Legislator Case Law & Legislation
940/2021 AI generated

Supreme Court allows appeal against excessive mental distress damages in traffic accident case due to disproportionality.

Case Number 940/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed an appeal against a lower court's decision awarding excessive damages for mental distress following a traffic accident. The appellants argued that the awarded amounts were disproportionate and exceeded the limits of judicial discretion given the victim's partial negligence and age. The court agreed, finding the specific sum unjustified compared to similar cases, and remanded the case for further proceedings on the corrected amount.

Legislator headnote

AI generated

Articles 25(1) and 932 of the Civil Code; The Supreme Court may set aside a judgment if the awarded damages for mental distress are manifestly disproportionate to the circumstances and exceed the limits of judicial discretion.

Keywords

AI generated
mental distress damages judicial discretion limits proportionality principle traffic accident liability appeal against excessive award partial remittal civil compensation

Cited Legislation

AI generated
Article 25(1) of the Constitution
Article 932 of the Civil Code
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3)(b) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 940 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 940/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Β. του Γ., 2) Γ. Β. του Χ., κατοίκων ..., που δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 17-12-2020 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Φ. του Χ., 2) Α. Κ. του Χ., 3) Χ. Φ. του Κ., 4) Κ. Φ. του Χ. και Α. Κ. του Χ., για λογαριασμό του ανήλικου τέκνου τους Μ. Φ. του Κ., 5) Α. Φ. του Κ. και 6) Χ. Φ. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Δήμο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-6-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων (οι 1ος και 2η ατομικά και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων τους Χ.-ήδη ενηλικωθείς και Μ. Φ.), που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 322/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 312/2018 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-12-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η 3η των αναιρεσειόντων και οι αναιρεσίβλητοι όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 3ης αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1545/2017, ΑΠ 242/2015, ΑΠ 546/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η κρινόμενη από 19-12-2018 (αρ. κατ. 56/2018) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αρ. 312/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (αρ.681Α ΚΠολΔ) είχε προσδιοριστεί, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Τμήματος (αρ. 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ), αρχικά για να συζητηθεί στη δικάσιμο της 3-4-2020, με αριθμό πινακίου …, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων κατά την περίοδο από 16-3-2020 έως 31-5-2020 για προληπτικούς λόγους δημόσιας υγείας εξαιτίας της πανδημίας covid-19.

Με την από 14-7-2020 Πράξη της Προέδρου του Τμήματος ορίστηκε αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ. 2 του Ν. 4690/2020, η σημερινή δικάσιμος, για τη συζήτηση της υπόθεσης, με αριθμό πινακίου …. Η ανωτέρω εγγραφή στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Εξάλλου, από την υπ' αρ. 621Β/9-9-2019 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, Γ.

Ν., την οποία προσκομίζουν και επικαλούνται νόμιμα οι αναιρεσίβλητοι, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της αναίρεσης ,αυτή κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατά τη διάταξη του άρθρου 143 ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1-1-2016 με βάση το Ν. 4335/2016, στον Χρήστο Κοσματόπουλο, δικηγόρο Θεσσαλονίκης, ως αντίκλητο του 1ου και του 2ου των αναιρεσειόντων, για να παραστούν κατά την ανωτέρω δικάσιμο.

Η ιδιότητα του ως άνω αντικλήτου πληρεξουσίου δικηγόρου προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση (βλ. τη σελίδα 2 αυτής). Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν οι ανωτέρω 1ος και ο 2ος των αναιρεσειόντων, ούτε και κατέθεσαν δήλωση μη παράστασης, κατ'αρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως, μόνον οι επισπεύδοντες τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσίβλητοι και η 3η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία.

Επομένως, αφού ο 1ος και ο 2ος των αναιρεσειόντων δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 περ. α και γ ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους λοιπούς διαδίκους, που εκπροσωπούνται νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο και παρά την απουσία αυτών.

Περαιτέρω από την επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, αναφορικά με τη δικαστική πορεία της υπόθεσης προκύπτει ότι ,σε τροχαίο δυστύχημα που συνέβη στις 11-2-2016 και περί ώρα 16:30 στο 97,8 χιλιόμετρο της Εθνικής Οδού Ιωαννίνων- Κοζάνης, το με αριθμό κυκλοφορίας … ΙΧΦ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο 1ος αναιρεσείων, ιδιοκτησίας του 2ου αναιρεσείοντα, την αστική ευθύνη του οποίου έναντι των τρίτων ζημιούμενων κάλυπτε η 3η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, τραυμάτισε θανάσιμα τον Χ.

Φ., ο οποίος βάδιζε πάνω στο οδόστρωμα και ήταν στενός συγγενής των αναιρεσιβλήτων και ειδικότερα, πατέρας του 1ου έως του 6ου τούτων, πενθερός της 2ης αναιρεσίβλητης και πάππος του 3ου έως του 5ου των αναιρεσιβλήτων. Οι ανωτέρω συγγενείς του θύματος άσκησαν την από 28-6-2016 (αρ. κατ. 268/2016) αγωγή κατά των υποχρέων και ήδη αναιρεσειόντων, με την οποία αξίωναν χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.

Οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες αρνήθηκαν την αγωγή και επικουρικά, προέβαλαν την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του πεζού στην πρόκληση του τροχαίου δυστυχήματος σε ποσοστό 95%. Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ' αρ. 322/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, η οποία ως προς το κεφάλαιο της υπαιτιότητας στην πρόκληση του τροχαίου δυστυχήματος ,δέχθηκε συγκλίνουσα αμέλεια των εμπλακέντων σ' αυτό, οδηγού και πεζού ,σε ποσοστό 80% και 20%, αντίστοιχα και υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν στην οικογένεια του θύματος χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και ειδικότερα, σε κάθε τέκνο το ποσό των 30000 ευρώ, στη νύφη του θύματος το ποσό των 8000 ευρώ και σε κάθε εγγονό το ποσό των 10000 ευρώ.

Κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ασκήθηκαν εκατέρωθεν αντίθετες εφέσεις και ειδικότερα, η από 28-6-2018 (αρ. κατ. 127/2018) έφεση της οικογένειας, με τον 1ο λόγο της οποίας οι εκκαλούντες έπλητταν το κεφάλαιο της υπαιτιότητας και ζητούσαν να κηρυχθεί αποκλειστικά υπαίτιος ο οδηγός του αυτοκινήτου, ενώ με τον 2ο λόγο της έφεσής τους ζητούσαν να τους επιδικασθούν τα αγωγικώς αιτούμενα μεγαλύτερα ποσά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.

Επίσης, οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν κατά της εκκαλουμένης απόφασης την από 22-6-2018 (αρ. κατ. 136/2018) έφεση, με την οποία έπλητταν τα ίδια κεφάλαια και ζητούσαν να κηρυχθεί αποκλειστικά υπαίτιος ο πεζός και να απορριφθεί η αγωγή στο σύνολό της, άλλως να κηρυχθεί συνυπαίτιος σε ποσοστό 95% και να μειωθεί η επιδικασθείσα χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.

Οι αντίθετες εφέσεις συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία ως προς το κεφάλαιο της υπαιτιότητας επικύρωσε την εκκαλουμένη απόφαση, ενώ κατά ουσιαστική παραδοχή του 2ου λόγου της έφεσης της οικογένειας εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και επιδίκασε στα τέκνα του θύματος ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης το ποσό των 50000 ευρώ σε καθένα ,εκ του οποίου αναγνωριστικά το ποσό των 10000 ευρώ, στη νύφη του θύματος το ποσό των 20000 ευρώ, εκ του οποίου αναγνωριστικά 10000 ευρώ και σε κάθε εγγονό το ποσό των 15000 ευρώ.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β` και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.

Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.

Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 199/2018, ΑΠ 52/2016,ΑΠ 848/2015, ΑΠ 869/2013, ΑΠ 686/2011),ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ, στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγηση τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 425/2019, ΑΠ 1500/2002, ΑΠ 1070/2001).

Περαιτέρω, από το άρθρο 12 και 19 του Ν.2696/1999 (ΚΟΚ), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα, α) κατά την παρ. 1,οι χρησιμοποιούντες τις οδούς, πρέπει, να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, η οποία είναι ενδεχόμενο μεταξύ άλλων να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα, ενώ οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους.....Επίσης, κατά το άρθρ. 19 παρ 1 ορίζεται ότι ...

α) ο οδηγός του οδικού οχήματος, επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς β) κατά το αρθρ. 19 παρ. 2, ο οδηγός επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματος του και πρέπει να έχει την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία μπορεί να είναι και κατώτερη της προβλεπόμενης από το νόμο, κυρίως σε κατοικημένες περιοχές και έχει υποχρέωση να τη μειώνει μέχρι διακοπής της πορείας του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν γ) ιδιαίτερα ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, .......

πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων ....Εξάλλου, αναφορικά με τις πινακίδες σήμανσης η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του Ν.2696/1999 ορίζει ότι .... 1. Οι για τη σήμανση των οδών τοποθετούμενες πινακίδες είναι κατά κατηγορίες οι εξής: α) Αναγγελίας κινδύνου(Κ), δηλωτικές..... 2. "Οι πινακίδες αναγγελίας κινδύνου (Κ-1 μέχρι Κ-42)" τοποθετούνται για να εφιστούν την προσοχή αυτών που χρησιμοποιούν τις οδούς για τους κινδύνους που υπάρχουν στην οδό προς την κατεύθυνση της κίνησής τους, ώστε να λαμβάνουν έγκαιρα τα κατάλληλα μέτρα και, σε περίπτωση ανάγκης, να μειώνουν την ταχύτητα πορείας τους για να τους αποφεύγουν.

Η σημασία των πινακίδων αυτών είναι:......Κ-2δ Επικίνδυνες δύο αντίρροπες ή διαδοχικές (συνεχείς) στροφές, η πρώτη δεξιά....Επίσης, κατά το άρθρο 38 <Κανόνες κυκλοφορίας πεζών> ορίζεται ότι : 1. Οι πεζοί υποχρεούνται να χρησιμοποιούν τα πεζοδρόμια ή τα ειδικά γι` αυτούς ερείσματα. Κατ` εξαίρεση, μπορούν να χρησιμοποιούν το οδόστρωμα, αφού λάβουν τις αναγκαίες προφυλάξεις:.... 2.

Αν είναι αδύνατη η χρησιμοποίηση των πεζοδρομίων ή των ερεισμάτων, που προορίζονται για τους πεζούς ή δεν υπάρχουν πεζοδρόμια ή ερείσματα, οι πεζοί μπορούν να βαδίζουν στο οδόστρωμα, κατά τρόπον ώστε να μην παρεμποδίζουν την κυκλοφορία..... 3. Οι πεζοί που χρησιμοποιούν το οδόστρωμα υποχρεούνται να βαδίζουν αντίθετα με την κατεύθυνση της κυκλοφορίας και όσο το δυνατόν πλησιέστερα στο άκρο του οδοστρώματος, εκτός αν κατ` αυτόν τον τρόπο κινδυνεύουν ή δεν το επιτρέπουν ειδικές περιστάσεις....

Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 150/2015, ΑΠ 349/2014).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1046/2017, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015,ΑΠ 1351/2011).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον 'Αρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 301/2018, ΑΠ 53/2018, ΑΠ 198/2015).

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 περ. β` ΚΠολΔ προκύπτει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως μόνον όταν αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι στη διαπίστωση των γεγονότων αυτών.

Ειδικότερα, αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την έννοια κανόνος δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό (ΑΠ 839/2020, ΑΠ 273/2018, ΑΠ 969/2011).

Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το Α' σκέλος αυτού, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ. α ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο κρίνοντας ότι το τροχαίο δυστύχημα προκλήθηκε από συντρέχουσα αμέλεια του 1ου αναιρεσείοντα, οδηγού του ζημιογόνου ΙΧΦ αυτοκινήτου, σε ποσοστό 80% , εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 297-298, 300, 330, 914 του ΑΚ και αυτές σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 19 παρ.1-3 και 38 παρ.1-3 του Ν.2696/1999 -ΚΟΚ, τις οποίες παραβίασε ευθέως ,κατά την υπαγωγή στους ανωτέρω κανόνες δικαίου των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, αν και τα περιστατικά αυτά δεν πληρούσαν το πραγματικό των ανωτέρω κανόνων δικαίου, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της συνυπαιτιότητας του 1ου αναιρεσείοντα στην πρόκληση του τροχαίου δυστυχήματος, για το οποίο, κατά την άποψή τους ευθύνεται αποκλειστικά ο πεζός - στενός συγγενής των αναιρεσιβλήτων.

Με το συναφές Β' σκέλος του ίδιου 1ου αναιρετικού λόγου οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 παρ. 1 περ. β ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο κρίνοντας ότι ο 1ος αναιρεσείων οδηγός του ζημιογόνου ΙΧΦ αυτοκινήτου, έχοντας στην πορεία του προειδοποιητική πινακίδα Κ2δ περί επικινδύνων στροφών, εκινείτο με ταχύτητα, που δεν υπερέβαινε το όριο ταχύτητας για τα ΙΧΦ αυτοκίνητα, των 80 χλμ/ώρα, ότι επίσης, είδε τον πεζό, σε απόσταση 5 μέτρων μετά την έξοδο του αυτοκινήτου από αριστερή ως προς την πορεία του στροφή, να κινείται στο μέσον και προς τα δεξιά του οδοστρώματος και ότι ο οδηγός δεν τροχοπέδησε, ούτε διενήργησε ορθό αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά του πεζού, παραβίασε ευθέως το δίδαγμα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των ίδιων ως άνω, κατά το Α' σκέλος, ουσιαστικών κανόνων δικαίου, αναφορικά με τις συνθήκες σύγκρουσης και τη συμπεριφορά των εμπλακέντων στο τροχαίο δυστύχημα οδηγού και πεζού, σύμφωνα με το οποίο, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, ο οδηγός ,ακόμη και εάν είχε μειώσει την ταχύτητά του σε 40 χλμ/ώρα δεν θα είχε τη δυνατότητα να ακινητοποιήσει το όχημά του και είναι βέβαιο, ότι θα παρέσυρε τον πεζό, διότι με την ταχύτητα των 40 χλμ/ώρα, ένα όχημα διανύει 11,11 μέτρα.

Με τον επίσης συναφή 2ο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ για την εκ πλαγίου παραβίαση των ίδιων ως άνω ουσιαστικών κανόνων δικαίου και επί πλέον, όπως ορθά εκτιμάται και των άρθρων 4 και 12 παρ. 1 του Ν. 2696/1999 και όχι του άρθρου 6 παρ. 1 περ.

β (περί ερυθρού σταθερού φωτός κυκλικής μορφής), όπως από προφανή παραδρομή υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι στην πρόκληση του τροχαίου δυστυχήματος συνετέλεσε αμελής συμπεριφορά του 1ου αναιρεσείοντα οδηγού σε ποσοστό 80%, διέλαβε ελλιπή , ενδοιαστική και αντιφατική αιτιολογία ως προς τις συνθήκες της σύγκρουσης και τη συμπεριφορά των εμπλακέντων οδηγού και πεζού και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, κατά τις αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, το Εφετείο α) διέλαβε ελλιπή αιτιολογία, διότι δεν διευκρινίζει από ποιο σημείο ήταν ορατός ο πεζός από τον οδηγό, που εξερχόταν από αριστερή ως προς την πορεία του στροφή, είτε πριν την έναρξη των στροφών, είτε μετά τη στροφή και ποια απόσταση θα ήταν αρκετή για να αντιληφθεί έγκαιρα ο οδηγός τον πεζό.

β) διέλαβε αντιφατική αιτιολογία διότι, αν και δέχεται ότι το ζημιογόνο όχημα εκινείτο κοντά στα 80 χλμ/ώρα, εντούτοις αντιφατικά δέχτηκε ,ότι το σώμα του πεζού μετά την σύγκρουση εκτινάχθηκε 4 μέτρα, εφόσον, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, σε παρόμοιες συνθήκες η εκτίναξη του σώματος είναι μεγαλύτερη.

γ) διέλαβε ενδοιαστική αιτιολογία, διότι δέχεται ότι η ταχύτητα του ζημιογόνου οχήματος ...<πρέπει να ήταν πλησίον του ανωτάτου ορίου των 80 χλμ/ώρα >..καθιστώντας έτσι αμφίβολο τον προσδιορισμό της ταχύτητας, που ήταν ουσιώδες ζήτημα για την κατάγνωση συντρέχοντος πταίσματος στον οδηγό και δ) διέλαβε αντιφατική αιτιολογία ως προς την συμπεριφορά του πεζού και την κατάγνωση συντρέχοντος πταίσματος σ'αυτόν σε ποσοστό 20%, με το να δεχθεί, αφενός μεν...< ότι ο πεζός εκινείτο, λόγω έλλειψης πεζοδρομίου και ερείσματος, στο μέσον και προς τα δεξιά του οδοστρώματος, αν και θα έπρεπε να κινείται στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος>..

και αφετέρου,...< ότι δεν βάδιζε αντίθετα με την κατεύθυνση της κυκλοφορίας>.., διότι, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, οι παραπάνω παραδοχές θεμελιώνουν αποκλειστική υπαιτιότητα του πεζού, καθόσον, πάντα κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, αν ο πεζός εκινείτο, όπως θα έπρεπε στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος ή εάν βάδιζε αντίθετα με την κατεύθυνση της κυκλοφορίας,ουδέποτε θα παρεμβαλλόταν στην πορεία του αυτοκινήτου.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), για τα ερευνώμενα με τους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους ζητήματα, προκύπτει, ότι το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, ως προς τις συνθήκες της σύγκρουσης και τη συμπεριφορά των εμπλακέντων σ'αυτό, ασφαλισμένου οδηγού και πεζού και ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς αυτών και της πρόκλησης της σύγκρουσης, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 11-2-2016 και περί ώρα 16.30' ο Χ.

Κ. Φ. έβαινε πεζός στο 97,8 χιλ. της ε.ο. Ιωαννίνων - Κοζάνης με κατεύθυνση προς Ιωάννινα. Στο σημείο αυτό η οδός είναι διπλής κατεύθυνσης με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, στερείται πεζοδρομίων ή ερεισμάτων, το πλάτος του οδοστρώματος 9 μ., είναι καμπύλη με κατωφέρεια μικρής κλίσης και σε απόσταση 200 μ.

περίπου από το σημείο που βρισκόταν ο πεζός υπάρχει προειδοποιητική πινακίδα κυκλοφορίας Κ-2δ (επικίνδυνες δυο αντίρροπες η διαδοχικές - συνεχείς στροφές, η πρώτη δεξιά), το δε ανώτατο όριο ταχύτητας για τα ΙΧΦ αυτ/τα είναι 80 χ/ω. 7ο οδόστρωμα ήταν υγρό λόγω βροχόπτωσης, η κυκλοφορία οχημάτων και πεζών ήταν ελάχιστη, επικρατούσε φωτισμός ημέρας και η ορατότητα δεν περιοριζόταν από οποιοδήποτε εμπόδιο.

Στην ίδια κατεύθυνση πίσω από τον πεζό ο 1ος εναγόμενος οδηγούσε το με αρ. κυκλ. … ΙΧΦ αυτ/το, που ανήκει στην ιδιοκτησία του 2ου εναγομένου, ο οποίος είχε ασφαλίσει την αστική του ευθύνη για ζημίες που προξενούνται σε τρίτους από την κυκλοφορία του στην 3η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία και όταν πλησίασε στο σημείο που βάδιζε ο ανωτέρω πεζός, δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα αυτόν και με το εμπρόσθιο δεξί μέρος του οχήματός του επέπεσε με σφοδρότητα επ' αυτού και τον εκτίναξε σε απόσταση 4,5 μ.

επί του οδοστρώματος, με αποτέλεσμα να υποστεί κακώσεις κεφαλής, αυχένος, κοιλία και σπονδυλικής στήλης, συνεπεία των οποίων, ως μόνης ενεργούς αιτίας, επήλθε ακαριαία ο θάνατός του. Υπαίτιος του ατυχήματος κατά ποσοστό 80% είναι ο εναγόμενος οδηγός, διότι δεν ρύθμισε την ταχύτητά του ενόψει των επικρατουσών συνθηκών, καθότι το οδόστρωμα ήταν υγρό και προσέγγιζε σε σημείο καμπύλης της οδού, δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα από ικανή απόσταση τον πεζό και όταν τον πλησίασε δεν τροχοπέδησε ούτε και επιχείρησε τον ενδεδειγμένο ελιγμό από αριστερό αυτού για να τον αποφύγει αφού το πλάτος του οδοστρώματος της λωρίδας κυκλοφορίας του είναι 4,5 μ.

και στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας (υπάρχει συνεχής διπλή διγράμμιση) δεν κινούνταν αυτ/τα. Εξεταζόμενος ο εναγόμενος οδηγός στο Τμήμα Τροχαίας Ιωαννίνων αυθημερόν κατέθεσε ότι "..μετά από αριστερή στροφή είδα ξαφνικά μπροστά μου εντός της λωρίδας κυκλοφορίας μου έναν άνδρα σε απόσταση περίπου 5 μ.

Δεν πρόλαβα να αντιδράσω, δεν έκανα κίνηση αποφυγής ούτε φρέναρα, τον χτύπησε με το έμπροσθεν δεξιό μέρος του οχήματός μου. Αυτός εκτινάχθηκε σε απόσταση περίπου 4 μ. και ακινητοποιήθηκε στο οδόστρωμα ...κατέβηκα και πήγα προς το μέρος του...δεν έδειχνε σημεία ζωής". Στο σημείο που έγινε το ατύχημα δεν υπήρχε πεζοδρόμιο ή έρεισμα για να κινηθεί ο πεζός κι αυτός βάδιζε στο μέσον και προς τα δεξιά περίπου του οδοστρώματος και όχι στο άκρο αριστερό μέρος, όπως εσφαλμένα δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι στην περίπτωση αυτή ο εναγόμενος θα έπρεπε να κτυπήσει τον πεζό με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του οχήματός του και να τον εκτινάξει αριστερά στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, αλλά τον κτύπησε, όπως ο ίδιος ομολογεί με την κατάθεσή του, με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος (βλ.

σχετική φωτογραφία μετά το ατύχημα). Η ταχύτητα του εναγομένου δεν διαπιστώθηκε, όμως από τις συνθήκες του ατυχήματος και κυρίως της εκτίναξης του πεζού σε απόσταση 4 μ. από το σημείο σύγκρουσης (δεν προσδιορίζεται αυτό στο σχεδιάγραμμα της τροχαίας) κατά τα αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενα υπόψη χωρίς απόδειξη διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) αυτή πρέπει να ήταν πλησίον του ανώτατου ορίου των 80 χ/ω, ενώ θα έπρεπε να ήταν μειωμένη λόγω του υγρού οδοστρώματος και της αριστερής καμπύλης στροφής αλλά και της υπάρχουσας στην πορεία του πινακίδα ρυθμιστικής της κυκλοφορίας με την ένδειξη Κ-2δ (επικίνδυνες δύο αντίρροπες ή διαδοχικές συνεχείς στροφές, η πρώτη δεξιά - άρθρο 4 παρ.2 ΚΟΚ).

Υπαίτιος του ατυχήματος κατά ποσοστό 20% είναι και ο πεζός, αφενός μεν διότι, ενώ κανονικά βάδιζε πάνω στο οδόστρωμα ελλείψει πεζοδρομίου ή ερείσματος, δεν βάδιζε όμως στο άκρο δεξιό μέρος αλλά, όπως προαναφέρθηκε, στο μέσον και προς τα δεξιά περίπου του οδοστρώματος παρεμποδίζοντας έτσι την κυκλοφορία των οχημάτων (άρθρο 38 παρ. 2 εδ.

α' ΚΟΚ), αφετέρου δε διότι δεν βάδιζε αντίθετα με την κατεύθυνση κυκλοφορίας χωρίς να υπάρχει κάποιος λόγος (άρθρο 38 παρ.3 ΚΟΚ), η δε συμπεριφορά του αυτή συνδέεται αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα. Όμοια που έκρινε το πρωτοβάθμιο Δ/ριο ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο"...

Από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, σε συνδ. 297-298, 300 και 330 του ΑΚ και αυτές σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1-3 και 38 παρ. 2α και παρ. 3 του Ν. 2696/1999, ως προς τις συνθήκες τέλεσης του τροχαίου δυστυχήματος, τη συμπεριφορά του οδηγού και του πεζού και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς αυτών και του επελθόντος αποτελέσματος του τροχαίου δυστυχήματος, στις οποίες ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως αναιρετικά δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν και τα οποία αρκούσαν, για να πληρωθεί το πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, ενώ επίσης έχει νόμιμη βάση με σαφείς και χωρίς ενδοιαστικές και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων στους ανωτέρω κανόνες, που εφάρμοσε, μεταξύ των οποίων και οι προαναφερόμενες διατάξεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, τους οποίους συνεπώς δεν παραβίασε ευθέως ,αλλά ούτε εκ πλαγίου ως προς τις συνθήκες τέλεσης του τροχαίου ατυχήματος και τη συνυπαιτιότητα του 1ου αναιρεσείοντα, ασφαλισμένου της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, οδηγού του ζημιογόνου ΙΧΦ αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του 2ου αναιρεσείοντα.

Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλους τους προσδιοριστικούς παράγοντες του τροχαίου δυστυχήματος (συνθήκες κυκλοφορίας, κατάσταση της οδού, καιρικές συνθήκες, συμπεριφορά του οδηγού και του πεζού), οι οποίοι ήσαν επαρκείς για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης, χωρίς να απαιτούνται επί πλέον αιτιολογίες και κατέληξε σε σαφές πόρισμα, αναφορικά με τις συνθήκες της σύγκρουσης και την συγκλίνουσα υπαιτιότητα των εμπλακέντων σ' αυτό, οδηγού και πεζού.

Ειδικότερα, αναφορικά με την συντρέχουσα αμέλεια του οδηγού, το Εφετείο με επαρκή αιτιολογία διευκρινίζει στην απόφασή του, ότι ο οδηγός του ΙΧΦ αυτοκινήτου, αν και οι συνθήκες κυκλοφορίας επέβαλαν να μειώσει την ταχύτητά του, διότι προσήγγιζε σε σημείο του οδοστρώματος με καμπύλη και επικίνδυνες συνεχείς στροφές, με κατωφέρεια και υγρό τάπητα λόγω βροχόπτωσης, έχοντας στην πορεία του σχετική προειδοποιητική πινακίδα Κ2δ, που βρισκόταν σε επαρκή απόσταση πριν το παραπάνω σημείο και ειδικότερα πριν από 200 μέτρα από το σημείο που βάδιζε ο πεζός, σύμφωνα με τις παραδοχές, εντούτοις από αμέλεια και κακή εκτίμηση των ανωτέρω κυκλοφοριακών συνθηκών, συνέχισε να κινείται με ταχύτητα, που προσήγγιζε το ανώτατο όριο της περιοχής (80χλμ/ώρα), το οποίο όμως, κατά τις παραδοχές ήταν αυξημένο λόγω των ανωτέρω ειδικών συνθηκών κυκλοφορίας, που επικρατούσαν τη χρονική εκείνη στιγμή και ότι επί πλέον, σύμφωνα με τις παραδοχές, η αυξημένη ως άνω ταχύτητα αποδεικνύεται από την εκτίναξη του σώματος του πεζού σε απόσταση 4 μέτρων μετά την σύγκρουση, σύμφωνα με την αυθημερόν κατάθεση του οδηγού, κατά την προανακριτική διαδικασία.

Επίσης με επαρκή αιτιολογία το Εφετείο δέχθηκε ότι ,αν και ο οδηγός του αυτοκινήτου, αμέσως μετά την έξοδό του από την αριστερή στροφή, που είχε στην πορεία του, αντιλήφθηκε τον πεζό, που απείχε 5 μέτρα, εντούτοις δεν τροχοπέδησε, ούτε ενήργησε αριστερό ελιγμό, τον οποίο θα μπορούσε να εκτελέσει κατά την αντίληψη του μέσου επιμελούς οδηγού, κατ' αντικειμενική κρίση, διότι το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας ήταν ελεύθερο την στιγμή εκείνη, αλλά ότι ο οδηγός από αμέλεια παρέλειψε να εκτελέσει τις ανωτέρω αποφευκτικές κινήσεις, με αποτέλεσμα να επιπέσει με σφοδρότητα στο σώμα του πεζού, ο οποίος αποβίωσε ακαριαίως.

Επίσης, το Εφετείο με σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία δέχθηκε, ως προς την συντρέχουσα υπαιτιότητα του πεζού, ότι η αμέλεια αυτού συνίσταται στο γεγονός, ότι, αν και κατ' αρχήν επιτρεπτά βάδιζε πάνω στο οδόστρωμα, διότι, κατά τις παραδοχές, στο σημείο της σύγκρουσης, δεν υπήρχε πεζοδρόμιο ή έρεισμα, εντούτοις δεν βάδιζε στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος παρεμποδίζοντας έτσι την κυκλοφορία των οχημάτων (κατά παράβαση του άρθρου 38 παρ. 2 Ν. 2696/1999- ΚΟΚ) και συγχρόνως, αν και μπορούσε να βαδίσει αντίθετα προς την κατεύθυνση κυκλοφορίας, αφού κατά τις παραδοχές, η κίνηση των οχημάτων ήταν ελάχιστη και το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας ήταν ελεύθερο, παρέλειψε επίσης να το πράξει, (κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 38 παρ. 3 του ως άνω νόμου).

Οι ανωτέρω παραδοχές στηρίζουν το διατακτικό της απόφασης περί συγκλίνουσας αμέλειας του οδηγού και του πεζού και επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα. Οι περαιτέρω αιτιάσεις των αναιρεσειόντων για ελλιπή αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως έχουν προεκτεθεί με στοιχείο α και γ του 2ου αναιρετικού λόγου, σύμφωνα με τις οποίες δεν διευκρινίζεται, ποιά απόσταση θα ήταν επαρκής για να αντιληφθεί ο οδηγός τον πεζό και περί ενδοιαστικής αιτιολογίας ως προς την ταχύτητα του αυτοκινήτου, πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως απαράδεκτες, διότι, υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστή ουσίας ως προς την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και σε κάθε περίπτωση οι ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποτελούν επιχειρήματα προς ενίσχυση της κρίσης της, ως προς το ύψος της ταχύτητας του αυτοκινήτου.

Η αιτίαση με στοιχείο δ' του 2ου αναιρετικού λόγου περί αντιφατικής αιτιολογίας ως προς την κατάγνωση συνυπαιτιότητας στον πεζό, διότι κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, αποκλειστικά υπαίτιος ήταν ο πεζός, κρίνεται απορριπτέα, διότι αποτελεί επιχείρημα των αναιρεσειόντων, άλλως αιτιολογημένο αρνητικό ισχυρισμό της αγωγής .Ομοίως επιχείρημα συνιστά και η υπό στοιχείο β'αιτίαση του 2ου αναιρετικού λόγου, σύμφωνα με την οποία, όπως οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, η ταχύτητα του αυτοκινήτου ήταν μικρότερη από τα 80 χλμ/ώρα, διότι με ταχύτητα 80 χλμ/ώρα η εκτίναξη του σώματος θα ήταν μεγαλύτερη από 4 μέτρα.

Επομένως, κατόπιν αυτών ο 1ος αναιρετικός λόγος κατά το Α' σκέλος και ο συναφής 2ος αναιρετικός λόγος για την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω εφαρμοσθέντων ουσιαστικού κανόνα δικαίου πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι και σε κάθε περίπτωση ως απαράδεκτοι, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.

Απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος είναι και ο 1ος κατά το Β' σκέλος αυτού αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ. β ΚΠολΔ, διότι η αιτίαση περί παραβίασης του διδάγματος κοινής πείρας, σύμφωνα με το οποίο ένα όχημα που κινείται με 80 χλμ/ώρα δεν θα μπορούσε αντικειμενικά να αποφύγει τον πεζό, διότι η απόσταση των 5 μέτρων, που μεσολαβούσε μεταξύ του αυτοκινήτου και του πεζού, δεν επαρκεί για τροχοπέδηση, αφού με ταχύτητα 40 χλμ/ώρα ένα όχημα, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, διανύει 11,11 μέτρα, δεν αφορά την ερμηνεία των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών διατάξεων ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν, αλλά υπό την επίφαση της ανωτέρω αναιρετικής πλημμέλειας οι αναιρεσείοντες επιχειρούν να πλήξουν την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από τον Δικαστή ουσίας, ως προς την συνυπαιτιότητα του οδηγού και των συνθηκών πρόκλησης της σύγκρουσης, που δεν ελέγχεται αναιρετικά κατ' αρ. 561 αρ.1 ΚΠολΔ.

Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι το Εφετείο με επαρκή αιτιολογία δέχθηκε ότι ο οδηγός, εκτός από την τροχοπέδηση, θα μπορούσε να εκτελέσει και αριστερό αποφευκτικό ελιγμό, τον οποίο από αμέλεια παρέλειψε να εκτελέσει. Η παραδοχή αυτή αυτοτελώς στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον 1ο λόγο αναίρεσης, κατά το Β' σκέλος αυτού, περί εσφαλμένης κατάγνωσης συντρέχοντος πταίσματος στον οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτα και σε κάθε περίπτωση ως ουσιαστικά αβάσιμα.

Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.

ΑΠ 2/2008, ΑΠ 640/2011). "Έγγραφα" κατά τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ είναι τα, κατά τα άρθρα 339 και 432-465 αποδεικτικά έγγραφα, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου. Έτσι δεν αποτελούν έγγραφα με την ως άνω έννοια, εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 556/2003), όπως είναι οι γνωμοδοτήσεις των διορισθέντων πραγματογνωμόνων (ΑΠ 200/2018, ΑΠ 152/2015, ΑΠ 620/2014, ΑΠ 42/2014).

Εξάλλου, παραμόρφωση κατά την έννοια της 559 αρ. 20 ΚΠολΔ υπάρχει επίσης και όταν το Δικαστήριο κατά την ανάγνωση εγγράφου παρέλειψε φράσεις ή περικοπές του κειμένου, δηλαδή, κρίσιμες, δυνάμενες να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα. Δεν υπάρχει όμως παραμόρφωση, όταν το Δικαστήριο συνεκτιμά το έγγραφο με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 268/2019, ΑΠ 695/2008, ΑΠ 112/2008).

Με τον 3ο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε κατά παράβαση του νόμου περιστατικά διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται, αφενός μεν στο σχεδιάγραμμα που συνέταξαν τα αστυνομικά όργανα του Αστυνομικού Τμήματος Πυρσόγιαννης και αφετέρου στη φωτογραφία του τόπου του τροχαίου δυστυχήματος, το περιεχόμενο των οποίων παραμόρφωσε, με το να δεχθεί ότι Α) ...<στο σημείο του ατυχήματος δεν υπήρχε πεζοδρόμιο ή έρεισμα για να κινηθεί ο πεζός και αυτός βάδιζε στο μέσον και προς τα δεξιά περίπου του οδοστρώματος>..., καθώς επίσης, με το να δεχθεί, σε άλλο σημείο της απόφασής του, ότι Β)...< ενώ κανονικά βάδιζε πάνω στο οδόστρωμα ελλείψει πεζοδρομίου ή ερείσματος>...., καθόσον, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, στην αποτύπωση του σχεδιαγράμματος και της φωτογραφίας προκύπτει ότι στο σημείο της σύγκρουσης υφίσταται χωμάτινο και τσιμεντένιο έρεισμα, στο οποίο μπορούσε να βαδίσει το θύμα.

Ο λόγος αυτός κρίνεται κατ' αρχήν απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι αιτιάσεις των υποχρέων αναιρεσειόντων, αφορούν παράπονα ως προς την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγουν τον αναιρετικό έλεγχο και σε κάθε περίπτωση το Εφετείο δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά στα έγγραφα αυτά ,για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και συνεπώς δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ (ΑΠ ολ.2/2008).

Σε κάθε περίπτωση όμως ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί και ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι από την επιτρεπτή κατ' αρ. 561 αρ.1 ΚΠολΔ, επισκόπηση του σχεδιαγράμματος, εφόσον ο ερευνητέος αναιρετικός λόγος είναι εκ του άρθρου 559 αρ.20, που συνέταξαν τα αρμόδια αστυνομικά όργανα του ΑΤ Πυρσόγιαννης και αποτελεί δημόσιο έγγραφο (ΑΠ 1517/2018) και της φωτογραφίας, που αποτελεί ιδιωτικό έγγραφο (ΑΠ 1164/2017), προκύπτει ότι το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λανθασμένη ανάγνωση των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1546/2010).

Ειδικότερα από το σχεδιάγραμμα προκύπτει, ότι στο σημείο, που βρέθηκε το σώμα του θύματος υπάρχει τσιμεντένιο έρεισμα για την συλλογή των ομβρίων υδάτων, το οποίο, επομένως, λόγω της βροχόπτωσης (σύμφωνα με τις παραδοχές) ,κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ο πεζός, εξαιτίας της ύπαρξης των ομβρίων υδάτων εντός αυτού.

Εκτός τούτου, το χωμάτινο έρεισμα απέχει ικανή απόσταση από το σημείο, που αποτυπώθηκε το σώμα του πεζού, περίπου στην έξοδο από την αριστερή στροφή και πίσω από αυτό υπάρχει μάνδρα με οικοπεδικά υλικά. Εξάλλου, ούτε από την φωτογραφία προκύπτει ότι ο πεζός είχε τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει το χωμάτινο έρεισμα, διότι λόγω της βροχόπτωσης, επίσης, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, θα είχε δημιουργηθεί λάσπη.

Επομένως, σε κάθε περίπτωση, το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα, ότι δεν υπήρχε πεζοδρόμιο ή έρεισμα στο σημείο του δυστυχήματος, ανέγνωσε σωστά τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα (σχεδιάγραμμα και φωτογραφία), τα οποία, επί πλέον, συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, όπως οι μαρτυρικές καταθέσεις, τα έγγραφα της προανακριτικής διαδικασίας, μεταξύ των οποίων η έκθεση αυτοψίας κλπ., σύμφωνα με ρητή μνεία στη σελίδα 4α της απόφασής του και κατέληξε σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν, ότι είναι το σωστό.

Επομένως, ο 3ος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως απαράδεκτος και σε κάθε περίπτωση ως κατ' ουσίαν αβάσιμος.

Σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ...<<σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης>>....Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας ,αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι'αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου , η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα, που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ ολομ. 9/2015).

Περαιτέρω και πλέον όσων έχουν εκτεθεί στην προηγούμενη νομική σκέψη, με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, παρέχεται στο δικαστήριο η δυνητική ευχέρεια, ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, ήτοι του βαθμού πταίσματος του υπόχρεου, του μεγέθους της προσβολής, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών κλπ, να επιδικάσει ή όχι στον παθόντα, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, χρηματική ικανοποίηση, αν κρίνει ότι επήλθε στον αδικηθέντα ηθική βλάβη (ή ψυχική οδύνη), να καθορίσει δε συγχρόνως και το ποσό αυτής, που θεωρεί εύλογο. Οι ως άνω συνθήκες (βαθμός πταίσματος, μέγεθος προσβολής, κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών κλπ) λαμβάνονται υπόψη, για να καθοριστεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντος και επομένως δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία, ώστε η παράθεση κάποιας από αυτές ή των ειδικότερων προσδιοριστικών στοιχείων τους στην απόφαση, να είναι αναγκαία, για την πληρότητα της σχετικής αιτιολογίας της, αλλά το δικαστήριο αποφαίνεται γι' αυτά κατά κρίση ελεύθερη και μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 839/2020, ΑΠ 89/2019, ΑΠ 600/2018, ΑΠ 322/2014, ΑΠ 285/2012).

Με τον 4ο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι υπόχρεοι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19, και κατ' ορθή εκτίμηση μόνο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο με το να επιδικάσει ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης στους συγγενείς του θύματος και ήδη αναιρεσιβλήτους και ειδικότερα, στον 1ο και 6ο τούτων, τέκνα του θύματος το ποσό των 50000 ευρώ σε καθένα, στην 2η τούτων, νύφη του θύματος, (σύζυγο υιού του θύματος) το ποσό των 20000 ευρώ και στους λοιπούς 3ο έως 5ο των αναιρεσιβλήτων, εγγονών του θύματος, το ποσό των 15000 ευρώ σε καθένα τούτων, παραβίασε την Αρχή της Αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ.1 του Συντάγματος σε συνδ.

με το άρθρο 932 ΑΚ ενώ ακόμη υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, διότι τα παραπάνω ποσά είναι δυσανάλογα μεγαλύτερα από εκείνα, που επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις καθ' υπέρβαση των ορίων της διακριτικής του ευχέρειας με δεδομένη την καταγνωσθείσα σε βάρος του θύματος συνυπαιτιότητα, την ηλικία αυτού και των δικαιούχων αναιρεσιβλήτων, εκ των οποίων τα τέκνα του θύματος και η νύφη του έχουν δημιουργήσει δική τους οικογένεια.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, αναφορικά με το ζήτημα της επιδίκασης εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, δέχθηκε ανελέγκτως αναιρετικά, τα ακόλουθα περιστατικά: "Ο θανών κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν ηλικίας 85 ετών, δεν παρουσίαζε κανένα πρόβλημα υγείας, κάθε ημέρα δύο φορές (πρωί - απόγευμα) πήγαινε πεζός στην κτηνοτροφική του μονάδα σε απόσταση ενός χιλ.

από την οικία του, φρόντιζε λίγα ζώα (10 πρόβατα) κατοικούσε μόνιμα στην ίδια οικία με τον γιο του Χ. (6ο ενάγοντα) και συνδεόταν με τους ενάγοντες (τέκνα, εγγονούς και νύφη) με στενούς ψυχικούς και συναισθηματικούς δεσμούς, ως εκ τούτου δε δοκίμασαν τα πρόσωπα αυτά μεγάλη θλίψη και πόνο από το βίαιο και κατά τραγικό τρόπο θάνατο του.

Για την ηθική παρηγοριά και ψυχική ανακούφιση τους πρέπει να προσδιοριστεί το ύφος της δικαιούμενης από αυτούς (ενάγοντες) χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, στο ποσό των 50,000 € για καθένα από τα τέκνα του (1ος και 6ος ενάγων ηλικίας 52 και 42 ετών αντίστοιχα), στο ποσό των 20.000 € για την νύφη του (2η ενάγουσα) και στο ποσό των 15.000 € για καθένα από τα εγγόνια του (3η, 4ος, 5ος ενάγων ηλικίας 11, 17 και 19 ετών αντίστοιχα).

Τα ποσά αυτά κρίνονται εύλογα ενόψει της ηλικίας του θανόντος και των ενάγοντων, καθώς και του βαθμού συγγενείας τους, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών του ατυχήματος, του βαθμού του πταίσματος του υπαίτιου οδηγού και του θανόντος και της κοινωνικοοικονομικής κατάστασης των μερών, πλην της ασφαλιστικής εταιρίας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική και δεν είναι υπερμέτρως ασυνήθη νια την περίπτωση θανάτωσης οικείου προσώπου από αδικοπραξία, αφού τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή, πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπονται και μάλιστα καταφανώς των συνήθως επίδικαζομένων σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Συνακόλουθο, ο λόγος αυτός της έφεσης των εναγόντων πρέπει να γίνει δεκτός και ως ουσιαστικό βάσιμος και να απορριφθεί ο αντίστοιχος λόγος της έφεσης των εναγομένων ως ουσιαστικά αβάσιμος.

ΙV. Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο Δ/ριο, που παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και επιδίκασε στους ενάγοντες για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης μικρότερα ποσά, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και πρέπει, κατά τον βάσιμο τούτο λόγο της έφεσης, να εξαφανιστεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Ακολούθως η έφεση των εναγόντων πρέπει να γίνει δέκτη και ως κατ' ουσία βάσιμη και αφού κρατηθεί η υπόθεση στο Δ/ριο τούτο και ερευνηθεί κατ' ουσία (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει η αγωγή να γίνει εν μέρει δέκτη και ως κατ' ουσία βάσιμη, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν, καθένας σε ολόκληρο, ποσό 40.000 € σε καθένα από τα τέκνα του θύματος, ποσό 10.000 € στη νύφη του, ποσό 15.000 € σε καθένα από τα εγγόνια του και να αναγνωρισθεί ότι οι ανωτέρω οφείλουν να καταβάλουν 10.000 € σε καθένα από τα τέκνα του και στη νύφη του, όλα δε τα ποσά αυτά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Η έφεση των εναγομένων πρέπει να απορριφθεί." Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και ειδικότερα με το να καθορίσει ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, για κάθε γνήσιο τέκνο του θύματος το ποσό των 50000 ευρώ, για τη νύφη του θύματος το ποσό των 20000 ευρώ και για κάθε εγγονό αυτού το ποσό των 15000 ευρώ, παραβίασε ευθέως με το να μην εφαρμόσει την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ.1 του Συντάγματος σε συνδ.

με τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, ενώ ακόμη υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας δεδομένου ότι τα ως άνω ποσά τα οποία επιδίκασε το Εφετείο, ενόψει ιδίως της συγκλίνουσας αμέλειας του θύματος (20%) στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος, εξαιτίας του οποίου επήλθε ο θάνατός του και της ηλικίας του, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, υπερβαίνουν και μάλιστα καταφανώς, εκείνα, που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης.

Επομένως, ο 4ος λόγος της αίτησης αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο οι υπόχρεοι αναιρεσείοντες, με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 25 παρ. 1δ του Συντ/τος και 932 ΑΚ, αποδίδουν στην πληττόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι κατά παράβαση της αρχής της Αναλογικότητας και καθ'υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, επιδίκασε στους ανωτέρω συγγενείς του θύματος και ήδη αναιρεσιβλήτους, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης τα προαναφερόμενα ποσά, τα οποία είναι δυσανάλογα μεγάλα σε σχέση με το ποσό, που επιδικάζεται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτει από τις συνθήκες του τροχαίου δυστυχήματος, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ανωτέρω κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, που επιδικάστηκε στους αναιρεσιβλήτους συγγενείς του θύματος.

Στη συνέχεια, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος αυτής (άρθρο 932ΑΚ), στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλον Δικαστή (580 παρ. 3 ΚΠολΔ) για να δικαστεί περαιτέρω. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που οι αναιρεσείοντες έχουν καταθέσει στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 περ.

Βδ' ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, που ηττήθηκαν (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα της 3ης αναιρεσείουσας, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής, ενώ δεν πρέπει να επιδικασθούν δικαστικά έξοδα σε βάρος των αναιρεσιβλήτων και υπέρ του 1ου και 2ου αναιρεσείοντα, διότι αυτοί λόγω της ερημοδικίας τους δεν έχουν υποβληθεί σε δικαστική δαπάνη, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αρ. 312/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ), κατά το μέρος αυτής, που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης.

Παραπέμπει την υπόθεση, για να συζητηθεί περαιτέρω, κατά το αναιρεθέν μέρος αυτής, στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στον καταθέσαντα.

Και

Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσιβλήτων τα δικαστικά έξοδα της 3ης αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιουλίου 2021.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ