Legislator Case Law & Legislation
1333/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding statute of limitations and admissibility of new evidence.

Case Number 1333/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Court of Appeal's decision. The appellant argued that the lower court erred in applying the statute of limitations and failed to properly evaluate new evidence regarding the validity of the claim. The court ruled that the appeal was inadmissible because the appellant's claim relied on a false premise, as the original suit was based on tortious conduct rather than contractual breaches, rendering the specific procedural arguments invalid.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1(12)(a) Law 1157/1981; Art. 569(2) Civil Procedure Code; Art. 529 Civil Procedure Code; Art. 559(14) Civil Procedure Code: Procedural time limits for preparatory steps expire on the next working day if the last day falls on a holiday or Saturday, and new evidence is admissible at the appellate level unless explicitly rejected by the court.

Keywords

AI generated
statute of limitations procedural admissibility new evidence cassation appeal tortious conduct contractual breach working day calculation

Cited Legislation

AI generated
Art. 1(12)(a) Law 1157/1981
Art. 569(2) Civil Procedure Code
Art. 529 Civil Procedure Code
Art. 559(14) Civil Procedure Code
Art. 559(1) Civil Procedure Code
Art. 495 Civil Procedure Code
Art. 176 Civil Procedure Code
Art. 183 Civil Procedure Code

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1333 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1333/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαΐου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Φ. Δ. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μπαρπάκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Σ. του Κ. και 2) Ε. Σ. του Κ., αμφοτέρων κατοίκων .... Παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νέστορα Αποστολακίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-9-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2791/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 1009/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-5-2018 αίτησή της και τους από 9-4-2019 προσθέτους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 12 εδ. α` του ν.1157/1981, "η διαδρομή των υπό του νόμου ή των δικαστηρίων τεταγμένων προθεσμιών αρχίζει από την επόμενη της ημέρας της επίδοσης ή της ημέρας κατά την οποία συνέβη το αποτελούν την αφετηρία της προθεσμίας γεγονός και λήγει την 7η μ.μ. ώρα της τελευταίας ημέρας , εάν δε αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα ή Σάββατο, την ίδια ώρα της επόμενης εργάσιμης ημέρας .

Από την αδιάστικτη διατύπωση της εν λόγω διατάξεως, όπως και των όμοιων διατάξεων του άρθρου 144 § 1ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αυτές, ως προς τη λήξη της προθεσμίας που καθιερώνουν, εφαρμόζονται τόσο επί των προθεσμιών ενέργειας όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών , δηλαδή εκείνων που τάσσονται και είναι απαραίτητο να παρέλθουν πριν από την ενέργεια ορισμένης πράξης, έτσι ώστε αν η τελευταία ημέρα των προθεσμιών αυτών συμπίπτει προς εξαιρετέα ή Σάββατο αυτή δεν υπολογίζεται και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα, 7 μ.μ., της επόμενης εργάσιμης ημέρας (Ολ.ΑΠ 266/1985, ΑΠ 157/2010).

Τέτοια προπαρασκευαστική προθεσμία είναι και εκείνη των τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρων ημερών , οι οποίες πρέπει να έχουν περάσει από την κατάθεση και επίδοση των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως μέχρι την ημέρα της συζητήσεως της αναιρέσεως, κατά τη διάταξη του άρθρου 569 § 2ΚΠοΛΔ. Ως ημέρα δε συζητήσεως, για τον υπολογισμό της προθεσμίας καταθέσεως και κοινοποιήσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων, θεωρείται αυτή, που σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 568 § 2ΚΠοΛΔ ορίσθηκε αρχικά από τον Πρόεδρο του οικείου Τμήματος και όχι εκείνη, που προσδιορίσθηκε σε μεταγενέστερη, ύστερα από αναβολή ή ματαίωση της υποθέσεως, δικάσιμο (Ολ.Α.Π. 654/1984).

Επομένως, αν η τελευταία [30ή] πριν από τη δικάσιμο ημέρα [με αφετηρία την επόμενη της επιδόσεως] συμπίπτει με εξαιρετέα ημέρα ή Σάββατο δεν υπάρχει εμπρόθεσμη άσκηση των λόγων αυτών, οι οποίοι απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 577 § 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 33/1996, ΑΠ 163/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, με πράξη του Προεδρεύοντος Αρεοπαγίτη του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως ορίστηκε για τη δικάσιμο της 13-5-2019.

Η αναιρεσείουσα κατέθεσε στις 11- 4-2019 το από 9-4-2019 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, σύμφωνα με την επισυναπτόμενη πράξη καταθέσεως, που συντάχθηκε από την αρμόδια γραμματέα. Έτσι, έστω και αν την ίδια ημέρα επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους αντίγραφο του δικογράφου αυτού, η τριακοστή ημέρα, από την επομένη της καταθέσεως και της επιδόσεώς του συμπίπτει με την 11ή- 5-2019, δηλ.

κατά το εν χρήσει ημερολόγιο ημέρα Σάββατο, και συνεπώς η πιο πάνω 30ήμερη προθεσμία έληξε την 7η μ.μ. της επόμενης εργάσιμης ημέρας , δηλαδή της 13ης-5-2019, ενώ η συζήτηση της υποθέσεως είχε οριστεί και έλαβε χώρα την 9.30 π.μ. ώρα, μέχρι την οποία ώρα όμως δεν είχε συμπληρωθεί η 30νθήμερη προθεσμία. Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν εκπροθέσμως και ως εκ τούτου, είναι απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθούν.

Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β' , 914 και 932 του ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση και ικανοποίηση της ηθικής βλάβης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστου και της επελθούσης, περιουσιακής ή μη, ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνος δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της εννόμου τάξεως.

Αιτιώδης σύνδεσμος τέλος υπάρχει, όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρ. 336 παρ. 4ΚΠολΔ ) η φερομένη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως (άρθρ. 298 Α.Κ.) ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επέφερε (Α.Π316/2018,ΑΠ.252/2013) Κατά δε το άρθρο 375ΠΚ ιδιοποίηση πράττει όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (εν όλω ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτείται το ξένο κινητό πράγμα να περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη, ο τελευταίος να ιδιοποιείται αυτό παράνομα κατά το χρόνο που βρίσκεται στην κατοχή του και να έχει δόλια προαίρεση προς τούτο, η οποία εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια του που εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεως του να το ενσωματώσει στην περιουσία του χωρίς δικαιολογητικό λόγο (ΑΠ 916/2011).

Ξένο θεωρείται το πράγμα όταν είναι υπό ξένη κυριότητα, όπως αυτή διαπλάθεται στο αστικό δίκαιο και δεν περιήλθε στην κατοχή του υπαίτιου με κάποια μεταβιβαστική της κυριότητος πράξη. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559αριθμ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία ,είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ,ΑΠ10/2011, 7/2006).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση(ΑΠ24/2015).Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 εδαφ. α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξ αιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).

Συνεπώς, η έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και βάσει των οποίων, ως αναγκαίων, το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη (ΑΠ1909/2014).

Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για παράβαση του άρθρου559 αριθ 1 και 19 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι το Εφετείο που απέρριψε τον ισχυρισμό της ότι ενήργησε στα πλαίσια των εντολών που έλαβε από τους ενάγοντες ή και κατ' υπέρβαση αυτών, έχοντας όμως πάντοτε τη συναίνεση και έγκριση αυτών και ότι αυτοί αποδέχονταν και ενέκριναν τα ποσά που κατέβαλε σε τρίτους ως αόριστο σε κάθε περίπτωση δε ως ουσιαστικά αβάσιμο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ ,ενώ συνάμα στερείται νομίμου βάσεως αφού δεν περιέχει καμμία αιτιολογία, αλλιώς έχει παντελώς αόριστες, ασαφείς, ανεπαρκείς, αντιφατικές, ακατάληπτες, υποθετικές, υπερβατικές και ενδοιαστικές αιτιολογίες Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, ως προς το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία ζήτημα, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Σε τροχαίο ατύχημα που έλαβε χώρα την 22-9-2007, σκοτώθηκαν οι γονείς των εναγόντων Κ.

Σ. και Μ. Μ. καθώς και η ανήλικη αδελφή τους, Κ., αφήνοντας αυτούς (ενάγοντες) μοναδικούς κληρονόμους, οι οποίοι τότε ήταν φοιτητές του Πανεπιστημίου ….. Ο θανών Κ. Σ. ήταν επιχειρηματίας παραγωγής και εμπορίας οπτόπλινθων και υλικών οικοδομικών στην περιοχή ... και ... και μετείχε με τον αδελφό του Μ. Σ. στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...

ΑΒΕΕ και το διακριτικό τίτλο <...ΑΒΕΕ> και στην εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΠΕ". Η θανούσα Μ. Μ. είχε στην κυριότητα της διάφορα ακίνητα κυρίως στην περιοχή ..., τόσο ως κληρονόμος του πατέρα της όσο και ως κληρονόμος του θείου της, Α. Μ.. Οι ενάγοντες (και ήδη αναιρεσίβλητοι) είχαν κληρονομήσει πριν από το θάνατο των γονιών τους από διαθήκη του Α.

Μ., οικόπεδο στον ... του Δήμου ... και κατά το θάνατο των γονέων τους ήταν φοιτητές στο Πολυτεχνείο του Πανεπιστημίου …..και δεν είχαν αναμιχθεί με τις οικονομικές και νομικές υποθέσεις και εκκρεμότητες των γονέων τους. Μετά το θάνατο των τελευταίων, τους στήριξαν ο θείος τους Μ. Σ.ς και η γιαγιά τους Κ. Μ..

Η εναγομένη (και ήδη αναιρεσείουσα) η οποία ήταν πρόσωπο του ευρύτερου οικογενειακού περιβάλλοντος της μητέρας των εναγόντων, εκμεταλλευόμενη τον ξαφνικό θάνατο των γονέων τους και την άγνοιά τους για τις εκκρεμότητες που προέκυψαν και ισχυριζόμενη ότι είναι απόφοιτος Οικονομικού Πανεπιστημίου της αλλοδαπής και ότι διαθέτει τις απαραίτητες γνώσεις για κληρονομικά θέματα, πέτυχε να της δοθεί εντολή από τον Μ.

Σ., θείο των εναγόντων να διεκπεραιώσει τις κληρονομικές υποθέσεις των, καταβάλλοντάς της, προς τούτο, αρχικά το ποσό των 100.000 ευρώ και στη συνέχεια τα ακόλουθα ποσά: 500 ευρώ για πληρεξούσιο στη συμ/φο Τ., 1.400 ευρώ στις 30-9-2007 για πληρωμές στο ΤΕΒΕ, 1.300 ευρώ για οφειλή της μητέρας των(εναγόντων}Μ. Μ. στην εφορία που έπρεπε να πληρωθεί στις 30-10-2007, 1.300 ευρώ για οφειλή της ίδιας στην εφορία που έπρεπε να πληρωθεί μέχρι 24-12-2007, 1.300 ευρώ για οφειλή της ιδίας στην εφορία που έπρεπε να πληρωθεί μέχρι την 27-2-2008, 1.450 ευρώ για κλείσιμο της ρύθμισης της άνω οφειλής στην εφορία στις 22-3-2008, 560 ευρώ και 900 ευρώ για υποθηκοφυλακείο στις 28-11-2007, 8.500 ευρώ για πρόστιμα δηλώσεων στις 3-12-2007, 3.800 ευρώ στις 11-12-2007, 7.300 ευρώ στις 11-12-2007, 1.200 ευρώ και 800 ευρώ για υποθηκοφυλακείο στις 19-6- 2008, 3.000 ευρώ για απογραφή στις 24-1-2008, 1.200 ευρώ για ελεγκτή στις 21-5-2008, 3.050 ευρώ για παράβολο ελεγκτή για εμπειρογνώμονες στις 1-7-2008, 1.650 ευρώ, 8.314 ευρώ, 950 ευρώ, 10.000 ευρώ, 7.200 ευρώ, 13.000 ευρώ, 300 ευρώ, 3.000 ευρώ, 250 ευρώ και 450 ευρώ στις 20-11-2007, 27-2-2008, 3-4-2008, 21-4-2008, 6-5-2008, 26-5-2008 και 30-5-2008 αντιστοίχως, για μεταβίβαση των αυτοκινήτων δημοσίας χρήσης του πατέρα των εναγόντων στους τελευταίους, 600 ευρώ για απόφαση του Ειρηνοδικείου στις 13-5-2008, για την πληρωμή φόρου που όφειλε η Μ.

Μ. για την κληρονομιά του πατέρα της και του θείου της Α. Μ. 50.000 ευρώ, 50.000 ευρώ και 48.300 ευρώ τον Οκτώβριο του 2007, το πρώτο δίμηνο του 2008 και στις 30-5-2008 αντιστοίχως, για φορολογικές υποχρεώσεις των εναγόντων 4.800 ευρώ, 1.300 ευρώ, 4.500 ευρώ, 3.500 ευρώ και 18.500 ευρώ στις 7-11-2007,7-11-2007, 21-11-2007, 22-11-2007 και 23-6-2008 αντιστοίχως για φόρο κληρονομιάς για τα οικόπεδα ...

και για φόρο κληρονομιάς για τα σπίτια, 8.500 ευρώ για πρόστιμο εκπρόθεσμης αποδοχής κληρονομιάς στις 22-7-2008, 2.000 ευρώ για προκαταβολή φόρου για το μικρότερο οικόπεδο στις 28-7-2008, 835 ευρώ για παραλαβή εγγράφων από το υποθηκοφυλακείο στις 8-9-2008, 520 ευρώ για παραλαβή κληρονομητηρίου από δικηγόρο στις 28-7-2008, 12.720 ευρώ για πληρωμή φόρου κληρονομιάς για το μεγαλύτερο οικόπεδο και 3.613 ευρώ για την καταβολή του Τ.Α.Π., 2.700 ευρώ για αντίγραφα από τη μερίδα του Α.

Μ. από το υποθηκοφυλακείο ….στις 12-1-2009, 97.500 ευρώ από τον αγοραστή Θ. Τ. από τα οποία απέδωσε 10.000 ευρώ στη γιαγιά των εναγόντων Κ. Μ. και τα υπόλοιπα τα κράτησε για πληρωμή οφειλών στην Εφορία. Ήτοι, συνολικά έλαβε η εναγομένη προς διεκπεραίωση των άνω κληρονομικών υποθέσεων των εναγόντων, από τον θείο τους Μ.

Σ. και για λογαριασμό των τελευταίων το ποσό των 481.662 (100.000 ευρώ + 381.662 ευρώ). Το ποσό των 381.662 ευρώ που έλαβε η εναγομένη προκύπτει από το χωρίς ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό που υπεγράφη μεταξύ αυτής και του θείου των εναγόντων Μ. Σ., με το οποίο αναγνωρίζει η εναγομένη ότι της καταβλήθηκαν τα ως άνω ποσά.

Ο ισχυρισμός της ότι υπογράφηκε από αυτήν όχι υπό καθεστώς ελεύθερης βούλησης δεν αποδείχτηκε βάσιμος στην ουσία του διότι ουδέν αποδεικτικό μέσο προσκομίζει προς επίρρωση αυτού. Επίσης, ο ισχυρισμός της ότι έχει νοθευτεί με προσθήκη ανύπαρκτων κονδυλίων και δηλώσεων, με τη θέση υπόγραφών τρίτων μη παρισταμένων προσώπων, που υπογράφουν ως μάρτυρες, δεν αποδείχτηκε βάσιμος στην ουσία του, καθόσον από την από 4-1-2014 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της πραγματογνώμονος - γραφολόγου Μ. - Μ.

Κ. που διενεργήθηκε στο πλαίσιο της με ΑΒΜ Δ13/1608/2013 μήνυσης της εναγομένης σε βάρος του Μ. Σ. μεταξύ άλλων και για νόθευση του άνω εγγράφου, κατόπιν αιτήματος της ιδίας, σε εκτέλεση της υπ' αρ. Δ13/1608 παραγγελίες του εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών, προέκυψε ότι δεν υπάρχει νόθευση του εγγράφου. Συγκεκριμένα, κατά την άνω πραγματογνωμοσύνη υπάρχει αδιάσπαστη συνέχεια του περιεχομένου του, άνω χωρίς ημερομηνία ιδιωτικού συμφωνητικού, ενότητα και ομοιογένεια στη χάραξη των εγγραφών και υπογραφών που έχουν τεθεί σ' αυτό.

Δεν υπάρχουν ευρήματα νοθευτικής επέμβασης επί των επιμέρους φύλλων αυτού, υπάρχει ταυτόχρονη εκτύπωση αυτών, οι δε αναγραφές των ονομάτων των μαρτύρων, καθώς και οι αντίστοιχες υπογραφές τους (με το χέρι αυτών), έχουν χαραχθεί στο σύνολό τους με όμοιο γραφικό μέσο, με το αντίστοιχο με το οποίο έχουν χαραχθεί οι υπογραφές της εναγομένης στην πίσω όψη των επιμέρους σελίδων του, οι υπογραφές δε αυτής είναι γνήσιες.

Για το λόγο αυτό άλλωστε και η άνω μήνυση απερρίφθη κατ' άρθρο 47 ΚΠΔ, με την από 23-7-2014, διάταξη του εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών. Επομένως, ο σχετικός λόγος έφεσης της εκκαλούσης είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε ότι η εναγομένη δεν διεκπεραίωσε τις άνω κληρονομικές υποθέσεις των εναγόντων όπως είχε διαβεβαιώσει τους τελευταίους και το θείο τους Μ.

Σ., από τον οποίο είχε παραλάβει τα ανωτέρω χρηματικά ποσά, αλλά τα ιδιοποιήθηκε παράνομα, ενσωματώνοντάς τα στην περιουσία της, και παρά τις συνεχείς οχλήσεις των εναγόντων αρνείται να τα επιστρέψει. Άλλωστε η εναγομένη δεν προσκομίζει με επίκληση παραστατικά από τα οποία να προκύπτουν καταβολές χρηματικών ποσών προς την εφορία, υποθηκοφυλακεία, άλλες δημόσιες υπηρεσίες, συμ/φους, Δικηγόρους κλπ, για την διεκπεραίωση των άνω υποθέσεων.

Ο ισχυρισμός της ότι ενήργησε στα πλαίσια των εντολών που έλαβε από τους ενάγοντες ή και καθ' υπέρβαση αυτών, είχε όμως πάντοτε τη συναίνεση και την έγκρισή των και ότι αυτοί αποδέχονταν και ενέκριναν τα ποσά που κατέβαλε σε τρίτους (άρθρο 238 ΑΚ), είναι πέραν της αοριστίας του, διότι δεν προσδιορίζει τα περιστατικά από τα οποία συνάγεται η βούληση των εναγόντων για έγκριση ούτε τα καταβληθέντα ποσά, προεχόντως απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος αφού δεν αποδείχτηκε τέτοια βούληση των εναγόντων.

Θα πρέπει περαιτέρω, να σημειωθεί ότι η εναγομένη με το 2748/2015 βούλευμα του Συμβουλίου Πλη/κών Αθηνών, έχει παραπεμφθεί να δικασθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων για την άνω πράξη της υπεξαίρεσης σε βάρος των εναγόντων, έχουν τεθεί δε σ' αυτήν με την 29/2013 διάταξη της ανακρίτριας Αθηνών οι περιοριστικοί όροι της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα και της καταβολής εγγυοδοσίας 10.000 ευρώ η οποία διατηρήθηκε σε ισχύ με το άνω βούλευμα.

Τέλος, το αίτημα της εναγομένης για προσκόμισή του πρωτοτύπου ως άνω εγγράφου στο οποίο αναγράφονται τα ποσά που έλαβε η τελευταία προς διεκπεραίωση των εντολών των εναγόντων, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμο, διότι κατά την κρίση του Δικαστηρίου αρκεί το επικυρωμένο αντίγραφο του πρωτοτύπου που προσκομίζουν οι ενάγοντες προς απόδειξη..., καθόσον επί του πρωτοτύπου, όπως ανωτέρω εκτίθεται, έγινε γραφολογικός έλεγχος από την άνω πραγματογνώμονα.

Περαιτέρω ενόψει των συνθηκών τέλεσης της υπεξαίρεσης, του ύψους της ζημίας των εναγόντων, του πταίσματος της εναγομένης, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων μερών, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να, επιδικασθεί στους ενάγοντες ως χρηματική τους ικανοποίηση το ποσό των 15000ευρώ στον καθένα, το οποίο κρίνεται εύλογο και δίκαιο για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν ...Με βάση τα ανωτέρω, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα το ποσό των 240.831 ευρώ ως αποζημίωση και το ποσό των 15.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη στον καθένα, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής..." Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις άνω διατάξεις των άρθρων 914,932ΑΚκαι 375ΠΚ και ο σχετικός λόγος κατά το πρώτο σκέλος του από το άρθρο 559 αρ 1 ΚΠοΛΔ είναι αβάσιμος.

Ο αυτός λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του από το άρθρο 559αρ 19 ΚΠοΛΔ είναι απαράδεκτος ως αόριστος αφού δεν αναφέρεται στο δικόγραφο της αναίρεσης, σε τι συνίσταται η έλλειψη της αιτιολογίας, η αντιφατικότητα, η ασάφεια, το ακατάληπτο, το υπερβατικό, το υποθετικό και τέλος η ενδοιαστική αιτιολογία .

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.α ΚΠολΔ προκύπτει ότι ιδρύεται ο από τον αριθμό αυτό λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει. Από τη διάταξη δε αυτή σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3ΚΠοΛΔ, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο άνω λόγος αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ποια είναι τα ανεπίτρεπτα από το νόμο αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έχουν ληφθεί υπόψη, ο λόγος για τον οποίο ήταν ανεπίτρεπτα τα αποδεικτικά μέσα, καθώς και ότι το απαράδεκτο αυτό είχε νόμιμα προβληθεί από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ.2ΚΠοΛΔ(ΑΠ949/2015).

Κατά δε την περίπτωση του αριθμού 11(γ) του ίδιου άρθρου του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικονομική πεποίθηση για τη βασιμότητα των λυσιτελών πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, δηλαδή εκείνων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη, τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο.

Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση του αποδεικτικού μέσου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του (ΟλΑΠ 23/2008). Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία, των, κατ` είδος, αποδεικτικών, του άρθρου 339 ΚΠολΔ, μέσων, που λήφθηκαν υπόψη (έγγραφα, πραγματογνωμοσύνη, μαρτυρικές καταθέσεις κλπ).

Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 2/2008) ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (ΟλΑΠ 15/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 168/2014, ΑΠ 282/2014).

Εξάλλου, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση (αριθ. 11 γ` του άρθρου 559ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, β) η επίκληση και προσκομιδή στο εκδόσαν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο της ουσίας, γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίστηκε το αποδεικτικό μέσο και το περιεχόμενο του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη αυτού, δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου και ε) ο νόμιμος τρόπος που αυτό προσκομίστηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1177/2018,ΑΠ 1065/2014).

Περαιτέρω, προκειμένου για δικαστική (ή εξώδικη) ομολογία, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11(γ) του άρθρ. 559 ΚΠοΛΔ εφόσον ο αναιρεσείων επικαλέστηκε νόμιμα με τις προτάσεις του ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας τόσο την ύπαρξη του αποδεικτικού αυτού μέσου όσο και του εγγράφου στο οποίο περιεχόταν (ΑΠ 33/2014, ΑΠ 1356/2010), Για την επίκληση αυτή πρέπει να γίνει ρητή αναφορά στο αναιρετήριο, αλλιώς ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και απαράδεκτος (ΑΠ 1177/2018).

Η παράλειψη, πάντως, του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη τη δικαστική ομολογία, ώστε να ιδρυθεί ο παρών λόγος αναίρεσης, πρέπει να αφορά ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1652/ 2009) και τέτοιος δεν είναι ο μη νόμιμος ή ο απαράδεκτος ισχυρισμός (ΑΠ 462/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα, επικαλείται την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559αρ 11α και αυτήν του αρθ 11γ του ίδιου άρθρου.

Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, μόνο το φωτοαντίγραφο του χωρίς ημερομηνία ιδιωτικού εγγράφου που προσκόμισαν οι αναιρεσίβλητοι παρά τον ισχυρισμό της ότι δεν το υπέγραψε αυτή υπό καθεστώς ελεύθερης βούλησης ,αλλά από τον εξαναγκασμό επικείμενων απειλών για μελλοντική δικαστική της καταδίωξη και υπό την απατηλή υπόσχεση του συντάκτη του εγγράφου θείου τους ότι δεν θα κάνουν χρήση του εγγράφου αυτού ...

αλλά ήθελε την υπογραφή της για να έχει ο ίδιος κάλυψη ως εντολοδόχος των αναιρεσίβλητων, και όχι το προσκομισθέν συνολικό αποδεικτικό υλικό και δη τα συννόμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα και ιδίως τις εξώδικες και δικαστικές ομολογίες των αναιρεσιβλήτων- εναγόντων, που περιέχονται στις κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις τους τόσο στο Πρωτόδικο, όσο και στο Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και ειδικότερα όταν αυτοί ομολογούν ευθέως ότι:" τα ποσά αυτά δυστυχώς ο θείος μας δεν τα σημείωνε πουθενά, έστω και πρόχειρα, όπως λ.χ.

έπραξε αργότερα και έτσι δεν είναι σε θέση να μας διευκρινίσει την κάθε καταβολή ξεχωριστά ,με το αντίστοιχο ψεύδος που την προκάλεσε. Από την πρώτη στιγμή του απέσπασε την απόλυτη εμπιστοσύνη, και κάθε φορά τον διαβεβαίωνε ότι σύντομα θα του προσκομίσει μαζεμένες τι αποδείξεις για κάθε μια δαπάνη του που έκανε για λογαριασμό μας...Η ψυχική του κατάσταση ήταν τέτοια, ώστε με πολύ μεγάλη δυσκολία μπορούσε να επιμεληθεί τα στοιχειώδη.

Η εμφανέστατη κατάθλιψη δεν τον έχει εγκαταλείψει ακόμη σήμερα.", ομολογίες αντιδίκων από τις οποίες αναβλύζει το ερώτημα, πώς άραγε αφού ο θείος των αντιδίκων δεν σημείωνε πουθενά, έστω και πρόχειρα, τις από αυτόν επικαλούμενες καταβολές σε χρήματα, διατελώντας μάλιστα ο ίδιος σε "μεγάλη κατάθλιψη", εκ των υστέρων ενθυμήθηκε την αιτιολογία, τον ακριβή χρόνο καταβολής και το ακριβές ποσό και ότι το ερώτημα αυτό ενισχύει τις αμφιβολίες και υποψίες της σχετικά με την αξιολόγηση της εγκυρότητας και αξιοπιστίας του αποδεικτικού τούτου μέσου, αντίστοιχα δε τους ουσιώδεις προταθέντες ισχυρισμούς- ενστάσεις της και αποδυναμώνει τις ενδοιαστικές αιτιολογίες και παραδοχές της πληττόμενης απόφασης.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και κατά τα δύο σκέλη του, λόγω αοριστίας, αφού η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει στο αναιρετήριο ότι αυτή επικαλέσθηκε νόμιμα με τις προτάσεις της ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας τόσον ότι το έγγραφο αυτό ήταν προιόν εξαναγκασμού,(όλως αορίστως αναφέρει ότι σύννομα αμφισβήτησε αυτό), όσον και την ύπαρξη ομολογιών (δικαστικών και εξωδίκων) των αντιδίκων της καθώς και του εγγράφου στο οποίο περιεχόταν αυτές ,καθώς και ποια αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη και αν αυτά είχαν προσκομιστεί νομίμως ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας .

Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης. Στην περίπτωση δε που πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης θα πρέπει στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, να αναφέρεται ότι προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα.

Ειδικότερα, αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα ή κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις από τον εφεσίβλητο) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ.2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (AΠ718/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση,με το από το άρθρο 559αρ 8ΚΠολΔ ,μέρος του ίδιου λόγου αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της ότι δεν υπέγραψε το επίδικο ιδιωτικό συμφωνητικό υπό καθεστώς ελεύθερης βούλησης, αλλά από τον εξαναγκασμό επικείμενων απειλών για μελλοντική δικαστική της καταδίωξη και υπό την απατηλή υπόσχεση του συντάκτη του εγγράφου θείου τους ...ότι δεν θα κάνει χρήση του εγγράφου αυτού ... αλλά ήθελε την υπογραφή της για να έχει ο ίδιος κάλυψη έναντι των εντολέων ανεψιών του. Με αυτό το περιεχόμενο ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, γιατί δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο αν προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας ο άνω ισχυρισμός σε κάθε περίπτωση και αβάσιμος αφού από τις προαναφερθείσες παραδοχές του Εφετείου προκύπτει ότι το Εφετείο τον έλαβε υπόψη του και τον απέρριψε..

Οι προσβαλλόμενες αιτιάσεις στον ίδιο λόγο περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 559αρ 11α, 159επ, 339, 432ΚΠοΛΔ, είναι απαράδεκτες, αφού η πλημμέλεια εκ του άρθρου 559αρ 1 ΚΠολΔ αφορά ουσιαστικούς κανόνες δικαίου και όχι δικονομικούς όπως εν προκειμένω(AΠ826/2018).

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, προσδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο αποδεικτική δύναμη μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά γι` αυτό (δικαστήριο), καθορίζει ο νόμος (ΚΠολΔ 352, 438 - 440, 447), προβλέποντας ιδίως, ότι ορισμένο αποδεικτικό μέσο παράγει πλήρη απόδειξη χωρίς ή με δυνατότητα ανταποδείξεως, όχι όμως και στην περίπτωση κατά την οποία, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως, κατ` αρχήν, έχει δικαίωμα από το νόμο (ΚΠολΔ 340), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη αποδεικτική βαρύτητα από τα άλλα αυτά αποδεικτικά μέσα.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια της παραβιάσεως των ορισμών του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, και δη ισχυρίζεται ότι καίτοι το 2748/2015 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, που συνιστά δικαστικό τεκμήριο, προσκομίστηκε το πρώτον στο Εφετείο χωρίς να αναφέρεται λόγος ανώτερης βίας το Εφετείο του προσέδωσε μεγαλύτερη βαρύτητα και αξιοπιστία σε σχέση με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα .Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο σκέλος του είναι απαράδεκτος, γιατί κατά τη διάταξη του άρθρου 529ΚΠολΔ είναι κατ' αρχήν παραδεκτή η προσκόμιση νέων αποδεικτικών στοιχείων στο Εφετείο, το οποίο αν δεν τα αποκρούει ως απαράδεκτα ,για κάποιον από τους αναφερόμενους στο άρθρο λόγους ,δεν απαιτείται να διαλάβει στην απόφαση του ειδική αιτιολογία (ΑΠ12/2005) κατά δε το δεύτερο σκέλος του είναι αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο, δεν προσέδωσε στο βούλευμα αυτό αυξημένη αποδεικτική δύναμη αλλά το συνταξιολόγησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η αναιρεσείουσα υπεξαίρεσε τα ποσά που αναφέρθηκαν παραπάνω κατά την έρευνα του πρώτου αναιρετικού λόγου.

Η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ο ενάγων νομιμοποιείται ενεργητικά και ο εναγόμενος παθητικά στην άσκηση της αγωγής ελέγχεται αναιρετικώς όχι με τον αριθ. 14 του άρθρου 559ΚΠοΛΔ, αλλά με τον αρ.1 του ιδίου άρθρου, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 18/05). Αν όμως ο ενάγων δεν επικαλείται στην αγωγή του τα στοιχεία τα οποία σύμφωνα με το νόμο δικαιολογούν την άσκηση της αγωγής από αυτόν κατά του εναγομένου, η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη και ο λόγος αναίρεσης από την έλλειψη αυτή στηρίζεται στο άρθ. 559 αρ. 14ΚΠολΔικ.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559αρ 14ΑΚ, ισχυριζόμενη ότι στην αγωγή τους οι ενάγοντες δεν διευκρινίζουν και δεν περιγράφουν, ποιές από τις δοθείσες εντολές σε εκείνη ξεχωριστά ή ποιές στο θείο τους Μ. Σ. δεν υλοποιήθηκαν, ποιά επιμέρους κονδύλια από αυτά που αναγράφονται στην αγωγή κατανέμονται σε παράβαση επιτακτικών οδηγιών, οι οποίες καθορίστηκαν ρητά από τους εντολείς με τη σύμβαση και με την δοθείσα από κοινού σε εκείνη και τον Μ. Σ. πληρεξουσιότητα, ποιες κατ' εντολή τους δικαιοπραξίες έγιναν και ποιες δεν έγιναν. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού από τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης όπως αυτές εκτέθηκαν κατά την έρευνα του πρώτου λόγου, προκύπτει ότι η αγωγή και αυτά δέχθηκε το Εφετείο, στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 914 επΑΚ και 375ΠΚ δηλαδή στην αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας η οποία υπεξαίρεσε τα χρήματα που της δόθηκαν για, λογαριασμό των αναιρεσίβλητων στα πλαίσια εντολής προς διεκπεραίωση των κληρονομικών τους υποθέσεων και όχι στις συμβατικές της παραβάσεις από τη σύμβαση της εντολής .

Κατόπιν τούτων πρέπει ν'απορριφθεί η ένδικη αναίρεση ,να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθ495ΚΠοΛΔ)και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας της (αρθ 176,183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-5-2018 αίτηση αναίρεσης και τους από 9-4-2019 προσθέτους λόγους της Φ. Δ. κατά της 1009/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Σεπτεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ