Legislator Case Law & Legislation
623/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against insurance company but allows appeal against social security fund regarding incidental claim.

Case Number 623/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the first and third defendants but allowed it against the second defendant, the social security fund. The appellant argued for the annulment of lower court decisions regarding an incidental claim, while the court found procedural grounds to reject arguments against the insurance company. Consequently, the court annulled the specific portion of the first-instance judgment concerning the incidental claim and remitted the case for further trial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(2), 580(3), 495(3)(e), 176, 183 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may examine the presence of absent parties sua sponte and annul a judgment against a specific defendant if the scope of appeal necessitates it, even if other appeal grounds are inadmissible.

Keywords

AI generated
incidental claim annulment appeal procedural admissibility remittal for trial legal costs allocation absence of party scope of appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3)(e) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 623 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 623/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Έ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Παυλάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 2) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών" (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων το 2ο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, το 3ο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Δούκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ ο 1ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 10-10-2007 και 24-1-2008 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν με την από 5-11-2007 κύρια παρέμβαση - αγωγή του ήδη 3ου των αναιρεσιβλήτων.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1541/2009 εν μέρει οριστική και 1849/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5703/2013 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση των οποίων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-4-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων και το 2ο και 3ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Τζανακάκη διάβασε την από 5-2-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 8-4-2015 αιτήσεως για αναίρεση της 1541/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς τον πρώτο κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλος του και τέταρτο λόγους αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.

β’ και γ’ ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ’ άρθρο 575 εδ. β’ του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ’ αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή (ΑΠ 242/2015, ΑΠ 546/2015, ΑΠ 1726/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη από 8-4-2015 (αρ. κατ. ...2015) αίτηση αναίρεσης είχε προσδιοριστεί αρχικά για τη δικάσιμο της 19-2-2016, με αριθμό πινακίου …, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2 - 4 ΚΠολΔ).

Εξάλλου, από την υπ’ αρ. ... /1-9-2015 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Κ. Λ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι μετά από έγγραφη παραγγελία της πληρεξουσίας δικηγόρου του αναιρεσείοντα, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, αυτή κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 128 παρ. 4 ΚΠολΔ), με θυροκόλληση, στον 1ο αναιρεσίβλητο, για να παραστεί κατά την ανωτέρω δικάσιμο (βλ.

επίσης συνημμένη στην έκθεση επίδοσης την από 1-9-2015 απόδειξη παραλαβής εγγράφου από τον Αναπληρωτή Αξιωματικό Υπηρεσίας του ΑΤ ... Αττικής και την από 2-9-2015 βεβαίωση παραλαβής των ΕΛΤΑ). Κατά την ανωτέρω όμως αρχική δικάσιμο η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο (άρθρ. 226 παρ. 4 ΚΠολΔ) για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκε και πάλι ο απολειπόμενος και στην προηγούμενη συνεδρίαση 1ος αναιρεσίβλητος, ούτε και κατέθεσε δήλωση μη παράστασης, κατ’ άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως μόνον ο επισπεύδων τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείων, το 2ο αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ με την επωνυμία ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ και χάριν συντομίας ΕΚ και το 3ο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με το διακριτικό τίτλο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ.

Επομένως, αφού ο 1ος αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 περ. α και γ ΚΠολΔ να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους λοιπούς διαδίκους, που εκπροσωπούνται νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο και παρά την απουσία αυτού.

Κατά το άρθρο 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου συζητεί πρώτα για το παραδεκτό της αναίρεσης και αν διαπιστώσει ότι η αναίρεση δεν ασκήθηκε νομίμως ή λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή απορρίπτει αυτήν και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 539/2014). Περαιτέρω, οι προϋποθέσεις του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης διακρίνονται σε θετικές και αρνητικές.

Θετικές προϋποθέσεις είναι α) η ύπαρξη απόφασης υποκείμενης σε αναίρεση (άρθρ. 552, 554 Κ.Πολ.Δ.), β) άσκηση αυτής από πρόσωπο νομιμοποιούμενο προς τούτο (άρθρ. 556, 558), γ) θεμελίωσή της σε ένα τουλάχιστον λόγο αναίρεσης (άρθρ. 566 § 1), δ) η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στον διάδικο που την ασκεί και ε) η τήρηση ορισμένου τύπου και προθεσμίας για την άσκησή της, ενώ αρνητικές προϋποθέσεις είναι α) η άσκηση αυτής για πρώτη φορά (άρθρ. 555), β) η μη αποδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης και γ) η μη παραίτηση του διαδίκου από την τυχόν ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης.

Από τα ανωτέρω, συνδυαζόμενα και προς τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 § 1, 569 § 1, 571 εδάφ. α’ και 577 §§ 1, 2, 3 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι η αίτηση αναίρεσης μπορεί να είναι παραδεκτή και αν ακόμη δεν περιέχει κανένα παραδεκτό και ορισμένο λόγο αναίρεσης, αλλά αρκεί να περιέχει κάποιο λόγο αναίρεσης, έστω και απαράδεκτο ή αόριστο (ΑΠ 1486/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πλήττει την υπ’ αρ. 1541/2009 εν μέρει οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την υπ’ αρ. 1849/2010 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την υπ’ αρ. 5703/2013 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών και για την παραδεκτή άσκηση αυτής (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ) έχει κατατεθεί στη γραμματεία αμφοτέρων των δικαστηρίων (πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου), όπως ειδικότερα προκύπτει από τις υπ’ ...2015 και υπ’ αρ. ...2015 εκθέσεις κατάθεσης αυτής στην Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών και του Εφετείου Αθηνών αντίστοιχα (ΑΠ 617/2014, ΑΠ 901/2013).

Ωστόσο, από την επιτρεπτή επισκόπηση του περιεχομένου αυτής και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η αίτηση αναίρεσης διαλαμβάνει αναιρετικούς λόγους μόνον κατά της εν μέρει οριστικής υπ’ αρ. 1541/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, συγκεκριμένα, πλήττει το κεφάλαιο αυτής, που αφορά τη συρρέουσα στο δικόγραφο της από 24-1-2008 (αρ.

κατ. ...2008) αγωγής, επικουρική βάση - πλαγιαστική αγωγή κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου ΕΚ, ενώ αντιθέτως δεν περιέχει κανένα αναιρετικό λόγο εναντίον των δύο άλλων προσβαλλόμενων αποφάσεων (ΜΠΑ 1849/2010 και ΕΑ 5703/2013). Επομένως, κατόπιν τούτου, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) κατά το μέρος που απευθύνεται εναντίον των ανωτέρω δύο αποφάσεων και συνακόλουθα, ως προς τους 1ο και 3ο των αναιρεσιβλήτων, που ήσαν διάδικοι στις ανωτέρω δύο αποφάσεις -αντίδικοι του αναιρεσείοντα.

Επίσης, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα του 3ου αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ με την επωνυμία ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, το οποίο παραστάθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού. Αντίθετα, επειδή ο 1ος αναιρεσίβλητος, Α.

Κ., ερημοδικεί και συνεπώς, δεν έχει υποβληθεί σε δικαστική δαπάνη, δεν θα περιληφθεί στην απόφαση αυτή διάταξη για δικαστικά έξοδα υπέρ αυτού και σε βάρος του αναιρεσείοντα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 ΚΠολΔ ορίζεται ότι "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση α)..., β) των οριστικών αποφάσεων που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Αν η απόφαση είναι κατά ένα μέρος οριστική, δεν επιτρέπεται αναίρεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων, πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη".

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων - παθών, τραυματίστηκε σοβαρά σε τροχαίο ατύχημα, στις 31-1-2003, ενώ συνεπέβαινε στη με αρ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, που οδηγούσε ο αδελφός του, Α. Κ. και ήταν ασφαλισμένη στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία ..., της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας και στη θέση της υπεισήλθε ως ειδικός διάδοχος το ΕΚ, ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο.

Ακολούθως, ο ενάγων άσκησε την από 10-10-2007 (αρ. κατ. .../2007) αγωγή (Α’ αγωγή) κατά του υπαίτιου οδηγού και στη συνέχεια την από 24-1-2008 (αρ. κατ. ...2008) αγωγή, που αφορά την παρούσα δίκη και χάριν συντομίας Β’ αγωγή, την οποία απηύθυνε κατά του ΕΚ. Στην Β’ αγωγή σώρευε ευθεία αξίωση κατά του ΕΚ, υπέχοντος θέση Ασφαλιστή για αξιώσεις από αδικοπραξία (βελτιωμένη τροφή, ιατρικά έξοδα, ΤΑΧΙ, διαφυγόντα εισοδήματα, πλαστικές επεμβάσεις, πρόσθετη αποζημίωση 931 ΑΚ) και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και συνολικά αξίωνε το ποσό των 791.880 ευρώ.

Στην Β’ αγωγή, επίσης, σώρευε, επικουρικά, πλαγιαστική αγωγή κατά του ΕΚ, για την περίπτωση που η κύρια βάση θα απορριφθεί. Οι Α’ και Β’ αγωγές συνεκδικάστηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, μαζί με κύρια παρέμβαση - αγωγή του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και εκδόθηκε η εν μέρει οριστική 1541/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών - προσβαλλόμενη, η οποία, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την παρούσα αναιρετική δίκη, απέρριψε την πλαγιαστική αγωγή ως αόριστη.

Η απόφαση αυτή δημοσιεύτηκε στις 9-4-2009. Ακολούθως εκδόθηκε και η οριστική υπ’ αρ. 1849/2010 απόφαση που δημοσιεύτηκε στις 10-5-2010. Ο αναιρεσείων δεν άσκησε έφεση κατά της προσβαλλόμενης ως άνω απόφασης εντός τριετίας από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης, μετά την οποία επιτρεπόταν η έφεση κατά της εν μέρει οριστικής, ως προς την οριστική διάταξη αυτής για την απόρριψη της πλαγιαστικής αγωγής (άρθρ. 518 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε τότε, σε συνδ. 513 παρ. 1 περ.

γ’ ΚΠολΔ), ενώ, όπως ο ίδιος αναφέρει στο αναιρετήριο, η απόφαση αυτή ουδέποτε κοινοποιήθηκε προς αυτόν, όπως άλλωστε ούτε η οριστική υπ’ αρ. 1849/2010 απόφαση, που εκδόθηκε στη συνέχεια. Το εναγόμενο ΕΚ, ως ηττηθέν για τα λοιπά κεφάλαια αμφοτέρων των αγωγών, που έγιναν δεκτά σε βάρος του, άσκησε την από 10-9-2010 (αρ.

κατ. 7433/2010) έφεσή του εναντίον και των δύο αποφάσεων (εν μέρει οριστικής και οριστικής) του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Επί της έφεσης αυτής εναντίον της εν μέρει οριστικής απόφασης, που αφορούσε την Β’ αγωγή, κατά την κύρια βάση (ευθεία αξίωση κατά του ΕΚ), εκδόθηκε η οριστική υπ’ αρ. 5703/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ’ ουσίαν την Β’ αγωγή και ως προς την κύρια βάση αυτής (ευθεία αξίωση κατά του ΕΚ).

Επομένως, η εν μέρει οριστική 1541/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ήδη προσβαλλόμενη) ως προς το ερευνώμενο με την αναίρεση κεφάλαιο της επικουρικής πλαγιαστικής αγωγής δεν υπόκειται πλέον στο ένδικο μέσο της έφεσης, εφόσον ο μόνος νομιμοποιούμενος ως έχων έννομο συμφέρον να ασκήσει έφεση - ενάγων και ήδη αναιρεσείων - παθών, δεν άσκησε έφεση, εντός της τριετίας από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης, που έληξε στις 11-5-2013.

Συνεπώς, η προσβαλλόμενη εν μέρει οριστική απόφαση έχει καταστεί πλέον τελεσίδικη, κατ’ άρθρ. 553 παρ. 1 ΚΠολΔ και παραδεκτά απευθύνεται η αναίρεση εναντίον αυτής.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως τούτο ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της υπ’ αρ. 5703/ 2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (12-9-2013), αλλά και κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης εν μέρει οριστικής υπ’ αρ. 1541/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (9-4-2009), και της οριστικής υπ’ αρ. 1849/2010 απόφασης (10-5-2010), που περάτωσε τη δίκη της πλαγιαστικής αγωγής, διότι πριν από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης δεν επιτρεπόταν έφεση κατά της εν μέρει οριστικής, ούτε ως προς τις οριστικές της διατάξεις (άρθρ. 513 παρ. 1 περ.

γ’ ΚΠολΔ), ορίζεται ότι "αν η απόφαση δεν επιδόθηκε η προθεσμία της αναίρεσης είναι τρία χρόνια και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη". Περαιτέρω, επί απόφασης πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η προθεσμία της αναίρεσης "ηρεμεί", όσο διαρκεί η προθεσμία της έφεσης, δηλαδή αρχίζει αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης.

Είναι συνεπώς, η προθεσμία της αναίρεσης (αν δεν υπάρξει επίδοση της απόφασης) συνολικά έξι χρόνια, δηλαδή τρία χρόνια για να περάσει η προθεσμία της έφεσης και να γίνει η απόφαση τελεσίδικη και άλλα τρία χρόνια από την ημέρα που η απόφαση έγινε τελεσίδικη (ΑΠ Ολ. 1113/1986, ΑΠ 264/2013, ΑΠ 1904/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προεκτέθηκε, τόσο η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως και η οριστική ουδέποτε κοινοποιήθηκαν στον αναιρεσείοντα, όπως τούτο προκύπτει από το φάκελο της δικογραφίας.

Εξάλλου, η οριστική απόφαση δημοσιεύτηκε στις 10-5-2010. Η τριετής καταχρηστική προθεσμία της έφεσης (άρθρ. 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε) άρχισε (άρθρ. 144 παρ. 1 ΚΠολΔ) την επομένη και έληγε στις 11-5-2013. Την επομένη άρχισε η τριετής καταχρηστική προθεσμία της αναίρεσης (άρθρ. 564 παρ. 3 όπως ίσχυε), που έληγε στις 12-5-2016.

Η ένδικη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί με την κατάθεσή της (άρθρ. 495 παρ. 1 ΚΠολΔ), στις 8-4-2015, δηλαδή εμπρόθεσμα, πριν την πάροδο της προθεσμίας για την αναίρεση. Κατόπιν όλων αυτών η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά το ερευνώμενο μέρος αυτής έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 αρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ’ ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 αρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 219 § 1 ΚΠολΔ αγωγή υπό αίρεση δεν επιτρέπεται, μπορεί όμως ο ενάγων για την περίπτωση που απορριφθεί η πρώτη βάση ή αίτηση της αγωγής να τη στηρίξει σε άλλη βάση ή να υποβάλει άλλη αίτηση που στηρίζεται στην ίδια ή σε άλλη βάση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο δικαιούται να δικάσει τις, υπό την αίρεση της απορρίψεως άλλης βάσεως ή αιτήματος, προβαλλόμενες βάσεις της αγωγής ή αιτήματα μετά την πλήρωση της αιρέσεως, μετά δηλαδή την απόρριψη της προηγούμενης βάσεως ή αιτήματος.

Όμως βάσει της αρχής της οικονομίας της δίκης και δικαστικής ενεργείας, η οποία δεν διατυπώνεται ρητά στον κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, πλην προκύπτει από πολλές διατάξεις του (άρθρα 74, 218, 246 κ.α.), νομίμως επιλαμβάνεται το δικαστήριο και των επικουρικών βάσεων και αιτημάτων πριν από την πλήρωση της τεθείσης αιρέσεως για να προετοιμάσει την ουσιαστική τους έρευνα διατάσσοντας τις δέουσες αποδείξεις (ΑΠ 1054/1999, πρβλ.

επίσης ΑΠ 631/2006). Στην προκειμένη περίπτωση με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, με τη αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο με την παραβίαση της δικονομικής διάταξης του άρθρου 219 παρ. 1, σε συνδ. 106 ΚΠολΔ, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, διότι πριν να πληρωθεί η αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης της Β’ αγωγής, με την οποία αυτός απευθυνόταν ευθέως εναντίον του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου ΕΚ, το Δικαστήριο ερεύνησε και απέρριψε την επικουρική βάση περί πλαγιαστικής αγωγής.

Επίσης, με τον συναφή 3ο αναιρετικό λόγο αποδίδεται η πλημμέλεια εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Δικαστήριο με την υπέρβαση της σειράς έρευνας της επικουρικής πλαγιαστικής αγωγής, πριν την απόρριψη της κύριας αγωγικής βάσης, δίκασε πλέον του αιτηθέντος κατά παράβαση της Διαθετικής Αρχής της συζήτησης του άρθρου 106 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και της Β’ αγωγής προκύπτει, ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων είχε σωρεύσει στο ίδιο δικόγραφο, τόσο την ευθεία αξίωσή του κατά του ΕΚ, που υπεισήλθε στη θέση της αρχικής ασφαλιστικής εταιρείας, για νόμιμη αιτία, λόγω ανάκλησης της άδειας λειτουργίας αυτής, όσο και την πλαγιαστική αγωγή κατά του ΕΚ, επικουρικά, για την περίπτωση που απορριφθεί η κύρια βάση.

Το Δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την κύρια βάση (ευθεία αξίωση κατά του ΕΚ) εκτός του κονδυλίου του άρθρ. 931 ΑΚ και απέρριψε την επικουρική πλαγιαστική αγωγή ως αόριστη, με την αιτιολογία ότι δεν διαλαμβάνεται σ’ αυτήν ισχυρισμός περί αδράνειας του ασφαλισμένου δικαιούχου οδηγού της ζημιογόνου μοτοσυκλέτας, προς άσκηση της αξίωσής του κατά του ΕΚ (αντί της αρχικής ΑΕΓΑ).

Κρίνοντας έτσι, δεν παραβίασε τη δικονομική διάταξη του άρθρ. 219 ΚΠολΔ (ΑΠ 1938/2014), ούτε δίκασε πλέον του αιτηθέντος κατά παράβαση της Αρχής διάθεσης της συζήτησης (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), εφόσον χάριν της Αρχής της οικονομίας της δίκης, νομίμως επιλαμβάνεται το Δικαστήριο της επικουρικής βάσης, πριν από την πλήρωση της τεθείσης αιρέσεως, δηλαδή της απόρριψης της κύριας βάσης, όταν κρίνει ότι η επικουρική βάση είναι καταφανώς αόριστη, χωρίς να περιορίζεται το Δικαστήριο από τις διατάξεις των άρθρ. 219 και 106 ΚΠολΔ.

Επομένως, ο 1ος, στοιχείο Α’ λόγος και ο συναφής 3ος λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 2496/1997 με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στο αντισυμβαλλόμενό της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτον, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό, από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή της (ασφαλιστική περίπτωση).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 25 του ιδίου πιο πάνω νόμου, η ασφάλιση αστικής ευθύνης περιλαμβάνει τις δαπάνες, που προέρχονται άμεσα από την απόκρουση και ικανοποίηση αξιώσεων τρίτων κατά του λήπτη της ασφάλισης, που γεννήθηκαν από πράξεις ή παραλείψεις του για τις οποίες είχε συμφωνηθεί ασφαλιστική κάλυψη.

Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 489/1976, η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει την αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου και κάθε οδηγού ή προστηθέντος για την οδήγηση ή υπευθύνου του ασφαλισμένου αυτοκινήτου. Κατά τη ρητή δε διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του ιδίου αυτού νόμου, το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής, ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή.

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 201 του Α.Κ., προκύπτει ότι η αξίωση του ασφαλισμένου ή λήπτη της ασφαλίσεως κατά του ασφαλιστή, από τη μεταξύ τους σύμβαση ασφαλίσεως, έχει ως αντικείμενο την καταβολή στον ασφαλισμένο κάθε ποσού, που υποχρεούται ή θα υποχρεωθεί να καταβάλει στον ζημιωθέντα τρίτο, με τους τόκους και τα δικαστικά έξοδα, μέσα στα όρια του ασφαλιστικού ποσού.

Η αξίωση αυτή γεννιέται από την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως, που συμπίπτει με την επίδοση στον ασφαλισμένο από τον ζημιωθέντα τρίτο της περί αποζημιώσεως αγωγής και τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της τελεσίδικης επιδικάσεως για το ποσό που θα επιδικασθεί με την επί της αγωγής αυτής απόφαση, πλέον τόκων από της επιδόσεώς της και δικαστικών εξόδων (ΑΠ 965/2015, πρβλ.

επίσης ΑΠ 441/2010). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 72 ΚΠολΔ, κατά την οποία "οι δανειστές έχουν δικαίωμα να ζητήσουν δικαστική προστασία ασκώντας τα δικαιώματα του οφειλέτου τους, εφόσον εκείνος δεν τα ασκεί εκτός αν συνδέονται στενά με το πρόσωπό του" συνάγεται, ότι, προϋπόθεση για την άσκηση πλαγιαστικής αγωγής είναι ο ενάγων να είναι δανειστής του φορέα του ασκούμενου υπέρ αυτού δικαιώματος, να έχει δηλαδή συγκεκριμένη απαίτηση κατ’ αυτού, ο δε τελευταίος (οφειλέτης) να έχει κατά του τρίτου (εναγομένου διά της πλαγιαστικής αγωγής) κάποιο δικαίωμα, το δικαίωμα να έχει περιουσιακή αξία και να μην είναι προσωποπαγές και η αδράνεια του οφειλέτη, συνιστάμενη στην παράλειψη (αμέλεια και αδιαφορία) αυτού να προβεί στην καταδίωξη του δικού του οφειλέτη, η οποία και δικαιολογεί το έννομο συμφέρον του ενάγοντος δανειστή προς άσκηση της αγωγής του οφειλέτη του κατά του τρίτου (ΑΠ 106/2014, πρβλ.

επίσης ΑΠ 1322/2013, ΑΠ 499/2011). Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο αγωγή.

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά δηλαδή περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ’ αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 481/2012, ΑΠ 538/ 2012).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το Β’ σκέλος αυτού, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια ως άνω πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, (δικονομικό απαράδεκτο), με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις δικονομικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1 και 118 ΚΠολΔ, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε και απέρριψε την πλαγιαστική αγωγή του ως αόριστη.

Επίσης, με τον συναφή 4ο λόγο και κατά το Β’ σκέλος αυτού, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού κανόνα δικαίου του άρθρου 72 ΚΠολΔ, ως προς τη νομική έννοια της αδράνειας του οφειλέτη-υπαίτιου οδηγού, διότι αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για την υπαγωγή σ’ αυτήν των πραγματικών περιστατικών της Β’ αγωγής του.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή επισκόπηση της από 24-1-2008 με στοιχείο Β’ αγωγής προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εκθέτει, μεταξύ άλλων, ότι... Την 31-1-2003 επέβαινε σε δίκυκλη μοτοσικλέτα, οδηγούμενη από τον αδελφό του Α. Κ. και από αποκλειστική υπαιτιότητα αυτού συνέβη τροχαίο ατύχημα με Ι.Χ. αυτοκίνητο, οδηγούμενο από τον Ν. Σ. και κάτω από τις συνθήκες που περιγράφονται στην αγωγή. Κατά το ατύχημα αυτό υπέστη συντριπτικό κάταγμα δεξιού λαγονίου, κάταγμα ηβοϊσχιακών κλάδων δεξιά και αποσπαστικό κάταγμα ιερού με νευραλγία δεξιού κάτω άκρου με μεγάλο υποδόριο αιμάτωμα μηρού, γλουτιαίας χώρας και πλάγιας οσφυϊκής χώρας δεξιά. Συνεπεία του τραυματισμού του αυτού κατέστη ανάπηρος κατά 60% και ανίκανος για την εργασία του κτίστη ή άλλου παρεμφερούς επαγγέλματος. Λόγω του τραυματισμού του αυτού δαπάνησε α) για βελτιωμένη τροφή 1800 ευρώ, β) για ιατρικά έξοδα 1430 €, γ) για μετακινήσεις του με ταξί 480 €, απώλεσε δε για διαφυγόντα εισοδήματα από την εργασία του ως εργάτη σε βιοτεχνία τσιμέντου από 31-1-2003 έως 31-1-2034 συνολικά 295.680 ευρώ. Επίσης θα δαπανήσει για πλαστικές χειρουργικές επεμβάσεις 6.200 ευρώ. Τέλος ζήτησε αποζημίωση κατ’ άρθρο 931 ΑΚ και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής του βλάβης συνολικά 490.000 ευρώ.

Συνεπώς οι συνολικές απαιτήσεις του ανέρχονται σε 791.880 ευρώ. Επιπλέον εκθέτει στην αγωγή του ότι η ζημιογόνος μοτοσικλέτα ήταν ασφαλισμένη κατά το χρόνο του ατυχήματος στην ασφαλιστική εταιρεία "...", της οποίας η άδεια ανακλήθηκε με Υ.Α. του Υπουργού Αναπτύξεως και Εμπορίου στις 5-2-2007. Γι’ αυτό με την από 2-7-2007 εξώδικη όχληση -διαμαρτυρία του γνωστοποίησε στον υπαίτιο οδηγό τις ανωτέρω απαιτήσεις του και τον κάλεσε να γνωστοποιήσει επίσης αυτές στο Επικουρικό Κεφάλαιο μέχρι τέλος Αυγούστου 2007.

Επειδή όμως αυτός αδρανούσε στην άσκηση των δικαιωμάτων, αφού δεν κινήθηκε δικαστικά κατ’ αυτού και δεν το όχλησε παντελώς, αναγκάστηκε να ασκήσει κατά του υπαιτίου οδηγού την από 10-10-2007 (αριθ. κατ. .../2007) αγωγή του, την οποία κοινοποίησε την 28-10-2007, καθώς επίσης και την υπό κρίση από 24-1-2008 (αριθ. κατ. ...2008) αγωγή του, με την οποία ζήτησε ευθέως από το Επικουρικό Κεφάλαιο, ως υποκατάστατο στη θέση της ανωτέρω ασφαλιστικής εταιρείας, να υποχρεωθεί να του καταβάλει το ανωτέρω συνολικό χρηματικό, πλαγιαστικώς δε, ασκώντας τη σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο πλαγιαστική αγωγή, ζητώντας του να καταβάλει το ίδιο ποσό στον ως άνω υπαίτιο οδηγό Α.

Κ., ο οποίος υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα (αναιρεσείοντα) λόγω της αδικοπραξίας του, σε περίπτωση που κριθεί ότι για οποιοδήποτε λόγο το Επικουρικό Κεφάλαιο δεν ευθύνεται ευθέως απέναντί του. Περαιτέρω, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του (1541/ 2009) δέχθηκε ως προς το κεφάλαιο της πλαγιαστικής αγωγής ότι "...κατά το μέρος της πλαγιαστικής αξίωσης η αγωγή κατά προέχοντα λόγο είναι αόριστη και απορριπτέα, διότι δεν διαλαμβάνεται ισχυρισμός περί αδράνειας του δικαιούχου ασφαλισμένου προς άσκηση της αξιώσεώς του..." και στο διατακτικό η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει "...απορρίπτει ό,τι έκρινε απορριπτέο στο σκεπτικό".

Με την κρίση της αυτή όμως η προσβαλλόμενη απόφαση έσφαλε, διότι η Β’ αγωγή περιείχε με επάρκεια τα στοιχεία για τη δικαιολόγηση εννόμου συμφέροντος του ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα στην άσκηση της πλαγιαστικής αγωγής, ως προς την νομική έννοια της αδράνειας του υπαίτιου οδηγού - ασφαλισμένου και δικαιούχου προς άσκηση της αξίωσής του κατά του Ασφαλιστή.

Ειδικότερα, με πληρότητα αναφέρεται στην Β’ αγωγή ότι ο ενάγων - αναιρεσείων είναι δανειστής του ασφαλισμένου οδηγού της μοτοσυκλέτας, ότι έχει κατ’ αυτού αξιώσεις από τις διατάξεις των άρθρ. 914, 931, 932 ΑΚ συνεπεία του τραυματισμού του στο τροχαίο ατύχημα, ότι ο ασφαλισμένος οδηγός έχει αντίστοιχη αξίωση κατά του πλαγιαστικώς εναγομένου ΕΚ (αντί της αρχικής ΑΕΓΑ) για να τον καλύψει ασφαλιστικά με βάση τη μεταξύ τους ισχυρή ασφαλιστική Σύμβαση και ότι ο ασφαλισμένος οδηγός αδράνησε, επιδεικνύοντας αμέλεια και αδιαφορία για να προβεί στην καταδίωξη του πλαγιαστικώς εναγομένου ΕΚ.

Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση απορρίπτοντας την Β’ αγωγή ως προς το κεφάλαιο της πλαγιαστικής αγωγής ως αόριστης, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και αξίωσε συγχρόνως περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για την νομική βασιμότητα της πλαγιαστικής αγωγής. Επομένως, οι σχετικοί 1ος στοιχείο Β’ και 4ος στοιχείο Β’ αναιρετικοί λόγοι εκ του άρθρου 559 αρ. 14 και 559 αρ. 1 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των 216 παρ. 1, 118 και 72 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως ουσιαστικά βάσιμοι.

Κατόπιν αυτού η προσβαλλόμενη εν μέρει οριστική υπ’ αρ. 1541/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς το κεφάλαιο της πλαγιαστικής αγωγής πρέπει να αναιρεθεί. Περαιτέρω, με δεδομένο ότι η αναιρετική εμβέλεια των κατά τα ανωτέρω δεκτών γενομένων αναιρετικών λόγων, οδηγεί στην παραδοχή της αίτησης αναίρεσης κατά του αναιρεσιβλήτου ΕΚ, καθίσταται πλέον αλυσιτελής, άλλως παρέλκει, η εξέταση των λοιπών αναιρετικών λόγων, που επίσης αποβλέπουν στην αποδοχή της αναίρεσης έναντι του ΕΚ και πλήττουν το ίδιο κεφάλαιο της πλαγιαστικής αγωγής (ΑΠ 965/2014, ΑΠ 1294/2014) και ειδικότερα, παρέλκει η έρευνα του 1ου λόγου, κατά το Γ’ σκέλος του εκ του άρθρου 559 αρ. 14 και του 4ου λόγου κατά το Α’ σκέλος εκ του άρθρου 559 αρ. 1, για παραβίαση των διατάξεων των άρθρ. 73, 106 και 336 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ, του 2ου λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 8 και του 4ου και 5ου λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 19, ανεξάρτητα ότι οι τελευταίοι ως άνω λόγοι (559 αρ. 19 ΚΠολΔ), όπως και ο 4οςΑ λόγος, είναι και απαράδεκτοι, διότι το μεν πλήττουν τις δικονομικές διατάξεις των άρθρων 73 και 106 ΚΠολΔ, το δε διότι η πλαγιαστική αγωγή δεν ερευνήθηκε κατ’ ουσίαν και συνακόλουθα δεν ιδρύονται αντίστοιχα οι αναιρετικοί λόγοι εκ του αριθμού 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Συμπερασματικά, κατόπιν όλων αυτών πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος αυτής, που αφορά το κεφάλαιο της πλαγιαστικής αγωγής, στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ.

ε’ ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο ΕΚ στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντα, που κατέθεσε προτάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη την από 8-4-2015 (αρ. κατ. 56/2015 και 360/2015) αίτηση αναίρεσης κατά του 1ου και του 3ου των αναιρεσιβλήτων, κατά το μέρος, που αυτή απευθύνεται κατά της υπ’ αρ. 1849/2010 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κατά της υπ’ αρ. 5703/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του 3ου αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ, με την επωνυμία ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, που ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Αναιρεί την υπ’ αρ. 1541/2009 εν μέρει οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο καθώς και από τη Σύμβαση ασφάλισης αυτού, κατά το κεφάλαιο αυτής, που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης (πλαγιαστική αγωγή).

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος, στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή.

Διατάσσει να επιστραφεί το παράβολο στον αναιρεσείοντα, το οποίο αυτός κατέθεσε για την άσκηση της αναίρεσης. Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο ΕΚ στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα, που ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Απριλίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ