Supreme Court partially allows appeal against child abduction conviction, extending relief to co-defendants.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal filed by a defendant convicted of child abduction, striking down provisions regarding political rights deprivation and sentencing. While the appeal was procedurally valid, the court extended the favorable ruling to co-defendants who did not file the appeal themselves, based on the principle that objective benefits apply to all accomplices. Consequently, the case was remitted for a new trial regarding the struck-down provisions, while other parts of the original judgment remained in force.
Legislator headnote
AI generatedArticles 324(1)(a) and 2(b) of the Penal Code; The principle of extension of favorable appellate rulings applies to co-defendants who did not file the appeal, provided the benefit is objective and not personal to the appellant.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1363 / 2020 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1363/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γεωργίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη -Εισηγητή, Βασιλική Ηλιοπούλου, Μαρία Βασδέκη και Νικόλαο Βεργιτσάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δ. Παπαγεωργίου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ε. Δ... του Α., κρατούμενης στο Κατάστημα Κράτησης ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κατσαβό, για αναίρεση της υπ'αριθ. 110/2019 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11.11.2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 85/11.11.2019 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1702/19.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: 1) να εφαρμοστεί ο επιεικέστερος νόμος, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις διατάξεις της: α) περί αποστέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων, β) περί απόρριψης των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' και ε' του νέου Π.Κ, και γ) περί επιμέτρησης της επιβλητέας ποινής, 2) να απαλειφθεί η διάταξη περί αποστέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων, 3) να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τα ως άνω αναιρούμενα μέρη και 4) να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 11-11-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 85/11-11-2019 αίτηση της Ε. Δ. του Α. και Σ. Φ., κατοίκου ... (οδός Β. ... αριθμός ..) και ήδη κρατούμενης στο Κατάστημα Κράτησης Γυναικών ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 110/2019 καταδικαστικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, από την ίδια προσωπικά, με δήλωσή της, ενώπιον του Προϊσταμένου Διεύθυνσης του εν λόγω Καταστήματος, Γ. Μ. (άρθρα 473 παρ. 2, 3 και 474 παρ. 1 εδάφ. β', 3 του Κ.Π.Δ.), αφού η προσβαλλομένη απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού τμήματος του ανωτέρω Εφετείου, στις 1-11-2019, με αριθμό 571.
Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των λόγων της.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 324 παρ. 1 εδαφίου α' και 2 εδαφίου β' του Π.Κ. ορίζεται ότι: "1 εδ. α. Όποιος αφαιρεί ανήλικο από τους γονείς, τους επιτρόπους ή από οποιονδήποτε δικαιούται να μεριμνήσει για το πρόσωπό του ή όποιος υποστηρίζει την εκούσια διαφυγή του ανηλίκου από την εξουσία των παραπάνω προσώπων τιμωρείται με φυλάκιση. 2.
Αν ο ανήλικος δεν έχει συμπληρώσει τα δεκατέσσερα έτη επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα έτη.... Σε κάθε περίπτωση, αν ο υπαίτιος τέλεσε την πράξη...... για να επιτύχει τη μεταβολή της οικογενειακής τάξης του ανηλίκου επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα έτη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στοιχεία του εν λόγω εγκλήματος είναι:
α) η αρπαγή του ανηλίκου που δεν συμπλήρωσε το 14ο έτος της ηλικίας του, β) η τέλεση της αρπαγής με σκοπό να επιτευχθεί η μεταβολή της οικογενειακής τάξης του ανηλίκου. Μεταβολή της οικογενειακής τάξης του ανηλίκου είναι η αρπαγή για παράνομη υιοθεσία του ανηλίκου. Τετελεσμένο είναι το έγκλημα με την αφαίρεση του ανηλίκου από την επιμέλεια του δικαιούχου προσώπου.
Υποκειμενικά απαιτείται δόλος (και ενδεχόμενος δόλος αρκεί) που συνίσταται στη γνώση του δράστη ότι ο ανήλικος τελεί υπό γονική μέριμνα, επιμέλεια ή σε σχέση τέτοια που βάσει αυτής, άλλο πρόσωπο δικαιούται να μεριμνήσει για το πρόσωπό του και τη θέληση του δράστη να το αφαιρέσει από αυτήν. Το έγκλημα της αρπαγής ανηλίκου είναι διαρκές.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 45 του Π.Κ., συνάγεται ότι με τον όρο "από κοινού" τέλεση μιας αξιόποινης πράξης νοείται αντικειμενικώς σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικώς κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε συμμέτοχος να θέλει ή να αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, που διαπράττεται, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι ενεργούν με δόλο τέλεσης του ιδίου εγκλήματος.
Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επιμέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Ο κοινός δόλος αρκεί, χωρίς να υπάρχει ανάγκη εξειδίκευσης των επιμέρους τυπικών ενεργειών του καθενός συναυτουργού (Α.Π. 815/2013).
Από το άρθρο 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. που κυρώθηκε με το Ν.Δ/μα 53/1974, συνάγεται ότι η πολιτεία, μέσω των οργάνων της οφείλει να απαντά σε όλα τα επιχειρήματα του κατηγορουμένου και να εξετάζονται αυτά κατά τρόπο πραγματικό από το Δικαστήριο, δηλαδή το Δικαστήριο να προβαίνει σε αποτελεσματική εξέταση των παρατηρήσεων, επιχειρημάτων και αποδείξεων που επικαλούνται οι διάδικοι.
Αλλά και κατά τη διάταξη του άρθρου 178 παρ. 2 εδαφ. γ του Κ.Π.Δ. οι δικαστές και οι εισαγγελείς είναι υποχρεωμένοι να ερευνούν με επιμέλεια κάθε στοιχείο ή αποδεικτικό μέσο που επικαλέσθηκε υπέρ αυτού ο κατηγορούμενος, αν αυτό είναι χρήσιμο για να εξακριβωθεί η αλήθεια. Παραβίαση της ως άνω αρχής πέραν της αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Α' και 171 παρ. 1 εδάφ. δ' του Κ.Π.Δ. λόγος αναίρεσης (Α.Π. 101/2018, Α.Π. 1821/2016, Α.Π. 1819/2016). Αυτονόητη προϋπόθεση για να εξετασθεί και να απαντηθεί ένας ισχυρισμός ή μία ένσταση του κατηγορουμένου από το δικαστήριο, είναι η προβολή του κατά τρόπο σαφή και ορισμένο (Α.Π. 166/2013). Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 141 του Κ.Π.Δ.
προκύπτει ότι τα πρακτικά της ποινικής δίκης αποδεικνύουν, μέχρι να προσβληθούν ως πλαστά, όλα όσα καταχωρούνται σ' αυτά, μεταξύ των οποίων και οι ισχυρισμοί, δηλώσεις, προτάσεις και αιτήσεις των διαδίκων, καθώς και οι αποφάσεις του δικαστηρίου και οι διατάξεις εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση, χωρίς να χωρεί ανταπόδειξη (Α.Π. 380/2017), δηλαδή τα πρακτικά αποτελούν πλήρη απόδειξη τόσο κατά τις θετικές βεβαιώσεις τους, ότι τηρήθηκε κάποια διατύπωση, όσο και ως προς την έλλειψη διατύπωσης, η τήρηση της οποίας δεν βεβαιώνεται σ' αυτά (Α.Π. 669/2002).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 362 και 367 του Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδάφ.
δ' του Κ.Π.Δ. και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 του Κ.Π.Δ.), εκτός εάν τα συγκεκριμένα έγγραφα αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 911/2017, Α.Π. 947/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, δεν προέκυψε ότι υπήρχε παράλειψη του δικάσαντος Δικαστηρίου να εξετάσει και να απαντήσει σε προβληθέντα ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, στηριζόμενο στο άρθρο 211Α του Κ.Π.Δ. (υπό την αρίθμηση του προϊσχύσαντος Κ.Π.Δ.), αφού τέτοιος ισχυρισμός ουδέποτε υποβλήθηκε. Στα αποτελούντα πλήρη απόδειξη ως άνω πρακτικά δεν καταγράφεται το δικονομικό γεγονός της προβολής αυτού του ισχυρισμού, ούτε στην απολογία της αναιρεσείουσας (σελίδα 8), ούτε στην αρχική δήλωση (σελίδα 3) και στην αγόρευση (σελίδα 8) του συνηγόρου υπεράσπισής της.
Συνεπώς, δεν υπάρχει έλλειψη ακροάσεως ή ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ούτε συνέβη απόλυτη ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο και η πρώτη ως άνω αιτίαση είναι αβάσιμη και απορριπτέα. Αβάσιμη και απορριπτέα είναι και η δεύτερη αιτίαση διότι η αρχή της προφορικότητας και της δημοσιότητας δεν παραβιάσθηκε με την υπάρχουσα στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης αναφορά, ότι η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη "είχε κατηγορηθεί για σοβαρή υπόθεση αρπαγής ανηλίκου πανελλαδικά γνωστή" (σελίδα 10). Η παραδοχή αυτή δεν προέρχεται από εκτίμηση μη αναγνωσθέντος εγγράφου, όπως διατείνεται η αναιρεσείουσα, αλλά στηρίζεται στη δική της απολογία ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου, κατά την οποία η ίδια αναφέρθηκε στην πασίγνωστη υπόθεση της μικρής Μ. των ... λέγοντας "εγώ ήμουν στον Κορυδαλλό για την υπόθεση με τη Μ." (αυτολεξεί, σελίδα 8). Δηλαδή, το φερόμενο ως περιεχόμενο μη αναγνωσθέντος εγγράφου αποτελεί σημείο της απολογίας της αναιρεσείουσας. Έτσι, με βάση τα ανωτέρω, δεν έλαβε χώρα απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, εξαιτίας της προαναφερόμενης παραδοχής του σκεπτικού, το οποίο δεν παραβιάζει και το τεκμήριο αθωότητας, αφού σ' αυτό απλώς γίνεται λόγος για το πραγματικό (και γνωστό τοις πάσι) γεγονός ότι η αναιρεσείουσα είχε κατηγορηθεί σε εκείνη την υπόθεση (και όχι ότι είχε καταδικασθεί).
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ. σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 εδάφ. δ' του ιδίου Κώδικα, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο και ως προς τις δύο προεκτεθείσες αιτιάσεις της, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.
Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του Κ.Π.Δ., για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά.
Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνον ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και η συγκριτική στάθμιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.
Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Η συνδρομή του δόλου, κατ' αρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνο δε όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία.
Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται ανεπιτρέπτως, η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης υπ' αριθμό 110/2019 καταδικαστικής απόφασής του, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά την εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, επί λέξει, πραγματικά περιστατικά: "Η δεύτερη κατηγορουμένη που έχει γεννηθεί το έτος ..
και ο πρώτος κατηγορούμενος, που δεν τυγχάνουν διάδικοι στην παρούσα δίκη, είναι αθίγγανοι, και διαβιώνουν μαζί ως ζευγάρι στην .... Στις αρχές του Σεπτεμβρίου του έτους 2013, οι εν λόγω δύο κατηγορούμενοι μετέβησαν στο Γραφείο Δημοτολογίου του Δήμου Κατερίνης, προκειμένου να δηλώσουν ότι η δεύτερη γέννησε ένα θήλυ τέκνο που ήταν σχεδόν νεογέννητο και του είχαν δώσει το όνομα "Σ." και ζήτησε να εγγραφεί ως τέκνο δικό της και άγνωστου πατέρα στην οικογενειακή της μερίδα.
Η προϊσταμένη υπάλληλος του Δημοτολογίου Κατερίνης Μ. Ν., υποπτεύθηκε ότι κάτι περίεργο συμβαίνει, λόγω της μεγάλης ηλικίας της δεύτερης κατηγορουμένης (ετών 58 περίπου τότε) που φυσιολογικά δεν της επέτρεπε να γίνει μητέρα. Ζήτησε τη ληξιαρχική πράξη γέννησης του μωρού την οποία η δεύτερη κατηγορουμένη δεν είχε και της είπαν ότι θα την προσκομίσουν αργότερα, την ίδια ημέρα και στη συνέχεια αποχώρησαν.
Η δεύτερη κατηγορουμένη δεν επανήλθε εκείνη την ημέρα με τη ληξιαρχική πράξη γέννησης παρά μόνο στις 17-10-2013, προσκομίζοντας ένα απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης του Δήμου Αθηναίων, που έφερε αριθμό 209-20/2013. Σ' αυτό αναφερόταν ως χρόνος γέννησης του τέκνου η 5-5-2013 και ότι η δήλωση εγγραφής στο ληξιαρχείο Αθηνών είχε γίνει στις 6-9-2013.
Από την έρευνα των αρμοδίων υπαλλήλων του ληξιαρχείου Αθηνών προέκυψε ότι το ως άνω τέκνο δηλώθηκε στο ληξιαρχείο Αθηνών με μία υπεύθυνη δήλωση του Νόμου 1599/1986 του πρώτου κατηγορουμένου Ε.-Ι. Α., στην οποία ανέφερε ότι το παιδί (θήλυ) γέννησε η δεύτερη σε οικία στην Αθήνα επί της οδού ... αριθμός .., και το ονόμασαν Σ., παρά το ότι από την 8-5-2013 και εξής είχε αρχίσει να εφαρμόζεται το νέο πληροφοριακό σύστημα καταχώρησης των ληξιαρχικών πράξεων με βάση το οποίο όλες οι ληξιαρχικές πράξεις καταχωρούνταν πλέον με ηλεκτρονικό τρόπο.
Το περιστατικό θεωρήθηκε ύποπτο από τους υπαλλήλους του δημοτολογίου Αθήνας και αφού δόθηκε εισαγγελική παραγγελία για διεξαγωγή προανάκρισης, προέκυψε ότι το ως άνω τέκνο είχε γεννηθεί στις 5-5-2013 και η δήλωση εγγραφής της γέννησής του έγινε στο Ληξιαρχείο Αθηνών, στις 6-9-2013, δηλαδή έξι μήνες αργότερα, από τον έλεγχο δε που πραγματοποιήθηκε από τους αρμοδίους υπαλλήλους του Δημοτολογίου ως προς την παραπάνω δήλωση γεννήσεως, διαπιστώθηκε ότι ενώ είχε αρχίσει να εφαρμόζεται το νέο σύστημα καταχώρησης των ληξιαρχικών πράξεων από 8-5-2013, και η δεύτερη κατηγορουμένη Ζ.
Β., είχε δηλώσει το τέκνο στις 6-9-2013, ήτοι σε χρόνο που εφαρμοζόταν πλέον το νέο (ηλεκτρονικό) σύστημα καταχώρησης, η δήλωση δεν έγινε ηλεκτρονικά αλλά με την προσκόμιση μιας υπεύθυνης δήλωσης του Νόμου 1599/1986, με την οποία ο πρώτος κατηγορούμενος Ε. Α. δήλωσε αυτολεξεί τα εξής: "Η Ζ. Β. του Κ., γέννησε ένα κορίτσι στην Αθήνα, ... ., που το ονόμασαν Σ. (5-5-2013)".
Στη ληξιαρχική πράξη που εκδόθηκε, αναφέρεται ότι το τέκνο γεννήθηκε σε οικία στην Αθήνα επί της οδού .... Σε τηλεφωνική επικοινωνία ενός αστυνομικού κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας του Εισαγγελέως Αθηνών για αστυνομική προανάκριση υπό της Αστυνομικής Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Κατερίνης, προκειμένου να ανευρεθεί η δεύτερη κατηγορουμένη και προφασιζόμενος ότι είναι ενδιαφερόμενος για την αγορά οικίας της δεύτερης κατηγορουμένης στην Καλλιθέα, τη ρώτησε για την υγεία του μικρού τέκνου της για να διαπιστωθούν οι αντιδράσεις της.
Η κατηγορουμένη, όντας ανύποπτη, ξαφνιάστηκε και τον ρώτησε σε ποιο παιδί αναφέρεται και αυτός της είπε ότι εννοεί εκείνο που γέννησε πέρυσι. Τότε εκείνη του απάντησε ότι δεν είχε μικρό παιδί και ότι τα παιδιά της είναι μεγάλα και ότι έχει και εγγόνια. Στη συνέχεια προσήχθησαν στο Τμήμα Ασφαλείας Κατερίνης ο πρώτος και η δεύτερη κατηγορουμένη μαζί με το τέκνο (βρέφος), όπου παραδέχθηκαν ότι δεν είναι δικό τους, δηλαδή ότι δεν είναι οι βιολογικοί του γονείς, γεγονός που αποδείχθηκε και από την εξέταση του DNA αυτών (βλ.
αναγνωσθείσα σχετική έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης). Πρωταρχικό στοιχείο εκ του οποίου γεννήθηκαν υποψίες στους υπαλλήλους του δημοτολογίου Αθηνών ότι το τέκνο που δήλωσαν οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι δεν ήταν της δεύτερης κατηγορουμένης, αποτέλεσε η ηλικία της (ετών 59 όταν δηλώθηκε ότι γέννησε το ανωτέρω θήλυ τέκνο), η οποία κατά τεκμήριο αποκλείει να έμεινε έγκυος και να γέννησε στα 58 της χρόνια.
Οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, παραδέχθηκαν ότι το βρέφος δεν ήταν δικό τους αλλά ότι το είχε η τρίτη κατηγορουμένη με την οποία γνωριζόταν η δεύτερη και ότι τους το έδωσε για να το δηλώσουν σαν δικό τους, και συγκεκριμένα να το υιοθετήσουν με αυτόν τον παράνομο τρόπο. Ο σκοπός αυτών των πράξεων αυτών των κατηγορουμένων ήταν να εμφανισθεί ως τέκνο της δεύτερης και να δοθεί αργότερα για παράνομη υιοθεσία.
Ο λόγος που η τρίτη κατηγορουμένη έδωσε το παιδί στους δύο λοιπούς ήταν γιατί η ίδια δεν ήθελε να φανεί ότι το δηλώνει για δικό της αφού είχε ήδη κατηγορηθεί για σοβαρή υπόθεση αρπαγής ανηλίκου που έγινε πανελλαδικά γνωστή εξ αφορμής της οποίας είχε διενεργηθεί έλεγχος των ληξιαρχικών πράξεων σε όλα τα Ληξιαρχεία της χώρας.
Οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, το μόνο περιστατικό που ομολόγησαν είναι το ότι το βρέφος δεν το γέννησε η δεύτερη αλλά τους το έδωσε η τρίτη κατηγορουμένη και τούτο, γιατί γνώριζαν πολύ καλά ότι αυτό θα διαπιστωνόταν, ότι δηλαδή δεν είναι η δεύτερη η βιολογική του μητέρα, με τη μέθοδο της εξέτασης του DNA.
Εφεύραν δε τον ισχυρισμό ότι το πήραν από την τρίτη κατηγορουμένη για να το υιοθετήσουν, που όμως δεν συνάδει με την κοινή λογική και την οικογενειακή τους κατάσταση, λαμβανομένου υπόψη ότι έχουν όχι μόνο πολλά παιδιά αλλά και εγγόνια και δεν δικαιολογείται η επικαλούμενη ανάγκη τους να υιοθετήσουν ένα ξένο παιδί και μάλιστα με παράνομο τρόπο ώστε να θέσουν τον εαυτό τους σε κίνδυνο να κατηγορηθούν γι' αυτήν την πράξη τους, δεδομένης της γνώσης τους ότι η πράξη τους είναι παράνομη και της γνώσης τους η τρίτη κατηγορουμένη που τους παρέδωσε το βρέφος, είχε εμπλοκή σε παράνομες υιοθεσίες.
Οι ανωτέρω πράξεις των κατηγορουμένων με τη συμμετοχή και της τρίτης, που τους παρέδωσε το ανήλικο τέκνο, να προσπαθήσουν με παράνομο τρόπο δηλώνοντας ψευδή στοιχεία στα αρμόδια όργανα της Πολιτείας, να εγγράψουν στο δημοτολόγιο το τέκνο ως γεννηθέν από τη δεύτερη, με σκοπό να το απομακρύνουν από τη γονική μέριμνα των πραγματικών βιολογικών του γονέων, στοιχειοθετούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση της πράξης για την οποία κατηγορούνται, ήτοι της από κοινού αρπαγής ανηλίκου που δεν συμπλήρωσε τα 14 έτη με σκοπό να επιτύχουν τη μεταβολή της οικογενειακής του τάξης και κατά συνέπεια πρέπει να κηρυχθούν άπαντες ένοχοι ως και πρωτοδίκως, όπως ειδικότερα στο διατακτικό διαλαμβάνεται".
Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας, που δίκασε, όπως προεκτέθηκε, σε δεύτερο βαθμό, αφού απέρριψε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, περί αναγνώρισης στο πρόσωπό της των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' και ε' του Π.Κ., την κήρυξε ένοχη, κατά συναυτουργία, του ότι: "Στον παρακάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, από κοινού και κατόπιν συναπόφασης με πρόθεση αφαίρεσαν ανήλικο, το οποίο δεν έχει συμπληρώσει τα δεκατέσσερα χρόνια του, από τους γονείς του, οι οποίοι δικαιούνται να μεριμνήσουν για το πρόσωπό του, με σκοπό να επιτύχουν τη μεταβολή της οικογενειακής τάξης του ανηλίκου.
Ειδικότερα, σε άγνωστο, εισέτι, κατά την ανάκριση τόπο και χρόνο, πάντως σε χρονικό διάστημα ενός έτους προ της συλλήψεως των δύο πρώτων κατηγορουμένων, Ε.-Ι. Α... του Δ. και Ζ. Β... του Κ., που έλαβε χώρα την 06-03-2014, αφαίρεσαν από κοινού και κατόπιν συναπόφασης ένα θήλυ ανήλικο, α.λ.σ., από τους γονείς του, ομοίως α.λ.σ., οι οποίοι είχαν τη γονική μέριμνα αυτού, ήτοι απομάκρυναν το ανήλικο από τον τόπο διαμονής του, στην οικία των δύο πρώτων κατηγορουμένων, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε οι γονείς του ανηλίκου που ασκούν πραγματικά την επιμέλειά του σύμφωνα με το νόμο να στερηθούν τη δυνατότητα ανατροφής και επίβλεψής του.
Το εν λόγω ανήλικο δεν έχει συμπληρώσει τα δεκατέσσερα χρόνια του, ήτοι είναι ηλικίας περίπου ενός έτους, βάσει αναπτυξιολογικών κριτηρίων, γεγονός που οι κατηγορούμενοι γνώριζαν. Σκοπός δε της ανωτέρω πράξης τους ήταν να επιτύχουν τη μεταβολή της οικογενειακής τάξης του ανηλίκου, ήτοι να μεταβάλουν την δικαιολογική σχέση που παρήχθη με τη γέννησή του και στηρίζεται στο γεγονός ότι αυτό ανήκει σε ορισμένη οικογένεια, με την οποία συνδέεται με την καταγωγή και συγκεκριμένα της συγκάλυψης αυτής (οικογενειακής τάξης) διά της υποβολής του εν λόγω ανηλίκου, ήτοι της εμφάνισης αυτού ως φυσικού τέκνου της εκ των κατηγορουμένων, Ζ.
Β... του Κ., με καταχώρηση της γεννήσεως αυτού από την τελευταία στο ληξιαρχείο Αθηνών, συνταχθείσας προς τούτο της ληξιαρχικής πράξης γεννήσεως με αριθμό 209/20/2013 στην οποία αναφέρεται το ανήλικο με το όνομα Σ. και το επώνυμο Β. γεννηθέν στην Αθήνα στις 5-5-2013".
Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, κατά την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, δυνάμει των οποίων έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 16, 17, 18 εδαφ.
α', 26 παρ. 1, 27, 45, 51, 52, 60, 63, 79 και 324 παρ. 2, 1 του Π.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε. Αναφορικά με τις ειδικότερες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας λεκτέα τα ακόλουθα: Οι και στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης σαφείς παραδοχές, μεταξύ των οποίων: "Το παιδί το είχε η τρίτη κατηγορουμένη.... Ο λόγος που η τρίτη κατηγορουμένη έδωσε το παιδί στους δύο λοιπούς ήταν γιατί η ίδια δεν ήθελε να φανεί ότι το δηλώνει για δικό της αφού είχε ήδη κατηγορηθεί για σοβαρή υπόθεση αρπαγής ανηλίκου που έγινε πανελλαδικά γνωστή εξ αφορμής της οποίας είχε διενεργηθεί έλεγχος των ληξιαρχικών πράξεων σε όλα τα Ληξιαρχεία της χώρας.....
και της γνώσης τους ότι η τρίτη κατηγορουμένη που τους παρέδωσε το βρέφος είχε εμπλοκή με παράνομες υιοθεσίες", θεμελιώνουν με την απαιτούμενη κατά νόμο επάρκεια την κατάφαση όλων όσων απαιτούνται, κατά τα προεκτεθέντα, για την πλήρωση της υποκειμενικής και αντικειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης για την οποία κηρύχθηκε ένοχη η αναιρεσείουσα, ότι τέλεσε από κοινού με άλλους δύο συγκατηγορουμένους της, οι οποίοι δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη.
Περαιτέρω, η αιτίαση της αναιρεσείουσας περί του ότι οι παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση για την ενοχή της δεν εναρμονίζονται με το αναγνωσθέν έγγραφο-αποδεικτικό στοιχείο, ήτοι με το από 25-4-2014 αποφυλακιστήριο, απαραδέκτως προβάλλεται, διότι πλήττει την ορθότητα αξιολόγησης αποδεικτικού μέσου, που αναιρετικά είναι ανέλεγκτη.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.
Η, κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, είναι αναγκαίο να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, τη θεμελίωση δηλαδή, της εκφερόμενης δικαιοδοτικής κρίσης σε σχέση με την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου, αλλά πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, ήτοι εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν υποβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που κατά νόμο απαιτούνται για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγήσουν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα.
Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει ή να αιτιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή τους (Ολ. Α.Π. 2/2005, Α.Π. 1024/2020). Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και εκείνος, που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο για συνδρομή στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περίστασης από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του Π.Κ., αφού η παραδοχή τους οδηγεί, σύμφωνα με την παρ. 1 του αυτού άρθρου, στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ιδίου Κώδικα.
Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το ανωτέρω άρθρο 84 παρ. 2 του παλαιού Π.Κ. που ίσχυε πριν την 30-6-2019 και κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλομένης απόφασης (22-2-2019), θεωρούντο, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες σ' αυτό υπό στοιχεία α' και ε', ήτοι α) "το ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή" και ε) "το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του".
Στην προκειμένη υπόθεση όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης, ο συνήγορος υπεράσπισης της τότε τρίτης κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, "ανέπτυξε προφορικά αυτοτελείς ισχυρισμούς της εντολέως του περί αναγνώρισης στο πρόσωπο αυτής των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 περ.
α' και ε' του Π.Κ., καθόσον η εντολέας του μέχρι το 2013 είχε λευκό ποινικό μητρώο, έξι χρόνια μετά δεν έχει άλλη πράξη, φυλακίστηκε για την υπόθεση με τη Μ., παλεύει μόνη της και προσπαθεί να προσφέρει". Το Δικαστήριο της ουσίας, απέρριψε τους προαναφερθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, με την ακόλουθη, κατά πιστή μεταφορά, αιτιολογία: "Περαιτέρω, η τρίτη κατηγορουμένη επικαλέστηκε διά του συνηγόρου υπεράσπισής της ότι μέχρι το έτος 2013 ήταν λευκής ποινικής κατάστασης, στη συνέχεια φυλακίσθηκε για την υπόθεση παράνομης υιοθεσίας (που αναφέρεται στο σκεπτικό περί ενοχής), και στη συνέχεια δεν τέλεσε άλλη πράξη.
Όμως, τα περιστατικά αυτά αποκλείουν παντάπασιν τον πρότερο έντιμο βίο. Σχετικά με την καλή συμπεριφορά μετά την πράξη της, δεν αρκεί μόνο ο ισχυρισμός ότι επέδειξε καλή δηλαδή διαγωγή μετά την πράξη της χωρίς συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που απαιτεί η διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' του Π.Κ., ώστε να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση του εν λόγω άρθρου διότι, για να αναγνωρισθεί η εν λόγω ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς Ε.
του υπαιτίου, αφού τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική ερμηνεία ως προς την ποιότητα του ήθους και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, απαιτείται δε, εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη, ήτοι επωφελής για την κοινωνία δράση του κατηγορουμένου, που δεν επικαλέσθηκε ούτε απέδειξε η εν λόγω κατηγορουμένη και επομένως οι ως άνω αυτοτελείς ισχυρισμοί της είναι απορριπτέοι (Α.Π. 993/2011)".
Κατά τη διάταξη του άρθρου 511 του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως αντικαταστάθηκε το δεύτερο εδάφιο αυτού με το άρθρο 13 του Νόμου 4637/2019 και ισχύει από την 18-11-2019 "Αν εμφανισθεί ο αναιρεσείων και κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, το μεταγενέστερο της δημοσίευσης της προσβαλλομένης απόφασης επιεικέστερο νόμο σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του Π.Κ.
Στην προκειμένη περίπτωση, ύστερα από τη θέση σε ισχύ του νέου Ποινικού Κώδικα (Νόμος 4619/2019) από 1-7-2019, δηλαδή μετά τη δημοσίευση της προσβαλλομένης υπ' αριθμό 110/2019 καταδικαστικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, καταργήθηκε η παρεπόμενη ποινή της αποστέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων (άρθρα 59 επόμ.
του προϊσχύσαντος Π.Κ.), η οποία, εν προκειμένω, έχει επιβληθεί στην αναιρεσείουσα. Συνάμα, οι διατάξεις του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' και ε' του νέου Ποινικού Κώδικα, που αφορούν τις ελαφρυντικές περιστάσεις του προτέρου σύννομου βίου και της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, είναι ευμενέστερες των αντιστοίχων προϊσχυσασών διατάξεων του καταργηθέντος Ποινικού Κώδικα.
Ειδικότερα, διευρύνεται η δυνατότητα αναγνώρισης της πρώτης ελαφρυντικής περίστασης, καθόσον υιοθετήθηκε το δεκτικό βεβαίωσης κριτήριο της "νόμιμης" Ζ. έναντι του απροσδιόριστου κριτηρίου της "έντιμης" Ζ. και δεν ελέγχεται πλέον η κατά το άρθρο 9 παρ. 1 εδάφ. β' του Συντάγματος "απαραβίαστη" προηγούμενη ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του υπαιτίου.
Κριτήριο, επομένως, για τη συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 1 περ. α' του νέου Π.Κ. είναι η σύννομη ζωή του υπαιτίου, που υπάρχει όταν αυτός δεν έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη παραβιάζοντας επιτακτικούς ή απαγορευτικούς κανόνες δικαίου και, πάντως, το λευκό ποινικό μητρώο δεν αποτελεί το μόνο αποδεικτικό στοιχείο για την κατάφαση της συνδρομής της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης, του δικαστή δυναμένου να κρίνει στο πλαίσιο που ορίζεται από το άρθρο 178 του Κ.Π.Δ. (Α.Π. 1466/2019).
Ως προς την άλλη ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' του νέου Π.Κ., η καλή συμπεριφορά του υπαιτίου αξιολογείται ως ελαφρυντική περίσταση, βάσει της νέας διάταξης, ακόμη και όταν αυτός υφίσταται τον εξαναγκασμό της φυλακής και αυτή η παράμετρος καθιστά ευμενέστερη τη νυν ισχύουσα διάταξη (Α.Π. 1466/2019).
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ως προς την παρεπόμενη ποινή της στέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων και τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' και ε' του νέου Π.Κ., συντρέχει περίπτωση αυτεπάγγελτης εφαρμογής (κατά τα άρθρα 2 παρ. 1 του Π.Κ. και 511 του Κ.Π.Δ.) των επιεικέστερων διατάξεων του ισχύοντος Ποινικού Κώδικα και αφού είναι παραδεκτή η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί, εν μέρει, η προσβαλλομένη απόφαση, ως προς τις διατάξεις της:
α) περί αποστέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων της τότε τρίτης κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας, διάρκειας τριών (3) ετών, β) περί απόρριψης των αυτοτελών ισχυρισμών περί αναγνώρισης στο πρόσωπό της των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' και ε' του νέου Π.Κ. και γ) αναγκαίως ως προς την περί επιμέτρησης ποινής διάταξή της, και στη συνέχεια:
α) να απαλειφθεί από τον Άρειο Πάγο από το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης η διάταξη, με την οποίαν καταγιγνώσκεται στην αναιρεσείουσα, η αποστέρηση των πολιτικών της δικαιωμάτων, αφού δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής στο Δικαστήριο της ουσίας, ελλείψει αντικειμένου έρευνας κατά τούτο, και β) να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συγκροτούμενο, εφόσον είναι δυνατό, από τους ίδιους Δικαστές, οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως, και τούτο εφόσον πρόκειται να κριθεί μόνο το σκέλος της ποινής για την αναιρεσείουσα (άρθρο 522 του Κ.Π.Δ.).
Επισημαίνεται πως λόγω της κατά τα ως άνω νέας επιμέτρησης η αιτίαση της αναιρεσείουσας περί έλλειψης αιτιολογίας στην προσβαλλόμενη καθόσον αφορά την επιμέτρηση της ποινής της είναι άνευ αντικειμένου. Τέλος, κατά τα λοιπά, πρέπει να απορριφθεί στην ουσία της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 469 εδαφ. α του Κ.Π.Δ., "Αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με το νόμο από την ευθύνη του άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους, ακόμη και όταν χορηγείται μόνο σ' αυτόν από το νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπό του, ωφελούν και τους υπολοίπους κατηγορουμένους".
Κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης δικαιολογητικός λόγος της οποίας είναι η αρχή της ισότητας και η εναρμόνιση των ευνοϊκών αποτελεσμάτων για όλους τους συμμέτοχους, γενικές προϋποθέσεις για όλες τις άνω προβλεπόμενες περιπτώσεις εφαρμογής της ως άνω διάταξης του άρθρου αυτού είναι: α) να ασκήθηκε ένδικο μέσο από συγκατηγορούμενο που δικαιούνταν να ασκήσει αυτό και δεν κρίθηκε για οποιονδήποτε λόγο απαράδεκτο, β) οι προταθέντες από αυτόν λόγοι να μην άρμοζαν αποκλειστικά στο πρόσωπό του και γ) οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι, είτε δεν δικαιούνται να ασκήσουν το ένδικο μέσο, είτε δικαιούνται μεν, αλλά δεν το άσκησαν εντός της νόμιμης προθεσμίας ή το άσκησαν και τούτο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο.
Δηλαδή, καθιερώνεται υπέρ του συγκατηγορουμένου του ασκήσαντος το ένδικο μέσο της αναίρεσης επέκταση της ευνοϊκής κρίσης του Αρείου Πάγου, αν οι λόγοι που έγιναν δεκτοί δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο αυτού που άσκησε παραδεκτά το ένδικο μέσο, το οποίο τελικά έγινε δεκτό και ως βάσιμο. Εάν συντρέχουν οι όροι αυτοί, εφόσον με το ασκηθέν ένδικο μέσο βελτιώθηκε η θέση αυτού που το άσκησε, ωφελούνται και οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι, αλλά μόνον για αντικειμενικούς λόγους, που δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του ασκήσαντος το ένδικο μέσο και όχι για λόγους προσωπικούς.
Οι ωφελούμενοι κατά τα παραπάνω από το επεκτατικό αποτέλεσμα, δικαιούνται και δεν υποχρεούνται να συμμετάσχουν στη δίκη ως διάδικοι, κατά τη συζήτηση του ενδίκου μέσου του άλλου και να ζητήσουν εφαρμογή του επεκτατικού αποτελέσματος και σε αυτούς, χωρίς να δικαιούνται να προβάλουν άλλους ίδιους λόγους, κυρίους ή προσθέτους, το δε Δικαστήριο επεκτείνει και σε αυτούς αυτεπαγγέλτως το ευεργετικό αποτέλεσμα που προέκυψε από το ένδικο μέσο του αναιρεσείοντος (Α.Π. 947/2020, Α.Π. 189/2020, Α.Π. 751/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση και σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν στην αμέσως παραπάνω μείζονα σκέψη, το αναιρετικό αποτέλεσμα, ως προς τις διατάξεις περί αποστέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων, πρέπει να επεκταθεί και ως προς τους μη ασκήσαντες το ένδικο μέσο της αναίρεσης συγκατηγορουμένους της αναιρεσείουσας, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, εν μέρει την απόφαση, με αριθμό 110/2019, του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, καθόσον αφορά την αναιρεσείουσα Ε. Δ. του Α., ως προς τις διατάξεις της: α) περί αποστέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων της, β) περί απόρριψης των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' και ε' του νέου Π.Κ. και γ) περί επιμέτρησης της επιβλητέας ποινής.
Απαλείφει από το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης τη διάταξη που αφορά την αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων, η διάρκεια της οποίας ορίσθηκε σε τρία (3) έτη.
Επεκτείνει το αναιρετικό ως άνω αποτέλεσμα της ένδικης αναίρεσης μόνον καθόσον αφορά την απάλειψη της διάταξης περί αποστέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων και στους συγκαταδικασθέντες για την πράξη της αρπαγής ανηλίκου που δεν συμπλήρωσε τα 14 έτη με σκοπό να πετύχουν τη μεταβολή της οικογενειακής τάξης του ανηλίκου κατά συναυτουργία, συγκατηγορουμένους της αναιρεσείουσας: 1) Ε.-Ι. Α. του Δ. και της Β. και 2) Ζ. Β. του Κ. και της Ζ., κατοίκων ... (οδός ... αριθμός ..).
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για νέα, κατά τούτο, συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συγκροτούμενο, εφόσον είναι δυνατό, από τους ίδιους Δικαστές, οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως.
Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την από 11-11-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 85/11-11-2019 του Προϊσταμένου Διεύθυνσης του Καταστήματος Κράτησης Γυναικών ... αίτηση της Ε. Δ. του Α. και Σ. Φ., κατοίκου ... (οδός Β. ... αριθμός ..) και ήδη κρατούμενης στο Κατάστημα Κράτησης Γυναικών ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 110/2019 καταδικαστικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2020.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Δεκεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ