Legislator Case Law & Legislation
1333/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for vague allegations of evidence-based errors without specific facts.

Case Number 1333/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final judgment regarding liability for an accident. The appellant argued the lower court relied on unproven facts and failed to consider relevant evidence, but the court found these claims too vague. The court ruled that without specific identification of the disputed facts and their impact on the verdict, the appeal arguments were inadmissible under procedural law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8) and 10 of the Code of Civil Procedure; An appeal argument is inadmissible if it merely cites a provision without specifying the actual facts ignored by the court and their concrete influence on the judgment.

Keywords

AI generated
vague appeal arguments unspecified facts procedural inadmissibility evidence-based errors code of civil procedure liability determination accident case

Cited Legislation

AI generated
Article 559(8) and 10 of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 569(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1333 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1333/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: S. (Σ.) K. (Κ.) του G. (Γ.), κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Παπαγεωργόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΗ ΑΕΓΑ" και ήδη "ΕΥΡΩΠΗ Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρεία Γενικών Ασφαλειών", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Παπανώτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην εν λόγω από 1-2-2024 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-2-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 52/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1978/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση των οποίων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-9-2020 αίτησή της και τους από 1-12-2023 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων αυτής λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη, από 27-9-2020 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 7195/844/28-9-2020), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 1978/2020 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 παρ. 6 του Κ.Πολ.Δ.), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 37 του Ν. 4842/2021, "Οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση. Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση ... Τα ίδια εφαρμόζονται και όταν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος ή άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 568 παρ. 2, 3 και 570 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι, για την παραδεκτή άσκηση των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, προσαπαιτείται η αθροιστική πλήρωση δύο προϋποθέσεων, ήτοι η κατάθεση του δικογράφου αυτών στην Γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως και η επίδοση του δικογράφου αυτών στην ίδια ως άνω προθεσμία, πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως (Α.Π. 882/2021, Α.Π. 372/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, φέρονται προς συζήτηση οι από 1-12-2023 πρόσθετοι λόγοι της προαναφερθείσας αιτήσεως αναιρέσεως, το δικόγραφο των οποίων κατατέθηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 18-12-2023 (βλ. την υπ' αριθμ. 176/18-12-2023 πράξη καταθέσεως προσθέτων λόγων της αρμόδιας γραμματέως του Αρείου Πάγου, που προσαρτήθηκε κάτω από το δικόγραφο αυτό), ενώ η αρχική δικάσιμος της υποθέσεως ορίσθηκε αρμοδίως η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (βλ. την από 21-9-2022 Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου που προσαρτήθηκε κάτω από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως).

Συνεπώς, οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως κατατέθηκαν εμπροθέσμως, ήτοι τριάντα και πλέον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως και το δικόγραφο επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη (βλ. την υπ' αριθμ. 3869Α'/21-12-2023 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ε. Π.). Επομένως, είναι παραδεκτοί (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθούν, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους, αφού συνεκδικασθούν με την ως άνω αίτηση αναιρέσεως (άρθρο 246 του Κ.Πολ.Δ.).

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 1978/2020, τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής: Με την από 22-2-2018 και με αρ. κατ. 21731/1111/2018 αγωγή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) ισχυρίσθηκε ότι, κατά τον αναφερόμενο σ' αυτήν τόπο και χρόνο, ο Ι.

Γ., οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΗ ΑΕΓΑ", από αποκλειστική του υπαιτιότητα, προκάλεσε τον τραυματισμό της ως πεζής, κατά το τροχαίο ατύχημα που έλαβε χώρα υπό τις περιγραφόμενες συνθήκες και περιστάσεις.

Ζήτησε δε, μετά το νόμιμο περιορισμό του αιτήματος της αγωγής της από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει το ποσό των 20.881,77 ευρώ ως αποζημίωση τη θετική και αποθετική της ζημία και το ποσό των 70.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (επιπλέον του ποσού των 40 ευρώ, το οποίο επιφυλάχθηκε να ζητήσει ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, παριστάμενη ως πολιτικώς ενάγουσα), όλα δε τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 52/2019 οριστική του απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Κατά της αποφάσεως αυτής η ενάγουσα άσκησε έφεση. Επ' αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 1978/2020, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία η έφεσή της απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1, εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ., η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί εμμέσως η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ.), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).

Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες, που αυτός τυχόν περιέχει ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.

Δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το Δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ. κατά την έρευνα της ουσίας της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του Κ.Πολ.Δ., τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ.

Α.Π. 8/2005, Α.Π. 302/2022, Α.Π. 19/2022, Α.Π. 1553/2021, Α.Π. 415/2021, Α.Π. 161/2021, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 690/2020, Α.Π. 589/2020, Α.Π. 551/2020, Α.Π. 40/2020).

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 914 του Α.Κ. προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, το παράνομο της πράξεως ή παραλείψεως αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως και της επελθούσας ζημίας. Αμέλεια, κατ' άρθρο 330 του Α.Κ., υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή, δηλαδή, που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο, από εκείνο που επιβάλλεται από τις περιστάσεις.

Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικώς να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι η έννοια της αμέλειας είναι έννοια νομική.

Επίσης, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει, αυτή καθαυτή, υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος (Α.Π. 652/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 681/2021, Α.Π. 206/2021, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 1284/2020, Α.Π. 1267/2020).

Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφενός μεν, ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικώς την έννοια του πταίσματος, αφετέρου δε, ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο, δηλαδή, τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικώς, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (Α.Π. 652/2022, Α.Π. 681/2021, Α.Π. 206/2021, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 1284/2020, Α.Π. 12/2020, Α.Π. 1025/2015, Α.Π. 210/2013).

Αντιθέτως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, δηλαδή για το ότι το ζημιογόνο γεγονός, σε σχέση με τη ζημία, βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 652/2022, Α.Π. 681/2021, Α.Π. 206/2021, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 548/2020, Α.Π. 403/2015, Α.Π. 1305/2014).

Επίσης, στα άρθρα 12 και 19 του Κ.Ο.Κ. (Ν. 2696/1999) ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες, προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα, στο άρθρο 12 παρ. 1 ορίζεται ότι "Οι χρησιμοποιούντες τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, η οποία είναι ενδεχόμενο μεταξύ άλλων να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα, ενώ οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους", ενώ στο άρθρο 19 παρ. 1 ορίζεται ότι "Ο οδηγός του οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς", στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται "Ο οδηγός επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του και πρέπει να έχει την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία μπορεί να είναι και κατώτερη της προβλεπόμενης από το νόμο, κυρίως στις κατοικημένες περιοχές και έχει υποχρέωση να τη μειώνει μέχρι διακοπής της πορείας του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν", κατά δε την παρ. 3 "...ιδιαίτερα ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας...αν οι πεζοί που βρίσκονται σε τροχιά του καθυστερούν να απομακρυνθούν, ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας" (Α.Π. 1098/2020, Α.Π. 1043/2019, Α.Π. 624/2019, Α.Π. 91/2019, Α.Π. 1663/2017, Α.Π. 1048/2017, Α.Π. 1207/2004).

Ακόμη, κατά το άρθρο 38 του Κ.Ο.Κ., με το οποίο ρυθμίζονται κανόνες για την κυκλοφορία των πεζών, στην παράγραφο 4 αυτού ορίζεται ότι "Οι πεζοί προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα υποχρεούνται: α) αν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να τις χρησιμοποιούν..., ε) αν δεν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να μην κατεβαίνουν σ' αυτό, αν δεν βεβαιωθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων, στη συνέχεια δε να διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα προς τον άξονά του" (Α.Π. 624/2019, Α.Π. 1663/2017, Α.Π. 1048/2017).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 1978/2020 προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "Στις 6.4.2017 και περί ώρα 09:10 π.μ., η ηλικίας 60 ετών ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) βρισκόταν πεζή επί της διαχωριστικής νησίδας που χώριζε τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας της Π.Π. ..., στο ύψος του οικοδομικού αριθμού 35 αυτής, έχοντας ήδη διασχίσει το ρεύμα προς ..., με πρόθεση να διασχίσει και το ρεύμα προς ...

και να κατευθυνθεί στο απέναντι πεζοδρόμιο, όπου βρίσκεται ο τόπος της εργασίας της. Η Π.Π. ..., στο παραπάνω σημείο της, είναι διπλής κατεύθυνσης, με διαχωριστική νησίδα ασφαλείας, ευθεία και οριζόντια, με δύο λωρίδες κυκλοφορίας στο ρεύμα προς ..., πλάτος οδοστρώματος του ίδιου ρεύματος 7,50 μέτρων και πλάτος της νησίδας 1,50 μέτρου (και όχι 4,00 μέτρων, όπως αναφέρεται στην έκθεση αυτοψίας).

Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας καθορίζεται σε 50 χλμ/ώρα, λόγω του ότι πρόκειται για κατοικημένη περιοχή, ενώ την παραπάνω χρονική στιγμή ήταν ημέρα, επικρατούσε καλοκαιρία, η κυκλοφορία οχημάτων και πεζών ήταν συχνή και η ορατότητα δεν περιοριζόταν. Την ίδια ώρα ο Ι. Γ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...Ι.Χ.Ε.

αυτοκίνητό του, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, εκινείτο με κανονική ταχύτητα, μη υπερβαίνουσα το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 50 χλμ/ώρα, στην αριστερή λωρίδα της Π. Π. ..., με κατεύθυνση προς .... Τη στιγμή που ο ανωτέρω οδηγός πλησίαζε το σημείο όπου στεκόταν η ενάγουσα, η τελευταία κατήλθε αιφνιδιαστικά στο οδόστρωμα προκειμένου να διασχίσει κάθετα τη λεωφόρο, μολονότι είχε αντιληφθεί το ως άνω αυτοκίνητο που πλησίαζε, και, ακολούθως, διαπιστώνοντας τον κίνδυνο, ενήργησε συνεχείς βηματισμούς προς τα εμπρός και προς τα πίσω.

Ο Ι. Γ., αντιληφθείς την αιφνίδια και ανέλεγκτη κάθοδο της ενάγουσας στο οδόστρωμα, ενήργησε αμέσως πέδηση και αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά προκειμένου να την αποφύγει, πλην όμως, λόγω της ελάχιστης απόστασης που μεσολαβούσε, αλλά και της ασταθούς (προς τα εμπρός και προς τα πίσω) κίνησης της ενάγουσας, δεν κατέστη τούτο δυνατόν, με αποτέλεσμα να επιπέσει το αυτοκίνητο επ' αυτής, ρίχνοντάς την στο έδαφος, και στη συνέχεια να προσκρούσει σε κολώνα φωτισμού που βρισκόταν επί της νησίδας.

Τα ανωτέρω προκύπτουν κυρίως από την από 6.4.2017 έκθεση αυτοψίας του Τ.Τ. Πειραιώς και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει, σε συνδυασμό με τις προανακριτικές καταθέσεις των εμπλεκομένων προσώπων, καθώς και του αυτόπτη μάρτυρα Δ. Μ. Ειδικότερα, η ενάγουσα αναφέρει στην από 25- 6-2017 ένορκη προανακριτική κατάθεσή της ότι είδε το αυτοκίνητο που ερχόταν, αλλά θεώρησε ότι προλάβαινε να διασχίσει την οδό, στη συνέχεια δε βημάτισε προς τα πίσω για να το αποφύγει, ενώ οι Ι.

Γ. και Δ. Μ. στις από 6-4-2017 ένορκες καταθέσεις τους αναφέρουν ότι το αυτοκίνητο του πρώτου ενήργησε διαδοχικούς ελιγμούς για ν' αποφύγει την πεζή. Εξάλλου, Η κατάθεση του Δ. Μ., πέραν του ότι και οι καταθέσεις των άμεσα εμπλεκομένων στο ατύχημα συγκλίνουν ως προς τα άνω πραγματικά περιστατικά, έχει ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα, λόγω του ότι παρακολούθησε το ένδικο ατύχημα ως αντικειμενικός παρατηρητής, ως οδηγός αυτοκινήτου που ακολουθούσε το οδηγούμενο από τον Ι.

Γ. υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο. Ο αγωγικός ισχυρισμός της ενάγουσας ότι κατήλθε στο οδόστρωμα επειδή είχε αντιληφθεί ότι ο Ι. Γ. είχε μειώσει την ταχύτητα του οχήματος του, πλην όμως ο τελευταίος επιτάχυνε αμέσως μετά την κάθοδό της, με αποτέλεσμα να επιπέσει επ' αυτής, δεν αποδεικνύεται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο.

Ούτε η ίδια η ενάγουσα, αλλά ούτε και ο προαναφερθείς αυτόπτης μάρτυρας, ανέφεραν στις προανακριτικές τους καταθέσεις ότι το ανωτέρω Ι.Χ.Ε. εκινείτο με αυξημένη ταχύτητα, σε κάθε δε περίπτωση, αν αυτό είχε συμβεί, η επί της ενάγουσας πρόσκρουση του αυτοκινήτου θα ήταν πιο ισχυρή και το σώμα αυτής θα είχε εκτιναχθεί σε απόσταση.

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο Ι. Γ. δεν επέδειξε οποιαδήποτε αμελή συμπεριφορά η οποία συντέλεσε στην πρόκληση ή την έκταση του ενδίκου ατυχήματος, αφού εκινείτο με κανονική για τις επικρατούσες περιστάσεις ταχύτητα, μικρότερη του ανώτατου επιτρεπομένου ορίου, δεν μπορούσε δε εύλογα να αναμένει την κίνηση της πεζής να διασχίσει το οδόστρωμα της ιδιαίτερα κεντρικής Π.

Π. ... σε πολύ κοντινή απόσταση απ' αυτόν, ενώ μόλις την αντιλήφθηκε, πέραν της τροχοπέδησης, ενήργησε και διαδοχικούς αποφευκτικούς ελιγμούς, προς τα δεξιά και τ' αριστερά, χωρίς ωστόσο να κατορθώσει να την αποφύγει, εξαιτίας της ελάχιστης απόστασης, αλλά και της απρόβλεπτης μετακίνησης της ίδιας της πεζής προς τα εμπρός και πίσω.

Αφού όμως αποδείχθηκε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται αποκλειστικά στην ιδιαίτερα αμελή συμπεριφορά της πεζής ενάγουσας, η οποία επιχείρησε να διασχίσει την κεντρική ..., χωρίς προηγουμένως να ελέγξει επαρκώς αν μπορεί να το πράξει με ασφάλεια, τόσο δική της όσο και των κινούμενων οχημάτων, και παρεμβλήθηκε αιφνιδιαστικά στην πορεία του ασφαλισμένου στην εναγομένη αυτοκινήτου, ο οδηγός του οποίου δεν βαρύνεται με καμία υπαιτιότητα γι' αυτό, η ένδικη αγωγή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, όπως ορθώς έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένων ως αβάσιμων όσων αντίθετων υποστηρίζονται με τον πρώτο λόγο της εφέσεως".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ότι αποκλειστικώς υπαίτια για το ατύχημα και τον συνεπεία αυτού τραυματισμό της είναι η εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα) και απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεσή της κατά της υπ' αριθμ. 52/2019 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε κρίνει ομοίως.

Ήδη με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και τον συναφή πρώτο πρόσθετο λόγο αυτής, συνδυαστικά ερευνώμενους η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι εσφαλμένα έκρινε ότι η παράσυρσή της από το ως άνω υπ' αριθμ. ...

Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο και ο εντεύθεν τραυματισμός της οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της ιδίας. Ο πρώτος αναιρετικός λόγος και ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται αιτιάσεις, ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί εσφαλμένα ότι αποκλειστικώς υπαίτια για την παράσυρσή της από το αυτοκίνητο του ασφαλισμένου της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και τον συνεπεία αυτού τραυματισμό της είναι η αναιρεσείουσα, αφού κινούμενος εντός κατοικημένης περιοχής οδηγός με ταχύτητα μικρότερη των 50 χλμ/ώρα, μπορεί να προβεί εγκαίρως σε επιτυχή πέδηση προς αποφυγή πεζού, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι, διότι τα αναφερόμενα σε αυτούς, ως διδάγματα κοινής πείρας, πραγματικά περιστατικά, παρεκτός του ότι δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, δεν αφορούν την υπαγωγή πραγματικών περιστατικών στους ως άνω κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 300 και 330 του Α.Κ.

και αυτών του Κ.Ο.Κ., αλλά, οι επικαλούμενες αιτιάσεις, αναφέρονται αποκλειστικώς στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11, περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το Δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι, το Δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι, για την απόδειξη και ανταπόδειξη ισχυρισμού που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έτσι, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νομίμως προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (Α.Π. 415/2023, Α.Π. 1161/2022, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 344/2020, Α.Π. 620/2019, Α.Π. 1169/2019), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

Α.Π. 42/2002), διαμορφώνοντας το διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 781/2020, Α.Π. 1169/2019, Α.Π. 1/2018, Α.Π. 1874/2008), εφόσον, βεβαίως, προτάθηκαν παραδεκτώς στο Δικαστήριο της ουσίας, πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1126/2020). Ωστόσο, δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκομίσθηκαν μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους.

Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός (Ολ.

Α.Π. 2/2008, Α.Π. 415/2023, Α.Π. 781/2022) και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (Α.Π. 415/2023, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1126/2020, Α.Π. 1167/2019). Μη λήψη υπ' όψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου (Α.Π. 415/2023, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1167/2019, Α.Π. 798/2010, Α.Π. 22/2005), όχι, όμως και τα επίδικα (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 781/2020, Α.Π. 427/2020, Α.Π. 345/2020, Α.Π. 1167/2019).

Δεν αποκλείεται, βεβαίως, το Δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από την γενική, κατ' είδος, αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στην κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς να παραληφθεί κανένα (Ολ.

Α.Π. 8/2016, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1126/2020). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος, αρκεί, παρά την βεβαίωση του Δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπ' όψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ.

Α.Π. 2/2008, Α.Π. 415/2023, Α.Π. 1161/2022, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1126/2020, Α.Π. 1034/2020, Α.Π. 412/2019, Α.Π. 705/2019). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναιρέσεως να αναφέρεται: α) ποιες είναι οι αποδείξεις που προσκομίσθηκαν μετ' επικλήσεως και τις οποίες δεν έλαβε υπ' όψη του το Δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το Δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (Α.Π. 1161/2022, Α.Π. 681/2021, Α.Π. 255/2020, Α.Π. 1221/2018, Α.Π. 845/2018).

Εξάλλου, οι προβλεπόμενες από το άρθρο 390 του Κ.Πολ.Δ. γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσκομίζονται από αυτόν, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο, που εκτιμάται ελεύθερα από το Δικαστήριο και η μνεία ότι λήφθηκαν υπ' όψη και όλα τα έγγραφα, καλύπτει και αυτές (Ολ.

Α.Π. 8/2005, Α.Π. 812/2018). Τέλος, ο ίδιος, ως άνω, αναιρετικός λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα, από εκείνο που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας ή ότι το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα, που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1110/2020, Α.Π. 75/2016, Α.Π. 100/2007).

Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και το δεύτερο πρόσθετο λόγο αυτής αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν έλαβε υπ' όψη και δεν συνεκτίμησε το σχεδιάγραμμα, την έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας και τις φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος, έγγραφα τα οποία η αναιρεσείουσα προσκόμισε νομίμως μετ' επικλήσεως ενώπιον του Εφετείου. Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπ' όψιν, μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων και όλα τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν νομίμως (3ο φύλλο αυτής), δεν καταλείπεται αμφιβολία, σε συνδυασμό και με το περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής, για το ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψιν και τα παραπάνω έγγραφα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για την στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος.

Συνεπώς, ο αναιρετικός λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το Δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπ' όψιν πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νομίμου προτάσεώς τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (Ολ.

Α.Π. 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (Ολ. Α.Π. 14/2011, Ολ. Α.Π. 14/2004, Ολ. Α.Π. 25/2003). Για το ορισμένο (παραδεκτό) του λόγου αναιρέσεως αυτού (άρθρα 118 αριθμ. 4 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να γίνεται ο προσδιορισμός των "πραγμάτων" (Α.Π. 1330/2022, Α.Π. 617/2022, Α.Π. 19/2022, Α.Π. 1104/2021, Α.Π. 194/1998).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το Δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε απόδειξη γι' αυτά (Α.Π. 1553/2021, Α.Π. 1115/2021, Α.Π. 1.284/2020, Α.Π. 1.161/2020).

Ο όρος "πράγματα" στον αριθμό 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, όπως αυτός αναλύθηκε προηγουμένως. Δεν απαιτείται, πάντως, να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπ' όψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (Α.Π. 1115/2021, Α.Π. 1.161/2020, Α.Π. 403/2017, Α.Π. 677/2015).

Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός, που έλαβε υπ' όψη το Δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποια ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της αποφάσεως, είναι δε αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σε αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 19/2022, Α.Π. 1.161/2020, Α.Π. 365/2020, Α.Π. 1.543/2017).

Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν μετ' επικλήσεως, καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα", κρίση, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (Α.Π. 1115/2021, Α.Π. 1.161/2020).

Με τους τρίτο και τέταρτο λόγους και τους τρίτο και τέταρτο πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, αναφορικώς με την κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως περί αποκλειστικής υπαιτιότητας της αναιρεσείουσας στην πρόκληση του ατυχήματος και τον εξ αυτού τραυματισμό της, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 10 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες, αντιστοίχως, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα, που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς, όμως, να προσδιορίζονται τα "πράγματα" αυτά και ότι το Εφετείο δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή χωρίς να διατάξει αποδείξεις γι' αυτά, χωρίς και πάλι να προσδιορίζονται ποια είναι τα "πράγματα", που έγιναν δεκτά ως αληθή χωρίς απόδειξη.

Συνεπώς, οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι προεχόντως ως αόριστοι, εφόσον δεν αρκεί για το ορισμένο τους μόνον ο αριθμός της διατάξεως, που συνιστά την αναιρετική πλημμέλεια. Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και, τέλος, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε στη δίκη, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο, περί τούτου, αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 27-9-2020 αίτηση αναιρέσεως και τους από 1-12-2023 πρόσθετους λόγους αυτής κατά της υπ' αριθμ. 1978/2020 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Απορρίπτει την αναίρεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής κατά της άνω αποφάσεως.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα, παραβόλου.

Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Απριλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β' αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ