Supreme Court dismisses divorce appeal for failure to specify grounds and timeline in the notice of appeal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the wife's appeal against the second-instance court's divorce judgment. The wife argued the lower court ignored her claim of a verbal agreement to continue living together, but the court found this ground inadmissible. The appeal was rejected because the specific argument and its procedural history were not clearly detailed in the notice of appeal as required by law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal notice must explicitly state the specific grounds of the appeal and the manner and time of their presentation to the court of first instance, otherwise the appeal is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1341 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1341/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ι. συζύγου Θ. Κ., το γένος Α. Σ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίου δικηγόρου της Ζωής Σπυροπούλου και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Θ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αναστασία Χρονοπούλου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/9/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1753/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 560/2019 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22/6/2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των γαμικών διαφορών, υπ'αριθμ. 560/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία εξαφάνισε την ερήμην της αναιρεσείουσας εκδοθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δέχθηκε την αγωγή του αναιρεσιβλήτου και απήγγειλε τη λύση του γάμου των διαδίκων. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ.3 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1439 παρ.3 του ΑΚ "εφόσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς από δύο τουλάχιστον χρόνια, ο κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί, έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά στο πρόσωπο του ενάγοντος. Η συμπλήρωση του χρόνου διάστασης υπολογίζεται κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής και δεν εμποδίζεται από μικρές διακοπές που έγιναν ως προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων μεταξύ των συζύγων ".
Από τη διάταξη αυτή, που καθιερώνει ως λόγο διαζυγίου τον αντικειμενικό κλονισμό της έγγαμης σχέσης των συζύγων προκύπτει ότι, εφόσον αποδειχθεί η διετής διάσταση, τεκμαίρεται αμάχητα ο κλονισμός των σχέσεων των συζύγων και το δικαστήριο χωρεί στη λύση του γάμου. Ως διάσταση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται εκείνη κατά την οποία οι σύζυγοι απομακρύνονται φυσικώς και ψυχικώς μεταξύ τους, με τη θέληση να μην έχουν πλέον κοινωνία βίου, ανεξάρτητα από το εάν η απομάκρυνση αυτή, ως πραγματικό γεγονός, είναι αποτέλεσμα της πρωτοβουλίας του ενός από τους συζύγους ή και των δύο και ανεξάρτητα από το εάν διαμένουν στην ίδια κατοικία, αλλά υπό καθεστώς χωρισμού από τραπέζης και κοίτης.
Η επίκληση δε της διετούς διάστασης είναι στοιχείο της ιστορικής βάσης της αγωγής διαζυγίου, η οποία στηρίζεται στον ανωτέρω λόγο, ο δε ισχυρισμός του εναγομένου, ότι δεν έχει συμπληρωθεί η διετής διάσταση, διότι αυτή άρχισε σε χρόνο μεταγενέστερο του επικαλούμενου με την αγωγή, συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής και όχι ένσταση (ΑΠ 915/2018, ΑΠ1350/2017).
Εξάλλου, η ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, που απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, έχει εφαρμογή και επί δικαιωμάτων που στηρίζονται σε διατάξεις δημοσίας τάξεως. Επομένως, εφαρμόζεται και επί άσκησης αγωγής διαζυγίου από το άρθρο 1439 παρ. 3 ΑΚ λόγω τεκμαιρομένου κλονισμού της έγγαμης σχέσης από την διετή διάσταση των συζύγων.
Η ένσταση αυτή, προς απόκρουση της αγωγής διαζυγίου, μπορεί να στηριχθεί μόνο σε περιστατικά μεταγενέστερα της διάστασης, δηλαδή τέτοια που είναι συνέπειες της λύσης του γάμου με διαζύγιο, για την κατά νόμο δε θεμελίωσή της, δεν αρκούν οποιεσδήποτε δυσμενείς επιπτώσεις του διαζυγίου σε βάρος του εναγομένου και των τέκνων των συζύγων, οι οποίες άλλωστε επέρχονται από το διαζύγιο αυτό καθ' εαυτό, αλλά απαιτείται οι επιπτώσεις αυτές να εκφεύγουν των συνηθισμένων και αυτονόητων και να οδηγούν λόγω του εξαιρετικού τους χαρακτήρα και της σοβαρότητάς τους, στη δημιουργία κατάστασης προφανώς υπέρμετρα σκληρής για τον εναγόμενο σύζυγο και τα τέκνα, ώστε να επιβάλλεται για την αποτροπή τους η διατήρηση του γάμου (ΑΠ 294/2019, ΑΠ 1638/2013, ΑΠ 1138/2012, ΑΠ 1670/2011).
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, ιδρύεται, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή, το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 2/2013, 7/2006, 4/2005).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και, κατ' επέκταση, σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος, για να είναι ορισμένος, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά και, υπό τα οποία, συντελέσθηκε η προσβαλλόμενη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).
Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 (όχι δε και από τον αριθ. 11 όπως εσφαλμένα αναφέρεται στο αναιρετήριο) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, απορρίπτοντας την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου για λύση του γάμου τους.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που δίκασε ερήμην της εναγομένης και απήγγειλε τη λύση του μεταξύ αυτής και του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου γάμου, η τελευταία πρόβαλε ένσταση προς απόκρουση της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, συνισταμένη, στο ότι η άσκηση του ασκούμενου με την αγωγή του δικαιώματος για λύση του γάμου τους, είναι καταχρηστική, διότι:
α) πριν την άσκηση της ένδικης αγωγής, ο αναιρεσίβλητος είχε συμφωνήσει ρητά να μην ζητήσει τη λύση του γάμου τους. Και, β) οι συνέπειες από τη λύση του γάμου τους θα είναι ιδιαζόντως επαχθείς και δυσβάσταχτες, αφενός για την ίδια την αναιρεσείουσα, καθόσον θα απωλέσει τα κοινωνικοασφαλιστικά της δικαιώματα και οι οικονομικές συνέπειες του διαζυγίου θα είναι τραγικές και αφετέρου για την ενήλικη θυγατέρα τους που πάσχει από σοβαρό πρόβλημα υγείας.
Τα περιστατικά, όμως, αυτά που επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα για τη θεμελίωση της ενστάσεώς της δεν καθιστούν καταχρηστική την εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου άσκηση της ένδικης αγωγής διαζυγίου, εφόσον, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, το μεν πριν από την άσκηση της αγωγής λαβόν χώρα περιστατικό της συμφωνίας του αναιρεσιβλήτου περί μη λύσεως του γάμου δεν μπορεί στην προκειμένη περίπτωση, να στηρίξει ένσταση καταχρήσεως δικαιώματος, τα δε υπόλοιπα επικαλούμενα και στο μεταγενέστερο του διαζυγίου χρόνο αναγόμενα περιστατικά δεν εκφεύγουν των συνηθισμένων και αυτονοήτων από τη λύση του γάμου επιπτώσεων και δεν οδηγούν σε δημιουργία καταστάσεως υπέρμετρα σκληρής για την αναιρεσείουσα και τη θυγατέρα της.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την ως άνω ένσταση της αναιρεσείουσας ως αβάσιμη, ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281ΑΚ και ο πρώτος περί του αντιθέτου αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθμ.1ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008).
Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008).
Ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος προτάσεως ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 1020/2019, ΑΠ 449/2019, ΑΠ 869/2017, ΑΠ 1632/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, κατ'ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 (και όχι από τον αριθμό 1 που επικαλείται η αναιρεσείουσα), του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι αν και εξωτερικά υπάρχει διάσταση με τον αναιρεσίβλητο, στην πραγματικότητα υπήρχε ρητή συμφωνία να συνεχισθεί ο έγγαμος βίος τους.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο ο συγκεκριμένος ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, που κατά τα όσα αυτή υποστηρίζει, δεν λήφθηκε υπόψη, όπως αυτός προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, καθώς και ο τρόπος και ο χρόνος προτάσεώς του, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, και, εφόσον το δικαστήριο, στην προκειμένη περίπτωση, εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, δεν αναφέρονται, στο αναιρετήριο, όπως θα έπρεπε, σύμφωνα με τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές του, υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση.
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας που ηττήθηκε τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ. 1, 191αρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό. Τέλος, το κατατεθέν παράβολο της αναιρέσεως πρέπει να αποδοθεί στην αναιρεσείουσα, καθόσον αυτή δεν είχε υποχρέωση προς καταβολή του (άρθρο 495 αρ.3 σε συνδ. με άρθρο 592 αρ.1 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-6-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμό 560/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ