Supreme Court dismisses appeal arguments due to insufficient factual clarity in the lower court's judgment regarding contract performance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal by annulling the First Instance Court's decision due to insufficient factual clarity. The appellant argued that the lower court failed to clearly establish whether the defendant completed the mold construction or selected specific materials, creating legal uncertainty. Consequently, the court ruled that the judgment violated substantive law requirements for clarity, necessitating a remand for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 111(2), 118(4), 216(1) of the Code of Civil Procedure; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: A judgment is voidable if it lacks a clear exposition of the facts necessary to establish the claim, preventing the court from determining legal validity or the defendant from mounting a defense.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 135 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)M.K.
Αριθμός 135/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου, Μαρία Ανδρικοπούλου και Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία ... που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Καραγιαννακίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: μονοπρόσωπης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ... που εδρεύει στη Σόφια της Βουλγαρίας και εκπροσωπείται νόμιμα. Eκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Βαβούρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-06-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6686/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1773/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-08-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (AΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017).
Εξάλλου, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (ΑΠ 5/2020).
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια (ΑΠ 261/2020, ΑΠ 1487/2017).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 681 του ΑΚ καθορίζονται τα ουσιώδη στοιχεία της συμβάσεως μισθώσεως έργου, που είναι η συμφωνία των συμβαλλομένων, το έργο και η αμοιβή, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 694 του ιδίου Κώδικα, καταβάλλεται κατά την παράδοση του έργου, εκτός αν η παράδοση τούτου συμφωνήθηκε κατά τμήματα, οπότε καταβάλλεται με την παράδοση εκάστου τμήματος.
Ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κυρίας υποχρεώσεως του εργολάβου, συνισταμένη στην εκτέλεση και προσπόριση του έργου στον εργοδότη, στην περιέλευση δηλαδή τούτου στη σφαίρα εξουσιάσεως του τελευταίου, υπό την προϋπόθεση ότι το έργο είναι το προσήκον, ήτοι δεν είναι εντελώς διάφορο του συμφωνηθέντος, διότι τότε ο εργολάβος δεν θεωρείται ότι προεκπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται κατ` άρθρο 694 Α.Κ.
της συμφωνηθείσας αμοιβής του (ΑΠ 1019/2020, ΑΠ 1070/2017, ΑΠ 723/2015). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 686 εδ.β ΑΚ προς εκείνες των άρθρων 340, 383 έως 385, 387, 389, 390 και 904 επ. ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση υπερημερίας του εργολάβου, ο εργοδότης μπορεί ή να απαιτήσει αποζημίωση για τη μη εκπλήρωση ή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, αφού τάξει στον εργολάβο εύλογη προθεσμία εκπληρώσεως, συνοδευόμενη και από τη σαφή δήλωση ότι μετά την πάροδο της προθεσμίας αποκρούει την παροχή και παρέλθει πράγματι άπρακτη η προθεσμία, εκτός αν από την όλη στάση του εργολάβου προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι θα ήταν άσκοπος ο ορισμός προθεσμίας ή αν ο εργοδότης εξαιτίας της υπερημερίας δεν έχει συμφέρον στην εκτέλεση της συμβάσεως.
Με τη μονομερή και απευθυντέα δήλωση του εργοδότη προς τον εργολάβο περί υπαναχωρήσεως από τη συναφθείσα μεταξύ τους σύμβαση, η σύμβαση αυτή καταργείται από τη στιγμή της καταρτίσεώς της (ex tunc), η νομική σχέση μεταξύ τους λύεται αυτοδικαίως και αναδρομικώς επέρχεται απόσβεση των υποχρεώσεών τους για παροχή που πηγάζουν από τη σύμβαση και δημιουργείται υποχρέωσή τους να αποδώσουν αμοιβαίως τις παροχές που τυχόν έλαβαν κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΠ 791/2020, ΑΠ 973/2015, ΑΠ 113/2014).
Τέλος, οι συνέπειες του άρθρου 686 εδ.β του ΑΚ δεν επέρχονται και ο εργοδότης δεν δικαιούται να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση στην περίπτωση κατά την οποία η μη εκτέλεση του έργου οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του ίδιου του εργοδότη, ο δε συναφή ισχυρισμός του εργολάβου, ενόψει της ενδοσυμβατικής ευθύνης του και της τεκμαιρόμενης κατά τα άρθρα 330 και 342 ΑΚ υπαιτιότητάς του, συνιστά ένσταση καταλύουσα το δικαίωμα του εργοδότη να υπαναχωρήσει κατά τα ανωτέρω από τη σύμβαση έργου (ΑΠ 791/2020, ΑΠ 897/2019, ΑΠ 1708/2017, ΑΠ 113/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την από 7-6-2011 αγωγή της, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είχε ισχυρισθεί τα εξής: Ότι στις 12-09-2003 κατόπιν προσφοράς της εναγόμενης και αποδοχής της από την ενάγουσα καταρτίστηκε μεταξύ τους σύμβαση έργου σύμφωνα με την οποία η εναγόμενη ανέλαβε να κατασκευάσει αρχικά δύο φόρμες έγχυσης (καλούπια) μονής κοιλότητας, εκ των οποίων το πρώτο θα χρησιμοποιούνταν για την κατασκευή ανακλαστήρα φωτιστικού σώματος και το δεύτερο για την κατασκευή βάσης του φωτιστικού.
Ότι συμφώνησαν τα πρώτα δοκιμαστικά μοντέλα να παραδοθούν σε διάστημα 140 εργάσιμων ημερών από την έγκριση των τελικών σχεδίων και ότι αν δεν απαιτούνταν τροποποιήσεις, τα τελικά εξαρτήματα που επίσης θα παρήγαγε η εναγόμενη, ήτοι ανακλαστήρες και βάσεις θα ήταν έτοιμα μετά από 20 εργάσιμες ημέρες. Ότι η αμοιβή της εναγόμενης συμφωνήθηκε, κατόπιν διόρθωσής της, στο ποσό των 75.760 ευρώ και δη στο ποσό των 39.700 ευρώ για το καλούπι ανακλαστήρα και στο ποσό των 36.060 ευρώ για το καλούπι βάσης, καταβλητέο της ημερομηνίες που αναφέρονται στην αγωγή, ενώ συμφωνήθηκε τα καλούπια να παραμείνουν στην κατοχή της εναγόμενης προκειμένου να κατασκευάσει τα υπόλοιπα δύο εξαρτήματα.
Ότι η ενάγουσα κατέβαλε μέχρι τα τέλη Νοεμβρίου 2003 στην εναγόμενη το ποσό των 51.560 και απέμεινε το ποσό των 24.200 ευρώ το οποίο κατά τη συμφωνία τους έπρεπε να καταβληθεί κατά την έγγραφη έγκριση των τελικών δειγμάτων. Ότι η εναγόμενη μετά την έγκριση των τελικών σχεδίων τον Δεκέμβριο 2003, κατασκεύασε εντός 140 εργασίμων ημερών τα πρώτα δοκιμαστικά μοντέλα, τα οποία όμως δεν ήταν ικανοποιητικά και δεν πληρούσαν τις προδιαγραφές που είχε θέσει στην εναγόμενη και ότι η τελευταία περί τα τέλη 2006 δήλωσε ότι αδυνατούσε να επιτύχει τη βελτίωση τους.
Ότι παρ' όλα αυτά η ενάγουσα έστειλε στην εναγόμενη τον Φεβρουάριο του έτους 2007 το κατάλληλο υλικό αξίας 4.100 ευρώ, προκειμένου η τελευταία να κατασκευάσει τον ανακλαστήρα και τη βάση του φωτιστικού. Ότι η εναγόμενη έκτοτε δεν προέβη στην κατασκευή αυτών, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της, μάλιστα δε τον Οκτώβριο 2009 ο εκπρόσωπός της μετέβη αυτοπροσώπως στο εργοστάσιο της εναγομένης και έλαβε τη διαβεβαίωση ότι σε 10 ημέρες θα παραδίδονταν τα τελικά εξαρτήματα, πλην όμως κάτι τέτοιο δεν έγινε.
Ότι η εναγομένη υπαίτια παραβίασε τις υποχρεώσεις της από την μεταξύ τους καταρτισθείσα σύμβαση έργου, περιερχόμενη σε υπερημερία μη παραδίδοντας εμπρόθεσμα το έργο. Ότι κατόπιν αυτών η ενάγουσα της κοινοποίησε στις 14-07-2010 την από 13.7.20010 έγγραφη εξώδικη δήλωση με τον οποία της δήλωνε ότι υπαναχωρεί από τη σύμβαση και ζητούσε να της επιστρέψει το ποσό των 51.560 ευρώ που της κατέβαλε και την χορηγηθείσα ανωτέρω ύλη, επιφυλασσόμενη και για κάθε άλλο δικαίωμά της.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει α) το ποσό των 51.560 ευρώ που της κατέβαλε έναντι της αμοιβή της, β) το ποσό των 4.100 ευρώ που αποτελεί τη αξία του υλικού που χορήγησε στην εναγόμενη για την κατασκευή του ανακλαστήρα και της βάσης του φωτιστικού και όλως επικουρικώς το ίδιο το υλικό, ήτοι 1250 κιλά πολυκαρβουνικό μάρκας ...
και γ) το συνολικό ποσό των 91.339,45 ως εύλογη αποζημίωση κατ' άρθρο 387 Α.Κ., η οποία συνίσταται στο ποσό των 15.000 ευρώ που αποτελεί το κόστος κατασκευής των εξαρτημάτων που κατασκεύασε η ίδια για την συναρμολόγηση και ολοκλήρωση των φωτιστικών, καθώς και το ποσό των 76.339,55 ευρώ που αποτελεί το διαφυγόν της κέρδος.
Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή, της οποίας το κονδύλιο με στοιχείο γ` απορρίφθηκε κατά μεν το ποσό των 76.339,55 ευρώ ως αόριστο κατά δε το ποσό των 15.000 ευρώ ως ουσία αβάσιμο από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κρίσεις που επικυρώθηκαν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη κατά τα λοιπά αιτήματα αυτής, καθόσον τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφό της περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, αρκούν για να θεμελιώσουν το δικαίωμα της αναιρεσίβλητης να ζητήσει από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να της αποδώσει, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, τις άνω παροχές που έλαβε από αυτήν.
Ειδικότερα, ρητά διαλαμβάνεται στην αγωγή η κατάρτιση σύμβασης έργου μεταξύ των διαδίκων με το συγκεκριμένο περιεχόμενο, στα πλαίσια της οποίας, κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, η εναγόμενη ανέλαβε να κατασκευάσει αρχικά δύο φόρμες έγχυσης (καλούπια) σε διάστημα 140 εργάσιμων ημερών από την έγκριση των τελικών σχεδίων και στη συνέχεια, αν δεν απαιτούνταν τροποποιήσεις, τα τελικά εξαρτήματα, ήτοι ανακλαστήρες και βάσεις, που θα ήταν έτοιμα μετά από 20 εργάσιμες ημέρες, υποχρέωση που δεν τήρησε έκτοτε η εναγομένη, περιερχόμενη σε υπερημερία, εξαιτίας της οποίας υπαναχώρησε τελικά αυτή από τη μεταξύ τους σύμβαση, δικαιούμενη κατόπιν αυτών να της αποδοθούν οι παροχές στις οποίες προέβη προς αυτήν, αφού σε περίπτωση υπερημερίας του εργολάβου και υπαναχωρήσεως του εργοδότη συνεπεία αυτής, τα καταβληθέντα αναζητούνται κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Δεν ήταν δε αναγκαίο για το ορισμένο της αγωγής να παρατίθενται πραγματικά περιστατικά που να θεμελιώνουν την υπαιτιότητα της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, επί ενδοσυμβατικής ευθύνης τεκμαίρεται η υπαιτιότητα του εναγομένου, ο οποίος φέρει το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεως της ελλείψεως υπαιτιότητάς του.
Επομένως το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε την αγωγή ορισμένη και απέρριψε τον σχετικό δεύτερο πρόσθετο λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κηρύξεως απαραδέκτου και συνεπώς ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, υποστηρίζει τα αντίθετα, επικαλούμενη την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Η ενάγουσα είναι μονοπρόσωπη εταιρία περιορισμένης ευθύνης με έδρα τη Σόφια Βουλγαρίας με αντικείμενο την παραγωγή και εμπορία διαφόρων προϊόντων και κυρίως φωτιστικών σωμάτων και λαμπτήρων.
Στα πλαίσια της ανωτέρω δραστηριότητας της και με σκοπό να εμπορευθεί φωτιστικό σώμα οροφής ήρθε σε επαφή με την εναγόμενη, που είναι ανώνυμη εταιρία και έχει ως αντικείμενο το σχεδιασμό και τη κατασκευή μητρών (καλουπιών) και παραγωγής ειδικών βιομηχανικών πλαστικών για λογαριασμό τρίτοι, προκειμένου η τελευταία να κατασκευάσει για λογαριασμό της (ενάγουσας) τον ανακλαστήρα και τη βάση του άνω φωτιστικού, τα οποία θα συναρμολογούσε (η ενάγουσα) με άλλα εξαρτήματα που θα παρήγαγε ή θα προμηθευόταν από τρίτους, προκειμένου να ολοκληρωθεί το φωτιστικό σώμα.
Έτσι στις 12-09-2003 κατόπιν προσφοράς της εναγόμενης και αποδοχής της από την ενάγουσα καταρτίστηκε μεταξύ τους σύμβαση έργου σύμφωνα με την οποία η εναγόμενη ανέλαβε να κατασκευάσει αρχικά δύο φόρμες έγχυσης (καλούπια), εκ των οποίων η πρώτη θα χρησιμοποιούνταν για την κατασκευή ανακλαστήρα φωτιστικού σώματος και θα έπρεπε να είχε μήκος 4330 χιλιοστών, ύψος 45 χιλιοστών και πλάτος 170 χιλιοστών και η δεύτερη για την κατασκευή βάσης του φωτιστικού, και θα έπρεπε να είχε μήκος 1330 χιλιοστών, ύψος 45 χιλιοστών και πλάτος 170 χιλιοστών.
Τα καλούπια δε αυτά θα ήταν κατασκευασμένα από εργαλειοχάλυβα κατεργασίας πλαστικού καλουπιού με κωδικό 1.2738. Επίσης συμφώνησαν τα πρώτα δοκιμαστικά μοντέλα να παραδοθούν σε διάστημα 140 εργάσιμων ημερών από την έγκριση των τελικών σχεδίων και ότι αν δεν απαιτούνταν τροποποιήσεις, τα τελικά εξαρτήματα που θα παρήγαγε η εναγόμενη, ήτοι ανακλαστήρες και βάσεις θα ήταν έτοιμα μετά από 20 εργάσιμες ημέρες.
Η αμοιβή της εναγόμενης, συμφωνήθηκε, κατόπιν διόρθωσής της, στο ποσό των 75.760 ευρώ και αναλυτικότερα στο ποσό των 39.700 ευρώ για το καλούπι ανακλαστήρα και στο ποσό των 36.060 ευρώ για το καλούπι βάσης, το οποίο θα καταβάλλονταν τμηματικά και συγκεκριμένα το ποσό των 30.000 ευρώ με την ανάθεση της κατασκευής των καλουπιών, το ποσό των 21.560 ευρώ στο τέλος του μηνός Νοεμβρίου του έτους 2003 και το ποσό των 24.200 ευρώ μετά από γραπτή έγκριση των τελικών μοντέλων και μετά από σύνταξη ιδιωτικού συμφωνητικού, ενώ συμφωνήθηκε τα καλούπια να παραμείνουν στην κατοχή της εναγόμενης προκειμένου να κατασκευάσει τα υπόλοιπα δύο εξαρτήματα.
Στη συνέχεια όταν η εναγόμενη παρέδιδε στην ενάγουσα, τα δύο αυτά εξαρτήματα του φωτιστικού, ήτοι τη βάση και τον ανακλαστήρα, η τελευταία θα τα συναρμολογούσε με άλλα δικά της εξαρτήματα, τα οποία ή θα τα αγόραζε, ή θα κατασκεύαζε η ίδια. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα κατέβαλε μέχρι τα τέλη Νοεμβρίου 2003 στην εναγόμενη το ποσό των 51560 ευρώ γεγονός που συνομολογεί με τις προτάσεις και η τελευταία και απέμεινε το ποσό των 24.200 ευρώ το οποίο κατά τη συμφωνία τους έπρεπε να καταβληθεί κατά την έγγραφη έγκριση των τελικών μοντέλων, Στη συνέχεια η εναγόμενη μετά την έγκριση των τελικών σχεδίων από την ενάγουσα που έλαβε χώρα τον Δεκέμβριο του έτους 2003, κατασκεύασε εντός 140 εργασίμων ημερών, ήτοι εντός 7 μηνών περίπου τα πρώτα δοκιμαστικά μοντέλα.
Αποδεικνύεται δε ότι η εναγόμενη, εκτός από την κατασκευή των καλουπιών της βάσης και του ανακλαστήρα του φωτιστικού είχε αναλάβει την κατασκευή και των τελευταίων αυτών δύο εξαρτημάτων του φωτιστικού. Ωστόσο, όταν ο εκπρόσωπος της ενάγουσας επισκέφθηκε την εναγόμενη, διαπίστωσε ότι τα μοντέλα των καλουπιών που κατασκευάστηκαν δεν πληρούσαν πλήρως τις προδιαγραφές που είχε θέσει η ενάγουσα και για το λόγο αυτό δεν προέβη η τελευταία σε τελική έγκριτων μοντέλων και δεν κατέβαλε το υπόλοιπο της αμοιβής, ποσού 24.200 ευρώ, αλλά ζήτησε από την εναγόμενη να προβεί στις απαραίτητες διορθώσεις έτσι ώστε από τα διορθωμένα καλούπια να παραχθούν τα φωτιστικά που απαιτούσε.
Η εναγόμενη παραδέχθηκε ότι έπρεπε να γίνουν κάποιες διορθώσεις, τις οποίες εκτέλεσε και τελικά αποδείχθηκε ότι το πρόβλημα υπήρχε στο υλικό κατασκευής του ανακλαστήρα, με συνέπεια να μην είναι δυνατή η εφαρμογή του τελευταίου στη βάση του φωτιστικού με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτη η συναρμολόγησή του.
Εν τέλει μετά από δοκιμές που έγιναν μέχρι τα τέλη του έτους 2006 και κατόπιν συνεννοήσεων μεταξύ των εκπροσώπων των διάδικων εταιριών συμφωνήθηκε ότι το κατάλληλο υλικό για την κατασκευή του ανακλαστήρα και την επιτυχή, συναρμολόγηση του φωτιστικού ήταν να χρησιμοποιηθεί το πολυκαρβουνικό παραγωγής της εταιρίας ...
ολλανδικής προέλευσης, Έτσι στις 22-02-2007 η ενάγουσα χορήγησε στην εναγόμενη 1.250 κιλά από το παραπάνω πολυκαρβουνικό, το οποίο έλαβε η τελευταία, αξίας 3,28 ευρώ το κιλό και συνολικής αξίας 4.100 ευρώ, το οποίο κατέβαλε η ενάγουσα, με το οποίο συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων να κατασκευάσει η εναγόμενη χίλιους εννιακόσιους (1.900) ανακλαστήρες και χίλιες εννιακόσιες (1.900) βάσεις, όπως άλλωστε όφειλε, με βάση την παραπάνω σύμβαση έργου που καταρτίστηκε στις 12-09-2003, προκειμένου στη συνέχεια να αποσταλούν στην ενάγουσα, ώστε να τα συναρμολογήσει και να κατασκευάσει τα φωτιστικά που ζητούσε με σκοπό την πώλησή τους.
Άλλωστε η κατασκευή των ανωτέρω τεμαχίων, μετά τη χορήγηση του παραπάνω κατάλληλου υλικού και των κατασκευασμένων καλουπιών, καθίστατο πλέον εύκολη και γρήγορη, σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα της εναγόμενης·, ο οποίος ήταν τότε ο εκπρόσωπος της. Παρά ταύτα η εναγόμενη, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της από την ενάγουσα δεν προχώρησε στο δεύτερο στάδιο του έργου ήτοι στην κατασκευή των δύο ανωτέρω εξαρτημάτων ( ανακλαστήρων και βάσεων) των φωτιστικών, για το λόγο ότι η ενάγουσα δεν της είχε ακόμη καταβάλλει το υπόλοιπο της αμοιβής ποσού 24.200 ευρώ.
Ακολούθως, το Σεπτέμβριο του έτους 2009 ο εκπρόσωπος της ενάγουσας Μ. Σ., επισκέφθηκε το εργοστάσιο της εναγόμενης στη Θεσσαλονίκη, όπου ο ανωτέρω μάρτυρας της εναγόμενης και εκπρόσωπος της εναγόμενης του τον διαβεβαίωσε ότι εντός 10 ημερών θα έχει έτοιμα τα εξαρτήματα, αρκεί να του καταβληθεί το ανωτέρω υπόλοιπο της αμοιβής του.
Τελικά αποδεικνύεται ότι η εναγόμενη αρνήθηκε να κατασκευάσει τα ανωτέρω εξαρτήματα, για το λόγο ότι η ενάγουσα δεν της είχε καταβάλει ολόκληρη την αμοιβή της. Ενεργώντας όμως κατ' αυτόν τρόπο περιήλθε σε υπερημερία ως προς την εκπλήρωση της παροχής της απέναντι στην ενάγουσα. Το γεγονός ότι η τελευταία δεν ικανοποιούσε το αίτημα της να της καταβάλει το υπόλοιπο της αμοιβής της, δεν της έδινε το δικαίωμα να αρνηθεί την ολοκλήρωση του έργου που ανέλαβε, παρά μόνο αν θεωρούσε ότι η εργοδότρια με τη στάση της είχε καταγγείλει τη μεταξύ τους σύμβαση, ισχυρισμός ο οποίος δεν προβάλλεται από την εργολάβο, αντιθέτως προκύπτει ότι η ενάγουσα επιθυμούσε την κατασκευή των ανωτέρω εξαρτημάτων.
Αξίζει δε να σημειωθεί ότι η εναγόμενη ουδέποτε όχλησε όλο αυτό το χρονικό διάστημα εγγράφως την ενάγουσα για τη μη καταβολή του υπολοίπου της αμοιβής της, είτε με εξώδικη όχληση είτε με την αποστολή επιστολής με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ή με τηλεομοιοτυπία. Κατόπιν τούτων η ενάγουσα κοινοποίησε στην εναγόμενη στις 14-07-2010, την από 13-07- 2010 εξώδικη όχληση - δήλωση με την οποία της δήλωνε ότι υπαναχωρούσε από την ανωτέρω σύμβαση έργου και καλούσε την εναγόμενη εντός 10 ημερών από τη λήψη της εξωδίκου, να της επιστρέψει το ποσό των 51,560 ευρώ, που είχε ήδη καταβάλει στην τελευταία καθώς και την ανωτέρω ύλη που της είχε χορηγήσει για την κατασκευή των παραγγελθέντων.
Προθεσμία προς εκπλήρωση της παροχής της δεν απαιτείτο να τάξει η ενάγουσα στην εναγόμενη, καθόσον, όπως αποδείχθηκε από την όλη στάση της τελευταίας, το μέτρο αυτό θα ήταν άσκοπο. Επήλθε, ως εκ τούτου, με την ως άνω υπαναχώρηση της ενάγουσας, απόσβεση των εκατέρωθεν συμβατικών ενοχών για παροχή και συνεπώς η εναγόμενη οφείλει να αποδώσει στην ενάγουσα το ποσό των 51.560 ευρώ που έλαβε από αυτήν, έναντι της αμοιβής της, σύμφωνα με τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις...
Επίσης η εναγόμενη οφείλει να αποδώσει στην ενάγουσα και την παραπάνω ύλη των 1.250 κιλών από το πολυκαρβουνικό παραγωγής της εταιρίας ... ολλανδικής προέλευσης, το οποίο υπάρχει ακόμα στις εγκαταστάσεις της εναγόμενης, όπως η ίδια ομολογεί στις προτάσεις της και συνεπώς εφόσον αυτή σώζεται πρέπει και να αποδοθεί, απορριπτομένου του κυρίου αιτήματος της αγωγής περί επιδίκασης του ποσού των 4.100 ευρώ που αποτελεί την αξία της...
Επομένως, ενόψει όλων των ανωτέρω, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη και στην ουσία της και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 51.560 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση και να της αποδώσει την ύλη των 1.250 κιλών του πολυκαρβουνικού παραγωγής της εταιρίας "...".
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο κατέληξε σε όμοια κρίση, και με τις ίδιες αιτιολογίες έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 51.560 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και να αποδώσει στην ενάγουσα την ύλη των 1.250 κιλών του πολυκαρβουνικού παραγωγής της εταιρίας "..." ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, οι δε περί του αντιθέτου ισχυρισμοί ...
της (δε) εναγόμενης, οι οποίοι προβάλλονται με τους λόγους της εφέσεως της και τους πρόσθετους λόγους αυτής, κατά τους οποίους η εκκαλούμενη εσφαλμένα και κατά κακή εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, κατέληξε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, δεχθείσα ότι η ενάγουσα είχε το δικαίωμα να υπαναχωρήσει και να της επιστρέψει το ποσό των 51.560 ευρώ το οποίο της κατέβαλε (της εναγομένης) στα πλαίσια της συναπτόμενης μεταξύ των, σύμβασης έργου για την κατασκευή δύο καλουπιών έγχυσης, καθώς και να υποχρεωθεί αυτή (εναγόμενη) να αποδώσει στην ενάγουσα την ύλη των 1.250 κιλών πολυκαρβουνικού παραγωγής της εταιρίας ...
ολλανδικής προέλευσης, το οποίο η ενάγουσα της απέστειλε προκειμένου να κατασκευάσει τα εξαρτήματα φωτιστικού, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 904 ΑΚ από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δεν έκρινε δε αυτεπάγγελτα την αγωγή ως αόριστη και να την απορρίψει αλλά (εσφαλμένα) την έκρινε παραδεκτή, είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι, όπως και οι σχετικοί αυτοί λόγοι των εφέσεων... ".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε τους σχετικούς λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας και τους πρόσθετους λόγους αυτής, αλλά και τους λόγους της αντίθετης έφεσης της αναιρεσίβλητης, επικυρώνοντας έτσι την με αριθ. 1773/2018 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και ως ουσία βάσιμη και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 51.650 ευρώ ευρώ και να της αποδώσει την ύλη των 1.250 κιλών του πολυκαρβουνικού παραγωγής της εταιρίας "...".
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το κρίσιμο ζήτημα του περιεχομένου της μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσης την 12.9.2003 σύμβασης έργου και της συνακόλουθης εκτέλεσης ή μη του έργου από την εναγομένη, το οποίο ζήτημα, συναρτώμενο απολύτως με την περιέλευση ή μη σε υπερημερία της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκη, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής των αναφερομένων στην αρχή της παρούσας ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των 340, 383 έως 385, 387, 389, 390, 686 εδ.β ΑΚ και 904 επ.
ΑΚ. Ειδικότερα, α) ενώ κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η ενάγουσα ήρθε σε επαφή με την εναγομένη προκειμένου η τελευταία να κατασκευάσει για λογαριασμό της (ενάγουσας) τον ανακλαστήρα και τη βάση ενός φωτιστικού σώματος οροφής, τα οποία θα συναρμολογούσε (η ενάγουσα) με άλλα εξαρτήματα που θα παρήγαγε ή θα προμηθευόταν από τρίτους, προκειμένου να ολοκληρωθεί το φωτιστικό σώμα και ότι στις 12.9.2003 καταρτίστηκε πράγματι μεταξύ τους σύμβαση έργου, σύμφωνα με την οποία η εναγόμενη ανέλαβε να κατασκευάσει αρχικά δύο φόρμες έγχυσης (καλούπια), εκ των οποίων η πρώτη θα χρησιμοποιούνταν για την κατασκευή ανακλαστήρα φωτιστικού σώματος και η δεύτερη για την κατασκευή βάσης του φωτιστικού, πέραν δε αυτού συμφώνησαν τα πρώτα δοκιμαστικά μοντέλα να παραδοθούν σε διάστημα 140 εργάσιμων ημερών από την έγκριση των τελικών σχεδίων και ότι αν δεν απαιτούνταν τροποποιήσεις, τα τελικά εξαρτήματα που θα παρήγαγε η εναγόμενη, ήτοι ανακλαστήρες και βάσεις θα ήταν έτοιμα μετά από 20 εργάσιμες ημέρες, στη συνέχεια δέχεται ότι, μετά την συμφωνία των διαδίκων ως προς το κατάλληλο υλικό για την κατασκευή του ανακλαστήρα, καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων στις 22-2-2007 και νέα συμφωνία "να κατασκευάσει η εναγομένη... 1900 ανακλαστήρες και.... 1900 βάσεις, όπως άλλωστε όφειλε, με βάση την παραπάνω σύμβαση έργου που καταρτίστηκε στις 12-9-2003", χωρίς να διευκρινίζει αν συμφωνήθηκε συγκεκριμένη αμοιβή για την κατασκευή τους, με αποτέλεσμα να προκαλείται ασάφεια σχετικά με το αν η κατασκευή των πιο πάνω τεμαχίων ανακλαστήρων και βάσεων αποτελούσε περιεχόμενο της αρχικής σύμβασης έργου ή, αν αντιθέτως, η σύμβαση αυτή αφορούσε, αποκλειστικά, στην κατασκευή των καλουπιών, αφού δεν εξηγεί επαρκώς, σε καταφατική μεν περίπτωση, εφόσον δηλαδή περιλαμβανόταν και η κατασκευή αυτών στην αρχική σύμβαση, γιατί χρειάστηκε η αναφερόμενη ως άνω δεύτερη συμφωνία και ποιο το αντικείμενο αυτής, σε αποφατική δε περίπτωση, δηλαδή αν η κατασκευή των εν λόγω εξαρτημάτων υπήρξε περιεχόμενο της δεύτερης συμφωνίας, ποια ήταν η συμφωνηθείσα για την κατασκευή των παραπάνω ποσοτήτων αμοιβή της εναγομένης και, επίσης, σε τί συνίσταντο τότε τα αναφερόμενα, κατά τις παραδοχές της απόφασης, "τελικά εξαρτήματα" που θα παρήγαγε η εναγόμενη "μετά από 20 εργάσιμες ημέρες", με βάση την αρχική συμφωνία, και "τα υπόλοιπα δύο εξαρτήματα", για την κατασκευή των οποίων θα παρέμεναν τα καλούπια στην κατοχή της εναγομένης, β) ενώ δέχεται ότι με την από 12-9-2003 σύμβαση έργου η αμοιβή της εναγομένης συμφωνήθηκε στο συνολικό ποσό των 75.760 ευρώ και δη στο ποσό των 39.700 ευρώ για το καλούπι ανακλαστήρα και στο ποσό των 36.060 ευρώ για το καλούπι βάσης, το οποίο θα καταβάλλονταν τμηματικά και συγκεκριμένα το ποσό των 30.000 ευρώ με την ανάθεση της κατασκευής των καλουπιών, το ποσό των 21.560 ευρώ στο τέλος του μηνός Νοεμβρίου του έτους 2003 και το ποσό των 24.200 ευρώ μετά από γραπτή έγκριση των τελικών μοντέλων και μετά από σύνταξη ιδιωτικού συμφωνητικού, ήτοι δέχεται ότι η αμοιβή της εναγομένης αφορούσε μόνον την κατασκευή των καλουπιών και όχι και την κατασκευή άλλων εξαρτημάτων, στη συνέχεια δέχεται ότι η εναγομένη, αρνούμενη να κατασκευάσει τα "ανωτέρω εξαρτήματα" επειδή η ενάγουσα δεν της είχε καταβάλει το υπόλοιπο της συμφωνηθείσας αμοιβής της (24.200 ευρώ), περιήλθε σε υπερημερία, καθόσον η μη καταβολή του μέρους αυτού της αμοιβής της "δεν της έδινε το δικαίωμα να αρνηθεί την ολοκλήρωση του έργου που ανέλαβε", συνδέοντας έτσι, κατά τρόπο αντιφατικό, τη συμφωνηθείσα ως άνω αμοιβή 75.760 ευρώ με την κατασκευή, σύμφωνα με έτερη παραδοχή της προσβαλλομένης, και "δευτέρου σταδίου του έργου", που αφορούσε την κατασκευή "των δύο ανωτέρω εξαρτημάτων (ανακλαστήρων και βάσεων) των φωτιστικών", γ) διαλαμβάνει, κατά τα ανωτέρω, ότι το ποσό των 24.200 ευρώ έπρεπε να καταβληθεί μετά από γραπτή έγκριση των τελικών μοντέλων, αλλά και "μετά από σύνταξη ιδιωτικού συμφωνητικού", χωρίς να προσδιορίζει ποίο επρόκειτο να είναι το περιεχόμενο του ως άνω συμφωνητικού και κατά ποίο τρόπο συνδέεται αυτό με την καταβολή του υπολοίπου της αμοιβής της εναγομένης και ειδικότερα, αν αυτό θα αφορούσε ή όχι την περαιτέρω διαδικασία παραγωγής συγκεκριμένης ποσότητας ανακλαστήρων και βάσεων των φωτιστικών, δ) ενώ δέχεται ότι το ποσό των 24.200 ευρώ έπρεπε, με βάση τη σύμβαση έργου, να καταβληθεί "μετά από γραπτή έγκριση των τελικών μοντέλων" και ότι η εναγομένη, μετά την έγκριση των τελικών σχεδίων από την ενάγουσα τον Δεκέμβριο του έτους 2003, κατασκεύασε εντός 7 μηνών περίπου τα πρώτα δοκιμαστικά μοντέλα, τα οποία όμως δεν πληρούσαν πλήρως τις προδιαγραφές που είχε θέσει η ενάγουσα και για το λόγο αυτό δεν προέβη η τελευταία σε τελική έγκριση των μοντέλων και δεν κατέβαλε το υπόλοιπο της αμοιβής, ποσού 24.200 ευρώ, αλλά ζήτησε από την εναγόμενη να προβεί στις απαραίτητες διορθώσεις έτσι ώστε από τα διορθωμένα καλούπια να παραχθούν τα φωτιστικά που απαιτούσε, στη συνέχεια δέχεται ότι, αφού τελικώς συμφωνήθηκε ότι το κατάλληλο υλικό για την κατασκευή του ανακλαστήρα ήταν να χρησιμοποιηθεί το πολυκαρβουνικό παραγωγής της ...
η ενάγουσα χορήγησε στις 22-02-2007 στην εναγόμενη 1.250 κιλά από το παραπάνω πολυκαρβουνικό, προκειμένου, όπως συμφωνήθηκε, να κατασκευάσει η εναγομένη 1.900 ανακλαστήρες και 1.900 βάσεις, χωρίς ωστόσο να διαλαμβάνει παραδοχές, αν η εναγομένη είχε προβεί στην κατασκευή δοκιμαστικών μοντέλων με το συγκεκριμένο υλικό και αν η ενάγουσα είχε προβεί, αντίστοιχα, στην έγκριση των τελικών μοντέλων με το νέο αυτό υλικό, από την οποία, κατά τα ανωτέρω, εξαρτάτο η καταβολή του προαναφερόμενου τμήματος της αμοιβής της εναγομένης και, χωρίς να εξηγεί, σε περίπτωση που δεν είχε λάβει χώρα η απαιτούμενη ως άνω έγκριση, γιατί τότε χορηγήθηκε στην εναγομένη η πιο πάνω ποσότητα του συγκεκριμένου υλικού για την κατασκευή των προαναφερόμενων εξαρτημάτων, ε) ενώ δέχεται ότι το πρόβλημα υπήρχε στο υλικό κατασκευής του ανακλαστήρα, με συνέπεια να μην είναι δυνατή η εφαρμογή του τελευταίου στη βάση του φωτιστικού και ότι τελικά συμφωνήθηκε ότι το κατάλληλο υλικό για την κατασκευή του ανακλαστήρα και την επιτυχή συναρμολόγηση του φωτιστικού ήταν να χρησιμοποιηθεί το πολυκαρβουνικό παραγωγής της ...
ολλανδικής προέλευσης, δεν διαλαμβάνει σαφή παραδοχή σχετικά με το αν, τελικώς, ολοκληρώθηκε από την εναγομένη η κατασκευή των δύο καλουπιών, τα οποία και αφορούσε η συμφωνηθείσα αμοιβή της εναγομένης, και στ) ενώ δέχεται ότι το πρόβλημα υπήρχε στο υλικό κατασκευής, δεν αναφέρει σαφώς αν η επιλογή αυτού ανήκε στην εναγομένη ή, αντιθέτως, θα υποδεικνυόταν από την ενάγουσα.
Ενόψει των ανωτέρω ελλείψεων και αντιφάσεων, προκαλείται ασάφεια σχετικά με το τι δέχεται το Δικαστήριο ως υποχρέωση της εναγομένης, με βάση την καταρτισθείσα μεταξύ τους από 12.9.2003 σύμβαση έργου, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να κριθεί, εάν έλαβε χώρα υπερημερία της εναγομένης ως προς την εκτέλεση του έργου το οποίο της ανατέθηκε και για το οποίο συμφωνήθηκε η προαναφερθείσα αμοιβή της, μέρος της οποίας δεν καταβλήθηκε, ώστε να δικαιούται η ενάγουσα να ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησης από την άνω σύμβαση και να αξιώσει περαιτέρω τις παροχές στις οποίες προέβη προς την εναγομένη κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Κατά συνέπεια, τόσο ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, που η αναιρεσείουσα στηρίζει στον αρ. 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ στην πραγματικότητα αυτός στηρίζεται στον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, καθώς και ο τέταρτος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους καταλογίζονται στο Εφετείο οι ανωτέρω πλημμέλειες, είναι βάσιμοι, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας των λόγων αυτών παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Κατόπιν αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), η οποία δεν κατέθεσε μεν προτάσεις, πλην όμως διατυπώνει σχετικό αίτημα με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθ. 1773/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλον από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση δικαστή.
Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτήν. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 1η Φεβρουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ