Supreme Court dismisses appeal due to vague grounds failing to specify contract interpretation errors or missing evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the National Olympic Academy of Patras against a first-instance judgment regarding a lawyer's fee dispute. The appellant argued that the lower court erred in interpreting the contract and failed to prove the lawyer's participation in a settlement agreement. The court rejected these claims because the appeal petition lacked specific details on which contract terms were misinterpreted and did not adequately demonstrate the missing evidence required to challenge the final judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577, 560, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal petition must specifically identify the erroneous contract terms and the missing evidence to allow for a valid review of the final judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1363 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1363/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισηγήτρια και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Παμπελοποννησιακό Εθνικό Αθλητικό Κέντρο Πατρών", που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευστρατία Μωραΐτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: Ι. Κ. του Χ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κοντό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/6/2016 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλήτου (με αρ. κατάθεσης 1144/2016), που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 448/2017 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο το καθ'ύλην αρμόδιο Ειρηνοδικείο Πατρών, 394/2017 του Ειρηνοδικείου Πατρών και 438/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 10/10/2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 10-10-2018 (με αριθμό κατάθεσης 421/2018 ) αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος-εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ. "Παμπελοποννησιακό Εθνικό Αθλητικό Κέντρο Πατρών" κατά του αναιρεσίβλητου-ενάγοντος Ι. Κ., πλήττεται η 438/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Η αναιρεσιβαλλόμενη εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων την 20-6-2018 επί της ασκηθείσης από 18-1-2018 ( με αριθμό κατάθεσης 174/2018 ) εφέσεως του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της 394/2017 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πατρών, εκδοθείσης κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών για αμοιβές δικηγόρων (άρθρο 614 παρ.1 και 5 ΚΠΟΛΔ), επί της από 27-6-2016 (με αριθμό κατάθεσης 1144/2016) αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου δικηγόρου για την αμοιβή του σύμφωνα με τη σύμβαση εντολής μεταξύ των διαδίκων λόγω σύμπραξης του σε συμβιβασμό. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, που δίκασε ως εφετείο, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ` ουσία την έφεση, επικυρώνοντας την ως άνω 394/2017 πρωτόδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Πατρών,η οποία είχε δεχθεί ως νόμιμη και κατ` ουσία βάσιμη κατά ένα μέρος την αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, ως προς την επικουρική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα(άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ).
Συνεπώς είναι παραδεκτή(άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων κατ` άρθρο 561 παρ.2 ΚΠΟΛΔ προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών την από 27-6-2016 αγωγή, στην οποία ιστορούσε ότι ότι είναι εν ενεργεία δικηγόρος, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Πατρών, και ότι το καλοκαίρι του 2013 το εναγόμενο ΝΠΔΔ του ανέθεσε με απόφαση της Διοικούσας Επιτροπής του με σύμβαση εντολής παροχής εξειδικευμένων νομικών υπηρεσιών και ενεργειών τη διεκπεραίωση εκκρεμούς υπόθεσης με τη Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης Αποχέτευσης Πατρών (ΔΕΥΑΠ), που αφορούσε χρέος του προς αυτήν από τέλη ύδρευσης - αποχέτευσης εθνικών γυμναστηρίων.
Το χρέος του εναγομένου εντολέα σύμφωνα με το υπ' αριθ. 63684/14-10-2013 έγγραφο της Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης Αποχέτευσης Πατρών (ΔΕΥΑΠ), ανερχόταν στο ποσό των 1.744.365,36 ευρώ και η αμοιβή του συμφωνήθηκε να υπολογισθεί κατά τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων . Ότι μετά από μελέτη όλων των σχετικών με την υπόθεση εγγράφων που του παραδόθηκαν και αλλεπάλληλες συσκέψεις και συζητήσεις με τους υπεύθυνους και τη νομική σύμβολο της ΔΕΥΑΠ, συμπαριστάμενων και των εκπροσώπων του εναγομένου, κατέληξε σε γνωμάτευση - πρόταση που συνέταξε και περιελήφθη στην από 17-02-2012 εξώδικη δήλωση του εναγομένου προς τη ΔΕΥΑΠ, η οποία την αποδέχθηκε με το υπ' αριθ. 5143Α/11-Ο7-2Ο14 έγγραφό της και η απαίτηση κατά το μέρος της που επιδικάστηκε με την υπ' αριθ. 83/2009 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών ορίστηκε συμβιβαστικά στο ποσό των 417.570,00 ευρώ.
Ότι η νόμιμη αμοιβή του ανέρχεται με βάση το αντικείμενο της διαφοράς ποσού 1.744.365,36 ευρώ, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κώδικα Δικηγόρων στο ποσό των 8.582,27 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ 24%, ενώ δικαιούται ακόμη το ποσό των 793,60 ευρώ για απασχόλησή του σε σύσκεψη οχτώ ωρών με το διοικητικό συμβούλιο και τη νομική σύμβουλο της ΔΕΥΑΠ, κάθε μία από τις οποίες αμείβεται με το ποσό των 80,00 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του αναλογούντος ΦΠΑ 24%.
Ότι με το από 30-092014 ηλεκτρονικό μήνυμα (email) και τις από 12-02-2015 και 12-09-2015 εξώδικες προσκλήσεις του κάλεσε το εναγόμενο να του καταβάλει την ανωτέρω αμοιβή του, πλην όμως το τελευταίο αρνήθηκε. Με βάση αυτό το ιστορικό ζητούσε να υποχρεωθεί με απόφαση προσωρινά εκτελεστή το εναγόμενο να του καταβάλει τα πιο πάνω ποσά ως δικηγορική αμοιβή με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση εντολής για σύμπραξη σε συμβιβασμό, με το νόμιμο τόκο από την 30-09-2014 (ημέρα πρώτης όχλησης μέσω email), άλλως από τη 12-02-2015 (ημέρα αποστολής της εξωδίκου προσκλήσεώς του), άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως, επικουρικά δε, εφόσον η μεταξύ τους σύμβαση εντολής κριθεί άκυρη, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλλει το παραπάνω ποσό κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, επειδή αυτό (εναγόμενο) κατέστη πλουσιότερο σε βάρος του κατά το ποσό αυτό, το οποίο θα κατέβαλε σε άλλο δικηγόρο που θα παρείχε με έγκυρη σύμβασης εντολής τις ίδιες νομικές υπηρεσίες και να καταδικαστεί στη δικαστική του δαπάνη.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η 448/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία παραπέμφθηκε η υπόθεση στο Ειρηνοδικείο Πατρών, επειδή κρίθηκε ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών είναι καθ` ύλην αναρμόδιο για την εκδίκαση της διαφοράς. Στη συνέχεια με την από 22-8-2017 κλήση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου η υπόθεση εισήχθη για εκδίκαση στο Ειρηνοδικείο Πατρών.
Το Ειρηνοδικείο Πατρών επί της ως άνω αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου εξέδωσε την 394/2017 απόφαση του, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι η ένδικη σύμβαση εντολής είναι άκυρη, επειδή δεν τηρήθηκε ο προβλεπόμενος έγγραφος τύπος από τις διατάξεις των άρθρων 80,82,83 και 85 του Ν.2362/1995 "περί Δημόσιου Λογιστικού" και 41 Ν.Δ. 496/1974 ως προς το εναγόμενο εντολέα που είναι ΝΠΔΔ, δέχθηκε την αγωγή κατά ένα μέρος ως βάσιμη κατ` ουσία ως προς την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού απέρριψε σιωπηρά την κύρια βάση της αγωγής.
Κατά της αποφάσεως αυτής το εναγόμενο άσκησε την από 18-1-2018 έφεση (αρ. κατ.174/2018) με την οποία ζητούσε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, που δίκασε ως Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη υπ` αριθ. 438/2018 απόφασή του δέχθηκε τυπικά την έφεση και την απέρριψε κατ`ουσία, επικυρώνοντας την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Με τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης (μετά την 1.1.2016) της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης ορίζεται ότι: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης".
Οι ως άνω λόγοι αναίρεσης απαριθμούνται περιοριστικά στην διάταξη αυτή, όπως συνάγεται από τη λέξη "μόνο", και συνεπώς στις αποφάσεις αυτές είναι απαράδεκτοι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι ερείδονται στις λοιπές περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ για τις αιτήσεις αναίρεσης κατ' αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων (ΟλΑΠ 45/1987,ΑΠ 269/2020, ΑΠ 744/2009, ΑΠ 797/2007), όπως, μεταξύ άλλων, είναι και ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 11εδ.γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν (Ολ.ΑΠ 45/1987, ΑΠ 1370/2008,ΑΠ 1032/2019).
Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 560 αρ.5 ΚΠΟΛΔ, η οποία ταυτίζεται με αυτή του αρ. 8 του άρθρου 559 ίδιου Κώδικα, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).
Δεν αποτελούν "πράγματα" η άρνηση αιτιολογημένη ή όχι αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και που δεν έχουν "αυτοτέλεια" (ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 1299/2009, ΑΠ701/2008), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης.
Τούτο διότι το "πραγματικό επιχείρημα", δεν έχει αυτοτελή ύπαρξη, αλλά τείνει απλώς σε επίρρωση ή απόκρουση απόδειξης του πραγματικού ισχυρισμού, αναφερόμενο στο οντολογικό μέρος του. Ούτε αποτελούν πράγματα οι νομικοί ισχυρισμοί, που αφορούν στην ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου, ούτε και η επιχειρηματολογία του διαδίκου (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 805/2020, ΑΠ 107/2020, ΑΠ 74/2019, ΑΠ 701/2008).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 560 αρ.5 εδ.β αιτίαση .Ειδικότερα αιτιάται ότι το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών δεν έλαβε υπόψη του, τον προταθέντα πρωτοδίκως και ενώπιόν του, ουσιώδη ισχυρισμό του ότι είναι άκυρη η σύμβαση εντολής του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ προς τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο δικηγόρο περί σύμπραξης του τελευταίου σε συμβιβασμό, επειδή δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος κατά τις διατάξεις των άρθρων 80,82,83,85 του ν.2362/ 1995 περί Δημόσιου Λογιστικού και 41 Ν.Δ.496/1974 (ΑΠ 1152/2017).
Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο μέρος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών έλαβε υπόψη του τον πιο πάνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος- εναγομένου, απέρριψε σιωπηρά την κύρια βάση της αγωγής από τη σύμβαση εντολής, επειδή αυτή ήταν άκυρη, και επιδίκασε τις αγωγικές αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου- εναγομένου από την επικουρική βάση της αγωγής κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Κατά τα λοιπά υπό την επίκληση του άρθρου 560 αρ.5 εδ.β ΚΠΟΛΔ ελέγχεται η επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που δίκασε ως Εφετείο. Περαιτέρω με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του και υπό την επίκληση του αριθμού 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο αποδεικτικά μέσα (έγγραφα και ένορκες βεβαιώσεις), υποπίπτοντας έτσι στην ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια.
Ο πρώτος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον αντίστοιχος αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠΟΛΔ δεν περιλαμβάνεται, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη, στους περιοριστικά αναγραφόμενους στη διάταξη του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης αποφάσεων ειρηνοδικείων ή πρωτοδικείων, που εκδόθηκαν σε εφέσεις κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων, όπως στην ένδικη περίπτωση.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ.α ΚΠΟΛΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις, για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική, από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Για το ορισμένο του ανωτέρω, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα και σε περίπτωση κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης, πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).
Οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας, όταν κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων. Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς, είτε να προκύπτει από αυτήν εμμέσως όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της, ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει σε ερμηνεία της.
Μόνη η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δεν συνιστά παραβίαση τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της συμβάσεως τα ερμηνευτικά κριτήρια που προβλέπονται με αυτές. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση έστω και εμμέσως κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ` αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθούς εννοίας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Αντιθέτως, δεν παραβιάζονται οι ίδιοι κανόνες όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του ότι η ελεγχομένη δήλωση βουλήσεως είναι σαφής και χωρίς κενά (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 115/2013). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού στη δικαιοπρακτική δήλωση βούλησης ή ασάφειας στη διατύπωση αυτής και για το λόγο αυτό η προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για τη συμπλήρωση του κενού ή την άρση της ασάφειας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν, από όσα το δικαστήριο της ουσίας δέχεται, δεν διευκρινίζεται η θέση του στο ζήτημα, αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη δήλωση βουλήσεως, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό, εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι παραπάνω ερμηνευτικές διατάξεις.
Εκ πλαγίου παραβίαση, κατά την άνω έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, μπορεί να συντελεστεί και επί των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ειδικότερα, τέτοια παραβίαση υπάρχει α) όταν δεν διευκρινίζεται επαρκώς, εάν υπάρχει ή όχι κενό στη δικαιοπραξία, αν το δικαστήριο έχει προβεί στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων και αν δεν παραθέτει σαφώς τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, β) όταν η απόφαση περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την εφαρμογή ή όχι των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και γ) όταν το δικαστήριο έσφαλε κατά την υπαγωγή των δεκτών γενόμενων περιστατικών στην έννοια του νόμου (ΑΠ 31/2020, ΑΠ 846/2008, ΑΠ 168/2006).
Στην περίπτωση δε, που ο προαναφερθείς αναιρετικός λόγος στηρίζεται σε παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ είναι αόριστος, αν δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το συγκεκριμένο σφάλμα, σχετικά με την καλή πίστη ( ΑΠ81/2020, ΑΠ548/2012, ΑΠ 476/2007, ΑΠ 1004/1993). Επίσης με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ.
β' του ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ, ορίζεται περαιτέρω ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005).
Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β' του αριθ. 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ223/2021,1106/2021, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1333/2018, ΑΠ 1512/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1662/2010).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.
Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος Στην περίπτωση δε που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση (ΑΠ 860/2018, ΑΠ 208/2018, ΑΠ 1226/2014, ΑΠ 2146/2014, ΑΠ 574/2010, ΑΠ 737/2008, ΑΠ 1300/2006, ΑΠ1207/2005, ΑΠ 320/2003).
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.6 του ΚΠΟΛΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α` του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση, πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος, από αυτή, λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται, καθόλου, πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Για να είναι, όμως, ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις, που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).
Επομένως, η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ) οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσία, και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ), πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα, προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης, ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, επί των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση, τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου, στο αναιρετήριο, σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998).
Μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτών των αναιρετικών λόγων, αφού έτσι δεν είναι δυνατή η στοιχειοθέτησή τους με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου (ΟλΑΠ 28/1998, ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 495/2010, ΑΠ 954/2008, ΑΠ 609/2008, ΑΠ 2173/2007, ΑΠ 1036/2000, ΑΠ 1353/2001).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση, από το δικαστήριο της ουσίας, των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν, με αυτά, κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο, του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες, εξαιρετικές, περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού, πλέον, πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 81/2020, ΑΠ 319/2017).
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 560 αρ.1 εδάφ. β" του ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της τα διδάγματα της κοινής πείρας και δη ότι παρέλειψε να εκτιμήσει ότι στα πρακτικά συνεδρίασης της Επιτροπής Διοίκησης του αναιρεσιβλήτου προς τον αναιρεσίβλητο ενώ δίδεται εντολή για χειρισμό υποθέσεών του, μεταξύ των οποίων και το επίδικο πρακτικό, δεν προσδιορίζεται το ύψος της αμοιβής του ή ο καθορισμός αυτής σύμφωνα με τον Κώδικα Δικηγόρων, το οποίο εάν το δικαστήριο της ουσίας ελάμβανε υπόψη του θα κατέληγε σε διαφορετικό συμπέρασμα ως προς την κατάρτιση σύμβασης εντολής μεταξύ των διαδίκων.
το όφελος και την αμοιβή του αναιρεσιβλήτου-εναγομένου. Ο λόγος, όμως, αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, ως προς την επικαλουμένη, παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, διότι δεν αναφέρεται ποια, συγκεκριμένα, διδάγματα παραβιάσθηκαν, ούτε ο συγκεκριμένος κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν αυτά εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παραβίαση, ο τρόπος, κατά τον οποίον παραβιάσθηκαν αυτά, ως και η κατά το αναιρεσείον ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, που προκύπτει από τα διδάγματα αυτά, που το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε.
Δηλαδή, δεν εκτίθεται η αποδοθείσα από το δικαστήριο της ουσίας έννοια στον κανόνα δικαίου, την οποία το αναιρεσείον χαρακτηρίζει εσφαλμένη. Τέλος, οι επικαλούμενες αιτιάσεις, αναφέρονται όχι στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή σ 'αυτούς των πραγματικών περιστατικών που έχουν γίνει δεκτά, αλλά ευθέως στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, οι οποίες όμως δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 560 αρ.1εδ.α ΚΠΟΛΔ πλημμέλεια. Ειδικότερα αποδίδεται στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, που δίκασε ως Εφετείο, ότι προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της εν μέρει ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου δικηγόρου για την επιδίκαση σε αυτόν της νόμιμης αμοιβής του από τη σύμβαση εντολής με το αναιρεσείον - εναγόμενο για τη σύμπραξή του στον αναφερόμενο στην αγωγή συμβιβασμό, δεν προσέφυγε στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Ο τρίτος λόγος κατά το πρώτο μέρος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, η οποία καθιστά, εν προκειμένω, ανέφικτο τον αναιρετικό τους έλεγχο. Τούτο δε διότι, για τη θεμελίωση του, δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, με πληρότητα, όπως είναι αναγκαίο, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις της παρούσας, οι κρίσιμες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, από τις οποίες να προκύπτει εάν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, την ύπαρξη ή μη κενού ή αμφιβολίας σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει σε ερμηνεία της, σύμφωνα με τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ .
Αντίθετα στο αναιρετήριο αναφέρονται μόνο αποσπάσματα της προσβαλλόμενης, τα οποία επέλεξε, κατά το δοκούν, το αναιρεσείον, αλλά με βάση αυτά και μόνο δεν είναι εφικτός ο έλεγχος της βασιμότητάς του πιο πάνω λόγου αναίρεσης. Επίσης, δεν προσδιορίζεται, στο αναιρετήριο, ποιοι όροι της ένδικης σύμβασης εντολής ερμηνεύτηκαν εσφαλμένα και ποιο είναι το σφάλμα της αναιρεσιβαλλομένης, σχετικά με την καλή πίστη, ώστε να κριθεί στη συνέχεια η παραβίαση των διατάξεων του Κώδικα Δικηγόρων περί της αμοιβής του ενάγοντος.
Περαιτέρω, ο τρίτος λόγος αναίρεσης,κατά το δεύτερο μέρος, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 560 αρ.6 ΚΠΟΛΔ πλημμέλεια με την ειδικότερη αιτίαση ότι ο αναιρεσίβλητος - ενάγων δικηγόρος εντολοδόχος δεν απέδειξε τη σύμπραξή του στην κατάρτιση συμβιβασμού μεταξύ του αναιρεσείοντος- εναγομένου εντολέα του και της Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης Αποχέτευσης Πατρών (ΔΕΥΑΠ) είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Τούτο διότι υπό την επίκληση της του άρθρου 560 αρ.6 ΚΠΟΛΔ πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠΟΛΔ).
Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Επίσης πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσείον, ως ηττώμενος διάδικος, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176,183 και 191ΚΠολΔ),ενόψει του ότι, το αναιρεσείον ναι μεν αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και έχει τα προνόμια απαλλαγών και ατελειών του Δημοσίου (άρθρο 28 παρ.4 και 5 Ν. 2579/1998), η νομική του όμως υπηρεσία δεν ασκείται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους ώστε να έχει εφαρμογή το άρθρο 22 παρ.3 του ν.3693 /1957 περί μειωμένης δικαστικής δαπάνης ( ΑΠ 151/2020, ΑΠ 1492/2017,ΑΠ 675/2015, ΑΠ 1362/2013), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10.10.2018 αίτηση του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Παμπελοποννησιακό Εθνικό Αθλητικό Κέντρο Πατρών", για αναίρεση της υπ' αριθ. 438/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου
Πατρών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ (Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου) ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ