιστικά διχοτομημένο, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διακρίσεις, η ίδια δε, δυνάμει της ενεργού εργασιακής της σχέσης δεν υπάγεται στην επικουρική ασφάλιση του εναγομένου αλλά σε εκείνη του ΙΚΑ-ΤΕΑΜ.

Συνακόλουθα, η προσβαλλόμενη απόφαση του Δ.Σ. του εναγομένου που λήφθηκε ως προς την συγκεκριμένη ενάγουσα στη συνεδρίαση της 13-3-2002, με την προαναφερόμενη αιτιολογία, είναι ακυρώσιμη ως αντιβαίνουσα σε διάταξη του καταστατικού του.... Εξάλλου, ανάλογα με όσα ανωτέρω έγιναν δεκτά για την ενάγουσα Ρ. Π. ισχύουν και για την ενάγουσα Μ.

Γ.. Ειδικότερα, η τελευταία, ήδη από τον καιρό της πρόσληψής της στην " INTERBANK ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", νόμιμα υπαγόταν στην επικουρική ασφάλιση του ΙΚΑ-ΤΕΑΜ, αφού η πιο πάνω τράπεζα δεν συμπεριλαμβανόταν στα μέλη του εναγομένου κατά την παρ. 1 του άρθρου 2 του καταστατικού του τελευταίου. Η "INTERBANK ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", όπως προεκτέθηκε, απορροφήθηκε από την "Τράπεζα E.F.G.

Eurobank Α.Ε." (πρώην ΕΥΡΩΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.). Η πρώτη ομοίως δεν συμπεριλαμβανόταν στα μέλη του εναγομένου κατά την παρ. 1 του άρθρου 2 του καταστατικού του τελευταίου και έτσι τα μέλη της νόμιμα ασφαλίζονταν στο ΙΚΑ-ΤΕΑΜ. Συνακόλουθα, μετά την συγχώνευση των δύο ως άνω τραπεζών, τα μέλη των οποίων ασφαλίζονταν στο ΙΚΑ-ΤΕΑΜ, η νέα τράπεζα, " EFG EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", καθολική διάδοχος της τράπεζας "EFG EUROBANK Α.Ε.", νόμιμα ασφάλιζε το νεοπροσλαμβανόμενο προσωπικό της στο ΙΚΑ-ΤΕΑΜ.

Όταν στις 12-3-1999 η Τράπεζα Αθηνών Α.Ε., το προσωπικό της οποίας υπαγόταν στην επικουρική ασφάλιση του εναγομένου, απορρόφησε την " ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", το προσωπικό της οποίας, κατά τα ανωτέρω, ασφαλιζόταν στο ΙΚΑ-ΤΕΑΜ, δεν άλλαξε το ασφαλιστικό καθεστώς και το προερχόμενο από την πρώην "Τράπεζα Αθηνών Α.Ε." προσωπικό, εξακολούθησε να ασφαλίζεται στο εναγόμενο, αφού η νομική προσωπικότητα αυτής ως απορροφούσας εταιρείας δεν καταλύθηκε.

Περαιτέρω, το προσωπικό της πρώην " ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", εξακολούθησε να ασφαλίζεται στο ΙΚΑ-ΤΕΑΜ, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα αλλαγής επικουρικού ασφαλιστικού φορέα, αφού κάτι τέτοιο θα ερχόταν σε ευθεία αντίθεση με την διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ν. 997/1979, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ. 3 του ν. 1902/1990 (σημειωτέον ότι το προσωπικό της πρώην τράπεζας "EFG EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", εξ αρχής υπήχθη στο ΙΚΑ-ΤΕΑΜ, μη συμπεριλαμβανομένης στα μέλη του εναγομένου κατά την παρ. 1 του άρθρου 2 του καταστατικού του τελευταίου).

Εξάλλου, τα μέλη του νέου τραπεζικού φορέα με τον διακριτικό τίτλο Eurobank, ασφαλιζόταν στο ΙΚΑ-ΤΕΑΜ. Τα νέα αυτά μέλη είχαν το δικαίωμα, όχι όμως και την υποχρέωση να ασφαλιστούν στο εναγόμενο αλληλοβοηθητικό ταμείο, ακριβώς λόγω του ότι η νέα " EUROBANK", ως καθολική διάδοχος της ως άνω "Τράπεζας Αθηνών", που είναι μέλος του εναγομένου υπάγεται στη ρύθμιση του άρθρου 2 παρ. 1 του καταστατικού του τελευταίου.

Εντούτοις, η υπαγωγή των νεοπροσλαμβανομένων υπαλλήλων της νέας "EUROBANK" στο καθεστώς της επικουρικής ασφάλισης του εναγομένου, αποτελεί έκφανση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να εξαναγκασθεί ο νεοπροσλαμβανόμενος υπάλληλος να προσχωρήσει στην επικουρική ασφάλιση του εναγομένου.

Μάλιστα, όλο το νέο προσωπικό μετά την ανωτέρω συγχώνευση έχει υπαχθεί στην επικουρική ασφάλιση του ΙΚΑ-ΤΕΑΜ, αφού ουδείς ενδιαφερόμενος υπέβαλε αίτηση εγγραφής στο εναγόμενο, κατ' άρθρο 2 παρ. 2α του καταστατικού του. Ακολούθως, στις 4-10-1999 η τράπεζα "EFG EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" απορρόφησε την Τράπεζα Κρήτης.

Τέλος, το έτος 2000 (7-9-2000) η τράπεζα "EFG EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" συγχωνεύθηκε με την Τράπεζα Εργασίας Α.Ε, την οποία και απορρόφησε, το προσωπικό της οποίας ήταν ασφαλισμένο στο εναγόμενο. Το προσωπικό της Τράπεζας εργασίας ήταν ασφαλισμένο στο εναγόμενο και μετά τη συγχώνευση νόμιμα εξακολούθησε να παραμένει ασφαλισμένο σ' αυτό, αφού η εργοδότρια νέα δημιουργηθείσα τράπεζα "E.F.G EUROBANK ERGASIAS Ανώνυμη Εταιρεία" (διάδοχος) αποδέχθηκε τη συνέχιση της σύμβασης ασφάλισης με τους ίδιους όρους που ίσχυαν για την πρώην Τράπεζα Εργασίας.

Σε ότι δε αφορά το προσωπικό της απορροφούσας τράπεζας "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", αυτό επίσης εξακολούθησε να υπάγεται στην επικουρική ασφάλιση του ΙΚΑ-ΤΕΑΜ, αφού η νομική προσωπικότητα αυτής ως απορροφούσας εταιρίας δεν καταλύθηκε και σε κάθε περίπτωση δεν υπάρχει δυνατότητα αλλαγής επικουρικού ασφαλιστικού φορέα, αφού κάτι τέτοιο θα ερχόταν σε ευθεία αντίθεση με την διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ν. 997/1979, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ. 3 του ν. 1902/1990 (σημειωτέον ότι το προσωπικό της πρώην τράπεζας "EFG EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", εξ αρχής υπήχθη στο ΙΚΑ-ΤΕΑΜ, μη συμπεριλαμβανομένης στα μέλη του εναγομένου κατά την παρ. 1 του άρθρου 2 του καταστατικού του τελευταίου).

Τέλος, το νεοπροσλαμβανόμενο προσωπικό της σημερινής "E.F.G. EUROBANK ERGASIAS Ανώνυμη Εταιρεία", υπάγεται νόμιμα στην επικουρική ασφάλιση του ΙΚΑ-ΤΕΑΜ, αφού αυτή είναι διάδοχος της πρώην τράπεζας "EFG EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που επίσης υπάγεται στην ίδια επικουρική ασφάλιση του ΙΚΑ-ΤΕΑΜ, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα αλλαγής επικουρικού ασφαλιστικού φορέα, αφού κάτι τέτοιο θα ερχόταν σε ευθεία αντίθεση με την διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ν. 997/1979, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ. 3 του ν. 1902/1990.

Εν τέλει, λοιπόν το προσωπικό της νέας ως άνω μετά τη συγχώνευση Τράπεζας εμφανίζεται ασφαλιστικά διχοτομημένο, αφού εκ των υπαλλήλων του, όσοι προέρχονται από την Τράπεζα Εργασίας υπάγονται στην επικουρική ασφάλιση του εναγομένου και όλοι οι υπόλοιποι στην επικουρική ασφάλιση του ΙΚΑ-ΤΕΑΜ. Περαιτέρω, σε ότι αφορά την ερμηνεία της παρ. 3β του άρθρου 32 του καταστατικού του εναγομένου ισχύουν όσα εκτέθηκαν επί της αγωγής της Ρ.

Π.. Κατόπιν τούτων, η αναστολή του επίμαχου βοηθήματος αναφορικά με την ενάγουσα Μ. Γ. δεν βρίσκει έρεισμα στο επικαλούμενο άρθρο 32 παρ. 3β του καταστατικού του εναγομένου, όπως ανωτέρω αυτό ερμηνεύθηκε, διότι το προσωπικό του νέου εργοδότη της ενάγουσας δεν είναι στο σύνολό του ασφαλισμένο στο εναγόμενο, αλλά είναι ασφαλιστικά διχοτομημένο, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διακρίσεις, η ίδια δε, δυνάμει της ενεργού εργασιακής της σχέσης δεν υπάγεται στην επικουρική ασφάλιση του εναγομένου αλλά σε εκείνη του ΙΚΑ-ΤΕΑΜ.

Συνακόλουθα, η προσβαλλόμενη απόφαση του Δ.Σ. του εναγομένου που λήφθηκε ως προς την συγκεκριμένη ενάγουσα στη συνεδρίαση της 13-3-2002, με την προαναφερόμενη αιτιολογία, είναι ακυρώσιμη ως αντιβαίνουσα σε διάταξη του καταστατικού του". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές της, η προρρηθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία ενσωματώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, έκανε δεκτές τις ένδικες αγωγές των αναιρεσίβλητων και ακύρωσε την προσβληθείσα απόφαση του Δ.Σ.

του εναγομένου, και για το λόγο ότι αυτή αντίκειται σε καταστατική διάταξη. Από αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας προκύπτει, εμμέσως πλην σαφώς, ότι τούτο διαπίστωσε την ύπαρξη ασάφειας και εντεύθεν αμφιβολίας, αλλά και κενού, αφού προβαίνει σε συλλογισμούς προκειμένου να κρίνει περί του αν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 παρ. 3 περ.

β' του καταστατικού του εναγομένου, με βάση την οποία ελήφθη η από 13-3-2002 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού, σύμφωνα με την οποία ανεστάλη από 1-5-2002 το χορηγηθέν στις ενάγουσες βοήθημα που παρέχει, σύμφωνα με το καταστατικό του, στα μέλη του, ή δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της άνω διατάξεως του καταστατικού, ώστε να καθίσταται ακυρώσιμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 101 του ΑΚ, η ληφθείσα από το Διοικητικό Συμβούλιο του εναγομένου ως άνω απόφαση.

Ενώ, όμως, ενόψει αυτών, το Δικαστήριο της ουσίας ήταν υποχρεωμένο να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες που αναφέρονται στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, προκειμένου να διαγνώσει την αληθινή έννοια της κρίσιμης διατάξεως του άρθρου 32 παρ. 3 περ. β' του καταστατικού του εναγομένου, σύμφωνα με τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων, παραθέτοντας στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει η εφαρμογή ή όχι της άνω διατάξεως, στην συγκεκριμένη περίπτωση, δεν προσέφυγε σ' αυτούς, αλλ' αντιθέτως, ως μη όφειλε, (ενόψει του ότι, κατά τα προεκτεθέντα, τα καταστατικά των σωματείων συνιστούν δικαιοπραξία και οι διατάξεις αυτών ερμηνεύονται κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ), εκλαμβάνοντας την ως άνω διάταξη του καταστατικού του εναγομένου, ως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, προέβη σε ερμηνεία αυτού, με αποτέλεσμα να παραβιάσει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών.

Περαιτέρω δε, ενώ χωρίς να προχωρήσει στην κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ ερμηνεία της άνω διατάξεως του καταστατικού του εναγομένου, προκειμένου να διαπιστώσει αν η προρρηθείσα διάταξη του καταστατικού του, βάσει της οποία ελήφθη η άνω, περί αναστολής του χορηγηθέντος στις ενάγουσες βοηθήματος απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού, ήταν εφαρμοστέα στην περίπτωση των εναγουσών, και συγκεκριμένα, αν για την εφαρμογή του άνω όρου του καταστατικού έπρεπε το σύνολο του προσωπικού των νέων εργοδοτών των εναγουσών, καθώς και οι τελευταίες, να είναι ασφαλισμένες στο εναγόμενο ή αρκούσε και ένα μέρος μόνο αυτού να είναι ασφαλισμένο στο εναγόμενο και το υπόλοιπο, μεταξύ των οποίων και οι ενάγουσες, σε άλλο ασφαλιστικό φορέα, δέχεται ακολούθως ότι η εν λόγω απόφαση ήταν ακυρώσιμη, ως αντίθετη προς την ως άνω καταστατική διάταξη, παραβιάζοντας, όμως, έτσι ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 101 του ΑΚ.

Επομένως, ο έβδομος, κατά το δεύτερο μέρος του λόγος του αναιρετηρίου, καθώς και ο πρώτος, κατά το οικείο μέρος του, λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις, είναι βάσιμοι.

Επομένως, μετά την παραδοχή του ως άνω λόγου αναιρέσεως, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να καταδικασθούν δε οι αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 5066/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2012. Και,

Δημοσιεύθηκε στη Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ