Legislator Case Law & Legislation
1335/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against debt restructuring judgment, remanding case for retrial with different judge.

Case Number 1335/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court accepted the appeal filed by the Debtors' Fund against the First Instance Court's final judgment in a debt restructuring case. The court found the lower court's decision to cease salary deductions for the debtors to be legally flawed regarding their insolvency status. Consequently, the appeal was allowed, and the case was remanded for retrial before a different judge to correct the procedural and substantive errors.

Legislator headnote

AI generated

Articles 8 and 9 of Law 3869/2010; Article 11 of Law 3869/2010: The Supreme Court allows an appeal when the First Instance Court incorrectly applies the law regarding the cessation of salary deductions for debtors who have not committed fraud, remanding the case for retrial.

Keywords

AI generated
debt restructuring law salary deductions insolvency fraud appeal admissibility remand for retrial different judge debtors' fund

Cited Legislation

AI generated
Article 8 and 9 of Law 3869/2010
Article 11 of Law 3869/2010
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 28 of Law 2579/1998
Article 746 of the Code of Civil Procedure
Article 8 of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AP 1784/2023
Supreme Court allows appeal against social security debt ruling due to insufficient evidence of permanent insolvency.
AP 1913/2022
Supreme Court allows appeal against default judgment in voluntary debt collection case due to missing debt amount.
AP 166/2022
Supreme Court allows appeal against debt restructuring order due to insufficient evidence of insolvency under Law 3869/2010.
AP 1050/2021
Supreme Court partially allows appeal, overturning lower court's order for the Fund to pay litigation costs.
AP 552/2020
Supreme Court allows appeal against bankruptcy ruling due to insufficient evidence of permanent insolvency.
AP 438/2019
Supreme Court partially allows appeal against inadmissibility ruling in voluntary jurisdiction case regarding third-party defendant status.
AP 636/2017
Supreme Court dismisses appeal for non-admissibility as facts were already considered and rejected by second instance court.
AP 606/2023
Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to defendant's legal summons and procedural default.
AP 1047/2021
Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring order, citing lack of creditor intervention and procedural violations.
AP 930/2021
Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because it relies on procedural defects not listed in Article 560 of the Code of Civil Procedure.
AP 1150/2019
Supreme Court dismisses appeal against voluntary jurisdiction decision regarding estate property management in Greece.
AP 1674/2023
Supreme Court allows appeal against single judge decision due to lack of reasoning on property value assessment.
AP 473/2023
Supreme Court dismisses appeal against debt collection judgment due to lack of legal grounds and procedural compliance.
AP 420/2023
Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for failure to pay appeal fee despite prior payment.
AP 144/2023
Supreme Court allows appeal against debt restructuring order due to insufficient income verification.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1335 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1335/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Μ. του Κ., 2) Β. Μ. του Κ., κατοίκων ..., 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" και ήδη "..." και δ.τ. "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" και ήδη "..." και δ.τ. "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 6) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην Παιανία Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 1ος και 2η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξη - Νικόλαο Καραμάνο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, οι 3η και 4η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Γαρυφαλλιά Γιαννακούρου, που δήλωσε στο ακροατήριο και με τις κατατεθείσες προτάσεις της την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας των αναιρεσίβλητων εταιρειών, ενώ οι 5η και 6η δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 30-9-2013 (αριθμ. εκθ. καταθ. 34/2013 και 35/2013) αιτήσεις των 1ου και 2ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Ταμυνέων και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 49/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 110/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21-4-2022 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των 3ης και 4ης των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη, από 21-4-2022 (αριθμ. εκθ. καταθ. 1249/73/21-4-2022), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 110/2020 τελεσιδίκου αποφάσεως του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, επί εφέσεως κατά της υπ' αριθμ. 49/2017 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Ταμυνέων και αφορά υπόθεση του Ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", εκδόθηκε ερήμην της τρίτης, τέταρτης και έκτης των εφεσιβλήτων και ήδη τρίτης, τέταρτης και έκτης των αναιρεσίβλητων.

Συνεπώς, για την παραδεκτή άσκηση της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να ερευνηθεί το ζήτημα της τελεσιδικίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, ως προς τις ανωτέρω εφεσίβλητες, που δικάσθηκαν ερήμην στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.

Κατά τη διάταξη του άρθρ. 553 παρ. 1 περ. β' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Έτσι, η ύπαρξη ερήμην αποφάσεως, δηλαδή αποφάσεως που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ.

Α.Π. 15/2001), ενεργοποιεί αυτομάτως τη δυνατότητα ασκήσεως κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 502 του Κ.Πολ.Δ.), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως κατά της ερήμην αποφάσεως, η οποία, αν, παρ' όλα αυτά, ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513 παρ. 1 εδάφ.

β' περ. β' του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντιθέτως, δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της εφέσεως και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην αποφάσεως είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.

Α.Π. 11/1998), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των προβλεπομένων ενδίκων μέσων (Α.Π. 244/2023, Α.Π. 20/2023, Α.Π. 1508/2022, Α.Π. 58/2020, Α.Π. 208/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία επιτρεπτώς επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως ως δικογράφου (άρθρο 577 παρ. 1, σε συνδ. με άρθρο 553 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι αυτή (απόφαση) εκδόθηκε ερήμην των καθών οι αιτήσεις, ήτοι της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... ...

Α.Ε.", ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... ... Α.Ε.", ως καθολικής διαδόχου της τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "... Α.Ε." ήδη τέταρτης αναιρεσίβλητης και της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "... Α.Ε.", ήδη έκτης αναιρεσίβλητης, οι οποίες, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως (βλ. 2η επ.

σελίδα αυτής), κλήθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, για να παραστούν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, στη δικάσιμο της 11-10-2019 και ότι η συζήτηση της υποθέσεως κατά την ανωτέρω δικάσιμο χώρησε σαν να ήταν και αυτές παρούσες (άρθρο 764 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, ως προς τις ανωτέρω αναιρεσίβλητες, αφού αυτές είχαν κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί πλέον τελεσίδικη, καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (Α.Π. 244/2023, Α.Π 20/2023, Α.Π. 1508/2022, Α.Π. 1497/2022).

Συνακολούθως, η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί παραδεκτώς ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 παρ. 1, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 741 και 769 του Κ.Πολ.Δ. και ως προς τις ανωτέρω αναιρεσίβλητες και εφόσον, περαιτέρω, ασκήθηκε νομοτύπως, με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη Γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

και 14 του Ν. 3869/2010) και εμπροθέσμως (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 577, 741 και 769 του Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1-3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος, που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε ή, αν εμφανίσθηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο, που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από εκείνον, που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση, κατά την οποία δεν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση.

Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου, που έχει κλητευθεί (Α.Π. 1674/2023, Α.Π. 606/2023, Α.Π. 20/2023, Α.Π. 1683/2022). Σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αιτήσεως αναιρέσεως, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αιτήσεως κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν, όμως, αυτός κλητεύθηκε νομίμως είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανισθεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (Α.Π. 244/2023, Α.Π. 1508/2022, Α.Π. 1437/2019, Α.Π. 1946/2017, Α.Π. 756/2017).

Τέλος, στη δίκη περί ρυθμίσεως οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της αποφάσεως που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ.

β' του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 244/2023, Α.Π. 1508/2022, Α.Π. 516/2020, Α.Π. 757/2019, Α.Π. 1049/2017).

Από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη, αίτηση αναιρέσεως προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, (16-2-2024) με αριθμό πινακίου 19, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Δ'Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2-4 του Κ.Πολ.Δ.). Περαιτέρω, από τις υπ' αριθμ. ...

εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Δημητρίου Παπαδημητρίου, τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται νομίμως το επισπεύδον τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία της Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Μαρίας Γεωργιάδη, πληρεξουσίας αυτού (αναιρεσείοντος), ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στις πέμπτη και έκτη των αναιρεσιβλήτων (με επίδοση στους αρμοδίους για παραλαβή υπαλλήλους αυτών, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 129 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).

Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα, ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση, πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, με την σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι ανωτέρω αναιρεσίβλητες δεν εμφανίσθηκαν, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστούν κατά τη συζήτηση αλλά παραστάθηκε νομίμως και προσηκόντως μόνον το επισπεύδον τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως αναιρεσείον και οι τέσσερις πρώτοι των αναιρεσιβλήτων.

Επομένως, αφού οι πέμπτη και η έκτη των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 περ. α' και γ' του Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, παρά την απουσία τους.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικώς με τη διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, προκύπτει ότι οι ήδη δύο πρώτοι των αναιρεσιβλήτων άσκησαν, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ταμυνέων, τις από 30-9-2013 αιτήσεις τους, με τις οποίες, επικαλούμενοι ότι είναι φυσικά πρόσωπα, χωρίς πτωχευτική ικανότητα και ότι έχουν περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς τους καθών οι αιτήσεις τους, ήτοι το ήδη αναιρεσείον Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και τις ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες με τις επωνυμίες "... ...

Α.Ε.", "... Α.Ε." και "... Α.Ε.", εκ των οποίων ήδη η δεύτερη απορρόφησε την τελευταία αυτών, ζήτησαν τη δικαστική ρύθμιση των οφειλών τους προς τους ως άνω πιστωτές τους, κατά το άρθρο 8 του Ν. 3869/2010 και, επιπλέον, η δεύτερη εξ αυτών την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας της, κατά το άρθρο 9 του ιδίου νόμου, επικουρικώς δε ζήτησαν τη δικαστική ρύθμιση των οφειλών τους.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 49/2017 οριστική απόφασή του δέχθηκε τις αιτήσεις ως βάσιμες κατ' ουσίαν. Κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου το ήδη αναιρεσείον άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, την από 19-10-2018 (αριθμ. εκθ. καταθ. 40/1-12-2018) έφεσή του. Με την προσβαλλομένη απόφασή του το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε αυτήν τυπικώς και κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και αφού κράτησε και δίκασε τις αιτήσεις κατ' ουσίαν, δέχθηκε κατ' ουσίαν, ρύθμισε τα χρέη των αιτούντων, με μηνιαίες καταβολές προς τους οφειλέτες τους και εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία της δεύτερης αιτούσας και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης.

Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του [και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, εφόσον οι ένδικες, από 3-9-2013, αιτήσεις των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων περί υπαγωγής τους στις διατάξεις του Ν. 3869/2010 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ταμυνέων κατατέθηκαν στις 22-10-2013, ήτοι πριν την αντικατάστασή του με τον ως άνω Ν. 4336/2015], ορίζεται ότι "Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 2 του εν λόγω νόμου (όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί με τον Ν. 4336/2015), "Αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές ... το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητούμενων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για τη ρύθμιση των οφειλών και απαλλαγή του οφειλέτη.

Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, τη δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου, και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, τον υποχρεώνει να καταβάλλει μηνιαίως και για χρονικό διάστημα τριών έως πέντε ετών (άρθρ. 16 παρ. 2 Ν.4161/2013), ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του, συμμέτρως διανεμόμενο".

Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες θεσμοθετούν τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογένειας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, ασχέτως αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενεστέρως, η οποία, πάντως, δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας ελλείψεως ρευστότητας, δηλαδή ελλείψεως όσων χρημάτων απαιτούνται, για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπ' όψη το εισόδημα του οφειλέτη. Η εξόφληση των χρηματικών απαιτήσεων των πιστωτών πραγματοποιείται, κατά βάση, με τις μηνιαίες καταβολές του άρθρου 8 παρ. 2 για το αναφερόμενο εκεί χρονικό διάστημα, που ορίζονται από το Δικαστήριο. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται, από το ένα μέρος τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και, ιδίως, από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) εγγάμου συμβιώσεως και από το άλλο μέρος οι βιοτικές ανάγκες (όχι απλώς οι στοιχειώδεις) του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβιώσεως αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό, που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπ' όψη, όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του, κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές.

Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπ' όψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας. Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ.

Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (Α.Π. 1784/2023, Α.Π. 552/2020, Α.Π. 1379/2019, Α.Π. 882/2019, Α.Π. 52/2019, Α.Π. 551/2018). Επισημαίνεται ότι τα εισοδήματα από εργασία πρέπει να αναγράφονται στη σχετική δικαστική απόφαση καθαρά, καθώς μόνο το καθαρό εισόδημα διατίθεται για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη (και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του) (Α.Π. 1784/2023, Α.Π. 144/2023, Α.Π. 1678/2022, Α.Π. 552/2020).

Εξάλλου, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο Ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου, από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.

Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "Ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".

Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου τον αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία.

Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι: "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".

Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός, που θέλει την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει, όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.

Αντιθέτως, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος, που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το αποδέχεται (Ολ. Α.Π. 4/2010, Ολ. Α.Π. 8/2005). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (Α.Π. 1784/2023, Α.Π. 677/2010).

Δόλο, κατά συνέπειαν, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη, κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και, τελικώς, το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στο δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή, γενικότερα, αδικοπραξία.

Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη, ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή, του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.

Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς τουλάχιστον στο βαθμό, που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών.

Περαιτέρω, από την διατύπωση της παρ. 1, εδάφ. α' του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην περιέλευση του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά τον χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.

Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος, που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του, με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενεστέρως σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (Α.Π. 1784/2023, Α.Π. 778/2022, Α.Π. 400/2020, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 65/2017).

Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει, όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων, την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και, παρά ταύτα, αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από το δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων υπερέχει σαφώς των συνεπειών, που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.

Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου (Α.Π. 1784/2023, Α.Π. 606/2023, Α.Π. 550/2023, Α.Π. 1164/2022, Α.Π. 1446/2018, Α.Π. 515/2018, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017).

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως Δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων, που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (Α.Π. 1784/2023, Α.Π. 606/2023, Α.Π. 778/2022, Α.Π. 1446/2018, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία (άρθρο 14 του Ν. 3869/2010), αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση, κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ο λόγος αναιρέσεως αυτός ιδρύεται, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 4/2023, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 1/2021). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και ισχύει, κατ' άρθρο 1, άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών και: α) έστω και συνοπτικά (Ολ. Α.Π. Διοικ. 14/2010, όπου και παραπομπές στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ), οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για την θεμελίωσή του, ως προς τον οποίον η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του Δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια, επιπλέον, περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (Ολ.

Α.Π. 20/2005). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το Δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του Δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπ' όψη διατάξεως του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ. 19) του Κ.Πολ.Δ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (Ολ.

Α.Π. 9/2016, Α.Π. 1784/2023, Α.Π. 606/2023, Α.Π. 20/2023, Α.Π. 1913/2022, Α.Π. 1683/2022, Α.Π. 1162/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 110/2020, απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπησή της, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος της, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο αιτών της υπό στοιχείο A αίτησης και η αιτούσα της υπό στοιχείο Β αίτησης (ήδη δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι) είναι σύζυγοι και έχουν αποκτήσει μαζί τρία ενήλικα τέκνα, τα οποία δεν εξαρτώνται πλέον από αυτούς οικονομικά.

Ο πρώτος είναι γεννηθείς το έτος 1945 και η δεύτερη γεννηθείσα το έτος 1957. Ο αιτών κατά το χρόνο συζήτησης των κρινόμενων αιτήσεων είναι συνταξιούχος του Ι.Κ.Α. και λαμβάνει σύνταξη καθαρού ποσού 1.040,21 ευρώ μηνιαίως, ενώ η αιτούσα είναι συνταξιούχος του δημοσίου λαμβάνοντας σύνταξη καθαρού ποσού 623,24 ευρώ μηνιαίως.

Το οικονομικό έτος 2010 ο αιτών είχε ετήσιο εισόδημα ποσού 22.345,53 ευρώ και η αιτούσα ετήσιο εισόδημα ποσού 24.996,47 ευρώ. Το οικονομικό έτος 2011 ο αιτών είχε ετήσιο εισόδημα ποσού 19.459,31 ευρώ και η αιτούσα ετήσιο εισόδημα ποσού 16.788,36 ευρώ. Το οικονομικό έτος 2012 ο αιτών είχε ετήσιο εισόδημα ποσού 14.046,90 ευρώ και η αιτούσα ετήσιο εισόδημα ποσού 14.123,58 ευρώ και το οικονομικό έτος 2013 ο αιτών είχε ετήσιο εισόδημα ποσού 14.312,75 ευρώ και η αιτούσα ετήσιο εισόδημα ποσού 9.194,51 ευρώ.

Ενώ κατά το παρελθόν οι αιτούντες εξυπηρετούσαν τακτικά τις οφειλές τους από το οικογενειακό τους εισόδημα, βρέθηκαν σε αδυναμία εξυπηρέτησης των ληξιπρόθεσμων χρεών τους, περί τα τέλη του έτους 2012, λόγω και της δυσμενούς μεταβολής των οικονομικών δεδομένων της χώρας από το έτος 2009, χωρίς δική τους υπαιτιότητα, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος πως πρόκειται για συνταξιούχους.

Εν όψει των ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι οι αιτούντες έχουν περιέλθει χωρίς δική τους υπαιτιότητα σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία προς πληρωμή των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους. Η κρίση αυτή συνάγεται από τη σχέση της ρευστότητας τους προς τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις τους, δηλαδή η σχέση αυτή είναι αρνητική υπό την έννοια ότι μετά από την αφαίρεση των δαπανών για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών τους, η υπολειπόμενη ρευστότητα δεν τους επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών τους ή τουλάχιστον σε ουσιώδες μέρος τους.

Η αρνητική αυτή σχέση μεταξύ της ρευστότητάς τους και των οφειλών τους κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο δεν αναμένεται να βελτιωθεί, καθώς τα εισοδήματά τους ως συνταξιούχων δεν αναμένεται να αυξηθούν, λόγω της συνεχιζόμενης γενικευμένης αρνητικής οικονομικής συγκυρίας, ενώ παράλληλα οι δανειακές υποχρεώσεις τους αυξάνονται συνεχώς, λόγω και της επιβάρυνσης των δανείων τους με τόκους υπερημερίας.

Το ποσό που είναι αναγκαίο να δαπανάται από τους αιτούντες κάθε μήνα για την κάλυψη των βασικών βιοτικών τους αναγκών δεν ξεπερνά τα 900 ευρώ, διότι ο αιτών έχει υποβληθεί σε αγγειοπλαστική επέμβαση κατά το παρελθόν και υποβάλλεται μηνιαίως στην αναγκαία δαπάνη αγοράς φαρμάκων ποσού 150 ευρώ, δαπάνη που δεν καλύπτεται από τον ασφαλιστικό του φορέα.

Περαιτέρω, ο αιτών διαθέτει σε ποσοστό 100% την πλήρη κυριότητα ενός οικοπέδου, έκτασης 221,02 τ.μ., ευρισκόμενου εντός οικισμού στη θέση ... του Δήμου Κύμης - Αλιβερίου, σημερινής αντικειμενικής αξίας 3.315,30 ευρώ, σε ποσοστό 100% την πλήρη κυριότητα ενός οικοπέδου, έκτασης 408 τ.μ., που βρίσκεται εντός οικισμού στη θέση ...

του Δήμου Κύμης - Αλιβερίου, σημερινής αντικειμενικής αξίας 6.120 ευρώ, σε ποσοστό 100% την πλήρη κυριότητα ενός ελαιώνα, έκτασης 1.000 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... του Δήμου Κύμης - Αλιβερίου, σημερινής αντικειμενικής αξίας 840 ευρώ, σε ποσοστό 100% την πλήρη κυριότητα ενός αγροτεμαχίου, έκτασης 1.000 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ...

του Δήμου Κύμης - Αλιβερίου, σημερινής αντικειμενικής αξίας 540 ευρώ και σε ποσοστό 100% την πλήρη κυριότητα ενός ελαιώνα, έκτασης 400 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... του Δήμου Κύμης - Αλιβερίου, σημερινής αντικειμενικής αξίας 340 ευρώ, ενώ είναι κύριος σε ποσοστό 100% ενός Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, μάρκας TOYOTA, μοντέλο YARIS, με έτος πρώτης κυκλοφορίας το 2002, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αξίας 500 ευρώ.

Τα ανωτέρω περιουσιακά στοιχεία, κινητά και ακίνητα, δεν κρίνονται πρόσφορα προς εκποίηση, διότι εκτιμάται ότι δεν θα προκαλέσουν έντονο αγοραστικό ενδιαφέρον και αφού καλυφθούν τα έξοδα της εκποίησης δεν θα απομείνει αξιόλογο ποσό για διανομή στους καθ' ων η αίτηση. Από την άλλη πλευρά, η αιτούσα είναι κυρία σε ποσοστό 100% κατά πλήρη κυριότητα μιας μονοκατοικίας, επιφάνειας 111 τ.μ., παλαιότητας 1987, εντός οικοπέδου έκτασης 450 τ.μ, κείμενου στη θέση ...

του Δήμου Κύμης - Αλιβερίου, την οποία απέκτησε δυνάμει του με αριθμό ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών, Μ. Χ., που νομίμως μεταγράφηκε στα βιβλία του οικείου Υποθηκοφυλακείου. Η αντικειμενική αξία του ως άνω ακινήτου, που χρησιμοποιείται ως κύρια κατοικία από την αιτούσα και την οικογένεια της, ανέρχεται στο ποσό των 27.972 ευρώ.

Εξάλλου, η αιτούσα είναι κυρία σε ποσοστό 100% κατά πλήρη κυριότητα ενός αγροτεμαχίου με ελιές, έκτασης 1.000 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... του Δήμου Κύμης - Αλιβερίου, σημερινής αντικειμενικής αξίας 840 ευρώ, σε ποσοστό 100% κατά πλήρη κυριότητα ενός αγροτεμαχίου, έκτασης 500 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... του Δήμου Κύμης - Αλιβερίου, σημερινής αντικειμενικής αξίας 1.300 ευρώ και σε ποσοστό 100% κατά πλήρη κυριότητα ενός αγροτεμαχίου με ελιές 1.500 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ...

του Δήμου Κύμης - Αλιβερίου, σημερινής αντικειμενικής αξίας 1386 ευρώ. Όλα τα ανωτέρω περιουσιακά στοιχεία πλην του ακινήτου, επιφάνειας 111 τ.μ., που αποτελεί την κύρια κατοικία της οφειλέτριας, δεν κρίνονται πρόσφορα προς εκποίηση, διότι εκτιμάται ότι δεν θα προκαλέσουν έντονο αγοραστικό ενδιαφέρον και αφού καλυφθούν τα έξοδα της εκποίησης δεν θα απομείνει αξιόλογο ποσό για διανομή στους καθ' ων η αίτηση.

Επισημαίνεται δε πως η εμπορική αξία όλων των ανωτέρω περιουσιακών στοιχείων των αιτούντων εν όψει και της εν γένει οικονομικής δυσπραγίας στην οποία έχει περιέλθει η χώρα .... κατά το χρόνο συζήτησης των κρινόμενων αιτήσεων δεν κρίνεται πως διαφοροποιείται από την αντικειμενική αξία αυτών, απορριπτόμενου ως αβάσιμου στην ουσία του δεύτερου λόγου έφεσης.

Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση των ένδικων αιτήσεων οι αιτούντες είχαν αναλάβει τα παρακάτω χρέη προς τις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες τράπεζες, που είναι εξασφαλισμένα με εγγυήσεις ή όχι, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης των ένδικων αιτήσεων, με εξαίρεση τα παρακάτω εμπραγμάτως ασφαλισμένα δάνεια, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της πρωτόδικης απόφασης.

Προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων οι αιτούντες έχουν οφειλή 1) ο αιτών ως πρωτοφειλέτης και η αιτούσα ως εκ τρίτου συμβαλλόμενη από τη με αριθμό λογαριασμού ... σύμβαση επισκευαστικού δανείου, ποσού 27.751,47 ευρώ, 2) ο αιτών ως οφειλέτης από τη με αριθμό λογαριασμού 21/50568 σύμβαση μικροεπισκευαστικού δανείου, ποσού 18.741,12 ευρώ και 3) η αιτούσα ως οφειλέτρια από τη με αριθμό λογαριασμού ...

σύμβαση μικροεπισκευαστικού δανείου, ποσού 14.667,73 ευρώ. Οι απαιτήσεις κατά της αιτούσας είναι ασφαλισμένες με υποθήκη Β' τάξης στην κύρια κατοικία της αιτούσας. Προς την ... ... Α.Ε. οι αιτούντες έχουν οφειλή ως εγγυητές από τη με αριθμό ... σύμβαση στεγαστικού δανείου, ποσού 58.243,42 ευρώ και η αιτούσα έχει οφειλή ως οφειλέτρια από τη με αριθμό ...

σύμβαση δανείου, ποσού 4.787,03 ευρώ. Οι απαιτήσεις κατά της αιτούσας είναι ασφαλισμένες με προσημείωση υποθήκης Δ' τάξης. Προς την ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε. οι αιτούντες έχουν οφειλή 1) ως εγγυητές από τη με αριθμό ... σύμβαση στεγαστικής πίστης, ποσού 81.399,16 ευρώ, ως εγγυητές από τη με αριθμό 4163108483 σύμβαση στεγαστικής πίστης, ποσού 26.486,77 ευρώ και ως εγγυητές από τη με αριθμό ...

σύμβαση στεγαστικής πίστης, ποσού 98.983,07 ευρώ, 2) ο αιτών ως εγγυητής και η αιτούσα ως πρωτοφειλέτρια από τη με αριθμό ... σύμβαση στεγαστικής πίστης, ποσού 32.624,36 ευρώ και από τη με αριθμό ... σύμβαση στεγαστικής πίστης, ποσού 14.265,36 ευρώ. Προς τη ... Α.Ε. ο αιτών έχει οφειλή από τη με αριθμό ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας, ποσού 1.656,17 ευρώ.

Το συνολικό ποσό των οφειλών του αιτούντος ανέρχεται στο ποσό των 360.150,90 ευρώ και της αιτούσας στο ποσό των 359.208,37 ευρώ. Από τα ανωτέρω αναλυτικά εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκε ότι οι αιτούντες σύζυγοι έχουν περιέλθει σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να πληρώνουν τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές τους, η αδυναμία τους δε αυτή δεν οφείλεται σε δόλο, ούτε αποδείχθηκε ιδία υπαιτιότητα αυτών, ενώ λόγω της παρούσας κατάστασής τους και της δύσκολης δημοσιονομικής κατάστασης στην οποία βρίσκεται η χώρα, δεν διαφαίνεται πιθανότητα βελτίωσης της οικονομικής τους κατάστασης, απορριπτόμενου ως αβάσιμου στην ουσία του πρώτου λόγου έφεσης.

Επίσης, οι αιτούντες δεν έχουν αποκτήσει την εμπορική ιδιότητα με την παροχή εγγύησης προς τον γαμπρό τους, διότι αυτή δεν δόθηκε προς αποκόμιση κέρδους. Με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα κρίνεται ότι συντρέχουν στο πρόσωπο των αιτούντων οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση του νόμου 3869/2010 και ειδικότερα σε αυτή των άρθρων 8 παρ. 2, 8 παρ. 5 και 9 παρ. 1 και 2 του Ν. 3869/2010, θα πρέπει, δηλαδή, να γίνει συνδυασμός των δύο ρυθμίσεων του νόμου.

Έτσι, όσον αφορά στον αιτούντα, η ρύθμιση των χρεών του θα γίνει κατά πρώτο λόγο, κατ' άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, με τον ορισμό μηνιαίων καταβολών, που θα αρχίσουν από το πρώτο πενθήμερο του πρώτου μήνα μετά τη δημοσίευση της παρούσας και θα είναι καταβλητέες μέσα στο πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα, απευθείας στους πιο πάνω πιστωτές από τα εισοδήματά του επί τετραετία, οι οποίες ορίζονται στο ποσό των 600 ευρώ το μήνα, κατανεμόμενες συμμέτρως στις απαιτήσεις των καθ' ων η αίτηση για χρονικό διάστημα 48 μηνών.

Ειδικότερα 1) στο πρώτο των καθ' ων της υπό στοιχείο Α αίτησης ο αιτών θα πρέπει να καταβάλλει τα ποσά (600/360.150,90 χ εκάστοτε δανειακή απαίτηση) των 46,20 ευρώ μηνιαίως και 31,20 ευρώ μηνιαίως, 2) στη δεύτερη των καθ' ων το ποσό των 97,08 ευρώ μηνιαίως, 3) στην τρίτη των καθ' ων το ποσό των 135,60 ευρώ μηνιαίως, 44,16 ευρώ μηνιαίως, 164,88 ευρώ μηνιαίως, 54,36 ευρώ μηνιαίως και 23,76 ευρώ μηνιαίως, και 4) στην τέταρτη των καθ' ων το ποσό των 2,76 ευρώ μηνιαίως.

Για την αιτούσα η ρύθμιση των χρεών της θα γίνει με τον ορισμό μηνιαίων καταβολών, που θα αρχίσουν από το πρώτο πενθήμερο του πρώτου μήνα μετά τη δημοσίευση της παρούσας και θα είναι καταβλητέες μέσα στο πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα, απευθείας στους πιο πάνω πιστωτές από τα εισοδήματά της επί τετραετία, οι οποίες ορίζονται στο ποσό των 200 ευρώ το μήνα, κατανεμομένες συμμέτρως στις απαιτήσεις των αναφερόμενων στην αίτησή της πιστωτών για χρονικό διάστημα 48 μηνών.

Ειδικότερα 1) στο πρώτο των καθ' ων της υπό στοιχείο Β αίτησης η αιτούσα θα πρέπει να καταβάλλει τα ποσά (200/359.208,37 χ εκάστοτε δανειακή απαίτηση) των 15,40 ευρώ μηνιαίως και 8,20 ευρώ μηνιαίως, 2) στη δεύτερη των καθ' ων τα ποσά των 32,40 ευρώ και 2,60 ευρώ μηνιαίως, και 3) στην τρίτη των καθ' ων τα ποσά των 45,40 ευρώ μηνιαίως, 14,80 ευρώ μηνιαίως, 55,20 ευρώ μηνιαίως, 18 ευρώ μηνιαίως και 8 ευρώ μηνιαίως.

Όσον αφορά στην αιτούσα η παραπάνω ρύθμιση του άρθρου 8 παρ. 5 του Ν. 3869/2010 θα συνδυαστεί με αυτή του άρθρου 9 παρ. 2 του ίδιου νόμου, εφ' όσον η αιτούσα υπέβαλε το αίτημα εξαίρεσης της κύριας κατοικίας της από την εκποίηση, μετά το οποίο αυτή η εξαίρεση είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο. Έτσι, θα πρέπει να οριστούν μηνιαίες καταβολές προς τις πιστώτριες για τη διάσωση της κυρίας κατοικίας της αιτούσας.

Η αντικειμενική αξία του ακινήτου που χρησιμεύει για κύρια κατοικία της αιτούσας ανέρχεται στο ποσό των 27.972 ευρώ, το δε 80% της αξίας του ανέρχεται σε 22.377,60 ευρώ. Η αποπληρωμή του ποσού αυτού θα γίνει εντόκως, χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Θα ξεκινήσει τέσσερα χρόνια μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης, ο δε χρόνος εξόφλησης του πρέπει να οριστεί σε 15 χρόνια, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των χρεών της, της οικονομικής της δυνατότητας και της ηλικίας της. Οι μηνιαίες καταβολές επί 15 χρόνια, ήτοι επί 180 μήνες (15 έτη χ 12 μήνες), που θα αρχίσουν μετά τη λήξη της περιόδου χάριτος, ήτοι τέσσερα χρόνια μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης, θα είναι ποσού 124,32 ευρώ το μήνα.

Από τις παραπάνω καταβολές θα ικανοποιηθεί προνομιακά η τρίτη των καθ' ων η αίτηση, διότι έχει ασφαλίσει την απαίτηση της με υποθήκη χρονικά προγενέστερη των λοιπών καθ' ων η αίτηση". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας, που δίκασε επί των αιτήσεων των δύο πρώτων των αναιρεσιβλήτων, δέχθηκε εν μέρει τις αιτήσεις αυτών, ρύθμισε τα χρέη των αιτούντων με μηνιαίες καταβολές προς τους οφειλέτες τους και εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία της αιτούσας.

Κρίνοντας, όμως, έτσι το ως άνω Δικαστήριο, διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικώς με το κρίσιμο ζήτημα της μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών των χρεών των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ανεπαρκείς αιτιολογίες, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 που προπαρατέθηκε, την οποία, εκ πλαγίου, παραβίασε, στερώντας, με τον τρόπο αυτό, την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Και τούτο, διότι, αφού δεν προσδιορίζεται το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεων των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων - αιτούντων για την εξυπηρέτηση των δανείων τους, δεν είναι δυνατός ο έλεγχος, προκειμένου να διακριβωθεί, από την αντιπαραβολή των καθαρών εισοδημάτων τους (ρευστότητα) που διατίθενται μηνιαίως για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών τους, ήτοι για την αξιοπρεπή διαβίωσή τους, υπό το πρίσμα της οποίας πρέπει, όπως προεκτέθηκε, να εξετάζεται η επίμαχη αδυναμία πληρωμών (Α.Π. 1784/2023, Α.Π. 144/2023, Α.Π. 1913/2022, Α.Π. 166/2022, Α.Π. 552/2020, Α.Π. 507/2020, Α.Π. 1379/2019, Α.Π. 1208/2017), με τα χρηματικά ποσά που απαιτούνται, παραλλήλως, για τη μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, αν οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι - οφειλέτες μπορούν να ικανοποιήσουν όλα αυτά, οπότε δεν υφίσταται αδυναμία πληρωμών και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να υπαχθούν στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010 ή αν, αντιθέτως, τα εισοδήματά τους δεν επαρκούν, οπότε και υπάρχει πράγματι αδυναμία πληρωμής, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψεως.

Εν κατακλείδι, το Δικαστήριο δεν προσδιορίζει το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεων των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων για την εξυπηρέτηση των δανείων τους, με επακόλουθο να μην δικαιολογείται η κρίση του, για το ότι αυτοί δεν έχουν περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρεών τους.

Συνεπώς, ο σχετικός, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, με την περαιτέρω επισήμανση ότι στις υποθέσεις (είτε γνήσιες είτε μη γνήσιες) εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως είναι και η παρούσα (μη γνήσια, κατ' άρθρο 3 εδάφ. β' του Ν. 3869/2010), καθιερώνεται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο Δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακριβώσεως πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 1784/2023, Α.Π. 1913/2022, Α.Π. 166/2022, Α.Π. 1050/2021, Α.Π. 552/2020, Α.Π. 438/2019, Α.Π. 636/2017).

Τέλος, παρέλκει η έρευνα του δευτέρου αναιρετικού λόγου της αναιρέσεως, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., αναφορικώς με τις αιτιάσεις ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και εκ πλαγίου, με έλλειψη αιτιολογίας, τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 και 455 επ.

του Α.Κ., 62 του Ν. 2214/1994, 4 παρ. 1, 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, αντιστοίχως, επειδή, όπως ισχυρίζεται το αναιρεσείον, με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι οι δύο πρώτοι των αναιρεσιβλήτων περιήλθαν χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους και δεν διέταξε την συνέχιση της παρακρατήσεως από τις μηνιαίες αποδοχές τους των ποσών, που καθορίσθηκαν καταβλητέα σε αυτό (αναιρεσείον) με τη ρύθμιση των άρθρων 8 και 9 του Ν. 3.869/2010 και με την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 11 παρ. 1 του Ν. 3869/201, αντιστοίχως, καθώς η αναιρετική εμβέλεια του πρώτου αναιρετικού λόγου, που έγινε δεκτός, καταλαμβάνει και τα ανωτέρω κεφάλαια και καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του δεύτερου αναιρετικού λόγου, που διατυπώνεται με την αίτηση αναιρέσεως και οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα.

Κατόπιν αυτών, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση, κατ' άρθρο 28 παρ. 4 του Ν. 2579/1998 (Α.Π. 1784/2023, Α.Π. 606/2023, Α.Π. 1047/2021, Α.Π. 930/2021, Α.Π. 1150/2019). Τέλος, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση, που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ.

β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Ολ. Α.Π. 4/2023, Α.Π. 1784/2023, Α.Π. 1674/2023, Α.Π. 606/2023, Α.Π. 473/2023, Α.Π. 420/2023, Α.Π. 144/2023).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται την από 21-4-2022 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 110/2020 τελεσιδίκου αποφάσεως του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας.

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 110/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Και

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Απριλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ