Legislator Case Law & Legislation
1343/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against second-instance conviction for dangerous bodily harm due to lack of grounds.

Case Number 1343/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Eastern Crete Court of Assizes' second-instance conviction for dangerous bodily harm. The appellant argued for a retrial, but the Court found the lower court's decision sufficiently reasoned regarding guilt and facts. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellant was ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 473, 510, 578 K.P.D.; An appeal against a second-instance criminal judgment is inadmissible if the judgment contains the required specific and detailed reasoning regarding guilt and facts, thereby precluding the appellate review of the substantive criminal provisions.

Keywords

AI generated
dangerous bodily harm criminal appeal sufficient reasoning appellate review legal costs second instance Greek Criminal Procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 473 K.P.D.
Art. 510 K.P.D.
Art. 578 K.P.D.
Art. 1, 14, 16, 17, 18, 26, 27, 51, 53, 57, 79, 309, 308 Π.Κ.

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1343 / 2025 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1343/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταυρούλα Κουσουλού, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο-Δημήτριο Κοκκορό, Μαρία Γιαννακοπούλου, Μαρία Πετσάλη και Ειρήνη Νικολάου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Δημητρίου Μητρουλιά (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Α. Μ., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Κ. του Θ., κατοίκου ..., Δ. Μαλεβιζίου Κρήτης, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Πάρσαλη, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 507/2024 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Θ. Κ. του Γ., κάτοικο ..., ο οποίος δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο.

Το Τριμελές Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26/3/2025 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που παραστάθηκε, ο οποίος ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 1, 2 και 3 εδ. α` του άρθρου 473 Κ.Π.Δ, η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης, από τον παρόντα κατά την απαγγελία της απόφασης δικαιούμενο, είναι είκοσι ημερών και αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση καταχωρίζεται καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο, που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Σε περίπτωση που ο δικαιούμενος σε άσκηση αναίρεσης δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, ισχύει πάλι η παραπάνω προθεσμία, αλλά με την προϋπόθεση ότι έχει προηγηθεί η επίδοση στον τελευταίο της απόφασης. Αν η απόφαση επιδοθεί μεταγενέστερα της καταχώρισης στο ειδικό βιβλίο, τότε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης αρχίζει από την επίδοση αυτής (ΑΠ 984/2024, ΑΠ 898/2024, ΑΠ 514/2024).

Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη με αρ. πρωτ. 2297/2025 από 26/3/2025 αίτηση του Ι. Κ. του Θ. και της Α., κατοίκου ..., για αναίρεση της με αριθμό 507/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αν. Κρήτης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την οποία καταδικάσθηκε για την αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης σε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, ασκήθηκε νομότυπα για λογαριασμό του αναιρεσείοντος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Πάρσαλη, Δικηγόρο Αθηνών, δυνάμει της από 12/2/2025 εξουσιοδότησης, και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι η ως άνω απόφαση, η οποία εκδόθηκε απόντος του αναιρεσείοντος, καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στις 18/12/2024 στο κατ` άρθρο 473 παρ. 3 Κ.Π.Δ.

ειδικό βιβλίο, σύμφωνα με τη σχετική επ`αυτής υπηρεσιακή βεβαίωση, αντίγραφό της δε επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 17/3/2025, όπως προκύπτει από το με ίδια ημερομηνία αποδεικτικό επίδοσης του Υπαρχιφύλακα του Α.Τ. Μαλεβιζίου Α., και η δήλωση επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 26/3/2025, ήτοι εντός της οριζόμενης εικοσαήμερης προθεσμίας από την επίδοσή της.

Η κρινόμενη αίτηση είναι παραδεκτή (άρθρο 474 παρ. 4 Κ.Π.Δ), αφού ασκήθηκε από πρόσωπο που είχε το σχετικό έννομο συμφέρον και κατά απόφασης υποκείμενης στο συγκεκριμένο ένδικο μέσο (άρθρα 462, 464, 466 παρ. 1 εδ.α`, 473 παρ. 1, 2 εδ. α`, 3 εδ. α`, 474 παρ. 2Α, 504 παρ. 1 και 505 παρ. 1 περ. α` Κ.Π.Δ.) και περιέχει σαφή και ορισμένο αναιρετικό λόγο, συνιστάμενο σε θετική υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Θ' Κ.Π.Δ.). Επιπροσθέτως, ο αναιρεσείων δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Σοφίας Σαγιά, εξουσιοδοτηθείσας δυνάμει του από 2/10/2025 εγγράφου από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος Άγγελο Πάρσαλη, που είχε ομοίως εξουσιοδοτηθεί από τον αναιρεσείοντα με την από 2/10/2025 εξουσιοδότησή του, άσκησε παραδεκτά με κατάθεση δικογράφου (άρθρο 509 παρ. 1 Κ.Π.Δ.) στον Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου τους από 2/10/2025 πρόσθετους λόγους αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη για έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας, που επιβάλλουν τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' Κ.Π.Δ.). Επομένως, η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να συνεκδικασθούν ως συναφείς και να ερευνηθούν περαιτέρω. Σημειώνεται ότι κατά τη συζήτηση δεν παραστάθηκε και, συνεπώς, θεωρείται ως δικονομικώς απών ο υποστηρίζων την κατηγορία Θ. Κ. του Γ., καίτοι κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα τόσο ο ίδιος όσο και η αντίκλητος δικηγόρος του, όπως προκύπτει από τα αποδεικτικά επίδοσης με ημερηνία 6/6/2025, που συντάχθηκαν αρμοδίως από τον Αρχιφύλακα Γ.

Π. του Α' Α.Τ. Ηρακλείου, σύμφωνα με τα οποία επιδόθηκε στον υποστηρίζοντα την κατηγορία και στην αντίκλητο αυτού Αθηνά Κριαρά, Δικηγόρο ΔΣ Ηρακλείου, νόμιμα και εμπρόθεσμα, η με αριθμό 440/2.6.2025 κλήση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, προκειμένου να παραστεί στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στη δικάσιμο της 1/7/2025, κατά την οποία αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.

Επομένως, αφού ο υποστηρίζων την κατηγορία δεν εμφανίσθηκε, καίτοι έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει η συζήτηση της υπόθεσης να συνεχιστεί σαν να ήταν και αυτός παρών.

ΙΙ. Με το άρθρο 501 Κ.Π.Δ. ορίζεται στην παρ. 1: "Αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών δεν εμφανιστεί αυτοπροσώπως ή διά συνηγόρου του, αν συντρέχει η περίπτωση της παρ. 3 του άρθρου 340, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη, εκτός αν έχει προηγηθεί παραίτηση, οπότε κηρύσσεται απαράδεκτη.... Η απόφαση που απορρίπτει την έφεση μπορεί να προσβληθεί μόνο με αναίρεση. Η διάταξη του άρθρου 349 για αναβολή της συζήτησης εφαρμόζεται και υπέρ του εκκαλούντος...". Στην παρ. 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "Αν μετά την έναρξη της συζήτησης της έφεσης λάβει χώρα διακοπή ή αναβολή αυτής και κατά τη νέα συζήτηση ο εκκαλών κατηγορούμενος αν και κλητεύθηκε νομίμως, δεν εμφανιστεί όπως ορίζεται στην παρ. 1, δικάζεται σαν να ήταν παρών".

Περαιτέρω, με το άρθρο 340 παρ. 3 του ίδιου κώδικα ορίζεται ότι "Σε πλημμελήματα και κακουργήματα επιτρέπεται να εκπροσωπείται ο κατηγορούμενος από συνήγορο, τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωσή του... Στην περίπτωση αυτήν ο κατηγορούμενος θεωρείται παρών και ο συνήγορός του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι` αυτόν...".

Επίσης, με το άρθρο 502 παρ. 1 ίδιου κώδικα ορίζεται ότι "Αν ο εκκαλών εμφανιστεί ο ίδιος ή ο συνήγορός του στην περίπτωση της παρ. 3 του άρθρου 340, η συζήτηση αρχίζει και ο εισαγγελέας αναπτύσσει συνοπτικά την έφεση... Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται τα άρθρα 329 έως 338, 340, 346 έως 349, 352, 357 έως 361, 364 έως 373". Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι, όταν η έφεση εισάγεται στο ακροατήριο να εκδικασθεί το πρώτον και ουχί μετ` αναβολή, εάν δεν εμφανισθεί ο νομίμως κλητευθείς εκκαλών αυτοπροσώπως ή δια του συνηγόρου του κατά την έναρξη της συζήτησης της υπόθεσης, τότε η έφεσή του απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη.

Επίσης, από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι αν ο εκκαλών-κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του εμφανίσθηκε κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ` έφεση δίκης για να υποστηρίξει την έφεσή του και στη συνέχεια, μετά την έναρξη της συζήτησης, αποχώρησε, λογίζεται σαν να ήταν παρών και στο υπόλοιπο μέρος της δίκης, το δε δικαστήριο, δεσμευόμενο από την εμφάνιση του εκκαλούντος-κατηγορουμένου, δεν μπορεί να απορρίψει την έφεσή του ως ανυποστήρικτη κατά το άρθρο 501 Κ.Π.Δ., αλλά οφείλει να την ερευνήσει κατ'ουσίαν.

Το ίδιο ισχύει, για την ομοιότητα της περίπτωσης, κατά μείζονα λόγο και όταν ο εκκαλών-κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του εμφανίσθηκε κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ` έφεση δίκης, αλλά στη συνέχεια, μετά τη λήψη της ταυτότητάς του, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος, η δίκη αναβλήθηκε και στη νέα, μετ` αναβολή, δικάσιμο ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από συνήγορο.

Η άποψη αυτή συνάδει και με τη σκέψη που διατυπώνεται στην αιτιολογική έκθεση του σχεδίου Κ.Π.Δ. για την αιτιολόγηση της ρύθμισης του άρθρου 501 παρ. 1 Κ.Π.Δ., σύμφωνα με την οποία εκείνος ο οποίος αδικαιολόγητα δεν εμφανίζεται για να υποστηρίξει την έφεσή του σιωπηρά παραιτείται από αυτήν, αναγνωρίζοντας την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, υπό την έννοια ότι δεν είναι νοητό η μετ` αναβολή μη εμφάνιση του εκκαλούντος-κατηγορουμένου, ο οποίος είχε εμφανισθεί και υποστηρίξει την έφεσή του σε προγενέστερη συζήτησή της, να θεωρείται ως σιωπηρή παραίτησή του από την έφεσή του και αναγνώριση της απόφασης που προσέβαλε.

Δηλαδή, στην περίπτωση αυτή, η αναβολή θεωρείται ότι έγινε μετά την έναρξη της διαδικασίας και της συζήτησης της έφεσης, οπότε ο κατηγορούμενος λογίζεται σαν να ήταν παρών στη νέα μετ` αναβολή δικάσιμο και το δικαστήριο, δεσμευόμενο από την αρχική εμφάνιση του εκκαλούντος- κατηγορουμένου, δεν μπορεί να απορρίψει την έφεσή του ως ανυποστήρικτη, αλλά οφείλει να τη δικάσει στην ουσία.

Διαφορετικά, η απόφαση του εφετείου είναι αναιρετέα, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ` Κ.Π.Δ., για υπέρβαση εξουσίας (ΟλΑΠ 3/2006, ΑΠ 1105/2024, ΑΠ 984/2024, ΑΠ 333/2024).

Από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης και των εγγράφων της δικογραφίας, που παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, προκειμένου να κριθεί η βασιμότητα της κρινόμενης αναίρεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων Ι. Κ. του Θ. καταδικάσθηκε με την υπ' αριθμ. 1349/17.11.2022 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου για την αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης σε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία.

Κατά της πιο πάνω απόφασης αυτός άσκησε αυθημερόν την με αριθμό 326/17.11.2022 έφεση, η εκδίκαση της οποίας ορίσθηκε αρχικά για τις 8/12/2023 ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αν. Κρήτης. Κατά τη δικάσιμο αυτή ο εκκαλών (ήδη αναιρεσείων) εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως και υπέβαλε αίτημα για αναβολή της δίκης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, λόγω κωλύματος στο πρόσωπο του συνηγόρου υπέρασπισης, ήτοι λόγω αποχής.

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αν. Κρήτης, με την υπ'αριθμ. 455/8.12.2023 απόφασή του, ανέβαλε την εκδίκαση της υπόθεσης, κατ`άρθρο 349 Κ.Π.Δ., σε ρητή δικάσιμο για τις 21 Ιουνίου 2024, διατάζοντας την κλήτευση μόνον των μαρτύρων. Κατά τη δικάσιμο αυτή ο εκκαλών κατηγορούμενος (ήδη αναιρεσείων) εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως και υπέβαλε νέο αίτημα αναβολής της δίκης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, λόγω κωλύματος στο πρόσωπο του συνηγόρου υπέρασπισης Α.

Π., το δικαστήριο δε, με την υπ' αριθμ. 385/21.6.2024 απόφασή του, ανέβαλε την εκδίκαση της υπόθεσης, κατ` άρθρο 349 Κ.Π.Δ., σε ρητή δικάσιμο για τις 4/10/2024 άνευ κλητεύσεως του κατηγορουμένου-εκκαλούντος. Κατά την τελευταία αυτή ρητή δικάσιμο, ο εκκαλών κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αν.

Κρήτης με την αναιρεσιβαλλόμενη με αριθμό 507/2024 απόφασή του, δικάζοντας σαν να ήταν παρών ο εκκαλών-κατηγορούμενος, δέχθηκε τυπικά την έφεση και, δικάζοντας κατ'ουσία, τον καταδίκασε για την ένδικη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης σε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Συγκεκριμένα ως προς το θέμα της απουσίας του εκκαλούντος-κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφαση, μετά την παράθεση των οικείων νομικών σκέψεων, δέχθηκε τα ακόλουθα, επί λέξει: "Εν προκειμένω αποδεικνύεται ότι το Β' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηρακλείου με την υπ' αριθμ. 1349/17.11.2022 προσβαλλόμενη απόφασή του καταδίκασε τον εκκαλούντα-κατηγορούμενο σε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών.

Κατά της απόφασης αυτής ο κατηγορούμενος άσκησε την με αριθμό έκθεσης 326/17.11.2022 έφεση του, η οποία προσδιορίστηκε για να δικαστεί ενώπιον του Εφετείου αυτού την 21/6/2024, κατά την οποία δικάσιμο ο κατηγορούμενος κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο ακροατήριο του Εφετείου. Στη δικάσιμο εκείνη κατά την εκφώνηση της υπόθεσης εμφανίσθηκε ο κατηγορούμενος και ζήτησε την αναβολή της δίκης λόγω της αδυναμίας του πληρεξουσίου δικηγόρου του να εμφανισθεί για να τον υπερασπιστεί λόγω απασχόλησης του σε άλλο δικαστήριο.

Το Εφετείο με την υπ' αριθμ. 385/2024 απόφασή του ανέβαλε τη δίκη και όρισε νέα δικάσιμο την σημερινή, την οποία ανακοίνωσε στον παρόντα κατηγορούμενο, η δε ανακοίνωση αυτή υπέχει θέση κλήτευσής του για τη νέα δικάσιμο (άρθρο 349 παρ. 3 του ΚΠΔ). Παρά ταύτα κατά τη σημερινή δικάσιμο ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ο εκκαλών - κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε, πλην όμως επειδή, σύμφωνα με όσα ανωτέρω αναπτύχθηκαν, η αναβολή για τη σημερινή δικάσιμο θεωρείται ότι έγινε μετά την έναρξη της διαδικασίας και της συζήτησης της έφεσης, ο κατηγορούμενος λογίζεται σαν να είναι παρών στη σημερινή δικάσιμο και το Δικαστήριο, δεσμευόμενο από την αρχική εμφάνιση του, πρέπει να προχωρήσει στην κατ' ουσίαν έρευνα της υπόθεσης, θεωρώντας αυτόν παρόντα".

Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων δικάσθηκε σαν να ήταν παρών, παρά την απουσία του στη μετ'αναβολή συζήτηση της υπόθεσης, και δεν απέρριψε την έφεσή του ως ανυποστήρικτη, στη συνέχεια δε προχώρησε στην εκδίκαση της υπόθεσης, δεν υπερέβη την εξουσία του και δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη με τον μοναδικό λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης πλημμέλεια από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Θ` Κ.Π.Δ. Τούτο δε, διότι, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η αναβολή εκδίκασης της υπόθεσης για τη δικάσιμο της 4/10/2024 κατόπιν αιτήματος του εκκαλούντος-κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, που υποβλήθηκε εκ μέρους του κατά την μετ'αναβολή ορισθείσα δικάσιμο της 21/6/2024, θεωρείται ότι έγινε μετά την έναρξη της διαδικασίας και της συζήτησης της έφεσης, οπότε ο κατηγορούμενος λογίζεται σαν να ήταν παρών στη μετ` αναβολή δικάσιμο της 4/10/2024, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και επομένως το δικαστήριο, δεσμευόμενο από την αρχική εμφάνιση του εκκαλούντος- κατηγορουμένου, δεν μπορούσε να απορρίψει την έφεσή του ως ανυποστήρικτη, αλλά οφείλει να τη δικάσει στην ουσία.

Πρέπει, επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' Κ.Π.Δ. περί υπέρβασης εξουσίας ένεκα του ότι το Δικαστήριο της ουσίας προχώρησε στην κατ'ουσίαν εξέταση της υπόθεσης αντί να απορρίψει την έφεση του αναιρεσείοντος ως ανυποστήρικτη, να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙΙΙ. Με το άρθρο πρώτο του ν. 4619/2019 κυρώθηκε ο νέος Ποινικός Κώδικας, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1η Ιουλίου 2019 (άρθρο δεύτερο του ανωτέρω νόμου και άρθρο 460 του νέου Π.Κ.). Στο άρθρο 2 παρ. 1 του νέου Π.Κ. ορίζεται ότι " Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκαση της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι τροποποιείται η καθιερωθείσα και περιγραφόμενη στο ίδιο άρθρο του προηγούμενου Ποινικού Κώδικα αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι του χρόνου της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ώστε να είναι πλέον σαφές ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον" και ότι προδήλως ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο είναι ο μεταγενέστερος της τέλεσης της πράξης νόμος, ο οποίος μετατρέπει την πράξη από κακούργημα σε πλημμέλημα.

Επιεικέστερος είναι ο νόμος που στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση και όχι αφηρημένα οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου, αυτό δε που ενδιαφέρει δεν είναι εάν ο νόμος στο σύνολό του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, αλλά εάν περιέχει διατάξεις που είναι επιεικέστερες γι' αυτόν, δεν αποκλείεται δε σε συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμοσθεί εν μέρει ο προηγούμενος και εν μέρει ο νεότερος νόμος, με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς και έτσι να εφαρμόζεται αφενός ένας νόμος ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αφετέρου άλλος νόμος ως προς την απειλούμενη ποινή.

Για τον χαρακτηρισμό νόμου ως επιεικέστερου με βάση το ύψος της απειλούμενης ποινής, γίνεται σύγκριση των περισσότερων αυτών διατάξεων, εάν δε από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος.

Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για τον χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δε στερητικών της ελευθερίας ποινών, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή.

Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 1 εδ. α' του νέου Π.Κ. (ν. 4619/1.7.2019, περί σωματικής βλάβης, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσης (4/10/2025) της προσβαλλόμενης απόφασης και εφαρμόζεται εν προκειμένω ως ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, "όποιος προξενεί σε άλλον σωματική κάκίοση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 309 του παραπάνω Κώδικα, όπως ίσχυε από 1/7/2019 και έως 11/11/2021 δηλ.

μετά την έναρξη της ισχύος του νέου Π.Κ. και πριν από την τροποποίησή της από το άρθρο 65 του ν. 4855/2021, και εφαρμόζεται εν προκειμένω ως ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, "αν η πράξη του προηγούμενου άρθρου τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά σωματική βλάβη, επιβάλλεται φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή".

Ήδη η διάταξη του άρθρου 309 του ν. Π.Κ. έχει τροποποιηθεί επί το δυσμενέστερο με το άρθρο 65 του ν. 4855/2021 ως προς την επιβλητέα ποινή, αφού για την επικίνδυνη σωματική βλάβη προβλέπεται πλέον αποκλειστικά ποινή "φυλάκισης έως τρία έτη". Η νέα διάταξη του άρθρου 309 του ν. Π.Κ. σε σχέση με την προηγούμενη, που ίσχυε κατά τον χρόνο τέλεσης (5/12/2017) της ένδικης πράξης, δεν διαφέρει ως προς τα απαιτούμενα για τη συγκρότηση του αδικήματος στοιχεία, είναι όμως ευμενέστερη ως προς την απειλούμενη ποινή, αφού αντί της ποινής φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών (έως πέντε ετών), που προέβλεπε η προϊσχύσασα διάταξη, η προβλεπόμενη ποινή, πριν την ως άνω τροποποίησή της με τον ν. 4855/2021, είναι φυλάκιση έως τρία (3) έτη ή χρηματική ποινή.

Απαιτούμενα στοιχεία για την αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης είναι: α) σωματική βλάβη κατά την έννοια του άρθρου 308 Π.Κ., β) η πράξη να τελέστηκε κατά τρόπο που να μπορεί να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο της ζωής του ή βαριά σωματική βλάβη, όπως ενδεικτικά αναφέρεται στη διάταξη του άρθρου 310 παρ. 2 Π.Κ.

Ενόψει της διαζευκτικής αυτής διατύπωσης, είναι απαραίτητο στην καταδικαστική απόφαση για επικίνδυνη σωματική βλάβη να καθορίζεται ποια από τις ως άνω δύο διακινδυνεύσεις δέχεται το δικαστήριο ότι συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή διακινδύνευση για τη ζωή ή για βαριά σωματική βλάβη. Αυτό δεν στερείται εννόμων συνεπειών, διότι η παραδοχή της μιας ή της άλλης περίπτωσης, αν και στις δύο περιπτώσεις η πράξη τιμωρείται με τα αυτά όρια ποινής (για την αξιόποινη πράξη της βαριάς σωματικής βλάβης που θεσπίζεται με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 309 Π.Κ., προβλέπεται ήδη φυλάκιση έως τριών (3) ετών), πρακτικώς άγει σε διαφοροποίηση της ποινικής μεταχείρισης του δράστη, αφού στην πρώτη πλήττεται έννομο αγαθό υπέρτερο από τη σωματική υγεία και ακεραιότητα και η ποινή θα καθορισθεί με βάση τα προβλεπόμενα στο άρθρο 79 Π.Κ.

κριτήρια. Αν υπάρχει ασάφεια αναφορικά με το είδος της διακινδύνευσης, τότε συντρέχει περίπτωση εκ πλαγίου παράβασης της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 309 Π.Κ. και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ. λόγος αναίρεσης, διότι ο Άρειος Πάγος αδυνατεί να ελέγξει ακυρωτικά την απόφαση, για το αν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε σωστά ή μη τον νόμο, με αποτέλεσμα η απόφαση να στερείται νόμιμης βάσης (ΑΠ 1485/2022, ΑΠ 1036/2021).

Για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης απαιτείται απλός (κοινός) δόλος, δηλαδή γνώση της αφηρημένης δυνατότητας του κινδύνου της ζωής ή της βαριάς σωματικής βλάβης και θέληση του υπαιτίου να προξενήσει σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας, χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερη εξειδίκευση του δόλου, αρκεί να προκύπτει από τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 819/2022, ΑΠ 778/2022, ΑΠ 146/2022, ΑΠ 812/2020, ΑΠ 824/2020).

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., όταν αναφέρονται σ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να προσδιορίζονται γενικώς κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά, ούτε αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους, ενώ δεν είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο, κατ αρχήν, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την τέλεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται από τον νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), κάτι που δεν συμβαίνει στο έγκλημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης.

Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί ταπράγματα κρίση του Δικαστηρίου.

Στην προκείμενη περίπτωση, από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Ανατολικής Κρήτης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση των κατά το είδος τους μνημονευόμενων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή μεταφορά, ήτοι: "Ο κατηγορούμενος στο Μάραθο Δήμου Μαλεβιζίου στις 5/12/2017 αφού επιτέθηκε κατά του Θ. Κ. του Γ. κτύπησε αυτόν με το πόδι του στο δεξί του χέρι και στη συνέχεια με γροθιές στο ήδη τραυματισμένο χέρι του και με γροθιές στο αριστερό αυτί του, με αποτέλεσμα να του προκαλέσει συντριπτικό κάταγμα μεσότητας διαφύσεως της δεξιάς ωλένης από τον τρόπο δε που τελέστηκε η ανωτέρω πράξη μπορούσε να προκληθεί στον παθόντα βαριά σωματική του βλάβη".

Στη συνέχεια το ως άνω Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα της αξιόποινης πράξης της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, με τριετή αναστολή, με το ακόλουθο διατακτικό, ήτοι:

"Κηρύσσει ένοχο του ότι: στο Μάραθο δήμου Μαλεβιζίου στις 5/12/2017 με πρόθεση προξένησε σε άλλον σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας του, από τον τρόπο δε που τελέστηκε η πράξη αυτή μπορούσε να προκληθεί στον παθόντα βαριά σωματική του βλάβη. Ειδικότερα, αφού επιτέθηκε κατά του ανωτέρω εγκαλούντος κτύπησε αυτόν με το πόδι του στο δεξί του χέρι και στη συνέχεια με γροθιές στο ήδη τραυματισμένο χέρι του και με γροθιές στο αριστερό αυτί του, με αποτέλεσμα να του προκαλέσει συντριπτικό κάταγμα μεσότητας διαφύσεως της δεξιάς ωλένης από τον τρόπο δε που τελέστηκε η ανωτέρω πράξη μπορούσε να προκληθεί στον παθόντα βαριά σωματική του βλάβη".

Με τις προαναφερθείσες παραδοχές που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος για την προαναφερθείσα πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης εις βάρος του ως άνω παθόντος Θ.

Κ. του Γ., την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων και οι σχετικές σκέψεις, με τις οποίες τα υπήγαγε στις ως άνω εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 16, 17, 18 εδ.

β, 26 παρ. 1α', 27, 51, 53, 57, 79, 309 και 308 παρ. 1 εδ. α' Π.Κ. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνονται οι ακόλουθες κρίσιμες παραδοχές για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω αδικήματος: 1) οι σωματικές βλάβες που υπέστη ο προαναφερόμενος παθών (συντριπτικό κάταγμα μεσότητας διαφύσεως της δεξιάς ωλένης), 2) η τέλεση της πράξης κατά τρόπο που θα μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα βαριά σωματική του βλάβη και, 3) ο δόλος του αναιρεσείοντος, καθόσον αυτός ήθελε να προκαλέσει στον προαναφερθέντα παθόντα τις ανωτέρω σωματικές βλάβες, γνωρίζοντας ότι οι περιστάσεις υπό τις οποίες αυτές τελέσθηκαν (με το πόδι κτύπημα στο δεξί χέρι του παθόντος και στη συνέχεια με γροθιές) μπορούσαν να προξενήσουν βαριά σωματική βλάβη του παθόντος.

Επιπλέον, τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης, αναφέρεται το έννομο αγαθό του παθόντος, του οποίου επήλθε διακινδύνευση, δηλαδή η σωματική υγεία και ακεραιότητα, με συνέπεια να μην δημιουργείται ασάφεια ως προς το είδος της διακινδύνευσης που τελικά δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Κατ' ακολουθίαν αυτών, ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., με τον οποίο πλήττεται εκ μέρους του αναιρεσείοντος η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την περί ενοχής κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας είναι αβάσιμος.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα, κατ` άρθρο 578 παρ. 1 Κ.Π.Δ., κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την με αριθμό πρωτ. 2297/26.3.2025 αίτηση και τους επ' αυτής από 2/10/2025 πρόσθετους λόγους του Ι. Κ. του Θ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ` αριθμ. 507/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αν. Κρήτης.

Και

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2025.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Νοεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ