Supreme Court dismisses appeal and orders State to pay legal costs to heirs in property compensation case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against a lower court ruling that ordered it to pay legal costs to the heirs of deceased claimants. The heirs successfully argued that the State failed to provide sufficient justification for rejecting their claims regarding property compensation and foreign land status. The court upheld the lower court's decision, finding the State's arguments inadmissible and ordering it to pay the reduced legal fees of 300 euros.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286, 287, 291, 292 of the Code of Civil Procedure; Articles 1846, 1847 of the Civil Code: The death of a party during the appeal period suspends the proceedings, and the court must rule on the appeal based on the merits if the heirs contest the lower court's decision on costs without adequate reasoning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1329 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1329/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ελισάβετ Παπαδοπούλου - Μερτζεμεκίδου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. χας Ν. Κ., το γένος Π. Κ., που δεν παραστάθηκε, 2) Δ. Κ. του Ν. και 3) Ε. Κ. του Ν., κατοίκων Σπάτων Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Διονύσιο Πελέκη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι: α) ανακαλεί την από 23-1-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται και β) η Α. χα Ν. Κ. (1η) απεβίωσε στις 30-11-2022 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της Δ. Κ. του Ν. (2ος) και Ε. Κ. του Ν. (3η), εκπροσωπούμενοι από τον ίδιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-3-2017 αίτηση των 2ου και 3ης των ήδη αναιρεσιβλήτων και της ήδη αποβιωσάσης Α. χας Ν. Κ., που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 613/2020 εν μέρει οριστική και 3264/2021 τελεσίδικη του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση των οποίων ζητεί το αναιρεσείον με την από 6-12-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 του Κ.Πολ.Δ., οι οποίες, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη, σε συνδυασμό με τις εκείνες των άρθρων 1846 και 1847 του Α.Κ., προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής, με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξεως από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον ο οποίος μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.
Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η δίκη που διακόπηκε, μπορεί να επαναληφθεί, είτε εκουσίως, ρητώς με δήλωση του κληρονόμου του θανόντος στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση, ακόμα και ταυτοχρόνως με τη δήλωση διακοπής, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς του ως κληρονόμου, οπότε ακολουθεί αμέσως η συζήτηση της υποθέσεως, είτε με την επίδοση ιδιαιτέρου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση, αλλά και σιωπηρώς με την κοινοποίηση κλήσεως για συζήτηση της υποθέσεως, είτε και αναγκαστικώς, με πρόσκληση του αντιδίκου ή του ομοδίκου του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, ο οποίος μπορεί και χωρίς να έχει προηγηθεί η γνωστοποίηση σε αυτόν του λόγου της διακοπής, μη επικαλούμενος την έλλειψη της γνωστοποιήσεως και θεωρώντας τη δίκη διακοπείσα, να επισπεύσει την επανάληψη αυτής, που πρέπει να γίνει με κοινοποίηση δικογράφου και επίδοση στον κληρονόμο του θανόντος μετά την παρέλευση της προς αποποίηση της κληρονομίας τασσομένης τετράμηνης προθεσμίας από την επαγωγή αυτής (Ολ.
Α.Π. 22/2000, Α.Π. 1201/2023, Α.Π. 1941/2022, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 910/2022, Α.Π. 895/2020, Α.Π. 1257/2019, Α.Π. 392/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα, από τους δεύτερο και τρίτη των αναιρεσειόντων, έγγραφα, ήτοι: 1) Το υπ' αριθμ. πρωτοκόλλου 942/13-12-2023 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξεως θανάτου του ληξιάρχου Σπάτων - Αρτέμιδας, 2) Το υπ' αριθμ.
πρωτοκόλλου ... πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του ανωτέρω Δήμου και 3) Τα υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικά του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Κρωπίας προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη Αγλαΐα Κανάκη απεβίωσε στις 30-11-2022, δηλαδή μετά την άσκηση της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως. Η προαναφερθείσα αναιρεσίβλητη κληρονομήθηκε από τα τέκνα της, δεύτερο και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, Δ.
Κ. και Ε. Κ., αντιστοίχως. Οι τελευταίοι, υπό την ως άνω ιδιότητά τους, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, δήλωσαν ότι συνεχίζουν εκουσίως στο όνομά τους τη βιαίως διακοπείσα δίκη (άρθρ. 286 περ. α', 287 και 290 του Κ.Πολ.Δ.), ιδιότητα, η οποία ουδόλως αμφισβητείται.
Συνεπώς, η αίτηση πρέπει να ερευνηθεί και με την υπεισέλευση στη θέση της αρχικώς πρώτης αναιρεσίβλητης των προαναφερθέντων κληρονόμων της.
Η κρινόμενη, από 6-12-2021 (αριθ. εκθ. καταθ.9591/1176/6-12-2021), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 3264/2021 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία (αίτηση) συμπροσβάλλεται και η υπ' αριθμ. 613/2020 μη οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου (άρθρο 553 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), οι οποίες εκδόθηκαν με την ειδική διαδικασία του Ν. 2882/2001 - Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα προκύπτει ότι επίσημο αντίγραφο της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 3264/2021 αποφάσεως, επιμελεία των αναιρεσιβλήτων, επιδόθηκε νομίμως στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στις 5-11-2021, η δε ένδικη αίτηση ασκήθηκε από το τελευταίο στις 6-12-2021, ήτοι εντός της νομίμου προθεσμίας των 30 ημερών (άρθρο 564 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) από της επιδόσεως της προσβαλλομένης. Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικώς με το διαδικαστικό ιστορικό της υποθέσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 17-3-2017 αίτησή τους προς το Τριμελές Εφετείο Αθηνών οι αιτούντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ισχυρίσθηκαν ότι δυνάμει του, νομίμως μεταγεγραμμένου, υπ' αριθμ. ...
συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Κ. η Ιερά Μονή Πεντέλης πώλησε και μεταβίβασε, κατά μερίδια σε έκαστο, σε ομάδα καλλιεργητών γεωργών, στους οποίους περιλαμβάνονταν και ο Δ. Κ., πεθερός της πρώτης και παππούς των δεύτερου και τρίτης των αιτούντων, έκταση εμβαδού 1.170 στρεμμάτων, η οποία βρίσκεται στην περιφέρεια "..." Νταού.
Ότι με την από 31-8-1923 απόφαση του αρχηγού της Επαναστατικής Κυβερνήσεως Νικολάου Πλαστήρα απαλλοτριώθηκε τμήμα του αγροκτήματος "..." για την εγκατάσταση προσφύγων από την Μικρά Ασία, την δε ενεργοποίηση της διανομής στους πρόσφυγες υπέγραψε το έτος 1927 ο Α. Π.. Ότι η παραχωρηθείσα στους καλλιεργητές έκταση διανεμήθηκε δυνάμει της υπ' αριθμ. 1477/11-4-1943, νομίμως μεταγεγραμμένης, πράξεως του συμβολαιογράφου Κρωπίας Ε.
Κ., από τη διανομή δε αυτή ο Δ. Κ. έλαβε έκταση συνολικού εμβαδού τουλάχιστον εκατόν πενήντα (150) στρεμμάτων, που συνορεύει με το κτήμα "...". Ότι στις 27-9-1968 απεβίωσε ο Δ. Κ., ο οποίος με την υπ' αριθμ. 9514/1966 δημόσια διαθήκη του κατέλειπε στον υιό του (σύζυγο της πρώτης αιτούσας και πατέρα των δεύτερου και τρίτης των αιτούντων) Ν.
Κ. έκταση, εμβαδού 45.649,66 τ.μ., η οποία είχε περιέλθει σ' αυτόν (αποβιώσαντα), δυνάμει της ανωτέρω υπ' αριθμ. 1477/11-4-1943, νομίμως μεταγεγραμμένης, πράξεως διανομής του συμβολαιογράφου Κρωπίας Ε. Κ.. Ότι την έκταση αυτή καλλιεργούσε και φύτευε αρχικώς ο Δ. Κ., με τη βοήθεια του Ν. Κ. και, εν συνεχεία, μετά τον θάνατο του πρώτου, ο δεύτερος.
Ότι ο Ν. Κ. αποδέχθηκε την επαχθείσα σε αυτόν κληρονομία του Δ. Κ. με τις, νομίμως μεταγεγραμμένες, υπ' αριθμ. 442/1986 πράξη του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, υπ' αριθμ. 9009/19-5-1988 δήλωση αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Κ. και υπ' αριθμ. 9082/19-7-1988 διορθωτική πράξη της ίδιας συμβολαιογράφου.
Ότι ο Ν. Κ. απεβίωσε στις 26-3-2006 και κατέλειπε μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τους αιτούντες, πρώτη (σύζυγο αυτού) και δεύτερο και τρίτη (τέκνα αυτού). Ότι κατόπιν κοινής συμφωνίας μεταξύ των αιτούντων τα εξ αδιαιρέτου ποσοστά της επαχθείσας σε αυτούς κληρονομίας ανέρχονται σε 10% για την πρώτη και από 45% για καθένα των δεύτερου και τρίτης.
Ότι ο Ν. Κ. είχε υποβάλλει προς την Επιτροπή Απαλλοτριώσεων Ανατολικής Αττικής την υπ' αριθμ. πρωτ. 80/12-11-1991 αίτηση περί αναγνωρίσεως κυριότητας του ανωτέρω ακινήτου κατά τη διαδικασία του άρθρου 246 του Αγροτικού Κώδικα. Ότι παρά τις επανειλημμένες αιτήσεις του Ν. Κ., η Επιτροπή Απαλλοτριώσεων δεν συνήλθε για έκδοση αποφάσεως επί της ως άνω αιτήσεως.
Ότι, εν συνεχεία, στις 10-4-2008, υποβλήθηκε από τους αιτούντες νέα αίτηση προς την Επιτροπή Απαλλοτριώσεων, με αίτημα την επίσπευση της διαδικασίας και την έκδοση αποφάσεως, αίτηση η οποία ακόμη εκκρεμεί. Ότι η επίδικη έκταση των 45.649,66 τ.μ., η οποία, κατά τα ανωτέρω, περιήλθε στο δικαιοπάροχο των αιτούντων Ν.
Κ., περιλήφθηκε εκ παραδρομής των αρμοδίων οργάνων, ως ξένο τεμάχιο, εντός των ορίων της, κατά το έτος 1948, γενόμενης οριστικής διανομής οικοπέδων του Συνοικισμού Εθνικών Αγωνιστών ...ς (Μακεδονομάχων) Αττικής, η οποία (διανομή) κυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 65441/3-5-1949 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας. Ότι η επίδικη έκταση, ανά τμήματα, περιήλθε, ειδικότερα, με τη διανομή στους αναφερόμενους ιδιώτες και στο Δήμο ...ς.
Ότι η διανομή παραμένει έγκυρη, τα δε ξένα αυτά τεμάχια λογίζονται ως απαλλοτριωθέντα και τελούντα σε νόμιμη επίταξη μέχρι την καταβολή πλήρους αποζημιώσεως. Ότι η αντικειμενική αξία των επιμέρους εδαφικών τμημάτων της εκτάσεως των 45.649,66 τ.μ., που περιήλθαν ως ξένα τεμάχια στην οριστική διανομή, ανέρχεται στα αναφερόμενα ποσά ανά εδαφικό τμήμα και, συνολικώς, στο ποσό των 8.033.729,76 ευρώ, ενώ η εμπορική αξία ανά τετράγωνο στα επιμέρους εκτιθέμενα ποσά και, συνολικώς, στο ποσό των 12.882.100 ευρώ.
Με βάση τα προαναφερθέντα περιστατικά, οι αιτούντες ζήτησαν: α) να αναγνωρισθεί η κυριότητά τους επί κατά ποσοστό 10% εξ αδιαιρέτου στην πρώτη και κατά ποσοστό 45% εξ αδιαιρέτου σε έκαστο από τους δεύτερο και τρίτη εξ αυτών επί εδαφικής εκτάσεως των 45.649,66 τ.μ., β) να αναγνωρισθεί ότι η έκταση των 45.649,66 τ.μ. αποτελεί ξένο τεμάχιο κατά την έννοια του άρθρου 242 Αγροτικού Κώδικα και λογίζεται ότι τελεί σε νόμιμη επίταξη, γ) να καθορισθεί οριστικώς η τιμή μονάδος αποζημίωσης για μέρος της έκτασης στα επί μέρους αναφερόμενα ποσά και συνολικώς στο ποσό των 12.882.100 ευρώ, δ) να υποχρεωθεί το καθού η αίτηση και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει το προσδιοριθεισόμενο ποσό αποζημιώσεως, κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά (10% στην πρώτη και 45% σε έκαστο από τους δεύτερο και τρίτη) και ε) να καταδικασθεί το καθού η αίτηση στη δικαστική δαπάνη των αιτούντων.
Επί της αιτήσεως εκδόθηκε η συμπροσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 613/2020, απόφαση με την οποία απορρίφθηκαν τα υπό στοιχεία α', β' και δ' αιτήματα, κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης ως προς το υπό στοιχείο γ' αίτημα, περί οριστικού προσδιορισμού τιμής μονάδος αποζημίωσης, λόγω μη τήρησης της προδικασίας των άρθρων 15 παρ. 3, 4, και 17 παρ. 3 στοιχ.
β' του Ν. 2882/2001, καθώς και ως προς το συνεχόμενο με αυτό ανωτέρω υπό στοιχείο ε' αίτημα, περί καταδίκης του αναιρεσείοντος στη δικαστική δαπάνη των αιτούντων. Τέλος, μετά από κλήση των αιτούντων, επαναφέρθηκε προς συζήτση η από 17-3-2017 αίτηση των αιτούντων, ως προς τα υπό στοιχεία γ' και ε' αιτήματα αυτής, συζητήσεως δε γενομένης, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 3264/2021, απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αίτηση για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος για την επίδικη έκταση κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό αυτής και καταδικάσθηκε το καθού η αίτηση Ελληνικό Δημόσιο στη δικαστική δαπάνη των αιτούντων.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020, Ολ. Α.Π. 3/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006, Α.Π. 1673/2022). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 671/2020). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 736/2021). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 317/2022, Α.Π. 263/2022, Α.Π. 163/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 551/2021).
Στις διατάξεις του άρθρου 242 παρ. 1, 2, 3, 4, 5, 6 και 8 του Αγροτικού Κώδικα (Β.Δ. της 10/6-12-1949), το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 29 παρ. 12 του Ν. 2882/2001, όπως το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 προστέθηκε με την παράγραφο 2 στοιχ. α' του άρθρου 12 του Ν. 3147/2003, ίσχυσε δε το άρθρο 242 μέχρι την κατάργησή του με το άρθρο 37 παρ. 1 του Ν. 4061/2012, ορίζεται ότι "Εάν εξ οιουδήποτε λόγου περιληφθούν ξένα τεμάχια εις την οριστικήν διανομήν αυτή παραμένει έγκυρος και απρόσβλητος, τα δε ξένα ταύτα τεμάχια θεωρούνται ως απαλλοτριωθέντα λόγω δημόσιας ωφέλειας δυνάμει του άρθρου 17 του Συντάγματος εκτός εάν συντρέχει περίπτωσις εφαρμογής της επομένης παραγράφου.
Μέχρι της καταβολής της αποζημιώσεως τα ξένα ταύτα τεμάχια θεωρούνται και ως εν νομίμω επιτάξει διατελούντα. Το δικαίωμα κυριότητας επί των ξένων τεμαχίων αποσβέννυται, εφόσον από το χρόνο κύρωσης της οριστικής διανομής έχει παρέλθει εικοσαετία. (παρ. 1). Αν τα κατά την προηγούμενη παράγραφο τεμάχια αποτελούν ακέραιου τεμαχίου οριστικής διανομής ή τμήμα ενός μόνον τεμαχίου αυτής, αποδίδονται δι' αποφάσεως του Υπουργού της Γεωργίας μετά σύμφωνον γνώμην του Υπουργού Εποικισμού, αυτούσια εις τον πρώτον κάτοχον αυτών, εφ' όσον ταύτα παρέμειναν αδιάθετα ή είναι δυνατή η παραχώρησις εις τον κληρούχον εις ον ταύτα έλαχου άλλων διαθεσίμων εκτάσεων ή εκτάσεων εκ των κατά τα άρθρα 31 εδ.
δ' και ε' και 164 παρ. 1 κοινοχρήστων (παρ. 2). Αντί της οφειλομένης αποζημιώσεως δια τα κατά την παρ.1 απαλλοτριούμενα τεμάχια δύναται να παραχωρηθεί αντάλλαγμα εις γαίας εκ τυχόν διαθεσίμων εκτάσεων ή εκ των κατά τα άρθρα 31 εδ. δ' και ε' και 164 παρ. 1 κοινοχρήστων (παρ. 3). Μετά την αναγνώριση της κυριότητος των τέως ιδιοκτητών κατά την διαδικασία του άρθρου 246 δύνανται ούτοι να υποβάλουν εις το Υπουργείο Γεωργίας αίτησιν περί ανταλλαγής (παρ. 4).
Εφ' όσον υποβληθεί τοιαύτη αίτησις διαχωρίζεται ίσης αξίας έκτασις εκ των κατά την παρ. 3 γαιών υπό της Επιτροπής Διανομών. Η Επιτροπή Διανομών βεβαιοί το ισάξιον των προς ανταλλαγήν εκτάσεων συντάσσει δε και τοπογραφικόν διάγραμμα αυτών (παρ. 5). Οι αναγνωρισθέντες ως κύριοι των απαλλοτριωθεισών γαιών καλούνται υπό του Υπουργού της Γεωργίας όπως υποβάλουν δήλωσιν ενώπιον Συμβολαιογράφου περί της αποδοχής της ανταλλαγής και περί της παραιτήσεως των αντί ταύτης από πάσης άλλης απαιτήσεως (παρ. 6).
Ιδιοκτήται μη αποδεχόμενοι την κατά τα άνω ανταλλαγήν διατηρούν το δικαίωμα αποζημιώσεως κατά τον Α.Ν. 1731/1939 ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως (παρ. 8)". Εξάλλου, από το άρθρο 246 του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι "Περί της κυριότητας των κατά τον νόμο 4857 και το άρθρο 242 του παρόντος απαλλοτριουμένων κτημάτων αποφαίνεται επί τη αιτήσει των ενδιαφερομένων η αρμοδία επιτροπή Απαλλοτριώσεων.
Εντός τριμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως τόσον το Δημόσιον όσον και οι ενδιαφερόμενοι δύνανται να προσφύγωσι κατά της αποφάσεως ταύτης εις το αρμόδιον κατά τόπον Πρωτοδικείον όπερ και αποφαίνεται ανεκκλήτως κατά την διαδικασίαν των επομένων άρθρων". Τέλος, με το άρθρο 12 παρ. 2 του Νόμου 3147/2003 (ΦΕΚ Α135/5-6-2003) προστέθηκε εδάφιο στην παράγραφο 1 του άρθρου 242 του Αγροτικού κώδικα, που ορίζει "Το δικαίωμα κυριότητας επί των ξένων τεμαχίων αποσβέννυται, εφ' όσον από τον χρόνο κύρωσης της οριστικής διανομής έχει παρέλθει εικοσαετία.
Οι διατάξεις του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 242 του Αγροτικού κώδικα δεν εφαρμόζονται για αιτήσεις που υποβλήθηκαν κατά τους ορισμούς του άρθρου 246 του ιδίου κώδικα και εκκρεμούν". Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων συνάγεται ότι με την αναγκαστική απαλλοτρίωση, κατά τις διατάξεις του Αγροτικού Κώδικα προς αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών, το απαλλοτριωθέν περιέρχεται στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου πριν την καταβολή της αποζημιώσεως στον ιδιοκτήμονα, αυτό, όμως, ισχύει ως προς την έκταση, που απαλλοτριώθηκε δυνάμει της απαλλοτριωτικής πράξεως, όχι δε και ως προς εκείνη που δεν περιλαμβάνεται σ' αυτήν και δη, το ξένης ιδιοκτησίας μη απαλλοτριωθέν τεμάχιο, το οποίο εκ παραδρομής περιλήφθηκε στην οριστική διανομή απαλλοτριωθέντος, αφού αυτό λογίζεται μεν απαλλοτριωθέν κατά το άρθρο 242 παρ. 1 του Αγροτικού Κώδικα, δεν θίγεται, όμως, η επ' αυτού κυριότητα του ιδιοκτήτη του, αφού, κατά την ίδια διάταξη, θεωρείται έκτοτε ότι η έκταση αυτή τελεί σε κατάσταση νομίμου επιτάξεως, μέχρις ότου συντελεσθεί η απαλλοτρίωση, η οποία επέρχεται, κατά ρητή επιταγή της ίδιας διατάξεως, που συμπορεύεται και προς την περί προστασίας της ιδιοκτησίας γενική Συνταγματική διάταξη, από την καταβολή της αποζημιώσεως στον ιδιοκτήτη (Ολ.
Α.Π. 33/2009, Α.Π. 2032/2013, Α.Π. 1344/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 613/2020, απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα, όσον αφορά στην προβληθείσα από το καθού η αίτηση και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ένσταση περί παραγραφής του δικαιώματος των αιτούντων για καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως αυτού: "Το καθ' ου η αίτηση (ήδη αναιρεσείον) Ελληνικό Δημόσιο με δήλωση της πληρεξούσιας αυτού κατά την επ' ακροατηρίω συζήτηση, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, καθώς και με το από 30-10-2019 υπόμνημα που κατατέθηκε στις 30-10-2019 (βλ.
την σχετική επισημείωση του Γραμματέα της έδρας επί του υπομνήματος - προτάσεων), διατείνεται: α) ότι, κατ' άρθρο 242 παράγραφος 1 του Αγροτικού Κώδικα (β.δ. της 29-10/6-12-1949), όπως το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου αυτής προστέθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 12 ν. 3147/2003, το δικαίωμα κυριότητας των αιτούντων έχει αποσβεσθεί στις 3-5-1969, οπότε και παρήλθε εικοσαετία από την κύρωση της οριστικής διανομής που χώρησε στις 3-5- 1949, β) ότι το δικαίωμα των αιτούντων για καθορισμό της αποζημίωσης έχει παραγραφεί κατ' άρθρο 249 Α.Κ.
ήδη από το έτος 1969 (το καθ' ου αναφέρεται και σε απόσβεση του σχετικού δικαιώματος), καθόσον από τη διανομή το έτος 1948, άλλως από τη δημοσίευση της 65441/3-5-1949 απόφασης κύρωσης της διανομής στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 3-5-1949, έχει παρέλθει εικοσαετία. Οι σχετικοί ισχυρισμοί, ... τυγχάνουν απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Συγκεκριμένα, σε σχέση με τον πρώτο υπό στοιχείο α) ισχυρισμό, όπως προκύπτει σχετικά, ο (φερόμενος) ως δικαιοπάροχος των αιτούντων Ν. Κ. (σύζυγος της πρώτης αιτούσας και πατέρας των δεύτερου και τρίτης των αιτούντων) υπέβαλε την από 5-11-1991 με αριθ. πρωτ. 80/12-11-1991 αίτηση προς την κατ' άρθρο 246 παρ. 1 του Αγροτικού Κώδικα Επιτροπή Απαλλοτριώσεων, προβάλλοντας το δικαίωμα κυριότητας του ιδίου επί των ξένων (ως προς τη διανομή) τεμαχίων, η οποία - αίτηση - εκκρεμούσε στις 5-6-2003, χρόνο έναρξης ισχύος του ν. 3147/2003, επ' αυτής δε ουδέποτε εκδόθηκε απόφαση, παρά τις χωρίς αποτέλεσμα συνεχείς αιτήσεις για επίσπευση της διαδικασίας που υπέβαλλε τόσο ο ίδιος ο Ν.
Κ. (βλ. τις από 30-4-1996 με αριθ. πρωτ. 1/30-4-1996 και από 12-5-2003 με αριθ. πρωτ. 5044/23-5-2003 αιτήσεις) όσο και οι νυν αιτούντες (βλ. την από 10-4-2008 με αριθ. πρωτ. 3352/10-4-2008 αίτηση). Με την με αριθ. πρωτ. 72/9-8-1993 απόφαση του Προέδρου της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων, ορίστηκε πραγματογνώμονας για την εφαρμογή των ορίων του κτήματος ..., χωρίς όμως, μετά την διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης, να επανέλθει η Επιτροπή για να αποφανθεί επί της αίτησης.
Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση, δεν εφαρμόζεται, με βάση την πρόβλεψη της παραγράφου 2 στοίχ. β' του άρθρου 12 ν. 3147/2003, το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 242 του Αγροτικού Κώδικα, όπως προστέθηκε με την παράγραφο 2 στοιχ. α' του άρθρου 12 ν. 3147/2003, και προέβλεψε εικοσαετή, από το χρόνο κύρωσης της οριστικής διανομής, αποσβεστική (αποκλειστική) προθεσμία του δικαιώματος κυριότητας επί των ξένων ως προς τη διανομή ακινήτων.
Περαιτέρω, ο δεύτερος υπό στοιχείο β) ισχυρισμός (ένσταση) του καθ' ου περί παραγραφής του δικαιώματος προς καθορισμό της αποζημίωσης, τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι το ξένο ως προς τη διανομή τεμάχιο, θεωρείται ότι τελεί, κατά πλάσμα δικαίου, υπό νόμιμη επίταξη μέχρι την πληρωμή της αποζημίωσης στον ιδιοκτήτη και επομένως δεν θίγεται η κυριότητα του τελευταίου και κατ' ακολουθίαν δεν μπορεί να γίνει δεκτή έναρξη παραγραφής από την κατάληψη εκ μέρους των κληρούχων - δικαιούχων της οριστικής διανομής ή από τη δημοσίευση της απόφασης κύρωσης της διανομής...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, με την υπ' αριθμ. 613/2020 συμπροσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι, αφού εξακολουθεί να υφίσταται το δικαίωμα κυριότητας των αιτούντων (ήδη αναιρεσιβλήτων), δεν έχει παραγραφεί το δικαίωμα αυτών προς καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως για το επίδικο ακίνητο, το οποίο, ως "ξένο τεμάχιο", τελεί σε νόμιμη επίταξη και οι τελευταίοι δεν έχουν απωλέσει επί τούτου το δικαίωμα κυριότητος, ούτε, με τα δεδομένα αυτά, μπορεί να γίνει δεκτή έναρξη παραγραφής από την κατάληψη εκ μέρους των κληρούχων - δικαιούχων της οριστικής διανομής ή από τη δημοσίευση της αποφάσεως κυρώσεως της διανομής.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 242 και 246 του Αγροτικού Κώδικα, που εφαρμόσθηκαν. Έτσι δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, ούτε παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., που αποδίδονται με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, ο οποίος είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το Δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός, για μη λήψη υπ' όψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το Δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπ' όψη (Ολ.
Α.Π. 2/2001). Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπ' όψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι παραδεκτώς προβαλλόμενοι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.
Α.Π. 22/2005), δηλαδή οι ισχυρισμοί οι οποίοι, κατά το νόμο, διαμόρφωσαν ή, αναλόγως, ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως (Ολ. Α.Π. 14/2011, Α.Π. 415/2023, Α.Π 20/2023, Α.Π. 1430/2022), όχι, όμως και οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του Δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και που δεν έχουν αυτοτέλεια, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ.
Α.Π. 4/2014, Α.Π. 415/2023, Α.Π 20/2023, Α.Π. 1430/2022). Ακόμη, "πράγμα", κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως, είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά νόμο, στη γέννηση ή κατάλυση του ασκούμενου με την αγωγή ή την ένσταση δικαιώματος, ανεξαρτήτως από την βασιμότητά του, η οποία είναι ζητούμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και όχι προϋπόθεση αυτοτέλειας του ισχυρισμού (Α.Π. 415/2023, Α.Π. 760/2020).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το Δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι, το Δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι, για την απόδειξη και ανταπόδειξη ισχυρισμού που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έτσι, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νομίμως προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (Α.Π. 415/2023, Α.Π. 1161/2022, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 344/2020, Α.Π. 620/2019, Α.Π. 1169/2019, Α.Π. 222/2008, Α.Π. 70/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
Α.Π. 42/2002), διαμορφώνοντας το διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 781/2020, Α.Π. 1169/2019, Α.Π. 1/2018, Α.Π. 1874/2008), εφόσον, βεβαίως, προτάθηκαν παραδεκτώς στο Δικαστήριο της ουσίας, πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1126/2020). Ωστόσο, δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκομίσθηκαν μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους.
Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός (Ολ.
Α.Π. 2/2008, Α.Π. 415/2023, Α.Π. 781/2022) και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (Α.Π. 415/2023, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1126/2020, Α.Π. 1167/2019). Μη λήψη υπ' όψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου (Α.Π. 415/2023, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1167/2019, Α.Π. 798/2010, Α.Π. 22/2005), όχι, όμως και τα επίδικα (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 781/2020, Α.Π. 427/2020, Α.Π. 345/2020, Α.Π. 1167/2019).
Δεν αποκλείεται, βεβαίως, το Δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος, αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στην κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς να παραληφθεί κανένα (Ολ.
Α.Π. 8/2016, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1126/2020). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος, αρκεί, παρά τη βεβαίωση του Δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπ' όψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ.
Α.Π. 2/2008, Α.Π. 415/2023, Α.Π. 1161/2022, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1126/2020, Α.Π. 1034/2020, Α.Π. 412/2019, Α.Π. 705/2019). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναιρέσεως να αναφέρεται: α) ποιες είναι οι αποδείξεις που προσκομίσθηκαν μετ' επικλήσεως και τις οποίες δεν έλαβε υπ' όψη του το Δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το Δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (Α.Π. 1161/2022, Α.Π. 681/2021, Α.Π. 255/2020, Α.Π. 1221/2018, Α.Π. 845/2018).
Εξάλλου, ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα, από εκείνο που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας ή ότι το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα, που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1110/2020, Α.Π. 75/2016, Α.Π. 100/2007).
Το αναιρεσείον με το δεύτερο αναιρετικό λόγο και υπό την επίκληση των αναιρετικών πλημμελειών από το άρθρο 559 αριθμ. 8 περ. β' και 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., μέμφεται την προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 3264/2021, απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ότι εσφαλμένως απέρριψε την επαναντένστασή του περί μη εκκρεμούς, στις 5-6-2003, οπότε ίσχυε το άρθρο 12 παρ. 2 στοιχ.
β' του Ν. 3147/2003, αιτήσεως των αναιρεσιβλήτων ενώπιον της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων, επειδή η αίτηση των τελευταίων είναι όμοια με την από 14-4-1989 προηγούμενη αίτηση αυτών, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 98/1990 απόφαση της Επιτροπής, άλλως επειδή επί της από 12-11-1991 αιτήσεως δεν είχε εκδοθεί εντός τριμήνου απόφαση της ανωτέρω Επιτροπής, ενώ, περαιτέρω, δεν προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψη:
α) την από 14-4-1989 αίτηση του Ν. Κ. προς την Επιτροπή Απαλλοτριώσεων, β) την υπ' αριθμ. 98/1990 απόφαση της Επιτροπής, γ) την προσφυγή κατ' αυτής του Ν. Κ., δ) την υπ' αριθμ. 5885/1990 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ε) την ομοίου περιεχομένου αίτησή του με αριθμό 80/12-11-1991 και στ) το υπ' αριθμ. πρωτ. 3492/21-11-2017 έγγραφο του Τμήματος Εποικισμού της Περιφέρειας Αττικής.
Ο λόγος αναιρέσεως αυτός και υπό τα δύο σκέλη του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, καθόσον το Εφετείο δέχθηκε, όπως δεν αμφισβητήθηκε, ότι κατά το κρίσιμο διάστημα ισχύος του άρθρου 12 παρ. 2 στοιχ. β' του Ν. 3147/2003 είχε κατατεθεί και ήδη εκκρεμούσε η από 12-11-1991 αίτηση του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων προς την Επιτροπή Απαλλοτριώσεων, που προβλέπονταν από το άρθρο 246 του Αγροτικού Κώδικα, επί της οποίας αιτήσεως δεν είχε ακόμη εκδοθεί απόφαση, αν και είχε διενεργηθεί η διαταχθείσα διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, και έλαβε υπόψη τα φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα.
Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο το αναιρεσείον προβάλλει εναντίον της προσβαλλομένης αποφάσεως τις αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 242 και 246 του Αγροτικού Κώδικα, 12 παρ. 2 του Ν. 3147/2003 και 29 παρ. 11α και 12 περ. γ' του Ν. 2882/2001, κρίνοντας ότι η επίδικη έκταση είναι "ξένο τεμάχιο" οριστικής διανομής, ενώ δεν παραθέτει καθόλου αιτιολογίες, άλλως παραθέτει ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς την ανωτέρω κρίση του, περαιτέρω δε, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1, 8 περ. β', 11 περ. γ' και 19 του Κ.Πολ.Δ., ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεχόμενο ότι δεν καταβλήθηκε από αυτό (αναιρεσείον) αποζημίωση στους αιτούντες για το επίδικο ακίνητο, παραβίασε ευθέως το άρθρο 29 παρ. 11α του Ν. 2882/2001, δεν έλαβε υπ' όψη τον σχετικό ισχυρισμό του, ούτε τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα και, συγκεκριμένα, το υπ' αριθμ. πρωτ. 3492/21-11-2017 έγγραφο του Τμήματος Εποικισμού της Περιφέρειας Αττικής, την υπ' αριθμ. 49/1969 οριστική απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Αθηνών και την κατάθεση της Κ. Κ. - Φ., υπαλλήλου του Τμήματος Τοπογραφίας, Εποικισμού & Αναδασμού Π.Ε. Ανατολικής Αττικής της Διευθύνσεως Πολιτικής Γης της Περιφέρειας Αττικής, ενώ δεν παρέθεσε καθόλου αιτιολογίες, άλλως παρέθεσε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τον ισχυρισμό του αυτόν.
Από την επιτρεπτή (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση της προσβαλλομένης, υπ' αριθμ. 3264/2021, αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο, προκειμένου να προβεί στον οριστικό προσδιορισμό της τιμής μονάδας αποζημιώσεως του ακινήτου των αιτούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την παρούσα δίκη, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του υπ' αριθμ. ...
συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Κ., νομίμως μεταγεγραμμένου στον τόμο 48 και με α.α. 116 των βιβλίων μεταγραφών του τέως Δήμου Μαραθώνας Αττικής, η Ιερά Μονή Πεντέλης, έχουσα κατά τη δήλωσή της, στην αποκλειστική και απεριόριστη κυριότητα αυτής, νομή και κατοχή εξ αμνημονεύτων χρόνων μεγάλο (μέγα) αγρόκτημα με το ανέκαθεν γνωστό όνομα "..." και με τα όρια αυτού, εκτεινόμενα από το Αμαρούσιο μέχρι τη θάλασσα Μαραθώνας στο όρος Πεντελικό και στην περιφέρεια των Δήμων Αθηναίων, Κρωπίας και Μαραθώνας, μεταβίβασε, πώλησε και παρέδωσε στην "ομάδα Σπαταναίων γεωργών", αποτελούμενη μεταξύ των άλλων από τον δικαιοπάροχο των αιτούντων, πεθερό της πρώτης αιτούσας και παππού του δεύτερου και της τρίτης των αιτούντων, Δ.
Κ. του Ι. και των Ν. Κ. του Δ., Σ. Κ. του Ν., Γ. Μ. του Ι., Α. Π. του Ν., Β. Κ. του Π., Γ. Μ. του Α., Β. Μ. του Μ., Γ. Ν. του Ι., Β. Ν. Δημητρίου, Γεωργίου Μ. του Μ., Δ. Π. του Α., Β. Τ. του Ι., Δ. Γ. του Γ., Κ. Χ. του Γ., Σ. Κ. του Δ., Σ. Μ. Γ. και Σ. Κ. του Α., έκταση, εμβαδού δύο χιλιάδων (2.000) στρεμμάτων. Κατά τον τίτλο κτήσεως, η έκταση κείται στην περιφέρεια "..." Νταού, παρά το Λυκόρρεμα και οριζόμενη από τα εξής περίπου όρια:
προς νότο με κτήμα "Ραφίνα", πρώην ιδιοκτησίας Σκουζέ, του συνόρου του χωρίζοντας το κτήμα "..." της πωλήτριας από το κτήμα Ραφίνα, αρχομένου από τη δημόσια οδό Μαραθώνας πλησίον του εικοστού έκτου (26) χιλιομέτρου και τερματιζόμενου στη θάλασσα, γειτνιάζον προς ανατολάς με θάλασσα, προς δυσμάς με δημόσια οδό Μαραθώνας, η οποία διασχίζει το κτήμα της πωλήτριας "..." και προς βορρά με έκταση ανήκουσα προηγουμένως στην πωλήτρια, ήδη δε πωληθείσα με το υπ' αριθμ. 6165 πωλητήριο συμβόλαιο της πωλήτριας Μονής στην ομάδα γηγενών και προσφύγων Χαλανδρίου σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 66576 του έτους 1929 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας.
Για την ως άνω μεταβίβαση είχε προηγηθεί η συγκατάθεση του Ηγουμενοσυμβουλίου της ιεράς Μονής Πεντέλης δυνάμει των υπ' αριθμ. 243/19.03.1927 και 341/09.06.1927 αποφάσεων του, υπό την προϋπόθεση ότι την εκούσια αυτή μεταβίβαση θα επιτρέψουν και οι δημόσιες αρχές σύμφωνα με τις κατά νόμο διατυπώσεις και ιδίως τον νόμο 3250/1924.
Με την υπ' αριθμ. 161721/9927/03.12.1927 απόφασή του, ο τότε Υπουργός Γεωργίας Α. Π., κατόπιν της υπ' αριθμ. 99/23.11.1927 γνωμοδοτήσεως του Συμβουλίου Εποικισμού, ήρε την εκ του νόμου 3250/1924 υφιστάμενη απαγόρευση και επέτρεψε την πώληση του ως άνω τμήματος των 2.000 στρεμμάτων προς τους άνω δεκαοκτώ (18) γεωργούς, τους οποίους χαρακτηρίζει, ως "ομάδα γεωργών εκ Σπάτων" και των οποίων τα ονόματα εμφαίνονται στον από 3-8-1929 πίνακα του Β.
Γραφείου Εποικισμού Αττικοβοιωτίας. Εν συνεχεία, αφού τηρήθηκαν όλες οι διατυπώσεις του ν. ΓΥΙΔ (3414)/1911, όπως αυτός είχε τροποποιηθεί, το Υπουργικό Συμβούλιο επέτρεψε την πραγματοποίηση της πώλησης της άνω εκτάσεως, εξ αδιαιρέτου, προς τους αγοραστές, και με την υπ' αριθμ. 5 απόφασή του, της ΙΗ' Συνεδριάσεως της 26.04.1929, όρισε το τίμημα του υπό πώληση τμήματος σε τετρακόσιες πενήντα (450) δραχμές κατά στρέμμα και έτσι η ομάδα των σπαταναίων καλλιεργητών - ακτημόνων έγινε εξ αδιαιρέτου συγκυρία της πωληθείσης εκτάσεως.
Κατ' εφαρμογή όρου του ως άνω συμβολαίου, ο πολιτικός μηχανικός X. Χατζημιχάλης αποτύπωσε την ως άνω έκταση στο από 01.05.1930 τοπογραφικό διάγραμμα, το οποίο κατετέθη την 11.06.1930 στον συμβολαιογράφο Αθηνών Π. Κ., ο οποίος συνέταξε την υπ' αριθμ. 7068/11.6.1930 πράξη καταθέσεως σχεδιαγράμματος. Συγκεκριμένα το κτήμα ..., ιδιοκτησίας της Ιεράς Μονής Πεντέλης, έχει καταγραφεί στους κωδικούς της Μονής βάσει του Β.Δ.
περί κτηματολογίου των Μοναστηρίων του Κράτους (ΦΕΚ 41/21.12.1834), το οποίο εκμίσθωνε η Μονή σε ιδιώτες - καλλιεργητές ήδη από το έτος 1867 και κατόπιν εξήρεσε τα 4.500 στρέμματα από αυτό, τα οποία μεταβίβασε στην "ομάδα των καλλιεργητών Σπάτων". Εν συνεχεία με την υπ' αριθμ. 11739/1932 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ.
Κ., νομίμως μεταγεγραμμένη στον τόμο 49 με α.α. 232 των βιβλίων μεταγραφών του Δήμου Μαραθώνας, οι εκεί συμβαλλόμενοι αφ' ενός ο Οργανισμός Διαχειρίσεως Εκκλησιαστικής Περιουσίας με το Μοναστηριακό Συμβούλιο της Αρχιεπισκοπής Αθηνών, αφ' ετέρου η ως άνω ομάδα των 18 γεωργών, μεταξύ των οποίων και ο δικαιοπάροχος των αιτούντων Δημήτριος Ι.
Κ.ς, αναγνώρισαν εκ νέου, ως καθ' όλα νόμιμο, ισχυρό και απρόσβλητο το ως άνω υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Π. Κ., και συμφώνησαν ότι η εκεί αναφερόμενη μεταβιβασθείσα έκταση καταμετρήθηκε εν τέλει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) στρέμματα, η οποία εκτείνεται μεταξύ των παρακάτω ορίων: ανατολικά με θάλασσα επί πλευράς μήκους χιλίων τριακοσίων εβδομήκοντα πέντε (1375) περίπου μέτρων, μετρουμένης της τελευταίας από νότο προς βορρά, σύμφωνα με τη φυσική διαμόρφωση της ακτής, δυτικά με δημόσια οδό Αθηνών - Μαραθώνος επί πλευράς μήκους χίλιων περίπου μέτρων, σύμφωνα με τις διάφορες καμπές αυτής, αρκτικά με κτήμα πρώην της πωλητρίας Ιεράς Μονής Πεντέλης και ήδη περιελθόν δυνάμει του υπ' αριθμ. 6165 συμβολαίου του άνω συμβολαιογράφου, σε συνδυασμό και με την υπ' αριθμ. 9899 της 16 Απριλίου του έτους 1932 πράξη στην ομάδα γεωργοκτηματιών και προσφύγων Χαλανδρίου, επί πλευράς μέτρων χιλίων περίπου σε ευθεία γραμμή και μεσημβρινώς με κτήμα Ραφίνας επί πλευράς μήκους χιλίων εννιακοσίων πεντήκοντα (1950) περίπου μέτρων, αρχομένης από την οδό Αθηνών - Μαραθώνος, διακόσια (200) περίπου μέτρα βορείως του δείκτου του 26ου χιλιομέτρου της οδού αυτής, από την οποία αρχίζει ο καρόδρομος που οδηγεί προς Ραφίναν, της πλευράς δε αυτής ακολουθούσης τον καρόδρομο μέχρι βάθους χιλίων τετρακοσίων πενήντα (1450) περίπου μέτρων σύμφωνα με τις καμπές του από τη δημόσια οδό Αθηνών - Μαραθώνος και στα σημεία στα οποία περατούται αυτός, ακολουθούσα στη συνέχεια διεύθυνση προς ανατολάς.
Στην ίδια ως άνω πράξη συμφωνήθηκε το τίμημα στις 500 δραχμές για κάθε στρέμμα. Με τις υπ' αριθμ. 6852/30.11.1930 και 6857/03.12.1930 πράξεις του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Π., νομίμως μεταγεγραμμένες στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Μαραθώνος, στον τόμο 51 και με α,α. 270 και 271 αντιστοίχως, ο Δημήτριος Ι. Κ.ς είχε αγοράσει από τους Σπυρίδωνα Κατσίκη και Δημήτριο Γεώργα, συγκαλλιεργητές, της ομάδας των 18 γεωργών, τα μερίδιά τους (κατά το 1/5 εξ αδιαιρέτου) επί της άνω εκτάσεως, που είχε μεταβιβασθεί με την ως άνω υπ' αριθμ. 6166/06.03.1930 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Π.
Κ.. Εν τέλει, μετά από αλλεπάλληλες μεταβιβάσεις μεταξύ των 18 αρχικών συνιδιοκτητών - καλλιεργητών, αποχωρήσεις των περισσοτέρων εξ αυτών και εισχωρήσεις νέων καλλιεργητών, η ως άνω έκταση διανεμήθηκε, δυνάμει της υπ' αριθμ. 1477/11.04.1943 πράξεως του συμβολαιογράφου Κρωπίας Ε. Κ., νομίμως μεταγεγραμμένης στον τόμο 58 και με α.α. 76 των βιβλίων μεταγραφών του Δήμου Μαραθώνος.
Από την διανομή του συμβολαιογράφου Καλαχάνη ο Δημήτριος Ι. Κ.ς έλαβε έκταση, συνολικού εμβαδού τουλάχιστον εκατόν πενήντα (150) στρεμμάτων. Την 27.09.1968 απεβίωσε ο Δημήτριος Ι. Κ.ς, ο οποίος με την υπ' αριθμ. 9514/1966 δημόσια διαθήκη, συνταχθείσα από τον συμβολαιογράφο Αθηνών Δ. Σ., κληρονομήθηκε από τα τέκνα του, στα οποία εγκατέλειπε κατ' ισομοιρία όλη την ακίνητη περιουσία του.
Ειδικώς, στον γιό του, σύζυγο της πρώτης των αιτούντων και πατέρα των δεύτερου και τρίτης των αιτούντων Ν. Δ. Κ., άφησε, μεταξύ άλλων, και "τα κτήματα τα κείμενα εν θέσει Λυκόρεμα-Κόκκινο Λιμανάκι ή Νταού, ή Σήθι ή Μάτι ή ..., της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Μαραθώνος, όπως εμφαίνονται στο από 2-3-1962 σχεδιάγραμμα του Μηχανικού Κ.
Μ., εντός κόκκινης μελάνης, όσης εκτάσεως και αν είναι και αναφέρονται στο υπ' αριθμ. 1477/43 συμβόλαιο του συμβ/φου Κρωπίας Ε. Κ..". Σύμφωνα με το άνω τοπογραφικό διάγραμμα και σύμφωνα με τις πρόσφατες εμβαδομετρήσεις, το ακριβές εμβαδόν της έκτασης ανέρχεται σε σαράντα πέντε χιλιάδες εξακόσια σαράντα εννέα και 66 (45.649,66 τ.μ.) τετραγωνικά μέτρα, η οποία είναι και η επίδικη.
Κατά τους ισχυρισμούς των αιτούντων εκ παραδρομής των αρμοδίων υπαλλήλων της Διεύθυνσης Εποικισμού του Υπουργείου Γεωργίας, εν αγνοία των δικαιοπαρόχων τους Δ. Ι. Κ. και Ν. Δ. Κ., το επίδικο τμήμα έχει συμπεριληφθεί στην οριστική διανομή οικοπέδων του Συνοικισμού ...ς - Εθνικών Αγωνιστών (Μακεδονομάχων) Αττικής του έτους 1948, η οποία κυρώθηκε με την 65441/03.05.1949 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας (ΦΕΚ/Β/67/03.05.1949), το έτερο τμήμα, δυτικώς, επί της οδού Ήλιδος, που ανήκε στο δικαιοπάροχο των αιτούντων και τον αδελφό του Γ.
Κ., και στην Α. Τ., συμπεριελήφθη στη διανομή κληροτεμαχίων του 1955, τα οποία διανεμήθηκαν σε διαφόρους κληρούχους της περιοχής ...ς. Όμως, το καθ' ου η αίτηση Ελληνικό Δημόσιο με τις έγγραφες προτάσεις του αμφισβητεί την ταυτότητα του επιδίκου, ισχυριζόμενο ότι με την ένδικη αίτηση σκοπείται προφανώς η εκ νέου μετατόπιση προς νότο των ορίων μεταξύ του απαλλοτριωθέντος κτήματος ...ς και του κτήματος άνωθεν αυτού, ώστε εκτάσεις που έχουν νομίμως απαλλοτριωθεί και συμπεριληφθεί ρητώς στην οικεία απαλλοτριωτική πράξη και αποζημιωθεί νομίμως, να θεωρούνται ως ξένα τεμάχια της απαλλοτρίωσης αυτής.
Σε κάθε δε περίπτωση ο ισχυρισμός αυτός του καθ' ου η αίτηση, Ελληνικού Δημοσίου, δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας δίκης στο πλαίσιο του καθορισμού της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί του επιδίκου των αιτούντων, φερομένης συν ιδιοκτησίας τους, αλλά αποτελεί αντικείμενο άλλης δίκης, που θα ανοιγεί στο πλαίσιο της αναγνώρισης των αιτούντων ως δικαιούχων της αποζημίωσης.
Στη συνέχεια ο Ν. Κ. απεδέχθη την κληρονομιά του πατέρα του, Δ. Κ. με την υπ' αριθμ. 442/1986 πράξη του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, την υπ' αριθμ. 9009/19.05.1988 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Κ. και την υπ' αριθμ. ... διορθωτική πράξη της ιδίας Συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένων στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σπάτων στους τόμους 226, 246 και 248 και με α.α. 478, 157 και 145 αντιστοίχως.
Ακολούθως, ο Ν. Κ. υπέβαλε την υπ' αριθμ. 80/12.11.1991 αίτησή του προς την Επιτροπή Απαλλοτριώσεων Ανατολικής Αττικής περί αναγνωρίσεως κυριότητας, κατά την διαδικασία του άρθρου 246 του Αγροτικού Κώδικος, επί της άνω έκτασής του στην περιοχή Λυκόρεμα στην ... Αττικής. Η ως άνω αίτηση συζητήθηκε την 16.06.1992 και την 08.09.1992 διενεργήθηκε αυτοψία από τα μέλη της Επιτροπής.
Πριν από την συζήτηση της αιτήσεως, η Τοπογραφική Υπηρεσία της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής εξέδωσε την υπ' αριθμ. πρωτ. 912/11.06.1992 απαιτούμενη βεβαίωση της παραγράφου 2 του άρθρου 246 του Αγροτικού Κώδικα, που βεβαίωνε την αντιστοίχιση της φερομένης ιδιοκτησίας τους με τα τεμάχια διανομής του Αγροκτήματος ...ς και την προσδιόρισε στον χώρο της.
Εν συνεχεία με την υπ' αριθμ. 72/9-8-1993 πράξη του ο Πρόεδρος της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Αθηνών όρισε πραγματογνώμονα από τον οικείο πίνακα, που τηρείται στο Πρωτοδικείο Αθηνών, τον τοπογράφο μηχανικό Νικόλαο Ζαχαριά, ο οποίος, νομίμως, διενήργησε την ανατεθείσα σε αυτόν πραγματογνωμοσύνη, με θέμα την εφαρμογή επί χάρτου των ορίων του κτήματος "...", που αναφέρεται στην υπ' αριθμ. 471/1903 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την εφαρμογή επί χάρτου των ορίων μεταξύ των Κοινοτήτων ...ς και Σπάτων, που αναφέρονται στην έκθεση 51/1930 καθορισμού ορίων της Πρωτοβαθμίου Επιτροπής από τον Ειρηνοδίκη Κρωπίας, την εφαρμογή επί χάρτου που αναφέρεται στην υπ' αριθμ. 57/1930 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, την εφαρμογή επί χάρτου των ορίων του κτήματος "...", που αναφέρεται στην υπ' αριθμ. 57/1930 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, την εφαρμογή επί χάρτου των ορίων της υπ' αριθμ. 9514/18.10.1966 δημόσιας διαθήκης του Δημητρίου Ι.
Κ. που συνέταξε ο συμβολαιογράφος Αθηνών Δ. Σ., όπως αυτά (όρια) εμφαίνονται στο συνημμένο σε αυτή από 02.03.1962 τοπογραφικό του μηχανικού Μπράχου και την εφαρμογή επί χάρτου των Ιερών Κωδίκων της Ιεράς Μονής Πεντέλης των ετών 1836 και 1837. Ακολούθως, ο ως άνω διορισθείς πραγματογνώμονας συνέταξε την από 31.03.1994 έκθεσή του, την οποία κατέθεσε στην Γραμματεία της Επιτροπής, λαβούσα αριθμό πρωτοκόλλου 8/04.04.1994 και αντίγραφό της δόθηκε στον Ν.
Δ. Κ.. Στην έκθεση αυτή ο πραγματογνώμονας με αιτιολογημένη ανάλυσή του αποφαίνεται και καθορίζει τα όρια της συνολικής εκτάσεως του κτήματος "...", που μεταβιβάστηκε με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο και το συμπληρωματικό υπ' αριθμ. 11739/1932 συμβόλαιο από την Ιερά Μονή Πεντέλης στους 18 Σπαταναίους γεωργούς, στους οποίους συγκαταλέγεται και ο δικαιοπάροχος των αιτούντων Δ.
Κ.. Συγκεκριμένα, ο εν λόγω πραγματογνώμονας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η επίδικη ιδιοκτησία που αναφέρεται στην υπ' αριθμ. 9514/1966 δημόσια διαθήκη, συνταχθείσα κατά τα ανωτέρω από τον συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Σ. είναι εντός των ορίων της ιδιοκτησίας, που περιήλθε στον Ν. Κ., με τα ως άνω υπ' αριθμ. ... και 11739/1932 συμβόλαια και την ως άνω υπ' αριθμ. 1477/1943 πράξη διανομής του κτήματος, αποτυπώνοντας και σημειώνοντας τα όρια της ιδιοκτησίας Κανάκη, εντός των ορίων του κτήματος "...", στο οποίο απεικονίζεται και αποτυπώνεται η αρχική έκταση των υπ' αριθμ. ...
και 11739/1932 συμβολαίων και η διανομή δυνάμει της υπ' αριθμ. 1477/1943 πράξης διανομής. Περαιτέρω, σύμφωνα με το από Οκτώβριο του έτους 2016 τοπογραφικό διάγραμμα με αριθμό 1 της τεχνικής έκθεσης που συνέταξε ο τοπογράφος μηχανικός Γ. Μ. επιμελεία των αιτούντων, η επίδικη έκταση, εμβαδού σαράντα πέντε χιλιάδων εξακοσίων σαράντα εννέα και 66 (45.649,66 τ.μ.) τετραγωνικών μέτρων, ορίζεται περιμετρικά από τα στοιχεία Α-Β-Γ...Ω-Α1-Β1-Ω1-Α2...Δ2-Ε2-Α, συνορεύει ανατολικά με θάλασσα, βόρεια με την οδό Παύλου Μελά, δυτικά με την οδό Ειρήνης και νότια με την οδό Καββαδία και ρέμα.
Σύμφωνα με την εφαρμογή των ορίων της συγκεκριμένης διανομής επί του εδάφους, όπως απεικονίζεται στο τοπογραφικό διάγραμμα του εν λόγω τοπογράφου μηχανικού η συνολική επίδικη έκταση, εμβαδού σαράντα πέντε χιλιάδων εξακοσίων σαράντα εννέα και 66 (45.649,66 τ.μ.) τετραγωνικών μέτρων, που περιγράφεται ανωτέρω, περιλαμβάνεται εντός των ορίων του κτήματος ....
Μετά την κτηματογράφηση της περιοχής από το Εθνικό Κτηματολόγιο, τα όρια των αντιστοίχων τεμαχίων απεικονίζονται στο από Οκτώβριο του έτους 2016 άνω διάγραμμα και οι κάτοχοι των αντίστοιχων τεμαχίων εμφαίνονται στον από Οκτώβριο του έτους 2016 πίνακα που συνέταξε ο ίδιος ως άνω τοπογράφος μηχανικός. Στον πίνακα αυτό, για κάθε τεμάχιο αναφέρεται τόσο ο αντίστοιχος αριθμός του τεμαχίου της διανομής ...ς - Εθνικών Αγωνιστών (Μακεδονομάχων) του έτους 1948, όσο και ο αντίστοιχος κτηματολογικός αριθμός του.
Η επίδικη εδαφική έκταση συνίσταται στα κάτωθι αναλυτικά περιγραφόμενα κατά θέση, εμβαδό και όρια κληροτεμάχια, όπως αυτή εμφαίνεται και απεικονίζεται στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα. Ειδικότερα, μέρος της επίδικης εδαφικής έκτασης επιφάνειας σαράντα πέντε χιλιάδων εξακοσίων σαράντα εννέα και 66 (45.649,66 τ.μ.) τετραγωνικών μέτρων, ήτοι με στοιχεία Ο.Τ. 2, 3, 4, ΚΧ15, συνολικού εμβαδού 24.554,86 τ.μ., αναφέρεται σύμφωνα με την έκθεση του ως άνω τοπογράφου μηχανικού, Γ.
Μ. ως οικοδομήσιμες επιφάνειες, ευρισκόμενες εντός των ορίων του εγκεκριμένου σχεδίου, ενώ το τμήμα του επιδίκου με στοιχεία 16, εμβαδού 9.900,48 τ.μ., ευρισκόμενο εκτός των ορίων του εγκεκριμένου σχεδίου, χαρακτηρίζεται στην ως άνω έκθεση ως μη οικοδομήσιμο και το τμήμα του επιδίκου με στοιχεία ΚΧ 42 και δημοτικοί δρόμοι, ευρισκόμενο εντός των ορίων του εγκεκριμένου σχεδίου περιλαμβάνει επιφάνειες συνολικού εμβαδού 11.194,33 τ.μ., οι οποίες χαρακτηρίζονται ως μη οικοδομήσιμες.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ότι η επίδικη έκταση, αν και ανήκε στη συνολική έκταση, η οποία αγοράσθηκε το έτος 1930, μεταξύ άλλων και από τον αρχικό δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων Δ. Κ., εν τούτοις, εκ παραδρομής των αρμοδίων υπαλλήλων της Διευθύνσεως Εποικισμού του Υπουργείου Γεωργίας, εν αγνοία του προαναφερθέντος δικαιοπαρόχου τους, περιελήφθη στην οριστική διανομή οικοπέδων του Συνοικισμού ...ς - Εθνικών Αγωνιστών (Μακεδονομάχων) Αττικής του έτους 1948, τα οποία διανεμήθηκαν σε διαφόρους κληρούχους της περιοχής ...ς, με αποτέλεσμα να καταστεί "ξένο τεμάχιο" κατά τους όρους του άρθρου 242 του Αγροτικού Κώδικα, να θεωρείται ότι βρίσκεται σε νόμιμη επίταξη, χωρίς να έχει καταβληθεί καμία αποζημίωση είτε στους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων είτε στους τελευταίους.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 242 και 246 του Αγροτικού Κώδικα, 12 παρ. 2 του Ν. 3147/2003 και 29 παρ. 11α και 12 περ. γ' του Ν. 2882/2001, που εφαρμόσθηκαν, δε στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, ούτε παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Περαιτέρω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης, υπ' αριθμ. 3264/2001, αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι το Εφετείο έκρινε και απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσίαν τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί καταβολής αποζημιώσεως στους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων, ρητώς δε αναφέρεται σε αυτήν (4η σελίδα) ότι ελήφθησαν υπ' όψη η ένορκη κατάθεση της Κ.
Κ. - Φ., διοικητικού υπαλλήλου Περιφέρειας Αττικής και όλα τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, και, συνεπώς, σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά, αντιθέτως, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι τα ως άνω φερόμενα ως αγνοηθέντα αποδεικτικά μέσα ελήφθησαν υπ' όψη και συνεκτιμήθηκαν με τις λοιπές αποδείξεις για την στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος του Δικαστηρίου.
Η άποψη του αναιρεσείοντος ότι η διαφορετική εκτίμηση των ανωτέρω εγγράφων θα οδηγούσε το Εφετείο σε πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί απαραδέκτως σε έλεγχο της προσβαλλομένης αποφάσεως για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και, συνακολούθως, σε επανεκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την θεμελιώδη επιταγή του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ. 1, 8 περ. β', 11 περ. γ' και 19 του Κ.Πολ.Δ., που αποδίδονται με τους τρίτο και τέταρτο αναιρετικούς λόγους, οι οποίοι είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Κατά το άρθρο 17 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος του 1975, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή του: "1. Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. 2. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.
Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. 3. Η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριουμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης, και μόνο εξαιτίας της, δεν λαμβάνεται υπόψη". Με την αναθεώρηση των συνταγματικών διατάξεων, που έγινε με το από 06-04-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, στην παραπάνω παράγραφο 2 του άρθρου 17 προστέθηκε τρίτο εδάφιο, το οποίο ορίζει ότι "Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό".
Η πιο πάνω νέα διάταξη του Συντάγματος (άρθρο 17 παρ. 2 εδάφ. γ'), σύμφωνα με τη διάταξη του κεφαλαίου Δ' του Ψηφίσματος, τέθηκε σε ισχύ από τη δημοσίευση αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από 18-04-2001, έχει δε εφαρμογή, ως συνταγματική και επί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, που κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του.
Τα ίδια ορίζονται και στο άρθρο 13 παρ. 1 εδάφ. α' και β' του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), στο οποίο, περαιτέρω, ορίζεται, στο εδάφιο γ', ότι ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπ' όψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβιβάσεως κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά τον χρόνο της κηρύξεως της απαλλοτριώσεως, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 6 εδάφ. δ' του ιδίου νόμου, που προστέθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 76 του Ν. 4146/2013 (ΦΕΚ Α' 90/18.4.2013) και εφαρμόζεται και στις κηρυχθείσες απαλλοτριώσεις, για τις οποίες δεν έχει συζητηθεί η αίτηση καθορισμού προσωρινής ή οριστικής αποζημιώσεως (άρθρο 76 παρ. 8 του Ν. 4146/2013), "Το δικαστήριο υποχρεούται να αιτιολογεί ειδικά την τυχόν απόκλιση της προσδιοριζομένης από το ίδιο αξίας του ακινήτου τόσο από την προκύπτουσα κατά το αντικειμενικό σύστημα αξία του, όσο και από την προκύπτουσα από την έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής της παραγράφου 1 του παρόντος ή του ανεξάρτητου εκτιμητή της παρούσας παραγράφου".
Επίσης, με το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε (μαζί με την Σύμβαση) με το Ν.Δ. 57/1974 και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι "Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της περιουσίας του, ειμή δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέσει σε ισχύ νόμους τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίους για ρύθμιση της χρήσεως αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή για εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για τον υπολογισμό της αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων λαμβάνεται υπ' όψη η αξία αυτών κατά το χρόνο συζητήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό στο Εφετείο, αν η συζήτηση αυτή διεξαχθεί μετά από ένα έτος από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως και ότι τα Δικαστήρια, κατά τον καθορισμό τιμής μονάδος αποζημιώσεως ακινήτου, που εμπίπτει στο ισχύον σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας του, υποχρεούνται να λαμβάνουν υπ' όψη και την αντικειμενική αξία αυτού, καθώς και των ομόρων και ομοειδών προς αυτό ακινήτων, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ως ασφαλές και αντικειμενικό μέτρο κρίσεως για την εξεύρεση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου, η οποία, πάντως, σε καμία περίπτωση, δεν δεσμεύει τη δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του.
Κατά την έννοια της προαναφερομένης διατάξεως του άρθρου 13 παρ. 1 εδάφ. α' και β' του Ν. 2882/2001, τα διαγραφόμενα από αυτήν κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το Δικαστήριο για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται, στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεν τα λάβει υπ' όψη του ή θα λάβει υπ' όψη άλλα τέτοια.
Το Δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την πραγματική αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποιούμενης στην παραπάνω διάταξη λέξεως "ιδίως", σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει καταλλήλως. Μεταξύ των κριτηρίων, τα οποία μπορεί να λάβει υπ' όψη του το Δικαστήριο, είναι και οι υπάρχουσες, κατά τον ανωτέρω χρόνο, οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να τις αναλύει διεξοδικώς, όταν αυτές είναι πασίγνωστες και οι οποίες λαμβάνονται υπ' όψη αυτεπαγγέλτως και χωρίς απόδειξη (άρθρο 336 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).
Ωστόσο, μετά την προσθήκη της παρ. 6 του άρθρου 15 του Ν. 2882/2001, με την παρ. 8 του άρθρου 76 του Ν. 4146/2013, τα Δικαστήρια κατά τον καθορισμό της τιμής μονάδος αποζημιώσεως ακινήτου, που εμπίπτει στο ισχύον σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας του, υποχρεούνται να λαμβάνουν υπ' όψη και την αντικειμενική αξία αυτού, καθώς και την αξία σύμφωνα με την έκθεση της Επιτροπής Προεκτιμήσεως, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ως ασφαλές και αντικειμενικό μέτρο κρίσεως για την εξεύρεση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου.
Και ναι μεν, η αντικειμενική αξία, καθώς και η έκθεση της Επιτροπής Προεκτιμήσεως δεν δεσμεύουν τη δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του ακινήτου, πλην όμως, αν το Δικαστήριο αποκλίνει από αυτήν ή από την τιμή της αρμόδιας Επιτροπής, τότε θα πρέπει να αιτιολογεί ειδικώς με την κρίση του τους παράγοντες, που το οδήγησαν στην εκτίμηση της ανώτερης αυτής πραγματικής αξίας (Α.Π. 108/2023, Α.Π. 174/2022, Α.Π. 170/2022, Α.Π. 125/2021, Α.Π. 872/2020, Α.Π. 645/2020).
Από την επιτρεπτή (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση της προσβαλλομένης, υπ' αριθμ. 3264/2021, αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο, προκειμένου να προβεί στον οριστικό προσδιορισμό της τιμής μονάδος αποζημιώσεως του ακινήτου των αιτούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την παρούσα δίκη, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Τα επίδικα ακίνητα βρίσκονται στο βόρειο όριο του σχεδίου πόλης του Δήμου ...ς, η οποία απέχει 25 χιλιόμετρα από το κέντρο της Αθήνας, στην περιοχή Κόκκινο Λιμανάκι ή "...", με μέση απόσταση από την παραλία 100 έως 500 μέτρα.
Τα υπό εκτίμηση ακίνητα απέχουν ένα χιλιόμετρο περίπου από το εμπορικό κέντρο της ...ς και το λιμάνι και βρίσκονται σε απόσταση περίπου 1700 μέτρων από τη Λ. Μαραθώνος. Από πολεοδομικής άποψης τα οικόπεδα που βρίσκονται στα ΟΤ 2, 3, 4 βρίσκονται εντός σχεδίου πόλεως του Δήμου ...ς. Η περιοχή εντάχθηκε στο σχέδιο πόλεως το έτος 1970 (ΠΔ 19-6-1970, ΦΕΚ 254 Δ/1972) με όρους δόμησης:
κατά κανόνα στον τομέα Γ για εμβαδόν 500, τ.μ. και πρόσοψη 13 μ, κάλυψη 30%, ΣΔ 0,6, αριθμ. ορόφων 3 και πρασιά 4 μ. και κατά παρέκκλιση στον ίδιο τομέα για εμβαδόν 200 τ.μ. και με πρόσοψη 10 μ. Η επίδικη έκταση βρίσκεται σε ανεπτυγμένη οικιστική περιοχή με οικοδομές καλής κατασκευής, οι οποίες χρησιμοποιούνται για μόνιμη και παραθεριστική κατοικία.
Η περιοχή εξυπηρετείται συγκοινωνιακά από γραμμές λεωφορείων, από τις παρακείμενες λεωφόρους Βραυρώνος και από την Αττική Οδό. Από πλευράς υποδομών κοινής ωφελείας υπάρχουν τα δίκτυα ηλεκτροδότησης, ύδρευσης και τηλεπικοινωνιών, χωρίς όμως να έχει ολοκληρωθεί ακόμη το αποχετευτικό σύστημα. Οι αιτούντες προς επίρρωση του ισχυρισμού τους ως προς το ύψος της τιμής μονάδας αποζημίωσης που ζητούν για την απαλλοτριούμενη έκταση προσκομίζουν την από Οκτώβριο του έτους 2016, (επικαιροποιημένη τον Οκτώβριο του έτους 2019), έκθεση εκτίμησης που συνέταξε η Ά.
Μ., αρχιτέκτων μηχανικός - πιστοποιημένη ορκωτή εκτιμήτρια. Ειδικότερα, στην έκθεση του έτους 2016 η εν λόγω εκτιμήτρια προσδιορίζει την εμπορική αξία των επιδίκων ακινήτων ανά Ο.Τ. ως εξής: σε 495 ευρώ/τ.μ. για το Ο.Τ. 02, σε 569 ευρώ/τ.μ. για το Ο.Τ. 03, σε 495 ευρώ/τ.μ. για το Ο.Τ. 04, σε 297 ευρώ/τ.μ. για τον ΚΧ 15, σε 68 ευρώ/τ.μ.
για τον ΚΧ 16 και στην επικαιροποιημένη έκθεσή της προσδιορίζει την εμπορική αξία των επιδίκων ακινήτων σε 525, 604, 525, 315 και 72 ευρώ/τ.μ. αντιστοίχως. Επίσης, οι αιτούντες προσκομίζουν τη με αριθμ. πρωτ. 13842/5372 έκθεση υπολογισμού αντικειμενικής αξίας των επιδίκων που υπογράφει η προϊσταμένη της Κτηματικής Υπηρεσίας Αθηνών-Ανατολικής Αττικής Ε.
Κ.. Με βάση την έκθεση αυτή η αντικειμενική αξία των οικοπέδων στα Ο.Τ. 2, 3, 4 (θεωρώντας τα άρτια και οικοδομήσιμα) συνολικής επιφάνειας 22.038.22 τ.μ. υπολογίζεται σε 6.313.950,03 ευρώ ή σε 286.50ευρώ/τ.μ. με προσαύξηση της αξίας των γωνιακών οικοπέδων με συντελεστή πρόσοψης 1,08, δηλαδή ανά τ.μ. στο ποσό των 309,42 ευρώ ανά τ.μ.
Για τις επίδικες ιδιοκτησίες που βρίσκονται εκτός σχεδίου με πρόσοψη στον αιγιαλό η αξία υπολογίζεται με βάση την ίδια έκθεση στα 109,296 ευρώ/τ.μ. (για όσες εκτάσεις βρίσκονται σε απόσταση 100 μέτρων από τη θάλασσα). Επίσης, οι αιτούντες προσκομίζουν πληθώρα φύλλων υπολογισμού αντικειμενικών αξιών, όπως ενδεικτικώς προσδιοριζόμενες σε 309,42 ευρώ/τ.μ.
για οικόπεδο 500,23 επί των οδών ... Δ. και Δημοκρατίας στο Ο.Τ. 3, σε 286,5 ευρώ/τ.μ. για οικόπεδο στην οδό Π. Μελά σε 286,49 ευρώ/τ.μ., στο ΟΤ 02, για οικόπεδο 496,67/τ.μ. στην οδό ...., στο Ο.Τ. 4, και κατά φθίνουσα αξία σε 137,52 ευρώ/τ.μ., για οικόπεδο επιφάνειας 2516,00 στις οδούς ... 79η και 67η, στο Ο.Τ. 15. Οι αιτούντες προσκομίζουν, επίσης, πίνακα νέου δείκτη τιμών διαμερισμάτων κατά γεωγραφική περιοχή (βλ.
στήλη λοιπών περιοχών) της Τράπεζας της Ελλάδος (Διεύθυνση Οικονομικής Ανάλυσης και μελετών) Α' τριμήνου του έτους 2017, κατά το οποίο παρατηρείται μεταβολή από -1,5 έως -0,5 καθώς και πίνακα νέου δείκτη τιμών διαμερισμάτων (άνω των 5 ετών) κατά γεωγραφική περιοχή (βλ. στήλη λοιπών περιοχών) της Τράπεζας της Ελλάδος (Διεύθυνση Οικονομικής Ανάλυσης και μελετών) Α' τριμήνου του έτους 2017, κατά το οποίο παρατηρείται μεταβολή από -0,5 έως -0,4.
Το καθ' ου η αίτηση, Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο με τις έγγραφες προτάσεις του συνομολογεί ότι οφείλει αποζημίωση στους αιτούντες μόνο για έκταση 1.738 τ.μ. που αντιστοιχεί στο τεμάχιο με αριθμό διανομής 1252, προσκομίζοντας προς τούτο το με αριθμ. πρωτ. 3492/21-11-2017 έγγραφο του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Πολιτικής Γης (Τμήμα Τοπογραφίας, Εποικισμού & Αναδασμού της Π.Ε.
Ανατολικής Αττικής) Β. Χ., υποβιβάζει την εμπορική αξία των επιδίκων στα 150 ευρώ/τ.μ. για τα εντός σχεδίου οικόπεδα, στα 80 ευρώ/τ.μ. για τα εκτός σχεδίου οικόπεδα και στα 50 ευρώ/τ.μ. για την υπό στοιχείο 16 έκταση. Προς επίρρωση των ισχυρισμών του το Ελληνικό Δημόσιο προσκομίζει αγγελίες αναρτημένες στην ιστοσελίδα www.xeproperty.gr με ημερομηνία 2-12-2018 με τις οποίες προσφέρονται προς πώληση οικόπεδα, επιφάνειας 656 τ.μ., 714 τ.μ., 793 και 259 τ.μ.
αντί τιμών 104, 112, 151, 189 ευρώ/τ.μ. στη ..., στον οικισμό Κόκκινο Λιμανάκι, χωρίς ωστόσο να προκύπτει η ακριβής θέση τους στην περιοχή. Από όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, εκτιμώμενα κατά το λόγο της αποδεικτικής προσφορότητάς τους, αποδεικνύεται ότι η αγοραία αξία των επίδικων εδαφικών τμημάτων, για τα οποία φέρεται να βαρύνεται με υποχρέωση αποζημίωσης το καθ' ου η αίτηση Ελληνικό Δημόσιο, κατά τον κρίσιμο χρόνο της α' συζήτησης της κρινόμενης αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό της τιμής μονάδας αποζημίωσης ενώπιον του ακροατηρίου του Δικαστηρίου τούτου στις 22-10-2019, καθόσον κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριούμενου ακινήτου νοείται ο χρόνος της συζητήσεως κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξαρτήτως αν το Δικαστήριο άρχισε ή όχι να εξετάζει την ουσία της ..., με βάση τις υπάρχουσες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, κατά συνέπεια δε και η πλήρης οφειλόμενη για τις ίδιες εκτάσεις αποζημίωση, δηλαδή εκείνη, με την οποία ο δικαιούχος μπορεί να αντικαταστήσει το απαλλοτριούμενο με άλλο ισάξιο ακίνητο ..., και αφού ληφθεί υπόψη ότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, τουλάχιστον την τελευταία πενταετία, λόγω της υφιστάμενης δημοσιονομικής κρίσης, η πορεία της αξίας των ακινήτων είναι πτωτική, ανέρχεται: 1) για την εδαφική έκταση, συνολικής επιφάνειας 22.038,20 τ.μ. (ΟΤ 2, 3, 4) στο ποσό των 380 ευρώ/τ.μ.
για τα μεσαία οικόπεδα και στο ποσό των 400 ευρώ/τ.μ. για τα γωνιακά οικόπεδα, 2) για την εδαφική έκταση, συνολικής επιφάνειας 2.516,645 στο ποσό των 182 ευρώ/τ.μ. (ΚΧ 15), και 3) για την εδαφική έκταση που βρίσκεται εκτός των ορίων του εγκεκριμένου σχεδίου, συνολικής επιφάνειας 9.900,48 τ.μ. (τεμάχιο 16), στα 50 ευρώ/τ.μ.". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει την αίτηση των αναιρεσιβλήτων ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως του ακινήτου τους στα προαναφερθέντα ποσά, κατά τις ως άνω διακρίσεις.
Το Εφετείο, με τις ως άνω παραδοχές του, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το ζήτημα του καθορισμού της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου των αναιρεσιβλήτων, επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το πιο πάνω ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, το Εφετείο διαλαμβάνει τους συγκεκριμένους λόγους, για τους οποίους καθόρισε την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο ακίνητο των αναιρεσιβλήτων στα προαναφερόμενα ποσά, καθόσον, όπως προκύπτει από τις, ανέλεγκτες αναιρετικώς, παραδοχές της πληττόμενης αποφάσεώς του, προέβη στον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως αυτού, αφού έλαβε υπ' όψη, μεταξύ των άλλων, τη θέση του και τα χαρακτηριστικά της περιοχής, στην οποία βρίσκεται το απαλλοτριούμενο, προσδιορίζοντας τη θέση του σε σχέση με τον αστικό ιστό, τα πολεοδομικά χαρακτηριστικά του, την εξυπηρέτηση της ευρύτερης περιοχής από τα μέσα μαζικής μεταφοράς και τις υποδομές κοινής ωφέλειας, ενώ έλαβε υπ' όψη και συγκριτικά στοιχεία αναφορικώς με την αντικειμενική αξία των ακινήτων στην περιοχή.
Συνεκτιμώντας δε και την υπ' αριθμ. πρωτοκόλλου 22916 ΑΠΑ/31-5-2001 έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής του άρθρου 15 του Ν. 2882/2001, χωρίς να είναι υποχρεωτική, όπως προηγουμένως έχει αναπτυχθεί, η κρίση της εκτιμητικής επιτροπής, την αντικειμενική του αξία, τις υφιστάμενες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες και την πρόσοδό του, προσδιόρισε την οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως του απαλλοτριουμένου, με κρίσιμο χρόνο αυτόν της πρώτης συζητήσεως της αιτήσεως των αναιρεσιβλήτων ενώπιόν του, στις 22-10-2019, στα ως άνω ποσά.
Με τον τρόπο αυτόν το Εφετείο εκθέτει, σαφώς, επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία, ύστερα από την συνεκτίμησή τους, το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως και τα οποία δικαιολογούν την απόκλιση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου που προσδιόρισε, από εκείνη που αναφέρεται στην έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής.
Εξάλλου, η ίδια απόφαση δεν πάσχει από ανεπάρκεια αιτιολογίας, επειδή δεν αιτιολογεί τη διαφοροποίησή της από τα προσκομισθέντα συγκριτικά στοιχεία, ούτε εν σχέσει με την πρόσοδο αυτού, καθόσον τα διαγραφόμενα από τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1, εδάφ. τελευταίο του Ν. 2882/2001 κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το Δικαστήριο για την διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται, στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεν τα λάβει υπ' όψη του ή θα λάβει υπ' όψη του άλλα τέτοια.
Σε κάθε περίπτωση, οι φερόμενες ως δήθεν ελλείψεις στην αιτιολογία της πληττομένης αποφάσεως ανάγονται στην πληρέστερη, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, ανάλυση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού και στην αιτιολόγηση του εξαγόμενου αποδεικτικού πορίσματος, αναφορικώς με την αξία του απαλλοτριωμένου, το οποίο, πάντως, όπως προαναφέρθηκε, εκτίθεται σαφώς, ενώ το αναιρεσείον, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεως του λόγου αυτού στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη για τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα).
Συνεπώς, ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Με τον έκτο και τελευταίο αναιρετικό λόγο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1, 8, 11 και 19 του Κ.Πολ.Δ., το αναιρεσείον παραπονείται επειδή το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 3264/2021, απόφασή του, το καταδίκασε στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων, παραβιάζοντας ευθέως τα άρθρα 242 και 246 του Αγροτικού Κώδικα, 12 παρ. 2 του Ν. 3147/2003, 249 του Α.Κ. και 18 παρ. 4 και 29 παρ. 11α του Ν. 2882/2001, μη λαμβάνοντας υπ' όψη τον ισχυρισμό του περί αποσβέσεως του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων για τον καθορισμό αποζημιώσεως, περί μη συνδρομής της ιδιότητας της εν λόγω εκτάσεως ως "ξένου τεμαχίου" και περί καταβολής αποζημιώσεως στους αναιρεσιβλήτους, μη λαμβάνοντας υπ' όψη τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα και χωρίς να παραθέτει αιτιολογίες, άλλως παραθέτοντας ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικώς με την υποχρέωσή του να καταβάλει δικαστική δαπάνη στους αναιρεσιβλήτους.
Το Εφετείο, σχετικώς με την δικαστική δαπάνη υπέρ των αναιρεσιβλήτων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "..., τα δικαστικά έξοδα των δικαιούχων της αποζημίωσης για τη δίκη προσδιορισμού της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του καθ' ου η αίτηση Ελληνικού Δημοσίου ως φερομένου υπόχρεου προς, καταβολή της ένδικης αποζημίωσης και περιλαμβάνουν: α) τη δικαστική δαπάνη, ήτοι τα γενόμενα για την διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα που ήσαν απαραίτητα (άρθρο 189 παρ.1 ΚΠολΔ) και β) την αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου των αιτούντων για την ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου παράστασή του για τη σύνταξη της αίτησης και τη σύνταξη προτάσεων επί της αιτήσεως, υπολογιζόμενη κατά τα ανωτέρω ποσοστά με τις εκεί διακρίσεις, όπως ορίζεται στο διατακτικό...
Καταδικάζει το φερόμενο ως υπόχρεο σε αποζημίωση, Ελληνικό Δημόσιο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αιτούντων, φερομένων ως συνδικαιούχων της αποζημίωσης...". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο καταδίκασε το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατ' εφαρμογή του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις παραπάνω διατάξεις, αλλά εφαρμόζοντας αυτές και αφού απέρριψε ως αβάσιμους τους προαναφερθέντες ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, καταδίκασε αυτό στη νόμιμη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων.
Συνεπώς, ο έκτος αναιρετικός λόγος, ως προς όλα τα σκέλη του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στην δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.). Θα επιβληθεί, όμως, μειωμένη κατ' άρθρον 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 του ν. 1738/1967 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (ΑΠ 1803/2017, ΑΠ 631/2017).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-12-2021 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 3264/2021 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και της συμπροσβαλλομένης υπ' αριθμ. 613/2020 μη οριστικής απόφασης του ανωτέρω Δικαστηρίου. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ