Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding insufficient reasoning in a lease dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against a final lease dispute judgment, ruling it inadmissible due to insufficient reasoning. The appellant argued the lower court failed to examine facts, but the court held this ground only applies when the appeal challenges a substantive ruling on the merits. Since the lower court had already rejected the claim as legally unfounded, the appeal could not be based on a lack of reasoning in that specific rejection. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure; Art. 569 para. 2 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on insufficient reasoning is inadmissible if it refers to a decision rejecting the claim as legally unfounded, as it presupposes a substantive judgment on the merits.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1337 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1337/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Φ. ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ - ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Παπαλελούδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Χ. Χ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Κουμαρτζάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-7-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 858/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1234/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-7-2019 αίτησή της και τους από 21-7-2022 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση, από 25-7-2019 (αριθ. έκθ. κατάθ. 7295/702/2019), αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρ. 647 επ. του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν το ν. 4335/20150), με αριθ. 1234/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Αυτή είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 144 παρ. 1, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1-2 του ΚΠολΔ), εντός προθεσμίας τριάντα ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο αυτή επιδόθηκε, από την αναιρεσίβλητη στην αναιρεσείουσα, στις 2-7-2019 και η αναίρεση ασκήθηκε, με κατάθεση στη Γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, στις 30-7-2019.
Παραδεκτοί είναι και οι από 21-7-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 85/2022) πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης που ασκήθηκαν κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 569 παρ. 2 του ΚΠολΔ, με κατάθεση του οικείου δικογράφου στη Γραμματεία του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, στις 9-8-2022 και επίδοση αυτών στην αναιρεσίβλητη στις 17-8-2022, όπως προκύπτει από την με αριθ. 11354δ'/17-8-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Κ.
Σ., δηλ. τριάντα ημέρες πριν από την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο (7-10-2022) (κατά την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Τα δικόγραφα αυτά (αναίρεσης και πρόσθετων λόγων αναίρεσης) πρέπει, λόγω της προφανούς συνάφειάς τους, να συνεκδικαστούν (άρθρ. 246, 573 παρ. 1 και 569 του ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Με την, από 25-7-2014 (αριθ. έκθ. κατάθ. 2444/2014), αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, ισχυριζόμενη ότι, η από 2-3-2012 σύμβαση μίσθωσης, η οποία καταρτίστηκε μεταξύ της μητέρας της Ν.
Χ., μετά το θάνατο της οποίας αυτή (ενάγουσα) υπεισήλθε στη μισθωτική σχέση και της εναγόμενης ανώνυμης εταιρίας και ήδη αναιρεσείουσας, είναι άκυρη ως αισχροκερδής, για τους λόγους που αναλυτικά εκτίθενται σε αυτή, ζήτησε να κηρυχθεί λυμένη η μίσθωση ως αισχροκερδής, επικουρικά δε να κηρυχθεί λυμένη λόγω έλλειψης συμβολαιογραφικού τύπου και μη μεταγραφής αυτού και να της αποδοθεί το μίσθιο.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η με αριθ. 858/2016 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτή ως μη νόμιμη. Κατά της εν λόγω απόφασης η εναγόμενη, επικαλούμενη εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, άσκησε την από 3-10-2016 (αριθ. έκθ. κατάθ. 4109/11-10-2016) έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία απορρίφθηκαν οι λόγοι έφεσης ως μη νόμιμοι και απαράδεκτοι.
Από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης. Αναφέρεται, αποκλειστικά, σε εκπτώσεις, ακυρότητες και δικαιώματα από το δικονομικό, αποκλειστικά, δίκαιο (Ολ.ΑΠ 2/2001, ΑΠ 152/2022).
Δικονομικές ακυρότητες είναι όσες αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, που απαγγέλλονται για παράβαση διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων (Ολ.ΑΠ 1/2019, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 510/2021, ΑΠ 1255/2019). Για να είναι ορισμένος και εντεύθεν παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, που ερείδεται στη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559, πρέπει, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 502 παρ. 2, 506 παρ. 3, 577 παρ. 3 και 578 του ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο δικονομικός κανόνας που παραβιάσθηκε δηλ.
να προσδιορίζεται το δικονομικό απαράδεκτο (ή η ακυρότητα) που κήρυξε ή δεν κήρυξε το δικαστήριο και ο τρόπος με τον οποίο συντελέσθηκε η παραβίαση (ΑΠ 510/2021, ΑΠ 1249/2020, ΑΠ 449/2012, ΑΠ 863/2010, ΑΠ 20/2007). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 520 παρ. 1 του ΚΠολΔ οι λόγοι της έφεσης, εκτός από σαφείς και ορισμένοι, πρέπει να είναι λυσιτελείς, δηλαδή να άγουν, αν θεωρηθούν βάσιμοι, σε εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Έτσι, αν η αγωγή απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως αόριστη, απαράδεκτη ή νομικά αβάσιμη, οι λόγοι που πλήττουν την απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων απορρίπτονται διότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση (ΑΠ 323/1989). Στην ερευνώμενη υπόθεση, η αναιρεσείουσα εταιρία, με το μοναδικό λόγο του αναιρετηρίου, αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι "η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα απέρριψε το πρώτο και κυρίως το δεύτερο λόγο της έφεσής μου με τον οποίο παραπονιόμουν για μη λήψη υπόψη των αποδεικτικών μέσων που νομίμως προσκόμισα και επικαλέστηκα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ως αλυσιτελείς με το σκεπτικό ότι: ''στη προκειμένη περίπτωση οι 1ος και 2ος λόγοι της έφεσης, με τους οποίους η εκκαλούσα, εν μέρει με τον 1ο λόγο και καθ' ολοκληρία με τον 2ο λόγο, βάλλει κατά της εκκαλουμένης για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων είναι απορριπτέοι, κατά τα προαναφερόμενα ως αλυσιτελείς, καθόσον στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι με την εκκαλουμένη απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη, χωρίς να προβεί το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε εκτίμηση των αποδείξεων''".
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως, ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο σχετικός δικονομικός κανόνας, ο οποίος παραβιάστηκε από το Εφετείο και ο τρόπος με τον οποίο παραβιάστηκε (ΑΠ 510/2021), επιπρόσθετα δε και ως αβάσιμος, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού κατά τις ανωτέρω παραδοχές η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τους ως άνω πρώτο και δεύτερο λόγους της από 3-10-2016 έφεσης της εκκαλούσας-αναιρεσείουσας ως αλυσιτελείς, καθόσον στηρίζονταν σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι με την εκκαλούμενη με αριθ. 858/2016 οριστική απόφαση απορρίφθηκε η από 25-7-2014 αγωγή της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης ως μη νόμιμη, χωρίς να προβεί το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε εκτίμηση των αποδείξεων.
Επομένως το Εφετείο, δεν υπέπεσε στη πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Εξάλλου, αν ήθελε υποτεθεί ότι στο λόγο αυτό εμπεριέχεται και η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (γίνεται επίκληση του αριθ. 12), συνιστάμενη στη παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, είναι επίσης απορριπτέος διττώς, ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον δεν αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν από την εκκαλούσα-αναιρεσείουσα, για την απόδειξη ποιου συγκεκριμένου ισχυρισμού προσκομίσθηκαν τα όποια αποδεικτικά μέσα, ποια είναι η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ` αυτά από το δικαστήριο της ουσίας και ποιο είναι το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 505/2022, ΑΠ 462/2019, ΑΠ 126/2019, ΑΠ 1038/2019), καθώς και ως αβάσιμος, αφού η από 25-7-2014 αγωγή δεν ερευνήθηκε στην ουσία της και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνει λόγος για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων εκ μέρους του δικαστηρίου.
Για τον ίδιο λόγο κρίνεται απορριπτέα και η αποδιδόμενη με τον πρόσθετο λόγο αναίρεσης πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλματα, τα οποία έχουν γίνει κατά την έρευνα της αλήθειας ή όχι των πραγματικών περιστατικών, δηλαδή τα σφάλματα αυτά αναφέρονται στα αποδεικτικά στοιχεία με βάση τα οποία καταστρώνεται η ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την αγωγή ή την ένσταση ως αόριστη ή νόμω αβάσιμη ή δεν εισέρχεται στην αποδεικτική διαδικασία, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο της ουσίας δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 25/2023, ΑΠ 1409/2018, ΑΠ 663/2017).
Επομένως, ο εμπεριεχόμενος στους πρόσθετους λόγους αναίρεσης από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι "δεν λήφθηκαν καθόλου υπόψη τα αποδεικτικά μέσα και οι ισχυρισμοί της εκκαλούσας", κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον το Εφετείο, με τη προσβαλλόμενη απόφαση δεν προέβη σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών, ώστε να λάβει υπόψη του και συνεκτιμήσει, για την στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος, τις αποδείξεις.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου, δεν ιδρύεται δε όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη ή ως αόριστη (Ολ.ΑΠ 3/1997, Ολ.ΑΠ 44/1990, ΑΠ 1519/2023, ΑΠ 10/2022, ΑΠ 461/2019, ΑΠ 76/2019).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, με το πρόσθετο λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχεται την κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου περί ακυρότητας της μεταξύ των διαδίκων μισθωτικής σύμβασης. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, κατά τα προεκτεθέντα, προϋποθέτει, για τη θεμελίωσή του, την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και τη διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη ή η ανεπάρκεια αιτιολογίας αναφέρονται σε σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία η ένσταση ή η αγωγή, κρίθηκε μη νόμιμη, όπως στη προκειμένη περίπτωση κατά την οποία το Εφετείο έκρινε ότι "η εκκαλούμενη απόφαση με την οποία το αίτημα της αγωγής περί κηρύξεως λυμένης της μίσθωσης απορρίφθηκε ως μη νόμιμο, ορθώς το νόμο εφάρμοσε και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο της έφεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα".
Μετά από αυτά, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του, κατατεθέντος για την άσκηση αυτής, παραβόλου, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016).
Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την, από 25-7-2019 (αριθ. έκθ. κατάθ. 7295/702/2019), αίτηση αναίρεσης και τους, από 21-7-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 85/2022), πρόσθετους λόγους αναίρεσης κατά της με αριθ. 1234/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει, την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης, παραβόλου.
Επιβάλλει, σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Φεβρουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ