Supreme Court dismisses appeal for violating evidence evaluation rules and awards costs to appellees.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against a final appellate court decision that rejected an earlier appeal. The appellants argued the lower court improperly evaluated witness testimonies and expert reports without specific mention, violating procedural guarantees. The court ruled that appellate courts are not bound to explicitly reference every piece of evidence considered during their fact-finding process, as the final decision itself serves as sufficient proof of review. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellants were ordered to pay the appellees' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561(1) and 566(1) of the Code of Civil Procedure; The appellate court is not required to make specific mention or separate evaluation of every piece of evidence considered in its fact-finding, provided the final decision reflects a comprehensive review of the case file.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1341 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1341/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη - Εισηγήτρια, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., 2) Κ. χήρας Γ. Γ., το γένος Β. και Κ. Ν., 3) Ν. Γ. του Γ. και Κ., 4) Ά.-Χ. Γ. του Γ. και Κ., 5) Λ. Γ. του Γ. και Κ., κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικού ενάγοντος Γ. Γ. του Νικολάου που απεβίωσε στις 25-2-2016 στο ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Αλέξιο Δημητρακόπουλο και Αντωνία Παπαδάκη και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Γ. του Ν., συζύγου ..., κατοίκου …, προσωρινά διαμένουσας στο ..., 2) Π. χήρας Ν. Γ., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέφανο Στανέλλο και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-10-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/2015 μη οριστική, 9/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 304/2018 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-3-2019 αίτησή τους και τους από 27-5-2021 προσθέτους λόγους τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου συζητεί πρώτα για το παραδεκτό της αναίρεσης και αν διαπιστώσει ότι η αναίρεση δεν ασκήθηκε νομίμως ή λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, απορρίπτει αυτήν και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 539/2014). Περαιτέρω, προϋπόθεση του παραδεκτού της αναίρεσης είναι, μεταξύ άλλων, και η θεμελίωσή της σε ένα τουλάχιστον λόγο αναίρεσης (άρθρ. 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Από τα ανωτέρω, συνδυαζόμενα και προς τις διατάξεις του άρθρου 118 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι, αν η αίτηση αναίρεσης δεν περιλαμβάνει έστω και ένα λόγο αναίρεσης, ακόμη και απαράδεκτο ή αβάσιμο, απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας (ΑΠ 1975/2017, ΑΠ 623/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση με την κρινόμενη από 08/03/2019 αίτηση αναίρεσης και τους από 27/05/2021 πρόσθετους λόγους αναίρεσης προσβάλλεται η 304/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η οποία απέρριψε ως απαράδεκτη την ασκηθείσα από τους ήδη αναιρεσείοντες έφεση κατά της αριθμ. 9/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρεβέζης ως προς τη δεύτερη εφεσίβλητη - δεύτερη εναγομένη Π.
χήρα Ν. Γ., δέχθηκε δε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν αυτήν (έφεση) ως προς την πρώτη εφεσίβλητη -πρώτη εναγομένη Α. Γ., επικυρώνοντας την άνω απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την εισαχθείσα ενώπιόν του αγωγή για την αναγνώριση ως άκυρης της ένδικης με αριθμό 6769 από 18/10/2013 δημόσιας διαθήκης του αποβιώσαντος στις 18/6/2014 Ν.
Γ., πατέρα των εναγόντων και της πρώτης εναγομένης και συζύγου της δεύτερης εναγομένης. Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1, 577 §1 ΚΠολΔ), πρέπει, όμως, η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής να απορριφθούν ως απαράδεκτοι κατά το μέρος που στρέφονται εναντίον της δεύτερης από τις αναιρεσίβλητες, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εν λόγω δικογράφων ήτοι του περιεχομένου του αναιρετηρίου και του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, δεν διαλαμβάνεται σ'αυτά κανένας αναιρετικός λόγος, έστω και απαράδεκτος ή αόριστος, που να αφορά πλημμέλεια του κεφαλαίου της αμέσως πιο πάνω εφετειακής απόφασης (αναιρεσιβαλλομένης), με το οποίο απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η έφεση καθόσον στρεφόταν κατά της δεύτερης των εφεσιβλήτων και ήδη δεύτερης των αναιρεσιβλήτων Π.
χήρας Ν. Γ. (ΑΠ 1486/2014, ΑΠ 999/2012). Κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει, αφού συνεκδικασθούν (άρθρο 246 ΚΠολΔ), να ερευνηθούν περαιτέρω (άρθρ.571, 577§3 ΚΠολΔ).
Α1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1718 ΑΚ, η διαθήκη, για την οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757, είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 1719 αριθ. 3 ΑΚ, ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι όσοι κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης τους.
Στην αμέσως πιο πάνω διάταξη προβλέπονται δύο περιπτώσεις ανικανότητας προς σύνταξη διαθήκης, δηλαδή α) η έλλειψη συνείδησης των πράξεων, η οποία υπάρχει όταν το πρόσωπο από αίτιο νοσηρό ή μη (όπως μέθη, ύπνωση κλπ.) δεν έχει τη δύναμη να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της διαθήκης που συντάσσει, καθώς και την ικανότητα να συλλάβει τη σημασία των επί μέρους διατάξεων της διαθήκης, χωρίς να απαιτείται γενική και πλήρης έλλειψη συνείδησης του εξωτερικού κόσμου ή πλήρης έλλειψη της λειτουργίας του νου και β) η ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη.
Ως ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη, νοείται ειδικότερα κάθε διαταραχή που μειώνει σημαντικά την ικανότητα για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, όταν, δηλαδή εξαιτίας της διαταραχής αυτής αποκλείεται κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησης του διαθέτη με λογικούς υπολογισμούς, καθόσον ο τελευταίος κυριαρχείται από παραστάσεις, αισθήματα, ορμές ή επιρροές τρίτων. (ΑΠ 913/2019, ΑΠ 405/2019, ΑΠ 489/2018).
Τέλος, από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 1733 ΑΚ, όπου ορίζεται σχετικά με τη δημόσια διαθήκη που συντάσσεται από το συμβολαιογράφο, ότι "η πράξη πρέπει να διαβαστεί στο διαθέτη, ενώ ακούουν τα πρόσωπα που συμπράττουν, και να βεβαιωθεί σ' αυτήν ότι αυτό έγινε", σαφώς συνάγεται ότι η ανάγνωση της πράξης από το συμβολαιογράφο συντάκτη της πρέπει να γίνεται προς το διαθέτη και συγχρόνως από την ίδια ανάγνωση να ακούουν τα πρόσωπα που συμπράττουν κατά τη σύνταξή της και όχι να γίνεται χωριστά για το διαθέτη και χωριστά για τα πρόσωπα που συμπράττουν.
2.Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Εξάλλου, για να ιδρυθεί ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως πρέπει η παράβαση του δικαστηρίου της ουσίας να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση και την απώλεια των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποιο πεδίο του δικαίου εντάσσεται ο κανόνας αυτός. Επομένως, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αν η παράβαση αφορά κανόνα δικονομικού δικαίου, στο οποίο υπάγονται οι κανόνες, που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας (ΑΠ 667/2020, ΑΠ 617/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά αναφορικά με την ένδικη αγωγή για την αναγνώριση της ακυρότητας της επίμαχης δημόσιας διαθήκης του Ν. Γ.: "Στο ... απεβίωσε στις 18/6/2014 ο Ν. Γ. του Δ., κάτοικος εν ζωή ..., πατέρας των εναγόντων και της 1ης εναγομένης.
Στις 25/2/2016 απεβίωσε ο 1ος ενάγων Γ. Γ. και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους εκκαλούντες σύζυγό του και τρία τέκνα του. Ο Ν. Γ. με την …/…-10-2013 δημόσια διαθήκη του ενώπιον της συμβολαιογράφου Παραμυθιάς - Θεσπρωτίας Λήδας - Βασιλικής Μπέλλου, που νόμιμα δημοσιεύθηκε εγκατέστησε κληρονόμο του την εναγομένη κόρη του και όρισε να περιέλθουν σ' αυτήν τα εξής περιουσιακά του στοιχεία, των οποίων είχε τη νομή και κυριότητα κατά το χρόνο του θανάτου του, ήτοι:
α) οικόπεδο 669,20 τ.μ. με δύο αποθήκες εμβαδού 105 τμ και 15,28 τμ, που βρίσκεται στο ... στο 0Τ-…, προέρχεται από το με αρ. … κληροτεμάχιο και απεικονίζεται στο από 15-10-2013 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ν. Κ., που έχει προσαρτιστεί στη διαθήκη, β) ισόγειος οικία επιφάνειας 79,98 τμ, κτισμένης επί οικοπέδου επιφάνειας 1.552,32 τμ, που βρίσκεται στο ..., το οποίο οικόπεδο έχει χωριστεί δε 3 τμήματα (Ι.
ΟΤ-…, II. ΟΤ-… και III. ΟΤ-…), η δε οικία αυτή ανήκει στο τμήμα I.ΟΤ-…, όπως απεικονίζεται στο από 10-10-2013 τοπογραφικό διάγραμμα του προαναφερόμενου πολιτικού μηχανικού, γ) το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης και μελλοντικής δόμησης σε τμήμα του οικοπέδου αυτού (Ι.ΟΤ-…) επιφάνειας 427,73 τμ και με στοιχεία α-β-γ-52-11-10-9-8-7-6-α του ίδιου τοπογραφικού διαγράμματος, δ) οικόπεδο επιφάνειας 665,44 τμ στο
ΙΙ.ΟΤ-… με στοιχεία 21-22-23-...-38-39-21 του ίδιου τοπογραφικού διαγράμματος και ε) οικόπεδο επιφάνειας 18,13 τμ με το υπάρχον κτίσμα στο III.ΟΤ-… με στοιχεία 14-15-16-17-53-14 του ίδιου τοπογραφικού διαγράμματος. Πριν από τη σύνταξη της ανωτέρω διαθήκης ο κληρονομούμενος είχε συντάξει την υπ' αρ. …/…-3-2016 δημόσια διαθήκη ενώπιον της Συμβ/φου Ηγουμενίτσας Αλίκης Μάνου, η οποία δημοσιεύτηκε με τα υπ' αρ. 105/15-7-2014 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας, με την οποία κατέλειπε το σύνολο της περιουσίας του στους ενάγοντες, στις εναγόμενες και στους εγγονούς του, τέκνα του υιού του Γ.
Γ.. Με την επίδικη διαθήκη του ο διαθέτης ανακάλεσε κάθε προγενέστερη διαθήκη του, δηλαδή και την αμέσως προαναφερόμενη. Από το έτος 1991 ο διαθέτης έπασχε από στεφανιαία νόσο, από το έτος 1996 από σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και από το έτος 2005 από καλοήθη υπερτροφία προστάτη, παθήσεις για τις οποίες λάμβανε φαρμακευτική αγωγή, η οποία από το έτος 2011 επεκτάθηκε και για αδυναμία και καταβολή.
Στη συνέχεια διαγνώσθηκαν χρόνια νεφρική νόσος (ή χρόνια νεφρική ανεπάρκεια), αναιμία χρονίας νόσου και υποθυρεοειδισμός, που μάλλον υπήρχαν από το έτος 2008, διότι σε αιματολογική και βιοχημική εξέταση του διαθέτη διαπιστώθηκε αναιμία και οριακά υψηλές τιμές ουρίας, που είναι ενδεικτικές πιθανής νεφρικής νόσου.
Την 1-5-2013 ο διαθέτης εισήχθη επειγόντως στην Παθολογική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Πρέβεζας για αδυναμία καταβολής και εξήλθε στις 5-5-2013 με διάγνωση νεφροπάθεια τελικού σταδίου αλλά και με βελτίωση της υγείας του. Επειδή ο διαθέτης παρουσίασε απορρύθμιση καρδιακής ανεπάρκειας και επιδείνωση νεφρικής ανεπάρκειας, στις 9-5-2013 εισήχθη στην Παθολογική Κλινική του Ν.Ι.Μ.Τ.Σ.
στην Αθήνα, όπου παρέμεινε νοσηλευόμενος μέχρι τις 25-5-2013 και εξήλθε με διάγνωση υποθυρεοειδισμός μη καθορισμένος, υπερπλασία του προστάτη, άλλη χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, αναιμία και ινσουλινοεξαρτώμενο σακχαρώδη διαβήτη, λόγω δε της θεραπείας του βελτιώθηκε η υγεία του ως προς την αναιμία και τη νεφρική ανεπάρκεια.
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας του στο Ν.Ι.Μ.Τ.Σ. ύστερα από νευρολογική εξέταση διαγνώσθηκε ότι παρουσίαζε διαταραχή γνωσιακών λειτουργιών, δυσχέρεια στη βάδιση στα πλαίσια αγγειακής εγκεφαλοπάθειας και ήταν βραδυψυχικός. Έκτοτε και μέχρι το θάνατό του (18-6-2014) ο διαθέτης παρέμεινε μόνιμα κατακεκλιμένος, μετακινούμενος μόνο με αναπηρικό αμαξίδιο ή ορθοπαιδικό περιπατητήρα και με τη βοήθεια τρίτου ατόμου, με μόνιμο ουροκαθετήρα.
Η κλινική εικόνα πάσχοντα από οργανικό σύνδρομο περιλαμβάνει, πέραν της διαταραχής των γνωστικών λειτουργιών και διαταραχή του επιπέδου της συνείδησης, τέτοια δε συμπτώματα δεν αναφέρονται στην περίπτωση του διαθέτη κατά το χρόνο σύνταξης της επίδικης διαθήκης (18-10-2013) και η διάγνωση αυτή πρέπει να αποκλειστεί, η δε αναφορά της νευρολόγου του Ν.Ι.Μ.Τ.Σ.
Α. Τ., που εξέτασε τον διαθέτη, για διαταραχή γνωστικών λειτουργιών, δεν είναι επαρκής για ασφαλή δικανική κρίση ως προς το κρίσιμο αποδεικτέο γεγονός, διότι δεν προσδιορίζεται ειδικά, αν δηλαδή πρόκειται για τη μνήμη, την προσοχή και συγκέντρωση, την κρίση ή άλλες γνωστικές λειτουργίες, όπως αντιλέγει και ο νευρολόγος - ψυχίατρος Ε.
Τ.. Πολλές ενέργειες του διαθέτη πριν από τη σύνταξη της διαθήκης, όπως αιτήσεις αυτού σε διάφορες δημόσιες υπηρεσίες και τράπεζες, δεικνύουν άτομο ενεργό και όχι άτομο με διαταραχή των γνωστικών λειτουργιών και ότι η σωματική του αναπηρία δεν επηρέασε την πνευματική και νοητική του διαύγεια αλλά ούτε και η προϊούσα ηλικία του επηρέασε τη γραφικό του χαρακτήρα.
Όσον αφορά την αγγειακή εγκεφαλοπάθεια και την αγγειακή άνοια, η διάγνωση στην περίπτωση του διαθέτη δεν επιβεβαιώνεται από νευροαπεικονιστικό έλεγχο (αξονική ή μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου) και ναι μεν μπορεί ορισμένα χρόνια σωματικά νοσήματα, από τα οποία έπασχε αυτός (στεφανιαία νόσος, χρόνια νεφρική νόσος, σακχαρώδης διαβήτης) να παρουσιάζουν αυξημένη συχνότητα άνοιας ιδιαίτερα αγγειακού τύπου, όπως προκύπτει από την κλινική πρακτική και τη διεθνή βιβλιογραφία, όμως η παρουσία μόνο αυτών των νοσημάτων χωρίς την ύπαρξη συμπτωμάτων από τις ανωτέρω ψυχικές λειτουργίες και επιβεβαίωση αυτών με νευροαπεικονιστικό έλεγχο, δεν επαρκούν για τη διάγνωση της αγγειακής άνοιας.
Επίσης ο βραδυψυχισμός που διαπιστώθηκε στις 10-5-2013 από την προαναφερόμενη νευρολόγο Α. Τ., δεν αποτελεί ειδικό χαρακτηριστικό της άνοιας, αλλά μπορεί να απαντάται σε πολλά νοσήματα, ψυχικά και σωματικά, πρέπει δε να λεχθεί ότι κατά την ημέρα της εξέτασης αυτής του διαθέτη οι εργαστηριακές τιμές (αιματολογικές, βιοχημικές) ήταν ιδιαίτερα παθολογικές (πολύ χαμηλός αιματοκρίτης και αιμοσφαιρίνη, πολύ υψηλές τιμές ουρίας και κρεατινίνης, ιδιαίτερα υψηλή τιμή της ορμόνης TSH), που υποδεικνύουν βαριά αναιμία, δυσλειτουργία των νεφρών και βαρύ υποθυρεοειδισμό, όμως ο διαθέτης όταν εξήλθε από το Ν.Ι.Μ.Τ.Σ.
στις 25-5-2013 είχε βελτιωθεί η υγεία του, ήτοι οι τιμές της αιμοσφαιρίνης και του αιματοκρίτη είχαν βελτιωθεί σημαντικά (βελτίωση της αναιμίας), το ίδιο και της ουρίας και της κρεατινίνης (βελτίωση της νεφρικής νόσου), ενώ του σακχάρου αίματος ήσαν σε φυσιολογικά επίπεδα. Όλοι οι μάρτυρες της απόδειξης αναφέρονται στην κατάσταση της υγείας του διαθέτη, ότι δηλαδή έπασχε από νεφρική ανεπάρκεια, θυροειδή, σακχαρώδη διαβήτη, προστάτη κλπ.
και ότι λόγω των παθήσεων αυτών είχε επέλθει πνευματική και σωματική κατάπτωση αυτού μη γνωρίζοντας πολλές φορές πρόσωπα και καταστάσεις, όμως ουδείς από τους μάρτυρες κατέθεσε ότι, λόγω της κατάστασης αυτής της υγείας του, δεν ήταν σε θέση να σκέπτεται, να συνομιλεί, να διαβάζει ή να υπογράφει, έστω και με δυσκολία κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης.
Από τα ανωτέρω πραγματικά γεγονότα αποδεικνύεται ότι ο διαθέτης κατά το χρόνο σύνταξης της επίδικης διαθήκης (18-10-2013), ηλικίας 97 ετών, δεν έπασχε από γεροντική άνοια, οργανικό σύνδρομο, ανοϊκό σύνδρομο ή αγγειακή εγκεφαλοπάθεια με βραδυψυχισμό και δεν παρουσίαζε εξασθένηση της βούλησής του, ούτε ανικανότητα για τη λήψη οποιασδήποτε πρωτοβουλίας, ούτε διαταραχή των γνωστικών λειτουργιών του και διανοητική έκπτωση και γενικά λόγω και της προϊούσης ηλικίας του δεν βρισκόταν σε κατάσταση μη επαφής με το περιβάλλον του ούτε και σε βαθμό σύγχυσης της συνείδησης τέτοιο, ώστε να αδυνατεί να διαγνώσει την ουσία, το περιεχόμενο και τις συνέπειες της δήλωσης της τελευταίας βούλησής του και σε ψυχική και διανοητική διαταραχή, που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του και δεν του επέτρεπε να προσδιορίσει ελεύθερα με λογικούς υπολογισμούς το περιεχόμενό της, αλλά ενήργησε με διαύγεια, νηφαλιότητα και με ελεύθερη δική του βούληση.
Στο συμπέρασμα αυτό κατέληξε και ο πραγμ/νας - ψυχίατρος, λαμβάνοντας υπόψη του όλα τα έγγραφα της δικογραφίας που έχουν επικαλεστεί και προσκομίσει οι διάδικοι. Το συμπέρασμα αυτό δεν ανατρέπεται από το γεγονός ότι ο διαθέτης δεν είχε τις απαιτούμενες γραμματικές γνώσεις και δεν μπορούσε να γνωρίζει για πίνακα χιλιοστών οικοπέδου και αυτοτελών ιδιοκτησιών, νομική ορολογία για οριζόντιες ιδιοκτησίες, κοινόχρηστους χώρους κλπ.
και είναι βέβαιο ότι το σχέδιο της διαθήκης αυτής συντάχθηκε από τρίτο πρόσωπο και αφού αναγνώσθηκε από το διαθέτη παρουσία όλων των συμπραττόντων προσώπων παραδόθηκε στην Συμβ/φο για αντιγραφή, οι ενέργειες δε αυτές δεν θίγουν το κύρος της διαθήκης, άλλωστε ο Συμβ/φος μπορεί να εφιστά την προσοχή του διαθέτη στις ασάφειες της τελευταίας διάταξης και να διασκευάζει νομικά τα δηλούμενα χωρίς όμως να αλλοιώνει τη βούληση του διαθέτη.
Όμοια που έκρινε το πρωτοβάθμιο Δ/ριο, αν και με ελλιπή αιτιολογία συμπληρωμένη από την παρούσα, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και εφάρμοσε το νόμο και τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τους εκκαλούντες κρίνονται ουσία αβάσιμα και απορριπτέα". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο, μεταξύ άλλων, δέχθηκε, ότι ο αποβιώσας στις 18/06/2014, πατέρας των εναγόντων και της πρώτης εναγομένης, κατά την κατάρτιση της επίμαχης από 18/10/2013 δημόσιας διαθήκης του, δεν έπασχε από τη νόσο της γεροντικής άνοιας, οργανικό σύνδρομο ή αγγειακή εγκεφαλοπάθεια, δεν παρουσίαζε εξασθένηση της βούλησής του, ανικανότητα για τη λήψη οποιασδήποτε πρωτοβουλίας, διανοητική έκπτωση και διαταραχή των γνωστικών του λειτουργιών.
Ότι κατά τον άνω χρόνο είχε συνείδηση των πράξεών του και δεν βρισκόταν σε ψυχική και διανοητική διαταραχή, έτσι, ώστε να περιορίζεται αποφασιστικά η λειτουργία της βούλησής του και να καθίσταται ανίκανος για τη σύνταξη της εν λόγω διαθήκης. Μετά δε από αυτό, επικύρωσε την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση, αφού απέρριψε τους σχετικούς λόγους της έφεσης του εκκαλούντων ήδη αναιρεσειόντων.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1719 αριθμ. 3 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, οι δε περί του αντιθέτου διαλαμβανόμενες στον πρώτο (κατά το πρώτο μέρος) αναιρετικό λόγο αιτιάσεις από τον αριθμό 1 εδάφιο α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμες.
Με τον ίδιο ως άνω αναιρετικό λόγο, κατά το δεύτερο μέρος, οι αναιρεσείοντες επικαλούμενοι την ίδια από τον αριθμό 1α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, μέμφονται το Εφετείο ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1718,1733 ΑΚ. Ο λόγος αυτός, ως προς την άνω αιτίαση, είναι αβάσιμος, καθόσον στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν ασχολήθηκε καθόλου με την ερμηνεία και εφαρμογή της εν λόγω ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 1733 ΑΚ, η παραβίαση της οποία άγει στην ακυρότητα, κατ' άρθρο 1718 ΑΚ, της επίμαχης διαθήκης, τις οποίες δεν εφάρμοσε ούτε ήταν εφαρμοστέες κατά τις παραδοχές του.
Τούτο, δε, διότι δεν τέθηκε θέμα υπαγωγής πραγματικών γεγονότων από την προσβαλλομένη, όπως από το περιεχόμενό της προκύπτει, στους ως άνω κανόνες ουσιαστικού δικαίου, καθόσον τέτοιος λόγος ακυρότητας της επίμαχης διαθήκης, ερειδόμενος στην άνω διάταξη του άρθρου 1733 ΑΚ, το περιεχόμενο της οποίας αναφέρεται στη μείζονα σκέψη, δεν διαλαμβανόταν στην ένδικη αγωγή, ούτε συνακόλουθα όφειλε το Εφετείο να διαλάβει σχετικές αιτιολογίες (ΑΠ 1335/2015, ΑΠ 2/2007).
Τέλος, με τον ίδιο πρώτο, κατά το τρίτο μέρος, αναιρετικό λόγο, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την ίδια από τον αριθμό 1α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και ειδικότερα επικαλούνται, κατ' εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου, ότι με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των όσων ορίζει ο Ν.4335/2015, σχετικά με τον τύπο που πρέπει να τηρηθεί προκειμένου να ληφθεί το αποδεικτικό μέσο της ένορκης βεβαίωσης, δεν έλαβε υπόψη του την δοθείσα, ενώπιον της συμβολαιογράφου Πρέβεζας Ελένης Λαδιά, με αριθμό …/…-8-2016 ένορκη βεβαίωση του Σ.
Γ., που δόθηκε με επιμέλειά τους, με την αιτιολογία ότι στη σχετική κλήση δεν αναφέρεται το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και η διεύθυνση κατοικίας αυτού. Ο λόγος αυτός, ως προς την άνω αιτίαση, είναι απαράδεκτος εξαιτίας της αοριστίας του, διότι στο αναιρετήριο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν αναφέρονται, και μάλιστα ενάριθμα, η διάταξη ή διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι ευθέως παραβιάσθηκαν, καθόσον δεν αρκεί η μνεία του Ν. 4335/2015 (ΑΠ 1662/2009).
Σε κάθε δε περίπτωση ο ανωτέρω λόγος, ως προς την αιτίαση αυτή, είναι απαράδεκτος, διότι η σχετική διάταξη του άρθρου 422 ΚΠολΔ, που αναφέρεται στον τύπο κλήτευσης του αντιδίκου για τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου και δεν ελέγχεται από τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1α', που αφορά στην παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 894/2018).
Εξάλλου, εάν ήθελε εκτιμηθεί ότι με την αιτίαση αυτή αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 ΚΠολΔ, ότι, δηλαδή, παρά το νόμο κήρυξε δικονομικό απαράδεκτο, κρίνοντας ως ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο την άνω ένορκη βεβαίωση, επειδή στη σχετική κλήση του <<μάρτυρα>> δεν γίνεται αναφορά των πιο πάνω στοιχείων που η διάταξη του άρθρου 422 ΚΠολΔ απαιτεί, ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον κατά το χρόνο που λήφθηκε η ένορκη αυτή βεβαίωση (5-8-2016) εφαρμόζεται η δικονομική διάταξη του άρθρου 422 ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1/1/2016 με τον Ν. 4335/2015 και όχι η καταργηθείσα με τον ίδιο πιο πάνω νόμο διάταξη του άρθρου 270 παρ.2 ΚΠολΔ, που ρύθμιζε τις προϋποθέσεις παραδεκτού και νομίμου των ενόρκων βεβαιώσεων προ της ισχύος του νόμου αυτού (ΑΠ 549/2019).
Β. Από τα άρθρα 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς τη βασιμότητα ή μη των από τους διαδίκους προβαλλόμενων πραγματικών γεγονότων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αριθμ. 11 του ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική όμως προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια του άρθρου 335 του ΚΠολΔ, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ 42/2002) Από αυτά παρέπεται ότι, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο:
α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητα του, β) ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτό προσκομίστηκε και το περιεχόμενο αυτού, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού, γ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου και δ) ο νόμιμος τρόπος που αυτό προσκομίστηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 2034/2013, Α.Π. 333/2009).
Εξάλλου, ο λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ δεν ιδρύεται, όταν η παράλειψη του δικαστηρίου αφορά στη μη αξιολόγηση συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπόψη, σε συνδυασμό με τα άλλα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα ή αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ΑΠ 694/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο, κατά ένα μέρος, αναιρετικό λόγο αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ειδικότερα, μέμφονται το Εφετείο ότι, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του για το ουσία αβάσιμο της ένδικης αναγνωριστικής της ακυρότητας της διαθήκης αγωγής τους, στην απόρριψη της οποίας κατέληξε, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις:
α)την ένορκη, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, της εξετασθείσας με επιμέλειά τους μάρτυρα Μ. Σ., συζύγου του δεύτερου από τους ενάγοντες-1ου αναιρεσείοντος, Σ. Γ., η οποία γνώριζε για τα προβλήματα υγείας του διαθέτη πατέρα τους και β) <<τα έγγραφα των δημόσιων νοσηλευτικών ιδρυμάτων Πρέβεζας και ΝΙΜΙΤΣ και τις ιατρικές γνωματεύσεις των γιατρών που περιέθαλψαν το διαθέτη>>.
Ο λόγος αυτός ως προς τις άνω αιτιάσεις είναι, προεχόντως αόριστος, καθόσον ως προς μεν την πρώτη αιτίαση δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι την άνω ένορκη κατάθεση οι αναιρεσείοντες είχαν νόμιμα με επίκληση προσκομίσει στο Εφετείο, ως προς δε τα άνω έγγραφα δεν αναφέρεται το περιεχόμενο αυτών, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί αν τα αποδεικτικά αυτά μέσα (έγγραφα) ήταν κρίσιμα για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του ισχυρισμού προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτά προσκομίστηκαν, σε κάθε δε περίπτωση οι άνω αιτιάσεις είναι αβάσιμες, καθόσον, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία ρητά βεβαιώνεται ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσεως έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην των άλλων, και << τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα αριθμ. 14/2015 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού...
και τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι ...>>, σε συνδυασμό και με τις λοιπές αιτιολογίες αυτής, καμιά αμφιβολία δεν καταλείπεται ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις την πιο πάνω μαρτυρική κατάθεση και τα πιο πάνω έγγραφα, χωρίς, ωστόσο, να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών.
Τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, που διαλαμβάνονται στους ανωτέρω πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης και στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, που αφορούν στην εσφαλμένη εκτίμηση της έκθεσης δικαστικής πραγματογνωμοσύνης, της εξώδικης γνωμοδότησης του ιατρού Ν. Σ. και των ένορκων βεβαιώσεων που δόθηκαν με επιμέλειά τους, είναι απαράδεκτες, διότι, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αριθμός 1α' (ο πρώτος λόγος) και αριθμός 11γ' (ο δεύτερος λόγος) ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το Εφετείο, με επαναξιολόγηση αυτών (αποδεικτικών μέσων), που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή τους, κατέληξε σε εσφαλμένη, κατά τους αναιρεσείοντες, για τα πράγματα κρίση.
Συνεπώς, ο πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι και οι πρόσθετοι λόγοι της αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους, συνακόλουθα δε πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι επ' αυτής λόγοι να απορριφθούν, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ., όπως ισχύει, παραβόλου και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που δεν κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματος που αυτές υπέβαλαν με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, που έγινε στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου και καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού(άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 08/03/2019 αίτηση για αναίρεση της 304/2018 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων και τους από 27/05/2021 πρόσθετους επ' αυτής λόγους.
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Οκτωβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ