Legislator Case Law & Legislation
1336/2017 AI generated

1336/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1336/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1336/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εκδόθηκε η 916/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-5-2016 αίτησή της.

Keywords

AI generated
traffic violation traffic accident liability extreme speeding offence driving without authorization road safety concerns illegal overtaking manoeuvre
AI generated
940/2021
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
840/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
193/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21 Μαΐου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 114/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 326/2005 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7 Σεπτεμβρίου 2005 αίτησή του.
677/2011
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε, ότι παραιτείται από το δικόγραφο της από 20/6/2008 κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 9262/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ως προς τους δεύτερο και τρίτο των ως άνω αναιρεσιβλήτων.
1715/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 15/7/2002 και 20/6/2003 κύριες αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος και τις από 30/7/2002 και 20/7/2003 παρεμπίπτουσες αγωγές της 3ης των ως άνω αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13559/2004 προδικαστική και 14977/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1611/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 4/9/2007 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1356/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο αναιρεσείων με την από 13/11/2008 κλήση του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1787/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο ως άνω αναιρεσείων με την από 23/11/2009 κλήση του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1336 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1336/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. χας Α. Κ., το γένος Χ. Χ., 2) Ν. Κ. του Α., κατοίκων ... και 3) Γ. συζ. Χ. Λ., το γένος Ν. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Αρκούδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-2-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32423/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1680/2012 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 16-1-2013 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 149/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 916/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-5-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ελένη Διονυσοπούλου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αγωγή, με την οποία ζήτησαν αποζημίωση για τη θετική ζημία και χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης, την οποία υπέστησαν από το θάνατο συγγενούς τους, που επήλθε κατά το αναφερόμενο σ’ αυτήν αυτοκινητικό ατύχημα από αμέλεια οδηγού οχήματος, (που δεν είναι διάδικος στην αναιρετική δίκη) ασφαλισμένου για ζημιές τρίτων στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία.

Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν αφού κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι ο θανών είναι αποκλειστικά υπαίτιος του θανατηφόρου αποτελέσματος. Κατά της αποφάσεως του ίδιου δικαστηρίου άσκησαν οι αναιρεσίβλητοι έφεση ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο με την 1680/2012 απόφασή του τη δέχθηκε κατ’ ουσίαν, εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτοβάθμια απόφαση και ακολούθως, αφού έκρινε συνυπαίτιο του ενδίκου ατυχήματος τον εναγόμενο οδηγό κατά ποσοστό 30%, δέχθηκε ως κατά ένα μέρος ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησε αναίρεση η εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα, η οποία έγινε δεκτή με την 149/2014 απόφαση του δικαστηρίου τούτου κατά παραδοχή αναιρετικού λόγου, που στήριζε πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. σε σχέση με την υπαιτιότητα. Ακολούθως παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο προς περαιτέρω εκδίκαση, το οποίο ως δικαστήριο της παραπομπής, εκδικάζοντας πλέον την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η εκκρεμοδικία της οποίας αναβίωσε, αφού οι διάδικοι επανήλθαν μετά την αναίρεση της εφετειακής απόφασης κατ’ άρθρο 579 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., στην πριν από την αναιρεθείσα απόφαση κατάσταση, δέχθηκε με την 916/2015 απόφασή του, κατ’ ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση και δικάζοντας την αγωγή, δέχθηκε αυτήν ως κατά ένα μέρος ουσιαστικά βάσιμη αφού έκρινε ότι ο εναγόμενος οδηγός είναι συνυπαίτιος στο ένδικο ατύχημα κατά ποσοστό 60%.

Η τελευταία αυτή απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής προσβάλλεται με την ένδικη αίτηση αναίρεσης.

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.

γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Εξάλλου κατά το άρθρο 19 παρ. 1 και 2 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) 1) ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, 2) ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.

Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και σε περίπτωση ανάγκης να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. 3) Ιδιαίτερα ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του... κατά τις νυχτερινές ώρες, σε περίπτωση βροχής και γενικά όταν το οδόστρωμα είναι ολισθηρό...

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του Ν. 2696/1999 "οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή...", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 4 εδ. α’ και ε’ του ίδιου νόμου "οι πεζοί προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα υποχρεούνται α) αν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών να τις χρησιμοποιούν..., ε) αν δεν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να μην κατεβαίνουν σ’ αυτό, αν δεν βεβαιωθούν ότι δε θα παρεμποδίσουν, την κυκλοφορία των οχημάτων, στη συνέχεια δε να διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα προς τον άξονά του".

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το ένδικο ατύχημα συνέβη στις 11-10-2009 και περί ώρα 19.25, στο 19,5 χλμ. της Ε.Ο. ..., στο ρεύμα κυκλοφορίας προς ....

Η οδός, στην εν λόγω χιλιομετρική θέση, είναι ευθεία, διπλής κατεύθυνσης, με ένα ρεύμα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, τα οποία διαχωρίζονται με διπλή συνεχή διαγράμμιση, με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 6,5 μέτρων και πλάτος χωμάτινου ερείσματος 0,25 μ., ενώ η κατάσταση της οδού ήταν ξηρά, επικρατούσε καλοκαιρία, ήταν νύκτα, η ορατότητα δεν περιοριζόταν από φυσικά ή τεχνητά εμπόδια, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν μέτρια, το δε ανώτερο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ήταν αυτό των 50 χλμ/ώρα, όπως καθορίζεται με ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα Ρ-32, καθόσον επρόκειτο ακόμη για κατοικημένη περιοχή, ενώ συγχρόνως υπήρχε και πληροφοριακή πινακίδα Π-59 [τέλος περιοχής κατοίκησης].

Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα ήταν οι ακόλουθες: Κατά την παραπάνω χρονική στιγμή, ο Α. Κ., ηλικίας 65 ετών, σύζυγος της πρώτης, πατέρας του δεύτερου και αδελφός της τρίτης των εναγόντων, κινείτο πεζός, με σκουρόχρωμα ρούχα, στην προαναφερόμενη χιλιομετρική θέση της εθνικής οδού συνοδεύοντας, σε χωράφια στα δεξιά της οδού στην κατεύθυνση αυτής προς ..., κοπάδι αιγοπροβάτων.

Όταν τα αιγοπρόβατα πέρασαν στην αντίθετη πλευρά της οδού, από παρακείμενη υπόγεια διάβαση [την οποία όμως, λόγω του μικρού της ύψους, δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν οι πεζοί], αυτός έχοντας την πρόθεση να μεταβεί στην οικία του που βρίσκεται στην αντίθετη πλευρά της οδού, επιχείρησε να την διασχίσει, από σημείο στο οποίο υπάρχει κολώνα φωτισμού, η οποία όμως δεν λειτουργούσε, χωρίς να ελέγξει καθόλου την κίνηση των οχημάτων σε αυτήν.

Έτσι, εισερχόμενος ένα τουλάχιστον μέτρο στο οδόστρωμα, παρεμβλήθηκε στη πορεία του με αριθμ. κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου, το οποίο οδηγούσε ο Χ. Β. και το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για τις προς τρίτους ζημίες, στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία και κινείτο στο άκρο δεξιό τμήμα της ως άνω οδού του ρεύματος κυκλοφορίας προς ..., με ταχύτητα 100 περίπου χλμ/ώρα, μεγαλύτερη δηλαδή από την επιτρεπόμενη των 50 χλμ/ώρα, καθόσον κινούνταν ακόμη σε κατοικημένη περιοχή, με αποτέλεσμα να επιπέσει ο ως άνω οδηγός με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου επί του πεζού.

Το αυτοκίνητο, μετά την σύγκρουση, συνέχισε την πορεία του επί 22,60 μ. σε ευθεία γραμμή, στην συνέχεια εκτράπηκε προς τα αριστερά και αφού διήνυσε διαγώνια στο οδόστρωμα απόσταση 22,90 μ., διήνυσε απόσταση 14,60 μ. κινούμενο στην άκρη του οδοστρώματος του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας και κατά μήκος της οδού και στην συνέχεια εκτράπηκε προς δεξιά, όπου ακινητοποιήθηκε στο άκρο δεξιό του ρεύματος κυκλοφορίας της οδού προς ...

διανύοντας απόσταση 42 μέτρων, το σώμα δε του πεζού, μετά την σύγκρουση, ανήλθε στο εμπρόσθιο τμήμα του αμαξώματος, έσπασε το εμπρόσθιο τμήμα του ανεμοθώρακα και εκτινάχθηκε στο πρανές του αντιθέτου ρεύματος κυκλοφορίας, όπου και ακινητοποιήθηκε σε απόσταση 60 περίπου μέτρων διαγώνια από το σημείο σύγκρουσης και 2,5 μ.

από την άκρη του οδοστρώματος του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας. Ο οδηγός του αυτοκινήτου δεν προέβη σε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά αν και θα μπορούσε να προβεί σε ανάλογο ελιγμό αφού με τη χρήση των φώτων διασταύρωσης [μεσαία] τα οποία είχε θέσει σε λειτουργία, μπορούσε από απόσταση 30 τουλάχιστον μέτρων να αντιληφθεί την είσοδο του πεζού στο ρεύμα πορείας του...

Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το ένδικο ατύχημα και ο συνεπεία αυτού θανάσιμος τραυματισμός του ως άνω συγγενούς των εναγόντων, οφείλεται σε υπαιτιότητα [αμέλεια] τόσο του ασφαλισμένου στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία οδηγού του με αριθμ. κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου Χ.

Β., όσο και του θανόντος πεζού, δηλαδή στη μη καταβολή από αυτούς της επιμέλειας και προσοχής, που ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος οδηγός και πεζός θα κατέβαλε, κάτω από τις ίδιες περιστάσεις, κατά τους κανόνες της επιμελούς οδήγησης και της επιμελούς κυκλοφορίας των πεζών, της κοινής πείρας και της λογικής.

Ειδικότερα, η υπαιτιότητα του ασφαλισμένου στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία οδηγού, ανερχόμενη σε ποσοστό 60%, συνίσταται στο ότι αυτός, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, όπως ήταν υποχρεωμένος, ώστε σε κάθε στιγμή να μπορεί να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς, κινούμενος δε επιπρόσθετα στο άκρο δεξιό του προς ...

ρεύματος κυκλοφορίας της ως άνω εθνικής οδού, με πολλή μεγαλύτερη από την επιτρεπόμενη των 50 χλμ/ώρα ταχύτητα, η οποία προσδιορίζεται περί τα 100 χλμ/ώρα, δεν μπόρεσε, αν και η οδός ήταν ευθεία, να αντιληφθεί, με τα φώτα διασταύρωσης [μεσαία], τα οποία όπως προαναφέρθηκε ανωτέρω είχε θέσει σε λειτουργία, εγκαίρως τον παραπάνω πεζό, ο οποίος εισήλθε στο οδόστρωμα και ήταν ορατός από απόσταση 30 τουλάχιστον, μέτρων, και έτσι να ενεργήσει είτε τροχοπέδηση του οχήματός του, είτε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, τον οποίο μπορούσε ενόψει της παραπάνω απόστασης να ενεργήσει, καθόσον δεν κινείτο άλλο όχημα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα να επιπέσει με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος του οχήματος που οδηγούσε επί του πεζού και να τον τραυματίσει θανάσιμα...

Λαμβανομένου δε υπόψη ότι ήταν νύκτα και υπήρχε ανεπαρκής φωτισμός στην περιοχή η προσοχή του έπρεπε να είναι ιδιαίτερα τεταμένη.... Εξάλλου, η υπαιτιότητα του ως άνω πεζού, ανερχόμενη σε ποσοστό 40%, συνίσταται στο ότι αυτός, βιαστικά και απερίσκεπτα επιχείρησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα της παραπάνω εθνικής οδού, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει την κίνηση των επ’ αυτής κινουμένων τροχοφόρων και χωρίς να βεβαιωθεί ότι δεν θα παρακωλύσει την κυκλοφορία των οχημάτων και των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας, αλλά και ότι δεν θα διακινδυνεύσει τη δική του σωματική ακεραιότητα όπως ήταν υποχρεωμένος σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 38 παρ. 4 εδ.

ε’ του ν. 2696/1999 καταβάλλοντας έτσι την απαιτούμενη στις ανάλογες περιστάσεις από τον μέσο συνετό πεζό επιμέλεια. Επιπλέον, αυτός όφειλε, να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός, αφού όταν επιχείρησε να διασχίσει το οδόστρωμα ήδη είχε νυχτώσει, ο τεχνητός φωτισμός ήταν ανεπαρκής, ενώ φορούσε και σκουρόχρωμα ρούχα...".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συνυπαιτιότητας του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα οχήματος, στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος με την παράσυρση του πεζού και το θάνατό του και της αναγκαίας αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της διαγνωσθείσας συνυπαιτιότητας αυτού και του επελθόντος αποτελέσματος, έτσι ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες εφάρμοσε ώστε να δικαιολογείται η εφαρμογή τους.

Ειδικότερα κατά την απόδοση ευθύνης συνυπαιτιότητας στον οδηγό του ζημιογόνου οχήματος, την οποία το δικαστήριο της ουσίας κατά τις παραδοχές του εντοπίζει στο γεγονός ότι δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση του οχήματός του και δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του κινούμενος με ταχύτητα περί τα 100 χιλιόμετρα, που υπερέβαινε το καθοριζόμενο όριο των 50 χιλιομέτρων, δεν διευκρινίζει την απόσταση στην οποία βρισκόταν το αυτοκίνητο από τον πεζό -θανόντα, όταν αυτός εισήλθε αιφνίδια και ανεξέλεγκτα στο ρεύμα κυκλοφορίας του από δεξιά σε σχέση με την πορεία του, φορώντας σκουρόχρωμα ρούχα και υπό συνθήκες ανεπαρκούς τεχνητού φωτισμού, ώστε να κριθεί κατ’ αντικειμενική κρίση, ο χρόνος αντίδρασης αυτού και η δυνατότητά του να προβεί σε επιτυχή αποφευκτικό ελιγμό, και αν ακόμα εκινείτο με ταχύτητα η οποία δεν υπερέβαινε το επιτρεπόμενο όριο των 50 χιλιομέτρων.

Έτσι οι αιτιολογίες της προσβαλλομένης απόφασης δε δικαιολογούν επαρκώς την κήρυξη του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα οχήματος συνυπαίτιου κατά ποσοστό 60% και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της διαγνωσθείσας συνυπαιτιότητάς του και του επελθόντος αποτελέσματος. Επομένως ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα είναι βάσιμος.

Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση στο δικαστήριο τούτο, και να παραπεμφθεί για περαιτέρω έρευνα κατ’ ουσίαν δε ιδιαίτερη συζήτηση του ίδιου τμήματος, ώστε να τηρηθεί η αναγκαία προδικασία της διάταξης του άρθρου 524 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., διαφοροποιούμενη από την προκειμένη αναιρετική διαδικασία (άρθρο 580 παρ. 3 τελευταίο εδάφιο Κ.Πολ.Δ., όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 του Ν. 4055/2012 και αντικαταστάθηκε από το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4139/2013).

Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου που κατατέθηκε σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 2 εδ. ε’ του Ν. 4055/ 2012 στην αναιρεσείουσα και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), η οποία κατέθεσε και προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 916/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Κρατεί την υπόθεση στο δικαστήριο του Αρείου Πάγου προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση ύστερα από επίσπευση του επιμελέστερου των διαδίκων.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουλίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ