Legislator Case Law & Legislation
1332/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal where appellate court correctly weighed criminal acquittal but retained civil liability.

Case Number 1332/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's civil judgment. The appellant argued that the appellate court erred by imposing civil liability despite a prior criminal acquittal, claiming the lower court misread the acquittal's reasoning regarding the victim's lack of complaint. The court found the appellate court had correctly considered the criminal acquittal without being bound by it, noting the victim never complained about the appellant's conduct. Consequently, the appeal was rejected as the civil liability finding remained legally sound.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; A criminal acquittal does not automatically preclude civil liability, and the appellate court may independently evaluate civil evidence without being bound by the specific reasoning of the criminal judgment.

Keywords

AI generated
civil liability criminal acquittal appellate review civil procedure independent assessment

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 20 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1332 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1332/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Γ. (-Ε.) Σ., το γένος Α. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μισαηλίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Έ. Χ. - Τ. του Ι., 2) Α. Χ. του Ι., κατοίκων ..., ως καθολικών διαδόχων του αποβιώσαντος Π. Χ. του Ι., οικότροφου του Ιδρύματος Προστασίας Τυφλών Βορείου Ελλάδας "Ο ΗΛΙΟΣ", του οποίου δικαστική συμπαραστάτρια είχε ορισθεί η αρχικά ενάγουσα Α. Σ., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/4/2010 αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20158/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1671/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15/10/2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ.1, 2, 4 και 576 παρ.1 έως 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και, αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεώς της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση(ΑΠ 100/2019, ΑΠ 764/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. 2593γ και 2594γ/8-10-2019 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, Χ. Κ., προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι κλητεύθηκαν από την επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσείουσα, νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστούν κατά την αρχική δικάσιμο της 16-12-2019, κατά την οποία παραστάθηκαν, αλλά η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 1-3-2021.

Κατ' αυτή τη δικάσιμο ματαιώθηκε η συζήτηση της υποθέσεως, λόγω προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων για λόγους δημόσιας υγείας (υπ' αρθμ. Δ1α/ΓΠΟΙΚ.12639/27-2-2021 ΚΥΑ, ΦΕΚ 793). Όμως, κατά την ορισθείσα δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης, οι αναιρεσίβλητοι δεν παρέστησαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθούν ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αρθμ. 1671/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης που απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή του αποβιώσαντος αδελφού των αναιρεσιβλήτων και υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να τους καταβάλει ως αποζημίωση από αδικοπραξία το ποσό των 24.406,94 ευρώ, νομιμοτόκως. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αρθμ. 3 ΚΠολΔ).

Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ' αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεώς του.

Ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 επ. του ίδιου κώδικα ως αποδεικτικά μέσα. Έτσι δεν είναι έγγραφα με την έννοια αυτή τα διαδικαστικά, μεταξύ των οποίων, τα πρακτικά του δικαστηρίου κατά το μέρος τους που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων, οι προτάσεις που κατατέθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στο εφετείο για την ένδικη διαφορά (ΑΠ 1278/2008, 300/2006), ούτε τα έγγραφα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως είναι οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή Συμβολαιογράφου, κατά το μέρος τους που περιλαμβάνει τα βεβαιούμενα με όρκο από το μάρτυρα (ΑΠ 704/2017, 545/2014), καθώς και οι εκθέσεις με τις καταθέσεις μαρτύρων στην ποινική δίκη.

Αντίθετα, συνιστούν έγγραφα κατά την παραπάνω έννοια τα διαδικαστικά έγγραφα ως προς την ακρίβεια του περιεχομένου τους, που υπόκειται κατά την εκτίμησή του από το δικαστήριο της ουσίας στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, και κυρίως οι αποφάσεις των ποινικών ή πολιτικών δικαστηρίων κατά το μέρος που έχουν αποδεικτική δύναμη ως προς τα βεβαιούμενα σε αυτές πραγματικά περιστατικά ή ως προς το περιεχόμενο των διατάξεών τους και όχι ως προς το περιεχόμενο των διαλαμβανομένων σε αυτές μαρτυρικών καταθέσεων ή ομολογιών των διαδίκων (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 856/2019, ΑΠ 612/2019, ΑΠ 516/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της καταθέσεως της μάρτυρος Κ. Β., που εξετάστηκε ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης και περιέχεται στην υπ' αρθμ. 2765-2766/2013 απόφαση αυτού, απομονώνοντας από την συνολική κατάθεσή της μόνο τη φράση "τελικά διαπιστώσαμε ότι το διάστημα που ελέγχαμε εμείς την κατάσταση ξόδευε λιγότερα χρήματα από πιο πριν και η διαφορά ήταν 23.000 ευρώ". Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι η ανωτέρω ποινική απόφαση δεν είναι αποδεικτικό έγγραφο ως προς την περιεχόμενη σ'αυτή μαρτυρική κατάθεση, με την έννοια, που αναφέρεται στην προηγούμενη νομική σκέψη της παρούσας, αλλά αποτελεί διαδικαστικό έγγραφο της συγκεκριμένης ποινικής δίκης και δεν υπόκειται σε παραμόρφωση.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρθμ. 11 γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, αρκεί δηλαδή η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη το δικαστήριο (ΟλΑΠ 2/2008).

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 612/2019,ΑΠ 516/2016, ΑΠ 600/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρθμ. 11γ ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την υπ' αρθμ. 6743/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που προσκόμισε με επίκληση η αναιρεσείουσα, με την οποία αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της αορίστου χρόνου και υποχρεώθηκε το ΝΠΔΔ Κέντρο Εκπαίδευσης και Αποκατάστασης Τυφλών, που υπεισήλθε στα δικαιώματα και υποχρεώσεις της Σχολής Τυφλών Βορείου Ελλάδος, όπου διέμενε μέχρι το θάνατό του ο αδελφός των αναιρεσιβλήτων Π.

Χ., να της καταβάλει το ποσό των 16.356,96 ευρώ. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση στο σκεπτικό της πληττόμενης αποφάσεως ότι λήφθηκαν υπόψη " όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που με επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι, έστω και για πρώτη φορά ενώπιον του δικαστηρίου τούτου (άρθρο 529 παρ.1αΚΠολΔ)",αλλά και από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καταλείπεται καμμία αμφιβολία, αλλά αντίθετα καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και την ως άνω απόφαση.

Με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν. 53/1974 ορίζεται ότι "1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως......... 2.

Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι, τεκμαίρεται αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", το οποίο σε ενωσιακό επίπεδο ισχύει βάσει του άρθρου 6 παρ. 2 Σ.Ε.Ε., σύμφωνα με το οποίο "Η Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών".

Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, κατά το οποίο "κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο", αλλά και του άρθρου 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., που ορίζει ότι "Κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με το νόμο".

Το τεκμήριο αθωότητας ορίζεται πλέον στο άρθρο 71 ΚΠΔ, σύμφωνα με το οποίο "οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή τους σύμφωνα με το νόμο" και είναι συνέπεια της ενσωματώσεως της Οδηγίας 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9.3.2016 "για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παραστάσεως του κατηγορουμένου στην δίκη στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας" με το νόμο 4596/2019.

Με τις ως άνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, το οποίο αποτελεί, κατ' αρχήν, τη δικονομική έκφανση του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, συνδεόμενο άμεσα με την αρχή της ενοχής (άρθρα 7.1 Συντ. και 14 ΠΚ). Συνιστά ταυτόχρονα έκφραση της συνταγματικής αρχής του κράτους δικαίου, με την έννοια ότι καθιερώνει υποχρέωση της Πολιτείας και αντίστοιχο δικαίωμα του κάθε εμπλεκομένου στην ποινική διαδικασία προσώπου να αξιώνει την ποιότητα της μεταχειρίσεως που θα επιφυλασσόταν σε έναν αθώο, μέχρις ότου να κηρυχθεί η ενοχή του.

Το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο δεν αποτελεί μόνον ένα θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να τεκμαίρεται αθώος μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, αλλά είναι ταυτόχρονα μία ανεξάρτητη υποχρέωση της πολιτείας, αφού διαθέτει αυτόνομη εγγυητική λειτουργία, με την έννοια ότι, σε περίπτωση προσβολής του, αναιρείται ο δίκαιος χαρακτήρας της δίκης, ακόμη και αν έχουν γίνει σεβαστές όλες οι υπόλοιπες, προβλεπόμενες από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., αρχές και εγγυήσεις, δηλαδή η δημοσιότητα της δίκης, η εκδίκαση της υποθέσεως σε εύλογο χρόνο, η ανεξαρτησία και αμεροληψία του δικαστηρίου, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσεως, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιόν του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου.

Το τεκμήριο αθωότητας, δηλαδή, πέραν της παραδοσιακής διαδικαστικής - δικονομικής εγγυήσεως που παρέχει, κατοχυρώνει παράλληλα το σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του κατηγορουμένου, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως και εκτός του στενού πλαισίου της ποινικής δίκης, θεωρώντας ότι η μη διακρίβωση της ποινικής ευθύνης ή πολύ περισσότερο η αθώωση του κατηγορουμένου αποτελεί αυτοτελές στοιχείο της προσωπικότητάς του, που τον συνοδεύει εσαεί και πρέπει να γίνεται σεβαστό από τις κρατικές αρχές πέρα από τα στενά όρια της ποινικής δίκης, δηλαδή και σε κάθε άλλο δικαστήριο, είτε ποινικό, είτε πολιτικό.

Τέτοια δε αθωωτική ποινική απόφαση είναι κάθε απόφαση που εκδίδεται επί ποινικής υποθέσεως και δεν επιβάλλει στον κατηγορούμενο ποινή, όπως εκείνη που διαπιστώνει πανηγυρικά τη μη τέλεση του εγκλήματος, π.χ. λόγω ελλείψεως στοιχείων της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υποστάσεως ή απόφαση που απαλλάσσει τον κατηγορούμενο "λόγω αμφιβολιών" ή απόφαση που αναστέλλει την ποινική διαδικασία ή που παύει την ποινική δίωξη με οποιοδήποτε τρόπο και εξ αιτίας θανάτου ή ανακαλεί την εις βάρος του έγκληση ή ακόμα και αντίστοιχου περιεχομένου βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου, δηλαδή κάθε περίπτωση "μη διαπιστωμένης ενοχής".

Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας - ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης, όπως τούτο συμβαίνει όταν ασκείται αγωγή αποζημιώσεως, λόγω αδικοπραξίας, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.

του ΑK. Με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην αστική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ενώ, ούτε και το Σύνταγμα προβλέπει σχετικό δεδικασμένο, αντιθέτως, μάλιστα, προβαίνει σε διάκριση των δικαιοδοσιών. Ειδικότερα, οι διατάξεις των άρθρων 93-96 Συντ. αφενός κατοχυρώνουν τη διάκριση των δικαστηρίων και αφετέρου κατανέμουν μεταξύ τους τη δικαιοδοσία σε διοικητική, πολιτική ή αστική και ποινική, κατ' αντιστοιχία των προβλεπομένων δικαστηρίων και των υπαγόμενων σε αυτά διαφορών ή και υποθέσεων.

Η συνταγματική αυτή πρόβλεψη των ως άνω διακριτών δικαιοδοσιών επιτρέπει, εκτός άλλων, και τη δημιουργία αστικών και ποινικών διαφορών από την ίδια συμπεριφορά ή δραστηριότητα, που υπάγονται ακολούθως στις αντίστοιχες δικαιοδοσίες. Βασική συνέπεια, που αναδεικνύει το ουσιαστικό περιεχόμενο της διακρίσεως των τριών διακριτών δικαιοδοσιών, οι οποίες ενδέχεται να διασταυρώνονται, διατηρώντας όμως την ισοτιμία και την ανεξαρτησία τους, είναι το διακριτό δεδικασμένο των αποφάσεων κάθε δικαιοδοτικής λειτουργίας, το οποίο ορίζεται διαφορετικά από τον αντίστοιχο δικονομικό νομοθέτη (άρθρα: 321 επ.

ΚΠολΔ, 57 ΚΠΔ, 197 ΚΔΔ). Οι ρυθμίσεις αυτές επιβάλλουν το δεδικασμένο να είναι, κατ' αρχήν, δεσμευτικό μόνον εντός της οικείας δικαιοδοσίας, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων να μην αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη. Αποδεικτική δέσμευση από δικαστικές αποφάσεις άλλων δικαιοδοτικών κλάδων μπορεί να γίνει ανεκτή μόνον όταν υπάρχει σχετική νομοθετική πρόβλεψη, είτε σε διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, είτε σε διατάξεις της οικείας δικονομίας.

Η συνταγματική, άλλωστε, πρόβλεψη τριών διακριτών δικαιοδοσιών, αποκλείει την ύπαρξη μιας και ενιαίας έννομης τάξεως, στο πλαίσιο της οποίας η κρίση του ποινικού δικαστηρίου, και συγκεκριμένα η αμετάκλητη αθωωτική απόφαση αυτού, αυτόματα και άνευ άλλου τινός, πρέπει να γίνεται αποδεκτή από το αστικό δικαστήριο, το οποίο πρέπει να καταλήξει σε αποτέλεσμα συμβατό με την αθωωτική ποινική απόφαση, και, κατ' επέκταση, να απορρίψει την αγωγή αποζημιώσεως του παθόντος - ενάγοντος, καθ' όσον διαφορετικά δημιουργείται ρήγμα της ενιαίας αυτής έννομης τάξεως.

Ειδικότερα, στην ποινική δίκη ισχύει το ανακριτικό σύστημα συλλογής των αποδείξεων, σε αντίθεση με το σύστημα διαθέσεως και συζητήσεως της πολιτικής δίκης και του βάρους επικλήσεως και προσκομίσεως των αποδεικτικών μέσων από τους διαδίκους της πολιτικής δίκης. Η προσκόμιση, αυτή και μόνη, της αθωωτικής αποφάσεως του εναγομένου, ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου, θα αρκούσε για να τεθεί εκποδών το υποβληθέν αποδεικτικό υλικό, η δε νομοθετική ρύθμιση για το βάρος των διαδίκων προσκομίσεως και επικλήσεως των αποδεικτικών μέσων, κατ' άρθρο 237 του ΚΠολΔ, θα καθίστατο κενό γράμμα.

Είναι, εξ άλλου, χαρακτηριστικό ότι το τεκμήριο αθωότητας ενεργοποιείται, μόνον όταν προσκομιστεί με επίκλησή της η αθωωτική ποινική απόφαση στο πολιτικό δικαστήριο. Ενώ, στην ποινική δίκη το άρθρο 178 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. ορίζει ότι οι δικαστές και εισαγγελείς εξετάζουν αυτεπαγγέλτως όλα τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν την ενοχή ή κατατείνουν στην αθωότητα του κατηγορουμένου και ότι αυτός δεν είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία για τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται υπέρ αυτού.

Στην ποινική δίκη ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα όχι μόνο να σιωπήσει, αλλά και δικαίωμα μη αυτοενοχοποιήσεως (άρθρο 104 παρ. 1 ΚΠΔ), τα οποία (δικαιώματα) δεν μπορούν να αξιοποιηθούν σε βάρος των υπόπτων και των κατηγορουμένων , ενώ στα πολιτικά δικαστήρια ο εναγόμενος έχει βάρος να απαντήσει επί της αγωγής, είτε αρνούμενος απλά ή αιτιολογημένα είτε υποβάλλοντας ενστάσεις, εάν δε δεν ανταποκριθεί στο βάρος αυτό, το δικαστήριο μπορεί να θεωρήσει ως ομολογημένη την ιστορική βάση της αγωγής (άρθρο 261 ΚΠολΔ).

Εξ άλλου, είναι ενδεχόμενο ακόμη και μετά την αθώωση του κατηγορουμένου στην ποινική δίκη, αυτός, ως εναγόμενος, να ομολογήσει την ιστορική βάση της αγωγής κατά το άρθρο 352 του ΚΠολΔ, σε αντίθεση με την προαναφερθείσα μη αυτοενοχοποίησή του, οπότε το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να θεωρήσει ως αποδεδειγμένη την ιστορική βάση της αγωγής, επί ποινή μάλιστα αναιρετικού ελέγχου, κατ' άρθρο 559 αριθ. 12 του ΚΠολΔ, και να την δεχθεί κατ' ουσίαν.

Τότε, μάλιστα, δεν θα μπορεί καν να ισχύει το επικαλούμενο τεκμήριο αθωότητας, αλλά ούτε και το ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη την αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου. Επίσης, απαιτείται διαφορετικός βαθμός δικανικής πεποιθήσεως για την κήρυξη ενός κατηγορουμένου ενόχου από το ποινικό δικαστήριο σε σχέση με την παραδοχή πολιτικού δικαστηρίου ότι συντελέστηκε ένα αστικό αδίκημα, που είναι συγχρόνως και έγκλημα.

Έτσι στην ποινική δίκη, επί αμφιβολιών ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, αυτός κηρύσσεται αθώος, ενώ στην πολιτική δίκη για την κατάφαση αν διαπράχθηκε το ταυτιζόμενο με το ποινικό αστικό αδίκημα ο πολιτικός δικαστής πρέπει να σχηματίσει πλήρη και βεβαία δικανική πεποίθηση. Πρέπει, επί πλέον, να τονισθεί ότι επί αθωωτικής αποφάσεως δεν είναι υποχρεωμένος ο δικαστής να διακρίνει ρητώς στο κείμενο αυτής μεταξύ αθωώσεως, οφειλομένης σε πλήρη βεβαιότητα και αθωώσεως, οφειλομένης σε αμφιβολίες.

Ως εκ τούτου, η αμετάκλητη αθώωση του κατηγορουμένου από τα ποινικά δικαστήρια είναι προϊόν άλλων (λιγότερο αυστηρών) αποδεικτικών προϋποθέσεων, ενώ η αντίστοιχη κρίση του πολιτικού δικαστηρίου είναι προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως. Επί αθωωτικής αποφάσεως, το τεκμήριο αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνο με την αθωωτική ποινική απόφαση και κατ' ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος και, συνακόλουθα, σε ουσιαστική απόρριψη της αποζημιωτικής αγωγής, με την αιτιολογία ότι διαφορετικά δημιουργούνται αμφιβολίες για την αθώωση και παραβιάζεται η αρχή του άρθρου 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.

Μία τέτοια θεώρηση δεν είναι σύμφωνη με τα δογματικά όρια του τεκμηρίου αθωότητας, όπως αυτά προσδιορίσθηκαν ανωτέρω, αλλά προσκρούει και στο Σύνταγμα, αφού έτσι δημιουργείται ένα νέο είδος "δεδικασμένου", μη προβλεπόμενο από τον ισχύοντα Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ή από άλλη ουσιαστική διάταξη, άρα ασύμβατο με τη συνταγματική διάκριση των δικαστικών δικαιοδοσιών, από τις οποίες πηγάζει η δικονομική αρχή για τη μη δέσμευση των πολιτικών δικαστηρίων από τις αποφάσεις των ποινικών.

Έτσι, ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν αποκλείει τις αστικές διεκδικήσεις. Η απαλλαγή, δηλαδή, από την ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή από την αστική ευθύνη, ακόμη και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών, ανεξάρτητα, μάλιστα, από το εάν έληξε ή όχι η ποινική διαδικασία με αθώωση ή παύση της ποινικής διώξεως, δοθέντος ότι μόνο το γεγονός ότι τα αποδεικτικά στοιχεία της ποινικής διαδικασίας θα χρησιμοποιηθούν στην αστική δίκη, καθώς και ότι βάση της αστικής αξιώσεως για αποζημίωση είναι τα συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος, δεν είναι αρκετά για να χαρακτηρισθεί η συναφής (πολιτική) δίκη ως (δεύτερη) ποινική διαδικασία, που απαγορεύεται.

Το τεκμήριο αθωότητας, όμως, σημαίνει ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν μπορεί να αδιαφορήσει για την αθώωση του κατηγορουμένου, ούτε επιτρέπεται να χρησιμοποιήσει την αθωωτική απόφαση για να αντλήσει από αυτήν επιχειρήματα για την ενοχή του (κατηγορουμένου).

Οι παραδοχές και η εν γένει συλλογιστική της πολιτικής αποφάσεως, τόσο στο αιτιολογικό - σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της, αφού και τα δύο αυτά στοιχεία έχουν το ίδιο δεσμευτικό αποτέλεσμα, δεν πρέπει να θέτουν, άμεσα ή έμμεσα, υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, ιδίως με την επίκληση ότι:

α) η αθωότητα του κατηγορουμένου είναι προϊόν αμφιβολιών και όχι βεβαιότητας του δικαστηρίου για την αθωότητά του, β) η απόφαση λήφθηκε κατά πλειοψηφία και όχι ομόφωνα, γ) στηρίχθηκε στη μη απόδειξη του υποκειμενικού στοιχείου του αδικήματος (δόλου), δ) διαφώνησε ο εισαγγελέας της έδρας, ε) κατά της αθωωτικής αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία, όμως, απορρίφθηκε για δικονομικούς - τυπικούς λόγους, κ.ά.

Το πολιτικό δικαστήριο, το μεν δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αναγράφοντας στο αιτιολογικό της αποφάσεώς του ότι αυτό έσφαλε ως προς την κρίση του ή ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, το δε δεν εξετάζει την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, ούτε τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το ποινικό δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του, πολύ δε περισσότερο διότι ο εναγόμενος, κατά τα προεκτεθέντα, δεν δικάζεται δις για την ίδια πράξη.

Το πολιτικό, δηλαδή, δικαστήριο πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης, ώστε να μην δίνεται η εντύπωση ότι ασχολείται όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση του ποινικού αδικήματος, διαλαμβάνοντας δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα, με αναφορά ότι αυτός έχει διαπράξει τα αδικήματα, κατά τον τρόπο που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και για τα οποία έχει αθωωθεί ή έχει παύσει γι' αυτόν η ποινική δίωξη, προσέτι δε λέξεις και εκφράσεις, ιδίως σε περιπτώσεις, που ορισμένοι όροι δεν έχουν αποκλειστικά ποινικό χαρακτήρα, πρέπει να χρησιμοποιούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην τίθεται σε αμφισβήτηση η ορθότητα της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, ενώ η τυχόν διενέργεια προσθέτων αποδείξεων, δηλαδή, η εκτίμηση από το πολιτικό δικαστήριο και νέων αποδείξεων, που δεν είχαν τεθεί υπόψη του ποινικού δικαστηρίου, καθιστά το διαφορετικό αποτέλεσμα, στο οποίο αυτό (πολιτικό δικαστήριο) καταλήγει, περισσότερο δικαιολογημένο.

Τελικώς, η παραβίαση του ως άνω τεκμηρίου θα πρέπει να κρίνεται πάντα εν όψει των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υποθέσεως και του τρόπου διατυπώσεως των αιτιολογιών, που θέτουν ενδεχομένως σε αμφιβολία το διατακτικό της αθωωτικής αποφάσεως του ποινικού δικαστηρίου και υφίσταται, εντεύθεν, θέμα παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητας (ΟλΑΠ 4/2020).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρθμ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.

με εσφαλμένη υπαγωγή (ολ ΑΠ 7/2006, 4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική δίκη μέρος, τα ακόλουθα: " Ο Π. Χ., άτομο με προβλήματα όρασης και κώφωσης, από το 1951 μέχρι το θάνατό του διέμενε ως οικότροφος στο Οικοτροφείο του Ιδρύματος Προστασίας Τυφλών Βορείου Ελλάδος Ο ΗΛΙΟΣ, από δε το έτος 1985 εργάστηκε στο ίδρυμα ως τεχνίτης υφαντικής.

Για το λόγο αυτό είχε ανοιχθεί στο όνομά του λογαριασμός μισθοδοσίας στην Εθνική Τράπεζα και μετά τη συνταξιοδότησή του γινόταν μηνιαία κατάθεση της συντάξεώς του. Επίσης εισέπραττε ανά δίμηνο επίδομα τυφλότητας ύψους 380 ευρώ περίπου, το δε προϊόν της δραχμοποιήσεως των αμοιβαίων κεφαλαίων που είχε αγοράσει κατατέθηκε σε κλειστό λογαριασμό στην Τράπεζα Μακεδονίας Θράκης και μετέπειτα Πειραιώς.

Η διαχείριση των χρημάτων του γινόταν με τη βοήθεια της εναγομένης, η οποία ανήκει στο υπαλληλικό προσωπικό του ιδρύματος, εργαζόμενη ως επιμελήτρια, υπεύθυνη υφαντικής και συνοδός, με την οποία είχε αναπτύξει στενή σχέση... Τον Νοέμβριο του 2003 η διευθύντρια του Ιδρύματος, Κ. Β., πληροφορήθηκε ότι δεν γινόταν καλή διαχείριση των χρημάτων του Π.

Χ.... διαπίστωσε ότι το άτομο που τον συνόδευε στην τράπεζα για τις αναλήψεις ήταν η εναγομένη, κάνοντας χρήση είτε του βιβλιαρίου καταθέσεων είτε της κάρτας αναλήψεως σε ΑΤΜ... Από την αναλυτική κίνηση των ως άνω λογαριασμών του παθόντα στις προαναφερόμενες τράπεζες προκύπτει ότι κατά το χρονικό διάστημα από 10-1-2001 έως 4-11-2003 πραγματοποιήθηκαν αναλήψεις συνολικού ποσού 28.551,94 ευρώ...

Όμως οι βιοτικές ανάγκες του Π. Χ. δεν δικαιολογούν σε καμία περίπτωση τις παραπάνω αναλήψεις, δεδομένου ότι αυτός δεν είχε υποχρεώσεις, τα δε έξοδά του περιορίζονταν στην αγορά τσιγάρων και γλυκών, ρούχων δύο φορές ετησίως, στην αμοιβή κάποιας γυναίκας που τον επισκεπτόταν κατά αραιά διαστήματα για την ικανοποίηση των σωματικών αναγκών του και στην αγορά εισιτηρίων για τη μετάβασή του στην Κρήτη κάθε καλοκαίρι και τις εορτές των Χριστουγέννων και Πάσχα, όπου φιλοξενείτο από συγγενικά του πρόσωπα, το κόστος δε των εισιτηρίων η ίδια η εναγομένη αναβιβάζει στο ποσό των 150 ευρώ κάθε φορά.

Ως οικότροφος δεν δαπανούσε χρήματα για διαμονή και διατροφή... Κατόπιν αιτήσεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, με την 22044/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ο Π. Χ. τέθηκε σε πλήρη δικαστική συμπαράσταση... Κατά το χρονικό διάστημα που η εναγομένη δεν είχε πλέον ανάμειξη στη διαχείριση των χρημάτων του, διαπιστώθηκε ότι το ποσό του επιδόματος των 380 ευρώ που λάμβανε ανά δίμηνο, επαρκούσε για την κάλυψη των τρεχουσών αναγκών του...

αναλήψεις δε από τον λογαριασμό ταμιευτηρίου γίνονταν μόνο κάθε φορά που αυτός επισκεπτόταν τους συγγενείς του στην Κρήτη... Οι δαπάνες του που χρειαζόταν να καλυφθούν από τον λογαριασμό ταμιευτηρίου του, ανέρχονταν για τα έτη 2001, 2002, 2003 στο ποσό των 2.700 ευρώ, αφαιρουμένου δε αυτού του ποσού από το ποσό των 28.551,94 ευρώ που αναλήφθηκε συνολικά με επιμέλεια της εναγομένης, προκύπτει η αδικαιολόγητη διαφορά του ποσού των 25.851,94 ευρώ...

Η εναγομένη καταχράστηκε την απεριόριστη εμπιστοσύνη που είχε ο Π. Χ. στο πρόσωπό της και εμεταλλευόμενη την ανάγκη του, λόγω της πολλαπλής σωματικής και διανοητικής αναπηρίας του, να έχει μαζί του κάποιο έμπιστο πρόσωπο που να τον βοηθά στις συναλλαγές του με τις τράπεζες και στη διαχείριση των χρημάτων του, του παρέδιδε μόνο μέρος των ποσών που αναλάμβανε από τις τράπεζες για λογαριασμό του, ενώ το υπόλοιπο το καρπονώταν η ίδια για δικό της προσωπικό όφελος.

Το χρηματικό ποσό που παράνομα ιδιοποιήθηκε η εναγομένη, αφαιρουμένου από το ως άνω ποσό των 25.851,94 ευρώ που ανέλαβε από τους τραπεζικούς λογαριασμούς του χωρίς να ανταποκρίνεται σε πραγματικές ανάγκες του, του ποσού των 2.445 ευρώ που δαπάνησε ο παθών για τις οδοντιατρικές εργασίες στις οποίες υποβλήθηκε το 2002, ανέρχεται συνολικά σε 23.406,94 ευρώ.

Στην κρίση ότι η εναγομένη υπεξαίρεσε το ως άνω ποσό οδηγήθηκε και το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, το οποίο με την 662/2010 απόφασή του κήρυξε ένοχη αυτή για την πράξη της υπεξαιρέσεως αντικειμένου μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης κατ' εξακολούθηση και την καταδίκασε με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ σε ποινή φυλάκισης 3 ετών.

Στη συνέχεια, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατά της ως άνω αποφάσεως από την εναγομένη, αυτή κηρύχθηκε αθώα λόγω αμφιβολιών για την αποδιδόμενη σ' αυτήν πράξη, με την 2765-2766/2013 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης... Ενώπιον αυτού του δικαστηρίου κατέθεσε μεταξύ άλλων μαρτύρων, που με τις καταθέσεις τους θέλησαν να δικαιολογήσουν τη συμπεριφορά της εναγομένης και η διευθύντρια του ιδρύματος Κ.

Β., η οποία, παρότι αρνήθηκε προφορικά τους υπολογισμούς σχετικά με το ύψος των ετήσιων δαπανών του Π. Χ., που είχε αποτυπώσει η ίδια εγγράφως στο από 14-2-2005 συμπληρωματικό σημείωμά της προς τον Ε' Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης, εν τούτοις επί λέξει κατέθεσε "τελικά διαπιστώσαμε ότι το διάστημα που ελέγχαμε την κατάσταση, ξόδευε λιγότερα χρήματα από πιο πριν και η διαφορά ήταν 23.000 ευρώ"...

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο Π. Χ. από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης υπέστη ηθική βλάβη. Ενόψει του είδους της προσβολής, των συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας, του βαθμού υπαιτιότητας της εναγομένης, της έντασης και της διάρκειας της ψυχικής και συναισθηματικής αναστάτωσης του Π. Χ., της κοινωνικής και περιουσιακής κατάστασης των μερών, το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να επιδικαστεί ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 1.000 ευρώ>>.

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε αποφανθεί ομοίως και είχε επιδικάσει υπέρ των αναιρεσιβλήτων, κληρονόμων του αποβιώσαντος Π. Χ., ως αποζημίωση το ποσό των 23.406,94 ευρώ και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 1.000 ευρώ.

Η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ισχυρίζεται ότι για το ποινικό αδίκημα της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης, που ταυτίζεται απόλυτα κατά τα πραγματικά περιστατικά του με το αστικό αδίκημα, επί του οποίου θεμελιώθηκε η ευθύνη της για την καταβολή αποζημιώσεως στους αναιρεσίβλητους, κηρύχθηκε αμετάκλητα αθώα, δυνάμει της υπ' αριθμ. 2765-2766/2013 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης.

Ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν εναρμόνισε τις πραγματικές παραδοχές της με τις (αθωωτικές) παραδοχές της ποινικής αποφάσεως, αποκλείοντας, ως εκ τούτου, την αστική της ευθύνη, αλλά αντίθετα έκανε δεκτή την αγωγή, δεχόμενη την αστική της ευθύνη, με αποτέλεσμα να παραβιάσει ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 Ε.Σ.Δ.Α.

και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, συνακολούθως δε η προσβαλλομένη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, παραβιάζοντας το υπέρ αυτής τεκμήριο αθωότητας. Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, ο λόγος αυτός της ένδικης αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, μη εναρμονίζοντας τις πραγματικές παραδοχές του με τις παραδοχές της αμετάκλητης αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α.

και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, αφού ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, που εξετάζει το ίδιο βιοτικό συμβάν, κωλύεται να καταλήξει, μετά από αποδείξεις και αιτιολογημένα, σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, υποχρεούμενο να αποδεχθεί την ποινική αθώωση και να την θέσει ως βάση στην απόφασή του.

Και ναι μεν το πολιτικό δικαστήριο έχει υποχρέωση συνεκτιμήσεως των αθωωτικών αποφάσεων χάριν σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας, όμως, η υποχρέωση συνεκτιμήσεως δεν ισοδυναμεί σε καμία περίπτωση με δέσμευση του πολιτικού δικαστή από την αθωωτική ποινική απόφαση, καθόσον ειδικότερα από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε την ως άνω αθωωτική ποινική απόφαση, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ερμηνεία της ως προς τους λόγους απαλλαγής της εναγομένης (τότε κατηγορουμένης) και ήδη αναιρεσείουσας, ούτε αποφάνθηκε άμεσα ή έμμεσα για την ποινική ενοχή της, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβητήσεως του εκ της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως παραγομένου τεκμηρίου αθωότητάς της για την πράξη για την οποία κατηγορήθηκε και αθωώθηκε.

Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο αναγνωρίζοντας σε βάρος της αδικοπρακτική ευθύνη, ουσιωδώς παραμόρφωσε το περιεχόμενο της προσαχθείσης με επίκληση υπ' αρθμ. 2765-2766/2013 αθωωτικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία την απήλλαξε διότι δεν αφαίρεσε χρήματα από τον Π.

Χ., ουσιαστικά διότι δεν αδικοπράκτησε σε βάρος του. Από τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δεν έκανε εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου της ως άνω αποφάσεως, ούτε παρέλειψε την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεων αυτής, αποδίδοντας σ' αυτή περιστατικά διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και με βάση αυτά κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για την αναιρεσείουσα, αλλά ανέγνωσε ορθά ότι "η εναγομένη κηρύχθηκε αθώα λόγω αμφιβολιών για την αποδιδόμενη σ' αυτήν πράξη της υπεξαιρέσεως αντικειμένου μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης, κατ' εξακολούθηση, με την 2765-2766/2013 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης" πλην όμως, συνεκτιμώντας το όλο αποδεικτικό υλικό κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από το επιθυμητό στην αναιρεσείουσα.

Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

Τέλος οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι το Εφετείο εσφαλμένα επεδίκασε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, καθόσον ουδεμία παράνομη πράξη τέλεσε σε βάρος του Π. Χ., ο οποίος, όποτε χρειάστηκε να καταθέσει για το ζήτημα της "απώλειας" των χρημάτων του, ουδέποτε αναφέρθηκε αρνητικά για το πρόσωπό της ή στράφηκε εναντίον της, ούτε υποστήριξε ότι υπέστη ψυχική αναστάτωση, πλήττουν την περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου, η οποία όμως είναι, κατ' άρθρο 561 αρθμ. 1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αρθμ. 3 ΚΠολΔ). Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται ελλείψει σχετικού αιτήματος των απόντων αναιρεσιβλήτων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-10-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αρθμ.1671/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Οκτωβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ