Legislator Case Law & Legislation
631/2017 AI generated

Supreme Court annuls lower court decision for failing to apply 1.5% lawyer fee rate to compensation claims.

Case Number 631/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Peace Court's decision regarding the legal fees of the claimants in a compensation case. The lower court incorrectly set the lawyer's fee at 3% instead of the statutory 1.5% required by the Code of Lawyers. Consequently, the Supreme Court ordered the annulment of the specific portion concerning the fee calculation and mandated the correct rate.

Legislator headnote

AI generated

Articles 130(1) of Law 4070/2012; Article 18(4) of Law 2882/2001; Article 560(1)(a)(i) of the Code of Civil Procedure: The court must apply the statutory lawyer fee rate of 1.5% to compensation claims, and a lower court decision setting a higher rate constitutes a procedural error subject to annulment.

Keywords

AI generated
statutory lawyer fees compensation claims annulment of judgment Code of Lawyers legal costs allocation procedural error fee calculation

Cited Legislation

AI generated
Article 130(1) of Law 4070/2012
Article 18(4) of Law 2882/2001
Article 560(1)(a)(i) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 11/2011

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 631 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 631/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Διαμαντοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ε. συζ. Α. Α., 2. Τ. συζ. Χ. Λ., 3. …, 28. α) Μ. Μ., β) Α. Μ., γ) Ε. Δ. και δ) Ο. Π., κατοίκων ... και 29. Α. Κ. του Ι., κατοίκου ..., εκ των οποίων οι 1η, 3η, 4β, 4γ, 4δ, 4ε, 5α, 6β, 7ος, 8η, 9η, 10α, 10β, 10γ, 12α, 12β, 12γ, 12δ, 12ε, 15α, 15β, 16α, 16β, 16γ, 18ος, 19ος, 20ος, 21η, 22α, 22β, 24ος, 25α, 25β, 26β, 28α, 28γ, 28δ και 29ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Σμπώκο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι:

α) η Τ. συζ. Χ. Λ. (2η) απεβίωσε στις 21-7-2013 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι κληρονόμοι της i. Λ. συζ. Α. Κ., ii. Ι. Π. του Ε. και iii. Τ. Π. του Ε., κάτοικοι ..., οι οποίοι εκπροσωπούνται από τον ίδιο, β) ο Χ. Λ. (υπό στοιχ. 4α) απεβίωσε στις 28-10-2014 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι κληρονόμοι του i.

Λ. συζ. Α. Κ., το γένος Χ. Λ., ii. Ι. Π. του Ε. και iii. Τ. Π. του Ε., κάτοικοι ..., οι οποίοι εκπροσωπούνται από τον ίδιο, γ) ο Ι. Δ. (14ος) απεβίωσε στις 3-7-2016 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι κληρονόμοι του i. Α. Δ. χα Ι., το γένος Ι. Τ., κάτοικος ..., ii. Δ. Δ. του Ι., κάτοικος ... και iii. Ε. Δ. του Ι., κάτοικος ..., οι οποίοι εκπροσωπούνται από τον ίδιο, δ) η Λ.

χα Σ. Π. (23η) απεβίωσε στις 29-3-2016 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει η νόμιμη κληρονόμος της Ε. συζ. Β. Π., το γένος Σ. Π., κάτοικος ..., που εκπροσωπείται από τον ίδιο, ε) η Α. Μ. (υπό στοιχ. 28β) απεβίωσε στις 11-8-2014 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι κληρονόμοι της i. Δ. Τ. του Κ., ii. Ζ. συζ. Κ. Σ., το γένος Κ.

Τ., κάτοικοι ... και iii. Α. συζ. Φ. Α., το γένος Κ. Τ. κάτοικος ..., οι οποίοι εκπροσωπούνται από τον ίδιο και στ) η με στοιχ. 3η και 25α Ζ. συζ. Γ. Κ., είναι το ίδιο και το αυτό πρόσωπο, όπως επίσης και ο με στοιχ. 12ε και 18ος Α. Β. του Ε..

Οι υπό στοιχ. 5β, 6α, 11α, 11β, 13α, 13β, 17ος, 26α, 27α και 27β των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-10-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων (και των ήδη αποβιωσάντων εξ αυτών), που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λαγκαδά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6/2013 μη οριστική και 53/2013 οριστική του Ειρηνοδικείου Λαγκαδά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-9-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου διάβασε την από 25-4-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Καλαματιανού, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της 53/2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Λαγκαδά, κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου αναίρεσης, ως προς τη δεύτερη αιτίαση αυτού και την απόρριψη των λοιπών λόγων. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωράει στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 6Α του διατάγματος της 26 Ιουνίου-10 Ιουλίου 1994 "Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", που προστέθηκε με το άρθρο 46 παρ. 3 του Ν. 4305/20214 "Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε ΝΠΔΔ κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητό τους, β) στο δικηγόρο ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα κατά τις κείμενες διατάξεις δεύθυνσή τους.

Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός αν ο διάδικος κατά περίπτωση γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του ΝΠΔΔ το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις".

Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο (17-2-2017) δεν εμφανίσθηκαν οι 5β, 6α, 11α, 11β, 13α, 13β, 17ος, 26α, 27α και 27β από τους αναιρεσιβλήτους ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δε θα παραστούν κατά την εκφώνησή της σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

Από την Γ' 1476/14-6-2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Η. Τ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση αυτής κατά την παραπάνω δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στη δικηγόρο Νικ.

Μαγκλαβέρα, ως αντίκλητο των αναιρεσιβλήτων, η οποία τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης, δηλαδή στη δίκη ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λαγκαδά, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, με την επιμέλεια της Παρέδρου του ΝΣ του Κράτους, Σοφ. Διαμαντοπούλου, που είχε την προς τούτο πληρεξουσιότητα.

Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία των προαναφερομένων αναιρεσιβλήτων, ως εάν και αυτοί ήταν παρόντες.

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 34, 35 ΑΚ, 62, 73, 313 παρ. 1 περ. δ' Κ.Πολ.Δ. σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ. του ίδιου κώδικα, που κατ' άρθρον 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι σε περίπτωση αποβιώσεως κάποιου διαδίκου πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, αν ο θάνατος επέλθει μετά την έκδοση της οριστικής αποφάσεως, οπότε δεν υπάρχει εκκρεμής δίκη ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το ασκούμενο ένδικο μέσον της αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής από τον αντίδικο του αποβιώσαντος πρέπει να απευθύνεται σύμφωνα με το άρθρο 558 Κ.Πολ.Δ.

κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος. Αν απευθύνεται κατά του τελευταίου είναι απαράδεκτο υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων πριν από την άσκηση της αναίρεσης είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση.

Η απευθυνόμενη κατά του αποβιώσαντος αναίρεση χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει το θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι απαράδεκτη, νόμιμα δε χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, Τ. Λ., και η εικοστή όγδοη τούτων Α. Μ. απεβίωσαν την 21-7-2013 και την 11-8-2014 αντίστοιχα, δηλαδή πριν από την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης (24-9-2014) και κληρονομήθηκαν η μεν Τ. Λ. με βάση δημόσια διαθήκη της, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, από το σύζυγό της Χ.

Λ., τη θυγατέρα της Λ. Λ. και τους εγγονούς της Ι. και Τ. Π., η δε Α. Μ. κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα τέκνα της Δ., Ζ. και Α. Τ.. Ο θάνατος των παραπάνω αναιρεσιβλήτων, η συγγενική σχέση που στηρίζει την εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή, καθώς και η ιδιότητα των προαναφερομένων ως εκ διαθήκης κληρονόμων αποδεικνύονται από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους αναιρεσιβλήτους ληξιαρχικές πράξεις θανάτου, τη δημόσια διαθήκη της Τ.

Λ. και τα πρακτικά δημοσίευσής της, το πιστοποιητικό του αρμόδιου γραμματέα περί μη δημοσίευσης άλλης διαθήκης αυτής, το πιστοποιητικό του ίδιου γραμματέα περί μη δημοσίευσης διαθήκης της Α. Μ. και το πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης αυτής, περιστατικά τα οποία άλλωστε δεν αμφισβητούνται από το αναιρεσείον (άρθ. 261 Κ.Πολ.Δ.).

Από κανένα όμως αποδεικτικό μέσον προκύπτει ότι το τελευταίο γνώριζε κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης το θάνατο των παραπάνω αντιδίκων του, οι δε κληρονόμοι τους παρίστανται νομίμως κατά την αναφερομένη στην αρχή της αποφάσεως δικάσιμο, στη θέση των κληρονομηθέντων διαδίκων, εκπροσωπούνται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γ.

Σμπώκο, νομοτύπως διορισμένο, δηλώνουν ότι συνεχίζουν τη δίκη και προβάλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης. Επομένως η αίτηση αναίρεσης είναι έγκυρη και κατά το μέρος που στρέφεται κατά των παραπάνω διαδίκων, που απεβίωσαν πριν από την άσκησή της και νομίμως χωρεί η συζήτησή της και ως προς αυτούς.

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 286 επ. περ. α', 287, 291 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί εκουσίως ρητώς με δήλωση των κληρονόμων του θανόντος στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, ακόμα και ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, εφόσον παρίσταται ο αντίδικος, είτε με την επίδοση ιδιαιτέρου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση αλλά και σιωπηρώς με την κοινοποίηση κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, ο τέταρτος των αναιρεσιβλήτων Χ. Λ., ο δέκατος τέταρτος τούτων Ι. Δ. και η εικοστή τρίτη Λ. Π. απεβίωσαν την 28-10-2014, 3-7-2016 και 29-3-2016 αντίστοιχα, δηλαδή μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (24-9-2014) και κληρονομήθηκαν ως ακολούθως: 1) Ο Χ.

Λ. με βάση δημόσια διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε νομοτύπως, με την οποία ανακάλεσε προγενέστερη διαθήκη του, από τη σύζυγό του Τ., τη θυγατέρα του Λ. και τους εγγονούς του Ι. και Τ. Π., 2) ο Ι. Δ. με βάση ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία δημοσιεύθηκε νομοτύπως, από τη σύζυγό του Α. και τα τέκνα του Δ. και Ε. Δ. και 3) η Λ.

Π. με βάση δημόσια διαθήκη της, που δημοσιεύθηκε νομοτύπως, από τη θυγατέρα της Ε. Π. και τους εγγονούς της Σ. και Γ. Δ.. Οι προαναφερόμενοι κληρονόμοι των αναιρεσιβλήτων με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, που έγινε στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, γνωστοποίησαν το γεγονός του θανάτου των παραπάνω καθολικών δικαιοπαρόχων τους και ταυτόχρονα δήλωσαν ότι συνεχίζουν για εκείνους τη διακοπείσα δίκη.

Ο θάνατος των ίδιων αναιρεσιβλήτων και η ιδιότητα των προαναφερομένων ως εκ διαθήκης κληρονόμων τους αποδεικνύονται από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τους αναιρεσιβλήτους ληξιαρχικές πράξεις θανάτου, τις διαθήκες τους, τα πρακτικά δημοσίευσης αυτών, τα πιστοποιητικά των αρμοδίων γραμματέων περί μη δημοσίευσης άλλης διαθήκης αυτών, καθώς και περί μη αποποίησης των κληρονομιών από τους παραπάνω κληρονόμους, περιστατικά τα οποία άλλωστε δεν αμφισβητούνται από το αναιρεσείον (261 Κ.Πολ.Δ.).

Συνεπώς νομίμως επαναλήφθηκε η προκειμένη δίκη και παραδεκτώς χωρεί η συζήτηση της υπόθεσης και ως προς αυτούς.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές. Κατά τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του ν. 2882/2001, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 126 του ν. 4070/2012 (ΦΕΚ Α' 82/10-4-2012), που ισχύει και στις συντελεσμένες κατά την έναρξη της ισχύος του ως άνω νόμου απαλλοτριώσεις (άρθρο 146 του ν. 4070/2012), "1.

Η αξίωση για την είσπραξη της αποζημίωσης που προσδιορίσθηκε προσωρινά ή οριστικά παραγράφεται μετά την παρέλευση οκταετίας από την αποδεδειγμένη κατάληψη του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και σε κάθε περίπτωση μετά την παρέλευση δεκαετίας από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 7.

Εάν η οριστική αποζημίωση καθορισθεί μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και την κατάληψη του ακινήτου, η αξίωση για την είσπραξη της τυχόν διαφοράς μεταξύ οριστικής και προσωρινής αποζημίωσης παραγράφεται μετά την παρέλευση πενταετίας από τη δημοσίευση της απόφασης που καθορίζει την οριστική τιμή".

Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου 10 του ν. 2882/2001, "Η παραγραφή διακόπτεται και με την ενέργεια πράξεων του δικαιούχου της αποζημίωσης που αποβλέπουν: α) στη δικαστική ή διοικητική αναγνώριση, β) στην είσπραξη μέρους ή του συνόλου της αποζημίωσης και γ) στον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης". Εξάλλου, η αποζημίωση του ιδιοκτήτη απαλλοτριωθέντος ακινήτου για το τμήμα του ακινήτου ως προς το οποίο θεωρήθηκε ότι έχει υποχρέωση αποζημίωσης τρίτων ή (και) αυτοαποζημίωσης κατ' εφαρμογήν του τεκμηρίου της ωφέλειας του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 4 του ν. 653/1977, το οποίο (τεκμήριο) ήδη και νομοθετικώς ορίστηκε ως μαχητό (άρθρ. 33 του ν. 2971/2001) και το οποίο ανατράπηκε δικαστικώς, έχει ως βάση νόμιμη, κατά τις προρρηθείσες διατάξεις των άρθρων 1 του ν. 653/77 και 33 του ν. 2971/01, ενέργεια των οργάνων του Δημοσίου, αποτελεί δε η αποζημίωση αυτή μέρος της πλήρους αποζημίωσης που κατ' εφαρμογήν της σχετικής συνταγματικής επιταγής (άρθρ. 17 παρ. 2 του Συντάγματος) οφείλεται για την απαλλοτριούμενη ιδιοκτησία.

Επομένως, η προβαλλόμενη με τακτική αγωγή αξίωση για την αποζημίωση αυτή, που καθορίζεται από τα πολιτικά δικαστήρια μετά την ανατροπή του τεκμηρίου της ωφέλειας (ήδη άρθρου 33 του ν. 2971/2001, Ολομ. ΑΠ 10 και 11/ 2004, 11/2011), υπόκειται στην ανωτέρω δεκαετή παραγραφή του άρθρου 10 του ν. 2882/2001. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι αναιρεσίβλητοι με την αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λαγκαδά εξέθεσαν, ότι με την αναφερόμενη σ' αυτήν Κ.Υ.Α.

των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για δημόσια ωφέλεια και ειδικότερα για τη διάνοιξη της Εγνατίας Οδού, Κόμβος Δερβενίου - Νυμφόπετρα - Υπότμημα Π2, από χ.θ. 2+340 έως χ.θ. 10+135 και από χ.θ. 16+400 έως 17+510, έκταση συνολικού εμβαδού 463.319 τ.μ., στην οποία περιλαμβάνονται ακίνητα ιδιοκτησίας τους, τμήμα των οποίων απαλλοτριώθηκε, ενώ έτερο τμήμα αυτών θεωρήθηκε ως αυτοαποζημιούμενο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 1 του ν. 653/1977, ότι με την υπ' αρ. 2284/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης καθορίσθηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης και με τις υπ' αρ. 26719/ 2002, 22440/2000 και 30719/2009 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αναγνωρίσθηκαν δικαιούχοι αποζημίωσης επί των ως άνω απαλλοτριωθέντων ακινήτων, καθώς και ότι τα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα των εν λόγω ακινήτων τους δεν ωφελήθηκαν από την κατασκευή του έργου, ζήτησαν δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο να τους καταβάλει τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, με βάση τα ποσοστά (συν)ιδιοκτησίας τους επί τω τμημάτων, που θεωρήθηκαν ως αυτοαποζημιούμενα, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

Το Ελληνικό Δημόσιο, πρότεινε την ένσταση της 10ετοϋς παραγραφής, την οποία το Ειρηνοδικείο απέρριψε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεχόμενο, ως βάσιμη την προβληθείσα αντένσταση της διακοπής της παραγραφής. Ειδικότερα, διέλαβε ως προς το ζήτημα αυτό την εξής αιτιολογία: "Η ένσταση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου περί παραγραφής των επιδίκων αξιώσεων των εναγόντων για το λόγο ότι παρήλθε η απαιτούμενη δεκαετία του άρθρου 10 παρ. 1 του ν. 2882/2001 από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και κατάληψη των επιδίκων που επήλθε στις 15-3-1999 με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 175 Δ'/15-3-1999) της γνωστοποίησης της παρακατάθεσης της αποζημίωσης και την κατάληψη των επιδίκων που έγινε στις 2-4-1999, πρέπει να απορριφθεί σαν αβάσιμη.

Γιατί, ναι μεν, από της ως άνω συντέλεσης της απαλλοτρίωσης (15-3-1999) και της κατάληψης των επιδίκων μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής (05-04-2013) παρήλθε η ως άνω δεκαετία, πλην όμως στην προκειμένη περίπτωση, έχει εφαρμογή η παράγραφος 2 του άρθρου 10 του παραπάνω νόμου που ορίζει ότι η παραγραφή διακόπτεται και με την ενέργεια πράξεων του δικαιούχου της αποζημίωσης που αποβλέπουν:

α) στη δικαστική ή διοικητική αναγνώριση, β) στην είσπραξη μέρους ή του συνόλου της αποζημίωσης και γ) στον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε και αποδείχτηκε, οι εναγόντες και οι δικαιοπάροχοι των υπό στοιχεία 12α, 12β, 12γ, 16α, 16β, 16γ, 18, 27α και 27β εναγόντων, κατόπιν σχετικών αιτήσεών τους που είχαν ασκήσει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αναγνωρίστηκαν από το Δικαστήριο με τις υπ' αριθ. 26719/2002, 22440/2000 και 30719/09 οριστικές αποφάσεις του δικαιούχοι αποζημίωσης.

Επίσης αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες κατόπιν σχετικών αιτήσεων-παρεμβάσεων που είχαν ασκήσει ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης για τον καθορισμό οριστικής αποζημίωσης, εκδόθηκε από το Δικαστήριο αυτό η υπ' αριθμ. 2248/2007 απόφαση που καθόρισε την οριστική αποζημίωση και δημοσιεύτηκε στις 17-9-2007.

Συνεπώς με τις σχετικές ως άνω αιτήσεις-παρεμβάσεις προς το Μονομελές Πρωτοδικείο και το Εφετείο Θεσσαλονίκης, διεκόπη η δεκαετής παραγραφή, η οποία αρξαμένη εκ νέου από την δημοσίευση ιδίως της απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής (15-3-2013) δεν έχει συμπληρωθεί όπως βάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες με τη σχετική τους αντένσταση...".

Και υπό τις ως άνω παραδοχές δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των μικροδιαφορών και υποχρέωσε το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στους ενάγοντες τα διαλαμβανόμενα στην απόφαση ποσά και επέβαλε σε βάρος του εναγομένου τη δικαστική δαπάνη των εναγόντων. Έτσι που έκρινε το δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε, ευθέως τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του ν. 2882/2001, του ν. 4070/2012, του ν. 653/1977 και του ν. 2971/2001, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς.

Επομένως, το Ειρηνοδικείο δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 560 αρ. 1 εδ. α' Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενη πλημμέλεια, που αποδίδεται με τον πρώτο λόγο αναίρεσης στην προσβαλλομένη απόφαση, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Περαιτέρω, αφού, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, αντικείμενο της προκείμενης δίκης είναι η αποκατάσταση της ζημίας των εναγόντων από τη μη καταβολή της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε για τα ακίνητά τους που απαλλοτριώθηκαν, ενώ, παράλληλα, το ποσό της ζημίας τους αυτής ταυτίζεται με το ποσό της παραπάνω αποζημίωσης, στην ουσία πρόκειται για δίκη με αντικείμενο την καταβολή αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης.

Επομένως, αναφορικά με τη δικαστική δαπάνη, θα εφαρμοστούν οι διατάξεις που εφαρμόζονται στη δίκη της απαλλοτρίωσης (ΑΠ 410/2015, ΑΠ 1129/2014, ΑΠ 315/2013). Κατά συνέπεια, η πρώτη αιτίαση του δεύτερου λόγου αναίρεσης, με την οποία προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η προβλεπόμενη από το άρθρο 560 αρ. 1 εδ. α' πλημμέλεια, διότι δεν καθόρισε μειωμένη δικαστική δαπάνη κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 22 του ν. 3693/ 1957, αλλά εκείνη που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθ. 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

και του άρθ. 18 παρ. 4 εδ. γ' του ν. 2882/2001, ήτοι στο ποσό των 293 ευρώ, είναι απορριπτέα, ως αβάσιμη.

Κατά τη διάταξη του όρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 130 του ν. 4070/2012, σύμφωνα δε με την παρ. 9 του άρθρου 146 του αυτού νόμου, εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού απαλλοτριώσεις, η δικαστική δαπάνη μαζί με την νόμιμη αμοιβή δικηγόρων βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση και επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τον παρόντα νόμο.

Η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά. Όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση κατά την έννοια του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995 (Α' 247) η επιδικαζόμενη από τα Δικαστήρια αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, καθορίζεται υποχρεωτικά έως το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων.

Η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου, με την οποία καθορίζεται η προσωρινή τιμή μονάδας, αποτελεί, ως προς τη δικαστική δαπάνη, εκτελεστό τίτλο σε βάρος του υπόχρεου προς αποζημίωση, εάν και οι δύο διάδικοι αποδέχθηκαν την απόφαση αυτή ή πέρασε άπρακτη η προθεσμία της παρ. 2 του άρθρου 20. Σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης, το Εφετείο αποφαίνεται ενιαίως τόσο για τη δικαστική δαπάνη της ενώπιον αυτού διαδικασίας, όσον και για τη δικαστική δαπάνη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης.

Από τη διάταξη αυτή, κατά την οποία τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβάλλεται ο δικαιούχος της αποζημίωσης, προκειμένου να επιτύχει τον προσδιορισμό και την είσπραξη αυτής, στο οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του δικηγόρου του, αποτελούν σύμφωνα και με την επιταγή του άρθρου 17 του Συντάγματος περί πλήρους αποζημιώσεως, παρακολούθημα της εν λόγω αποζημίωσης και προσαυξάνουν το ποσό αυτής, ώστε να μην επέρχεται, φαλκίδευση της πλήρους αποζημίωσης που αυτός δικαιούται (Ολ.ΑΠ 502/2005 και 17/2000), προκύπτει, ότι στη δίκη του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης του απαλλοτριωμένου, σύμφωνα με τα άρθρα 18, 19 και 20 του άνω νόμου (ΚΑΑΑ), ένα είναι το αντικείμενο της δίκης, ο προσδιορισμός της αποζημίωσης και συνεπώς μία αμοιβή του δικηγόρου σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου αυτού της δίκης ορίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων.

Έτσι, σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης στο Εφετείο, μετά τον προσωρινό προσδιορισμό αυτής, η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει: 1) τα γενόμενα για την διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα που ήταν απαραίτητα (άρθρ. 189 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), 2) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για την παράστασή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και ενώπιον του Εφετείου και 3) την αμοιβή του δικηγόρου δικαιούχου σε ποσοστό επί της καθοριζομένης οριστικής αποζημίωσης και δη 2% για τη σύνταξη αίτησης, ανταίτησης ή παρέμβασης και 1% για τη σύνταξη προτάσεων επί της αίτησης, αντένστασης ή παρέμβασης.

Η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 εδ. γ' του ΚΑΑΑ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 130 παρ. 2 ν. 4070/2012, που καθορίζει στο ήμισυ των νόμιμων αμοιβών των δικηγόρων των δικαιούχων αποζημίωσης, ήτοι 1% και 0,50% αντιστοίχως, όταν υπόχρεος είναι φορέας υπαγόμενος στην Γενική Κυβέρνηση, δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 και 20 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης, καθόσον θεσπίστηκε χάριν δημοσίου συμφέροντος, ήτοι την εξοικονόμηση σημαντικών δαπανών των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, αφού σοβαροί λόγοι γενικότερου δημοσίου συμφέροντος επιβάλλουν την διαφορετική αυτή ρύθμιση (κατά το μέρος που εισάγει ανισότητα αμοιβής του Δικηγόρου στη δίκη προσδιορισμού της αποζημιώσεως των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων με υπόχρεους τους ως άνω φορείς, κατ' απόκλιση προς τα κάτω από τις άλλες απαλλοτριώσεις), δεν εισάγει διάκριση αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας, αφού με τη ρύθμιση αυτή δεν θίγεται η πλήρης αποζημίωση, που δικαιούται ο δικαιούχος, αλλά κατά τρόπο γενικό και απρόσωπο, περιορίστηκε για όλους τους δικαιούχους αποζημιώσεων από τις εν λόγω απαλλοτριώσεις η προκύπτουσα από τις διατάξεις του Κώδικα των δικηγόρων και οφειλόμενη από τους δικαιούχους των αποζημιώσεων νόμιμη αμοιβή των δικηγόρων τους (πρβλ.

Ολ.ΑΠ 20/2005). Ενόψει δε του ανωτέρω σκοπού της εν λόγω ρύθμισης του άρθρου 130 παρ. 1 του ν. 4070/2012 αυτή, παρά τη στενότερη διατύπωση της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 146 παρ. 9 του ίδιου νόμου, ότι "εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού απαλλοτριώσεις", πρέπει να γίνει δεκτό για την ταυτότητα του νομικού λόγου, ότι είναι, κατ' αναλογία, εφαρμοστέα σε κάθε μεταγενέστερη της έναρξης ισχύος του νόμου δίκη με αντικείμενο αποζημίωση λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, στην οποία εφαρμόζονται, ως προς τη δικαστική δαπάνη, οι διατάξεις της δίκης απαλλοτρίωσης, έστω και αν αυτή είναι ήδη συντελεσμένη, ήτοι στη δίκη περί ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 4 του ν. 653/1977 εκτός της προθεσμίας του άρθρου 33 παρ. 1 του ν. 2971/2001 (Ολ.ΑΠ 11/2011).

Το Ειρηνοδικείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση καταδίκασε το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των εναγόντων, δικαιούχων της αποζημίωσης, καθορίζοντας την αμοιβή της πληρεξούσιας δικηγόρου τους, για τη σύνταξη της αγωγής και των προτάσεών τους σε ποσοστό 3% επί της καθοριζομένης αποζημίωσης.

Έτσι κρίνοντας το Ειρηνοδικείο, δηλαδή με το να μην καθορίσει την αμοιβή της πληρεξούσιας δικηγόρου των εναγόντων στο ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων, παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, του μεν τρίτου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 18 του ν.2882/2001 (όπως αντικ. με το άρθρο 130 παρ. 1 και 2 του ν. 4070/2012 και ίσχυε κατά τον χρόνο συζήτησης της υπόθεσης) με τη μη εφαρμογή του, ενώ συνέτρεχαν οι προς τούτο προϋποθέσεις, των δε διατάξεων του τότε ισχύοντος Κώδικα Δικηγόρων με το να τις εφαρμόσει, ενώ δεν έπρεπε, και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ.

α' του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., όπως βάσιμα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, κατά τη δεύτερη αιτίαση αυτού, ο οποίος συνακόλουθα πρέπει να γίνει δεκτός, κατά τούτο. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, κατά το κεφάλαιο της αμοιβής της πληρεξουσίας δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων, να αναιρεθεί κατά τούτο η προσβαλλομένη απόφαση και ενόψει του ότι η υπόθεση δε χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, να κρατηθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος (580 παρ. 3 εδ.

α' Κ.Πολ.Δ.) και να καθορισθεί η αμοιβή της τελευταίας, που βαρύνει το αναιρεσείον στο νόμιμο ποσοστό 1,5% επί του ποσού της αποζημίωσης. Περαιτέρω οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττηθέντες διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, μειωμένη κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 Εισ.Ν.

Κ.Πολ.Δ., 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1967 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 53/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λαγκαδά κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το ίδιο κεφάλαιο.

Καθορίζει την αμοιβή της πληρεξουσίας δικηγόρου των εναγόντων σε ποσοστό 1,5% επί του ποσού της αποζημίωσης. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος στην αναιρετική δίκη, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Απριλίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ