Supreme Court allows appeal against lower court's inadmissibility ruling due to procedural defect in judgment wording.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the First Instance Court of Appeal's decision declaring the appeal inadmissible because the lower court failed to explicitly state the inadmissibility in its judgment. The appellants argued this violated Article 559 of the Code of Civil Procedure, while the appellee contended the appeal was time-barred. The Court ruled that the omission of the inadmissibility finding in the operative part of the judgment constituted a procedural error requiring annulment, yet it retained the case for further examination rather than remanding it.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 580 of the Code of Civil Procedure; If a judgment declares an appeal inadmissible without explicitly stating this in the operative part, the Supreme Court must annul the decision and retain the case for further examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1357 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1357/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια και Μαρία Πετσάλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Π. του Γ., κατοίκου ..., 2) Π. Μ. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Λάππα και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και τον διακριτικό τίτλο "CEPAL HELLAS", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "HOIST FINANCE AB (PUBL)", που εδρεύει στην Σουηδία και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Χαρακτινιώτη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/5/2018 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 177/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 38/2023 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7/11/2023 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη από 7-11-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 38/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Eφετείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 614 περ. 8 ΚΠολΔ), κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης:
Οι αναιρεσείοντες, άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK" (ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α. Ε. "), την από 25-05-2018 ανακοπή κατά της με αριθμό 219/2018 Διαταγής πληρωμής του Δικαστή του αυτού Δικαστηρίου.
Επί της ανακοπής αυτής, εκδόθηκε ερήμην της καθ' ης, η 177/18-01-2019 οριστική απόφαση του προαναφερόμενου Δικαστηρίου, η οποία έκανε δεκτή την εν λόγω ανακοπή και ακύρωσε την ανακοπτομένη ως άνω 219/2018 Διαταγή Πληρωμής. Ακολούθως, εναντίον της προαναφερόμενης απόφασης, άσκησε έφεση, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, με ημεροχρονολογία 06-12-2021 και ΓΑΚ/ΕΑΚ Κατάθεσης Ενδίκου Μέσου ...-2021, η ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", ως νόμιμη διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "HOIST FINANCE AB(PUBL)" (νομίμως καταχωρημένης με αριθμό ...
στο Εμπορικό Μητρώο της Σουηδίας), ειδικής διαδόχου της παραπάνω τραπεζικής εταιρείας, κατά τα οριζόμενα στην από 21-12-2018 Ιδιωτική Σύμβαση ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων σε συνδυασμό με το υπ' αρ. ...-2019 ειδικού πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Σ. Επί της ως ανωτέρω εφέσεως, συζητήσεως γενομένης αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 38/20. 1. 2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία, αφού μεταξύ άλλων έκρινε πως η έφεση ασκήθηκε εμπρόθεσμα, δέχθηκε αυτή τυπικά και στην ουσία της, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και αφού διακράτησε και δίκασε την υπόθεση στην ουσία της, απέρριψε την ανακοπή.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). 2. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 518 παρ. 1, 2 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά από την τροποποίησή τους με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 ν. 4335/2015, αν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της έφεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης που περατώνει τη δίκη (παρ. 1), ενώ αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι δύο έτη, που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη (παρ. 2) και εκπνέει με την πάροδο της διετίας από την δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης(ΑΠ 363/2021, ΑΠ 1181/2019, ΑΠ 1719/2013).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ, το ένδικο μέσο της έφεσης ασκείται με δικόγραφο, που κατατίθεται σε πρωτότυπο στη γραμματεία του δικαστηρίου, που έχει εκδώσει την εκκαλούμενη απόφαση, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 532 του ιδίου Κώδικα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, με βάση τα προαποδεικτικώς προσκομιζόμενα έγγραφα, το εμπρόθεσμο της άσκησης της έφεσης, που είναι προϋπόθεση του παραδεκτού της και, αν διαπιστώσει ότι η έφεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα, την απορρίπτει ως απαράδεκτη (ΑΠ 363/2021, ΑΠ 138/2021, ΑΠ 532/2020, ΑΠ 503/2018, ΑΠ 118/2011).
Εξάλλου, με την παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 ορίζεται ότι: "Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων. Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. . . ".
Περαιτέρω, με την παρ. 1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (Α` 48) ορίζεται ότι "Το χρονικό διάστημα από τις 7. 11. 2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11. 3. 2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων. Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους".
Εξάλλου, με την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 4792/2021 (A` 54) ορίζεται ότι "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (Α' 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.
Π. οικ. 18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορονοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β` 1194), ήτοι η 6. 4. 2021".
Τέλος, με την επίσης ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 49 παρ. 1 και 2 του Ν. 4963/2022 (Α'149) ορίζεται ότι: " 1. Κατά την αληθή έννοια του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 (Α' 104) και του πρώτου εδάφιου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α'48) ως προθεσμίες άσκησης ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που ανεστάλησαν κατά το διάστημα από 13. 3. 2020 ως 31. 5. 2020 και από 7. 11. 2020 έως 5. 4. 2021, νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 518, της παρ. 5 του άρθρου 545 και της παρ. 3 του άρθρου 564 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας [π.
δ. 503/1985, (Α'182) ΚΠολΔ]. 2. Κατά την αληθή έννοια του τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 και του τρίτου εδαφίου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 ως προθεσμίες άσκησης ενδίκων μέσων των οποίων παρατείνεται η λήξη νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 518, της παρ. 5 του άρθρου 545 και της παρ. 3 του άρθρου 564 ΚΠολΔ".
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας από 13. 3. 2020 - 31. 5. 2020 και από 7. 11. 2020 έως 5. 4. 2021, δεν υπολογίζεται, μεταξύ των άλλων προθεσμιών και στην προθεσμία της παρ. 2 του άρθρου 518 ΚΠολΔ, κατά την οποία "αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναίρεσης είναι δύο (2) έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη", μετά δε τη λήξη του ανωτέρω τελευταίου χρονικού διαστήματος αναστολής, η προθεσμία αυτή τρέχει για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί το χρονικό διάστημα της εν λόγω διετούς προθεσμίας, ενώ η καταχρηστική αυτή προθεσμία, που ανεστάλη, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, δεν συμπληρώνεται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη της (ΑΠ 1338/2023).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, αυτό, δηλαδή, που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διατάξεως (ΑΠ 862/2011, ΑΠ 558/2008), με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΑΠ 1735/2008).
Μέσω του ανωτέρω αναιρετικού λόγου ελέγχονται πλην άλλων, το παραδεκτό ασκήσεως ενδίκων μέσων και των προσθέτων λόγων αυτών (ΑΠ 400/2022, ΑΠ 210/2021, ΑΠ 937/2020, ΑΠ 532/2020, ΑΠ 503/2018, ΑΠ 1374/2017, ΑΠ 862/2011, ΑΠ 558/2008). Μάλιστα το εκπρόθεσμο της έφεσης αφορά τη δημόσια τάξη και κατά συνέπεια δεν είναι αναγκαία η προβολή ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου σχετικού ισχυρισμού εκ μέρους του αντιδίκου του εκκαλούντος, προκειμένου αυτό να χωρήσει στην σχετική έρευνα περί του εμπροθέσμου αυτής, ούτε τούτο απαιτείται να έχει λάβει χώρα για το παραδεκτό της προβολής του σχετικού λόγου αναίρεσης, κατ` εφαρμογή του άρθρου 562 παρ. 2 περ.
γ του ΚΠολΔ (ΑΠ 532/2020, ΑΠ 1374/2017, ΑΠ 118/2011, ΑΠ 831/2008, ΑΠ 1705/2005). 3. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο, που έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή του εμπρόθεσμη την έφεση που άσκησε η αναιρεσίβλητη κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, καθόσον η έφεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα και είναι συνεπώς απαράδεκτη.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, επί της από 25-05-2018 ανακοπής των αναιρεσειόντων κατά της υπ'αριθμ. 219/2018 Διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 177/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που έκανε δεκτή την εν λόγω ανακοπή και ακύρωσε την ανακοπτομένη Διαταγή Πληρωμής.
Περαιτέρω, από την προσαγόμενη υπ'αριθμ. 177/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, προκύπτει ότι αυτή δημοσιεύθηκε στις 18 Ιανουαρίου 2019 και επομένως η διετής καταχρηστική προθεσμία άσκησης της έφεσης άρχισε στις 19-1-2019, δηλαδή την επομένη της δημοσίευσής της και θα έληγε κανονικά στις 19-1-2021. Μέχρι την έναρξη της πρώτης χορηγηθείσας αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων, στις 13.3.2020, η προθεσμία της έφεσης που είχε διαδράμει ήταν αυτή των 13 μηνών και 21 ημερών. Ωστόσο το χρονικό διάστημα της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων από 13-3-2020 έως 31-5-2020, ήτοι 2 μήνες και 18 ημέρες, δεν υπολογίζεται στην ανωτέρω καταχρηστική προθεσμία άσκησης της έφεσης των 2 ετών. Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής, η προθεσμία συνέχισε να τρέχει και πάλι από 1-6-2020. Ωστόσο, πριν τη λήξη της και ενώ είχαν διαδράμει άλλοι 5 μήνες και 5 ημέρες, η προθεσμία της έφεσης καταλήφθηκε και από τη δεύτερη αναστολή λειτουργίας των δικαστηρίων, που ίσχυε για το χρονικό διάστημα από 7-11-2020 έως 6-4-2021, ήτοι 5 μήνες. Επομένως δεν υπολογίζεται στην καταχρηστική προθεσμία της έφεσης λόγω των ως άνω αναστολών λειτουργίας των δικαστηρίων, συνολικά χρονικό διάστημα 7 μηνών και 18 ημερών.
Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση, η διετής καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση της έφεσης, αντί να συμπληρωθεί την 19-1-2021, συμπληρώθηκε την 6-9-2021, λαμβάνοντας δε υπόψη ότι η προθεσμία αυτή, σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, συμπληρώνεται μετά την παρέλευση από την προβλεπόμενη λήξη της επιπλέον δέκα(10) ημερών, καταληκτική ημέρα για την κατάθεση της έφεσης προκειμένου αυτή να είναι εμπρόθεσμη ήταν η 16-9-2021.
Πλην όμως, η από 6-12-2021 έφεση που άσκησε η αναιρεσίβλητη κατά της πρωτόδικης απόφασης, ασκήθηκε με την κατάθεσή της, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς στις 10-12-2021, όπως προκύπτει από τη σχετική 10082/673/2021 έκθεση κατάθεσης που έχει επισυναφθεί στην έφεση, ήτοι μετά την κατά τα ανωτέρω λήξη της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, αφαιρουμένων των χρονικών διαστημάτων αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων, αλλά συνυπολογιζομένης της προθεσμίας των 10 επιπλέον ημερών κατ'άρθρο 83 ν. 4790/2021 και εφόσον δεν ανεστάλη η προθεσμία άσκησής της κατά το χρονικό διάστημα από 1η έως 31η Αυγούστου, καθόσον η αναστολή αυτή δεν ισχύει για την περίπτωση της καταχρηστικής διετούς προθεσμίας για την άσκηση της εφέσεως, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, η ένδικη έφεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα και το Εφετείο έπρεπε, μετά από αυτεπάγγελτο έλεγχο, να απορρίψει αυτή ως απαράδεκτη λόγω της εκπρόθεσμης άσκησής της.
Υπέπεσε έτσι το Εφετείο, στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου, όπως βάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με το πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης. Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. . . "
Εάν επομένως, ενόψει του περιεχομένου της αναιρετικής απόφασης και της έκτασης της αναίρεσης, δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για "περαιτέρω εκδίκαση" της υπόθεσης, αλλά υπολείπεται η διατύπωση μόνο του διατακτικού της απόφασης, ο Άρειος Πάγος μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να εκδώσει την τελειωτική για την υπόθεση απόφαση (ΑΠ 1842/2022, ΑΠ 700/2019, ΑΠ 790/2019).
Τέτοιο δικονομικό έδαφος για περαιτέρω έρευνα της υπόθεσης δεν υπάρχει και στην κρινόμενη περίπτωση, αφού κατά τα προαναφερόμενα, η από 6-12-2021 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη κατ` άρθρο 532 ΚΠολΔ, λόγω της εκπρόθεσμης άσκησής της. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι παρέλκει πλέον η έρευνα του δεύτερου αναιρετικού λόγου, καθώς αυτός καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του πιο πάνω πρώτου λόγου, που γίνεται δεκτός, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 38/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, να κρατηθεί η υπόθεση για εκδίκαση από τον Άρειο Πάγο, εφόσον δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση και στη συνέχεια να απορριφθεί η από 6-12-2021 έφεση της αναιρεσίβλητης ως απαράδεκτη, όπως στο διατακτικό και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες.
Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
- Αναιρεί την 38/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
- Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες.
- Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 6-12-2021 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της 177/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
- Απορρίπτει την έφεση.
- Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσίβλητης, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης