Legislator Case Law & Legislation
1352/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling the lower court properly considered all evidence.

Case Number 1352/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the single-member Court of Appeals' decision regarding a loan dispute. The appellant argued the appellate court ignored specific documents proving the appellant was the lender, but the court found the lower court had explicitly considered all submitted evidence. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 806, 807, 341, 345, 393 of the Civil Code; Article 495 of the Code of Civil Procedure: The appellate court's failure to consider documents submitted by the parties does not constitute grounds for appeal if the decision explicitly states that all evidence was examined and weighed.

Keywords

AI generated
appeal dismissal procedural error evidence consideration loan contract legal costs Civil Code Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 806 of the Civil Code
Article 807 of the Civil Code
Article 341 of the Civil Code
Article 345 of the Civil Code
Article 393 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1352 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1352/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Θ. Κ. του Η., κατοίκου Ν.. Ζ. Ι.. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κασιούμη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Π. Κ. του Π., κατοίκου Ι.. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Πανταζή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-11-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 247/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 137/2021 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-10-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 806 του Α. Κ. "με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η σύμβαση δανείου, η οποία είναι ετεροβαρής, καταρτίζεται με τη μεταβίβαση της κυριότητος του δανείσματος στον οφειλέτη (re καταρτιζόμενη) (ΑΠ 529/2022, ΑΠ 917/2020).

Η διάταξη αυτή δεν είναι αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς με βάση την αρχή της ελευθερίας των συναλλαγών (άρθρο 361 ΑΚ) οι συμβαλλόμενοι μπορούν να καταρτίσουν το δάνειο με μόνη τη συναίνεσή τους (solo consensu), οπότε στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για σύμβαση υποσχετική δανείου (άρθρο 809 ΑΚ.) (ΑΠ 529/2022, ΑΠ 917/2020, ΑΠ 1833/2011).

Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 807 ΑΚ, που ορίζει ότι "αν δεν ορίστηκε χρόνος για την απόδοση του δανείου, ούτε συνάγεται αυτός από τις περιστάσεις, το δάνειο αποδίδεται αφού περάσει ένας μήνας από την καταγγελία του δανειστή ή του οφειλέτη. Αν είναι άτοκο ο οφειλέτης, έχει δικαίωμα να το αποδώσει και χωρίς καταγγελία", συνάγεται ότι εάν το δάνειο έχει συμφωνηθεί άτοκο και δεν έχει ορισθεί με την σύμβαση ο χρόνος της απόδοσής του, τότε ο δανειστής δικαιούται να ζητήσει την απόδοση αυτού μόνο κατόπιν καταγγελίας, αλλά πρέπει να αναμείνει, περαιτέρω την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας του ενός μηνός, μετά την πάροδο της οποίας ο οφειλέτης καθίσταται υπερήμερος (άρθρο 341 παρ. 2 του ΑΚ) και οφείλει τόκους υπερημερίας, κατά το άρθρο 345 ΑΚ (ΑΠ 805/2020, ΑΠ 2178/2007).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 393 § 1 του ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο της φερόμενης σύναψης των ένδικων συμβάσεων δανείου, συμβάσεις και συλλογικές πράξεις δεν μπορούν να αποδειχθούν με μάρτυρες, εφόσον η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τα πέντε χιλιάδες εννιακόσια (5.900) ευρώ, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 394 § 1 περ.

α` του ίδιου Κώδικα, η απόδειξη με μάρτυρες επιτρέπεται σε κάθε περίπτωση, εάν υπάρχει αρχή έγγραφης απόδειξης, που πηγάζει από έγγραφο που έχει αποδεικτική δύναμη. Για την ύπαρξη αρχής έγγραφης απόδειξης από έγγραφο απαιτείται αυτό να πιθανολογεί, δηλαδή να καθιστά πιθανό το αμφισβητούμενο γεγονός. Τούτο συμβαίνει, όταν από το έγγραφο δεν αποδεικνύεται πλήρως το αμφισβητούμενο γεγονός, αλλά αναφέρονται σ` αυτό περιστατικά, από τα οποία με πιθανότητα μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα για την ύπαρξη του αμφισβητούμενου γεγονότος.

Πότε δε το έγγραφο καθιστά πιθανό το αποδεικτέο γεγονός είναι ζήτημα πραγματικό. Αν το δικαστήριο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου, κρίνει ότι υπάρχει πιθανολόγηση για το αποδεικτέο γεγονός, δέχεται τη συνδρομή της αρχής έγγραφης απόδειξης και επιτρέπει βάσει αυτής τη μαρτυρική απόδειξη.

Όταν υπάρχει αρχή έγγραφης απόδειξης από επικαλούμενο και νόμιμα προσκομιζόμενο έγγραφο, το δικαστήριο επιτρέπει τη μαρτυρική απόδειξη και αν δεν προταθεί από το διάδικο ότι το έγγραφο αυτό αποτελεί αρχή έγγραφης απόδειξης, καθόσον η αναγκαιότητα της πρότασης αυτής δεν προκύπτει από την πιο πάνω διάταξη ούτε και από άλλη διάταξη (ΑΠ 1370/2018, ΑΠ 230/2014, ΑΠ 847/2009).

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά ,που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να περιέχονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, που φέρονται παραβιασθείσες εκ πλαγίου (ΑΠ 357/2018), οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ` αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν περιορισμένες, μεμονωμένες, κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 658/2019, ΑΠ 739/2011) και να αναφέρεται σε αυτό σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια η ασάφεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι ασάφειες ή οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι διάδικοι γνωρίζονταν επί σειρά ετών και είχαν αναπτύξει μεταξύ τους φιλική σχέση τουλάχιστον από το έτος 2000, ενώ στη συνέχεια έγιναν και κουμπάροι.

Στο πλαίσιο αυτής της σχέσης που είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους, κατήρτισαν, κατά το χρονικό διάστημα από την 1η Αυγούστου 2007 έως την 31η Αυγούστου 2009, διαδοχικές συμβάσεις άτοκου δανείου, δυνάμει των οποίων ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) μεταβίβασε στον εναγόμενο (ήδη αναιρεσείοντα) κατά κυριότητα το συνολικό χρηματικό ποσό των 49.400 ευρώ.

Ειδικότερα, καταρτίσθηκαν μεταξύ των μερών οι ακόλουθες δανειακές συμβάσεις, δυνάμει των οποίων μεταβιβάσθηκε κατά κυριότητα στον εναγόμενο το αντίστοιχο χρηματικό ποσό: α) την 1-8-2007, ποσό 12.000 ευρώ, β) την 24-10-2007, ποσό 2.000 ευρώ, γ) την 15-11-2007, ποσό 3.000 ευρώ, δ) την 28- 2-2008, ποσό 3.000 ευρώ, ε) την 2-4-2008, ποσό 5.000 ευρώ, στ) την 14-4-2008, ποσό 4.000 ευρώ, ζ) την 1-8-2008, ποσό 5.000 ευρώ, η) την 18-8-2008, ποσό 5.000 ευρώ, θ) την 28η-8-2008, ποσό 1.900 ευρώ, ι) την 2-10-2008, ποσό 3.000 ευρώ και ια) την 31-8-2009, ποσό 4.500 ευρώ.

Χάριν καταβολής της υποχρέωσής του προς απόδοση των ως άνω δανείων και προς εξασφάλιση του ενάγοντος, ο εναγόμενος εξέδωσε και παρέδωσε στον ήδη αντίδικό του οκτώ επιταγές, πληρωτέες στην τράπεζα M. bank, ήτοι τις υπ' αριθμ. 01761893-6, με ημερομηνία έκδοσης 15-6-2008, ποσού 5.000 ευρώ, υπ' αριθμ. 01761902-0, με ημερομηνία έκδοσης 10-8-2008, ποσού 5.000 ευρώ, υπ' αριθμ. 01761895-4, με ημερομηνία έκδοσης 15-8-2008, ποσού 5.000 ευρώ, υπ' αριθμ. 01651163- 0, με ημερομηνία έκδοσης 10-9-2008, ποσού 5.000 ευρώ, υπ' αριθμ. 01761903-9, με ημερομηνία έκδοσης 10-9-2008, ποσού 4.000 ευρώ, υπ' αριθμ. 01651164-0, με ημερομηνία έκδοσης 15-9-2008, ποσού 5.000 ευρώ, υπ' αριθμ. 01909132-4, με ημερομηνία έκδοσης 15-11-2008, ποσού 1.500 ευρώ, υπ' αριθμ. 01761914-6, με ημερομηνία έκδοσης 10-12-2008, ποσού 4.000 ευρώ, καθώς και την υπ' αριθμ. 10129986-9 επιταγή, πληρωτέα στη Συνεταιριστική Τράπεζα Ιωαννίνων, με ημερομηνία έκδοσης 9-7-2010, ποσού 10.000 ευρώ.

Ο εναγόμενος δεν αμφισβήτησε τη γνησιότητα της υπογραφής του επί των ανωτέρω επιταγών, ισχυρίσθηκε όμως ότι δύο εξ αυτών και συγκεκριμένα, οι υπ' αριθμ. 01909132-4 και 10129986-9, είναι πλαστές κατά το περιεχόμενό τους και δη, ως προς την ημερομηνία έκδοσης και το αναγραφόμενο ποσό, χωρίς, ωστόσο, να αναφέρει ονομαστικά τους μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα, που αποδεικνύουν την πλαστότητα.

Συνεπώς...ο εν λόγω ισχυρισμός του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Λόγω δε της μη αμφισβήτησης εκ μέρους του, της γνησιότητας της υπογραφής του επί των ανωτέρω αξιόγραφων, τεκμαίρεται και η γνησιότητα του περιεχομένου τους. Περαιτέρω, αρνούμενος ο εναγόμενος την κατάρτιση των ένδικων δανειακών συμβάσεων, ισχυρίσθηκε ότι όλες οι ανωτέρω επιταγές, ήταν επιταγές ευκολίας, τις οποίες εξέδωσε ο ίδιος κατόπιν συμφωνίας με τον ενάγοντα απλώς και μόνο προς χρηματική διευκόλυνση του τελευταίου και ειδικότερα, προκειμένου να τις παραδίδει σε τρίτους και να δανείζεται χρήματα από αυτούς, φρόντιζε δε πάντοτε να αποδίδει τα δάνεια πριν την αναγραφόμενη σε κάθε επιταγή, ημερομηνία, και έτσι παραλάμβανε τα σώματα των επιταγών.

Ο ισχυρισμός αυτός ελέγχεται ως αβάσιμος στην ουσία του, καθώς, αν πράγματι η έκδοση των ανωτέρω επιταγών αποσκοπούσε στην πρόσκαιρη χρηματική διευκόλυνση του ενάγοντος, ο τελευταίος θα είχε επιστρέψει τα σώματα αυτών στον ήδη αντίδικό του μετά την εκπλήρωση του σκοπού για τον οποίο εκδόθηκαν, ενέργεια στην οποία, όμως, δεν προέβη, καθώς τα σώματα των εν λόγω αξιογράφων εξακολουθούν να βρίσκονται στην κατοχή του, δοθέντος ότι τα προσκόμισε στο πρωτότυπο ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου.

Από τα ανωτέρω, έχοντα αποδεικτική δύναμη, έγγραφα, πιθανολογήθηκε το αποδεικτέο γεγονός της κατάρτισης των ένδικων δανειακών συμβάσεων και, συνεπώς, υπάρχει εν προκειμένω αρχή έγγραφης απόδειξης, που επιτρέπει την μαρτυρική απόδειξη. Από την κατάθεση δε της προταθείσας από τον ενάγοντα, μάρτυρος, η οποία εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αποδείχθηκε η κατάρτιση των ένδικων συμβάσεων, ενόψει και του γεγονότος ότι η κατάθεση αυτής ενισχύεται και από την προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα, κατάσταση αναλυτικής κίνησης του λογαριασμού καταθέσεων, που διατηρεί ο τελευταίος στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, και στην οποία εμφαίνονται αναλήψεις από τον λογαριασμό του σε ημερομηνίες που ταυτίζονται με τις ημερομηνίες που συνήφθησαν οι ένδικες συμβάσεις, ενώ και το ύψος του χρηματικού ποσού της αντίστοιχης ανάληψης ταυτίζεται με αυτό που μεταβιβάσθηκε κατά κυριότητα στον εναγόμενο την ίδια ημέρα.

Με βάση όλα τα ανωτέρω, δεν καταλείπεται αμφιβολία στο Δικαστήριο ότι καταρτίσθηκαν οι διαδοχικές συμβάσεις δανείου, που επικαλείται ο ενάγων, δυνάμει των οποίων ο αντίδικός του έλαβε κατά κυριότητα το συνολικό ποσό των 49.400 ευρώ. Περαιτέρω, όμως, δεν αποδείχθηκε ότι ορίσθηκε μεταξύ των μερών συγκεκριμένη ημερομηνία απόδοσης των δανείων αυτών, ούτε ότι προηγήθηκε της άσκησης της αγωγής, εξώδικη καταγγελία του ενάγοντος, δοθέντος ότι ο τελευταίος δεν προσκόμισε σχετική έκθεση επίδοσης προς απόδειξη του ανωτέρω ισχυρισμού του.

Συνεπώς, θέση καταγγελίας επέχει η επίδοση της ένδικης αγωγής...μετά την παρέλευση μηνός από την οποία (επίδοση), κατ' άρθρο 807 ΑΚ, ήταν αποδοτέα τα δάνεια. Παρόλο δε που παρήλθε εν προκειμένω το ανωτέρω χρονικό διάστημα, εντούτοις ο εναγόμενος αρνείται να τα αποδώσει. Ο επικουρικώς υποβληθείς ισχυρισμός του τελευταίου ότι η αξίωση του αντιδίκου του υπέπεσε σε παραγραφή, διότι από την ημερομηνία έκδοσης εκάστης εκ των προαναφερθεισών επιταγών παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των έξι μηνών, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, καθώς η ένδικη αγωγή δεν ερείδεται σε αξίωση από επιταγές, αλλά στις δανειακές συμβάσεις, που καταρτίσθηκαν μεταξύ των μερών.

Η εκ μέρους δε του εναγομένου έκδοση και παράδοση στον αντίδικό του των προαναφερθέντων αξιογράφων, δεν επέφερε απόσβεση της ενοχής που απορρέει από τις δανειακές συμβάσεις, καθώς η παράδοση των επιταγών στον ενάγοντα δεν συνιστά καταβολή, κατά την έννοια του άρθρου 416 ΑΚ, ούτε θεωρείται δόση αντί καταβολής,....

Με βάση όλα τα ανωτέρω, ο ενάγων διατηρεί απαίτηση σε βάρος του αντιδίκου του, ύψους 49.400 ευρώ". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση του αναιρεσιβλήτου και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, που είχε απορρίψει την από 10/11/2011 αγωγή του κατά του αναιρεσείοντος, στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 49.400 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της παρέλευσης ενός μηνός από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε ότι οι δοθείσες από τον ίδιο στον αναιρεσίβλητο επιταγές ήταν επιταγές ευκολίας, από τις οποίες πιθανολογήθηκε η κατάρτιση των ένδικων συμβάσεων δανείου και απέρριψε έτσι τον ισχυρισμό του, που αποδεικνυόταν από τα προσκομισθέντα από τον ίδιο έγγραφα, ότι δεν τον δάνεισε ο αναιρεσίβλητος, αλλά ότι ο ίδιος δάνεισε τον αναιρεσίβλητο και του παρέδωσε τις επιταγές προς διευκόλυνσή του.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος: α) γιατί είναι αόριστος, επειδή ο αναιρεσείων δεν παραθέτει καθόλου, ούτε σε περίληψη, τις ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, δεν προσδιορίζει τη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε εκ πλαγίου και πλήττει όχι τη κρίσιμη για την παραδοχή της αγωγής ουσιαστική παραδοχή του Εφετείου ότι καταρτίστηκαν οι επίδικες συμβάσεις δανείου, αλλά απλά επιχειρήματα που παραθέτει το Εφετείο για να στηρίξει την παραδοχή αυτή και β) γιατί, υπό την επίκληση της ύπαρξης των ανωτέρω ελλείψεων στην αιτιολογία της απόφασης, ο αναιρεσείων πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ουσιαστική κρίση του Εφετείου ότι καταρτίστηκαν οι επίδικες συμβάσεις δανείου.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος, γιατί το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 806 και 807 ΑΚ, που εφάρμοσε και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής τους, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, γιατί αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα ότι οι διάδικοι σύναψαν ένδεκα συμβάσεις δανείου, οι οποίες έληξαν με την καταγγελία τους από τον αναιρεσίβλητο δανειστή, που έγινε με την επίδοση της αγωγής, οπότε με την πάροδο μηνός από την καταγγελία ο αναιρεσείων υποχρεούται να αποδώσει το δάνειο, με τις υποστηρίζουσες το πόρισμα αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές:

α) ότι στα πλαίσια της φιλικής τους σχέσεως οι διάδικοι, κατά το χρονικό διάστημα από 1/8/2007 έως 31/8/2009 σύναψαν τις αναφερόμενες στην απόφαση κατά ημερομηνία και ποσό, ένδεκα συμβάσεις δανείου, δια των οποίων ο αναιρεσίβλητος μεταβίβασε κατά κυριότητα, λόγω δανείου, στον αναιρεσείοντα το συνολικό ποσό των 49.400 ευρώ και β) ότι, επειδή στις συμβάσεις δεν είχε ορισθεί συγκεκριμένη ημερομηνία απόδοσης των δανείων, ημερομηνία απόδοσης είναι η επόμενη ημέρα μετά την παρέλευση 30 ημερών από την επίδοση της αγωγής, η οποία επέχει θέση καταγγελίας των συμβάσεων, οπότε ο αναιρεσείων υποχρεούται να αποδώσει τα δάνεια, δεν αποτελεί δε ανεπάρκεια της αιτιολογίας, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, η αναφορά στην απόφαση ότι από τις αναφερόμενες στην απόφαση 9 επιταγές "πιθανολογήθηκε το αποδεικτέο γεγονός της κατάρτισης των ένδικων δανειακών συμβάσεων", γιατί στην αναφορά αυτή περί πιθανολόγησης νομίμως προέβη το Εφετείο για να δικαιολογήσει και μόνο την παραδοχή του ότι από τις επιταγές αυτές υπάρχει αρχή έγγραφης απόδειξης, που επιτρέπει την απόδειξη με μάρτυρες εκείνων εκ των συμβάσεων δανείου, των οποίων το αντικείμενο υπερέβαινε τα 5.900 ευρώ, τελικά δε με σαφή και μη ενδοιαστική αιτιολογία και με συνεκτίμηση όλων των αποδείξεων δέχθηκε ότι αποδείχθηκε και όχι πιθανολογήθηκε η κατάρτιση των συμβάσεων.

Σύμφωνα με τον αρ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ανακοπής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, την ανακοπή, ή την ένσταση (AΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων. (ΟλΑΠ 8/2013, Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 630/2020).

Επίσης, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, δεν αποτελούν "πράγματα", η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 580/2019, ΑΠ 851/2015, 10/2008). Με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο α) δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τον προταθέντα με τις πρωτόδικες προτάσεις του αυτοτελή ισχυρισμό του ότι δεν τον δάνεισε χρήματα ο αναιρεσίβλητος, αλλά αντίθετα ότι ο ίδιος δάνεισε τον αναιρεσίβλητο με το ποσό των 40.000 ευρώ (δεύτερος λόγος αναίρεσης) και β) έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν από τον ίδιο και επίσης έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα:

α) τον ισχυρισμό ότι οι υπ' αρ. 01909132-4 και 10129986-9 επιταγές ήταν πλαστές ως προς την ημερομηνία έκδοσης και το αναγραφόμενο ποσό, β) τον ισχυρισμό ότι όλες οι επιταγές είναι γνήσιες, γιατί δεν αμφισβητήθηκε από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα η γνησιότητά τους και γ) τον ισχυρισμό ότι η έκδοση και παράδοση των επιταγών δεν επέφερε απόσβεση της ενοχής του που απορρέει από τις δανειακές συμβάσεις, ενώ ο ίδιος δεν προέβαλε σχετική ένσταση, αφού ισχυρίστηκε μόνο ότι οι δοθείσες από αυτόν στον αναιρεσίβλητο επιταγές ήταν επιταγές ευκολίας για να μπορεί αυτός να δανείζεται από τρίτους (τρίτος λόγος αναίρεσης).

Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος γιατί ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι δεν τον δάνεισε ο αναιρεσίβλητος, αλλά ότι αντίθετα ο ίδιος τον δάνεισε, δεν αποτελεί πραγματικό ισχυρισμό αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και συνεπώς η μη λήψη υπόψη αυτού δεν ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 8 εδ.

α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Επίσης και ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος για τους ακόλουθους λόγους: α) Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσείοντος στο Εφετείο, αυτός προέβαλε ισχυρισμό πλαστότητας των ανωτέρω δύο επιταγών αναφέροντας ότι αυτές είναι "παραποιημένες" και συνεπώς το Εφετείο έλαβε υπόψη πραγματικό ισχυρισμό, που πράγματι προτάθηκε.

β) Η παραδοχή του εφετείου ότι ο αναιρεσείων δεν αμφισβήτησε τη γνησιότητα της υπογραφής του στις αναφερόμενες στην απόφασή του 9 επιταγές, δεν αποτελεί "πράγμα" υπό την ανωτέρω έννοια, αφού δεν αναφέρεται σε αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά στο αποδεικτικό μέσο της ομολογίας, την οποία το δικαστήριο της ουσίας ανελέγκτως συνήγαγε, κατ' άρθρο 261 ΚΠολΔ, όσον αφορά τον αγωγικό ισχυρισμό περί γνησιότητας των επιταγών, λόγω μη ειδικής αμφισβήτησης της υπογραφής του επ' αυτών εκ μέρους του αναιρεσείοντος, ο οποίος ούτε με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όπου προσκομίστηκαν για πρώτη φορά, ούτε με τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης αρνείται τη γνησιότητά τους, ενώ σε κάθε περίπτωση, ο λόγος είναι αλυσιτελής, αφού, ενόψει των ανωτέρω, ο αναιρεσείων δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλλει την παραδοχή του Εφετείου ότι οι επιταγές είναι γνήσιες και γ) Η εξέταση από το Εφετείο και η απόρριψη του, πράγματι μη προταθέντος από τον αναιρεσείοντα, πραγματικού ισχυρισμού ότι αυτός εξόφλησε τα οφειλόμενα από τα δάνεια ποσά με την παράδοση στον αναιρεσίβλητο των αναφερομένων στην απόφαση εννέα επιταγών, δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, γιατί πλήττει πλεοναστικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες δεν είναι αναγκαίες για να στηρίξουν το διατακτικό της, για το οποίο αρκεί η σαφής ουσιαστική παραδοχή, όπως προαναφέρθηκε, ότι συνάφθηκαν οι ανωτέρω ένδεκα συμβάσεις δανείων, οι οποίες έληξαν με την πάροδο μηνός από την καταγγελία τους, που έγινε με την επίδοση της ένδικης αγωγής στον αναιρεσείοντα, οπότε και γεννάται, λόγω μη εξόφλησής τους, η υποχρέωσή του να αποδώσει τα ποσά των δανείων.

Ο από το άρθρο 559 αριθμ. 11 β' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Ειδικότερα, ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεώς του αναφορικά με την βασιμότητα ή μη των επικαλούμενων πραγματικών περιστατικών, που πρέπει κατά το άρθρο 335 ΚΠολΔ να είναι ουσιώδη, ώστε να επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 1646/2018), έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή αποδείξεις που δεν τις επικαλέσθηκαν παραδεκτά οι διάδικοι με τις προτάσεις τους, ενώ δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος δεν στηρίχθηκε ή δεν στηρίχθηκε κυρίως στο μη προσκομισθέν ή στο μη νομίμως επικληθέν έγγραφο (ΑΠ 34/2021, ΑΠ 83/2020).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει στο αναιρετήριο: α) να αναφέρεται ο ισχυρισμός, προς απόδειξη ή αναταπόδειξη του οποίου λήφθηκε υπόψη το αποδεικτικό μέσο και η επίδρασή του στο διατακτικό, β) να προσδιορίζεται το αποδεικτικό μέσο ώστε να προκύπτει η ταυτότητά του, γ) να καθορίζεται το περιεχόμενό του, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν είναι κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του ισχυρισμού, δ) να εξειδικεύεται ο λόγος, για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη και ε) να παρατίθεται οι κρίσιμες παραδοχές του δικαστηρίου (ΑΠ 246/2022, ΑΠ 1638/2022).

Με τον πρώτο, κατά το πρώτο σκέλος, λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11 β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, για να κάνει δεκτή την κατάρτιση των ένδεκα επίδικων συμβάσεων δανείου έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε: α) "ισάριθμα σώματα τραπεζικών επιταγών", οι οποίες δεν προσκομίστηκαν με επίκληση από κανένα διάδικο και β) έγγραφο, που επιγράφεται "κατάσταση αναλυτικής κίνησης λογαριασμού καταθέσεων που διατηρεί ο ενάγων στην ΕΤΕ", το οποίο επίσης δεν προσκομίστηκε με επίκληση από κανένα διάδικο, άλλως δε δεν έγινε "σαφής και ορισμένη επίκληση των χωρίων του για να καθίσταται δυνατός, χωρίς καταπόνηση του δικαστή, ο εντοπισμός του ισχυρισμού που επανυποβάλλεται".

Ο λόγος αυτός κατά το μέρος που αφορά στις επιταγές είναι αόριστος και γι' αυτό απαράδεκτος, γιατί δεν προσδιορίζονται οι επιταγές αυτές, ώστε να προκύπτει η ταυτότητα εκάστης τούτων και δεν παρατίθενται οι σχετικές με αυτές κρίσιμες παραδοχές του Εφετείου, τη δε αοριστία αυτή επιτείνει το γεγονός ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται εννέα επιταγές, ενώ στον λόγο αναίρεσης ισάριθμες προς τις ένδεκα συμβάσεις δανείων, δηλαδή ένδεκα.

Κατά το υπόλοιπο μέρος του, που αφορά στο έγγραφο της αναλυτικής κίνησης λογαριασμών της ΕΤΕ, ο λόγος είναι αβάσιμος, γιατί από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσιβλήτου, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, οι οποίες υποβλήθηκαν κατά τη συζήτηση της έφεσής του, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος επικαλέστηκε με τις προτάσεις του και προσεκόμισε "αντίγραφο καταθέσεων και αναλήψεων της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος" (έγγραφο, το οποίο επικαλείται και στην έφεσή του), το οποίο είναι ακριβώς το έγγραφο που έλαβε υπόψη του το Εφετείο, δεδομένου ότι η αναφερόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση "ΕΤΕ" είναι το ίδιο νομικό πρόσωπο με την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, αφού "ΕΤΕ" είναι τα αρχικά του νομικού αυτού προσώπου.

Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς και νομίμως, επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων περί πραγματικών γεγονότων, με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 1190/1981, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1181/2010, ΑΠ 694/2009).

Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν προς απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων (ΑΠ 179/2003). Για την πληρότητα αυτού του αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο, που να προκύπτει η ταυτότητά του.

β) Ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας. γ) Ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού.

δ) Το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου. Και, ε) ο νόμιμος τρόπος, που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1277/2019, AΠ 1091/2019, ΑΠ 1185/2010). Για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναιρέσεως είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1320/2021, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 1037/2010).

Με τον πρώτο, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα έγγραφα που επικαλέστηκε με τις προτάσεις του και προσεκόμισε στο Εφετείο, από τα οποία αποδεικνύεται ότι δεν τον δάνεισε ο αναιρεσίβλητος αλλά ότι ο ίδιος τον δάνεισε με το ποσό των 40.000 ευρώ, από το οποίο ο αναιρεσίβλητος του οφείλει το ποσό των 3.500 ευρώ για την καταβολή του οποίου του έχει ασκήσει αγωγή στο Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων και ειδικότερα τα ακόλουθα έγγραφα. 1) Την από 2-6-2015 (αρ.

εκθ. Κατ. 141/2015) αγωγή του μικροδιαφοράς στο Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων. 2) Την με αριθμό 123/2017 απόφαση μικροδιαφοράς του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων και τα ταυτάριθμα με αυτή πρακτικά συνεδρίασης. 3)Την με αρ. 106/ 10-7-2007 απόδειξη της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ. 4) Αντίγραφα των με αριθμούς: α. 01761892-7 επιταγής της τράπεζας M.

ποσού 20.000 ευρώ και β. 01761891-8 επιταγής της τράπεζας M. ποσού 20.000 ευρώ. 5)απόδειξη πληρωμής της τράπεζας Κύπρου από 28-8-2008 ποσού 20.000 ευρώ για την με αριθμό 017618918 επιταγή. 6) Αντίγραφο κίνησης πελατών της τράπεζας Πειραιώς από όπου προκύπτει ότι η μία επιταγή εξοφλήθηκε ήδη από τις 23-9-2008 και η δεύτερη αφαιρέθηκε από το σύστημα στις 9-12-2013 λόγω εξαγοράς της τράπεζας M.

από την Τράπεζα Πειραιώς. 7)αντίγραφο του μπλοκ επιταγών του που διατηρούσε στην Τράπεζα M..8) αντίγραφο κίνησης λογαριασμού του της τράπεζας M. από 1-6-2008 έως 30-6-2008 για την κατάθεση και πληρωμή της με αρ. 017618927 επιταγής. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί από την αδιάστικτη διατύπωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, και ιδιαίτερα από τις παραδοχές της απόφασης που αφορούν τον ως άνω αναφερόμενο αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα ανωτέρω, φερόμενα ως αγνοηθέντα, έγγραφα.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός του, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα λόγω της ήττας του(άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 29/10/2021 αίτηση του Θ. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 137/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

- Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και -

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ