Legislator Case Law & Legislation
1325/2022 AI generated

Supreme Court dismisses municipality's appeal on property ownership, ruling evidence assessment was correct.

Case Number 1325/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Municipality of Zagora's appeal against the First Instance Court's decision regarding property ownership. The municipality argued that the plaintiff lacked title because her father was not the owner at the time of the sale, but the court found this argument inadmissible as it improperly challenged the evidence assessment. The court ruled that the plaintiff successfully acquired ownership through derivative succession and subsequent transfer, rejecting the municipality's claims as baseless.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1094, 1193, 1195, 1198, 1199, 1846 of the Civil Code; The Supreme Court held that an appeal challenging the evidence assessment based on alleged violations of substantive law regarding property acquisition is inadmissible if the lower court's reasoning is clear and consistent.

Keywords

AI generated
property ownership acquisition derivative succession evidence assessment inadmissible appeal substantive law violation municipal liability civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 §1, 577 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 571 of the Code of Civil Procedure
Article 577 §3 of the Code of Civil Procedure
Articles 1094, 1193, 1195, 1198, 1199, 1846 of the Civil Code
Article 281 of the Civil Code
Article 561 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure
Article 281 §2 of Law 3463/2006
Article 22 §1 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1325 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1325/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη - Εισηγήτρια, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 16η Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ο.Τ.Α. Α' βαθμίδας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΖΑΓΟΡΑΣ - ΜΟΥΡΕΣΙΟΥ", που εδρεύει στη Ζαγορά Ν. Μαγνησίας, Α.Φ.Μ.: 9978988781/Δ.Ο.Υ Βόλου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από το Δήμαρχό του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Καραγεωργίου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Παπαπαναγιώτου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-2-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12/2019 μη οριστική, 121/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 213/2021 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-6-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 25/06/2021 αίτηση του ΟΤΑ με την επωνυμία Δήμος Ζαγοράς-... για αναίρεση της αριθμ.213/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.571, 577§3 ΚΠολΔ).

Α1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων ...0 παρ. 1, 1846, 1193, 1195, 1198 1199 και 1033 ΑΚ, συνάγεται ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως, με κληρονομική μεν διαδοχή, από τον θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί την κληρονομία με δημόσιο έγγραφο και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του, με συμφωνία δε, μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ` αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, η οποία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή.

Για τη μεταβίβαση, με τους τρόπους αυτούς, της κυριότητας του ακινήτου, προϋπόθεση είναι ο αποβιώσας ή εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της να ήταν κύριος του ακινήτου. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ, κατά την οποία ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος, συνάγεται, ότι αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής αγωγής είναι η κυριότητα του ενάγοντος επί του διεκδικούμενου ακινήτου και η νομή ή κατοχή του πράγματος από τον εναγόμενο κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής.

Αν η διεκδικητική αγωγή θεμελιώνεται σε παράγωγη κτήση της κυριότητας του επιδίκου, δεν απαιτείται κατ` αρχήν ο καθορισμός, με το δικόγραφό της, του τρόπου κτήσης της κυριότητας του δικαιοπαρόχου, εάν όμως ο εναγόμενος αμφισβητήσει την κυριότητά του, ο ενάγων οφείλει, για τη συμπλήρωση της αγωγής με τις προτάσεις του ή καθ' υποφοράν με την αγωγή του, όπως και η καταφάσκουσα το δικαίωμα δικαστική απόφαση, να καθορίσει με σαφήνεια τα γεγονότα που συγκροτούν τον τρόπο κτήσης του δικαιοπαρόχου, αλλά και των απωτέρων δικαιοπαρόχων, αν απαιτείται, ενόψει των αμφισβητήσεων του εναγομένου, μέχρι του πρωτοτύπου τρόπου κτήσεως της κυριότητας αυτών.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1041 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του με καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο πράγμα κινητό για μια τριετία και ακίνητο για μια δεκαετία, γίνεται κύριος του πράγματος (τακτική χρησικτησία). Κατά δε το άρθρο 1045 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ενώ κατά το άρθρο 974 Α.Κ., όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου (ΑΠ887/2021). 2.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 966ΑΚ, εκτός συναλλαγής είναι και τα κοινής χρήσεως πράγματα. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 968, 969 και 970 του ΑΚ, προκύπτει, ότι κοινής χρήσεως είναι τα πράγματα, τα οποία είτε από το νόμο, είτε από τη βούληση του ιδιοκτήτη (όπως με διαθήκη ή δωρεά), έλαβαν τον προορισμό αυτό με την τήρηση των νομίμων διατυπώσεων.

Χαρακτηριστικό στοιχείο της κοινής χρήσεως είναι η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος. Το περιεχόμενο και η έκταση της κοινής χρήσεως εξαρτάται από τον προορισμό που δόθηκε στο πράγμα, την επάρκειά του και τον αριθμό των προσώπων που μετέχουν στην κοινή χρήση, αφού, όσο ευρύτερος είναι ο κύκλος των προσώπων που μετέχουν σ' αυτήν, τόσο περισσότερο εξυπηρετείται το δημόσιο συμφέρον (ΑΠ46/2018, ΑΠ444/2011).

Ένα ακίνητο μπορεί να αποκτήσει την ιδιότητα του κοινοχρήστου, συνακόλουθα δε να περιέλθει στην κυριότητα του οικείου Δήμου, και με τη βούληση του ιδιοκτήτη, όταν αυτός το θέσει σε κοινή χρήση με νομότυπη μεταβιβαστική δικαιοπραξία κατά το άρθρο 1033 ΑΚ, ή με διάταξη τελευταίας βουλήσεως ή με μονομερή παραίτηση από την κυριότητα, προκειμένου να καταστεί αυτό κοινόχρηστο, η οποία όμως (παραίτηση), ως συνεπαγόμενη την κατάργηση εμπραγμάτου δικαιώματος, πρέπει να περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και να υποβληθεί σε μεταγραφή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 369 και 1192 αρ. 1 ΑΚ (ΑΠ 447/2021, ΑΠ33/2016).

Ο κύριος, όμως, ακινήτου, ο οποίος προόρισε αυτό να καταστεί κοινόχρηστο ή αναγνώρισε την ιδιότητα του ως κοινοχρήστου, χωρίς όμως να προβεί στην περί τούτου δήλωση με συμβολαιογραφικό έγγραφο, το οποίο να μεταγραφεί νομίμως, δεν θεωρείται ότι έχει απολέσει την κυριότητα επ' αυτού και, συνεπώς, κατ' αρχήν δικαιούται σε άσκηση κάθε εξουσίας που απορρέει από το δικαίωμα αυτό.

Μακροχρόνια όμως κοινή χρήση του ακινήτου με την ανοχή ή, πολύ περισσότερο, κατ' επιθυμία -συναίνεση του κυρίου, μπορεί ν' αντιταχθεί κατ' αυτού, δυνάμει του άρθρου 281 ΑΚ, με την ένσταση του γενικού δόλου (exceptio doli generalis) και να επιτευχθεί έτσι εμμέσως ο χαρακτηρισμός του ακινήτου ως κοινοχρήστου, με συνέπεια την απόρριψη της αγωγής του ιδιοκτήτη, με την οποία αυτός επιδιώκει την άσκηση του από την κυριότητα του απορρέοντος δικαιώματος (ΑΠ451/2015, ΑΠ609/2012, ΑΠ1335/2010).

Στην περίπτωση αυτή δεν προσπορίζεται η κυριότητα του ακινήτου στον οικείο ΟΤΑ με χρησικτησία, απλά προστατεύεται η κοινή χρήση έναντι του κυρίου (ΑΠ 1032/2019, ΑΠ293/2018,). 3. Κατά το άρθρο 281 του ΑΚ, <<η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος>>.

Κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ ΑΠ 8/2018, Ολ ΑΠ 8/2001, Ολ ΑΠ 7/2002).

Ειδικότερα, στην περίπτωση της μακράς αδράνειας του δικαιούχου υπάρχει τέτοια κατάχρηση, εφόσον συντρέχουν, προσθέτως, περιστατικά τα οποία ανάγονται στο ίδιο χρονικό διάστημα (ΑΠ Ολ.62/1990, ΑΠ384/2014, ΑΠ1374/2014), και στην όλη συμπεριφορά τόσο αυτού όσο και του αποκρούοντος το δικαίωμα, από τα οποία γεννάται στον υπόχρεο η πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ'αυτού, έτσι ώστε η, με τη μεταγενέστερη άσκηση, επιδίωξη ανατροπής της κατάστασης που δημιουργήθηκε, να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις (ΑΠ Ολ8/2001, ΑΠ383/2019, ΑΠ764/2016).

Οι δε πράξεις του υπόχρεου και η διαμορφωθείσα υπέρ αυτού κατάσταση πραγμάτων είναι αναγκαίο να τελούν σε αιτιώδη σχέση προς την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να επικαλεσθεί προς απόκρουση του δικαιώματος (ΑΠ Ολ.10/2012, ΑΠ143/2016).

Εξάλλου, μόνη η αδράνεια του δικαιούχου, ακόμη και αν δημιούργησε στον οφειλέτη ή τον προσβολέα την πεποίθηση ότι αυτός δε θα ασκήσει το δικαίωμά του, δεν καθιστά τη μεταγενέστερη άσκησή του καταχρηστική, υπό την ειδικότερη μορφή της αποδυνάμωσης του δικαιώματος, εκτός αν συνοδεύεται από ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, οπότε δεν είναι απαραίτητο να προκαλούνται στον υπόχρεο αφόρητες ή υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες, αλλά αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεις (ΑΠ826/2018, AΠ200/2018, ΑΠ496/2014, ΑΠ831/2013, ΑΠ1724/2014,1199/2012).

Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη (ΑΠ Ολ 8/2001). Ενόψει τούτων, για να είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς ορθή ή μη υπάγωγή των πραγματικών γεγονότων στο άρθρο 281 ΑΚ από το δικαστήριο της ουσίας απαιτείται να παρατίθενται στην απόφαση του σαφώς και ορισμένως ότι συνέτρεξαν στη δικαζόμενη υπόθεση όλες οι ως άνω περιστάσεις και συνθήκες (ΑΠ 1875/1999).

Η ένσταση καταχρηστικής άσκησης μπορεί να αντιταχθεί και κατά διεκδικητικής ή αναγνωριστικής δικαιώματος κυριότητας αγωγής επί ακινήτου, έχει δε εφαρμογή και επί ασκήσεως δικαιωμάτων που απορρέουν από κανόνες δημόσιας τάξεως (ΑΠ 747/2022, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 1998/2009). Β. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε, δηλαδή, έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006).

Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018, Ολ.ΑΠ6/2017).

Εξάλλου, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου λόγος αναιρέσεως είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για παραβίαση τέτοιου κανόνα, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 925/2021, ΑΠ 1370/2018).

Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ανωτέρω ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (Ολ.

ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ8/2018, ΟλΑΠ 1/1999). Τέλος, ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος για έλλειψη νομίμου βάσεως δεν ιδρύεται, όταν η απόφαση του δικαστηρίου περιέχει ελλείψεις στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και μάλιστα στην ανάλυση ή στάθμιση ή αιτιολόγηση του πορίσματος που προκύπτει από αυτές, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, αλλά όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση της συνδρομής των όρων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας της.

Δηλαδή μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 987/2022, ΑΠ 1473/2021, ΑΠ284/2014). Τέλος, σε περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, και με την αναίρεση δεν πλήττεται κάποια από αυτές ή δεν πλήττεται επιτυχώς, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές είναι αλυσιτελείς (Ολ.

ΑΠ 25/2003, ΑΠ946/2021). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ.), το Μονομελές Εφετείο Λάρισας, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, αναφορικά με την ένδικη διεκδικητική του επίδικου ακινήτου αγωγή και την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος (281ΑΚ), υπό την προεκτεθείσα έννοια του γενικού δόλου, που πρότεινε ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων Δήμος Ζαγοράς-..., τα ακόλουθα, μεταξύ άλλων, που ενδιαφέρουν την αναιρετική δίκη, πραγματικά περιστατικά: <<Δυνάμει του με αριθμό .../27.12.1990 συμβολαίου αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Αθηνών Λουκίας Αλχανάτη - Σακελλαρίου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μηλέων (στον τόμο … και με αριθμό ...) και του με αριθμό .../27.12.1990 συμβολαίου γονικής παροχής της ίδιας Συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του ίδιου Υποθηκοφυλακείου (στον τόμο 31 και με αριθμό 354), η ενάγουσα απέκτησε την κυριότητα κατά ποσοστό 3/4 και 1/4 εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα, από την εξ αδιαθέτου κληρονομιά του αποβιώσαντος στις 21-5-1975 πατέρα της, Ν.

Μ. του Κ., και από δωρεά της μητέρας της, Χ. Ν. - Π. αντίστοιχα, στην οποία είχε περιέλθει από την εξ αδιαθέτου κληρονομιά του συζύγου της, Ν. Μ., ένα ακίνητο, συνολικής έκτασης 9.370 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "...", εντός του οικισμού της άλλοτε Κοινότητας ... και νυν Δήμου .... Στον δε Ν. Μ. το ως άνω ακίνητο είχε περιέλθει με αγορά από την Κ.

χήρα Γ. Σ. το γένος Α. Π., δυνάμει του υπ1 αριθ. .../4-6-1942 συμβολαίου αγοραπωλησίας ακινήτου του Συμβολαιογράφου Βόλου Γεωργίου Χρυσοχού, το οποίο έχει μεταγράφει νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μηλέων, στον τόμο … και αριθμό .... Κατά τους τίτλους κυριότητας της ενάγουσας, το εν λόγω ακίνητο αποτελείται από (3) επιμέρους τμήματα, εκ των οποίων το με αριθμό (1) διακρίνεται από τα με αριθμούς (2) και (3) από τη διανοιχθείσα αμαξωτή Κοινοτική οδό που οδηγεί από την ...

προς την Εθνική οδό .... Από τα ανωτέρω τμήματα, το με αριθμό (1) είναι αγροτεμάχιο, εμβαδού 1.247 τ.μ., το με αριθμό (2) είναι τμήμα κήπου, εμβαδού 1.374 τ.μ. και το με αριθμό (3) είναι οπωρώνας, εμβαδού 6.499 τ.μ., επιπλέον, δε, στο παραπάνω συνολικό εμβαδό του αγρού αυτού, περιλαμβάνεται τμήμα 250 τ.μ., που αποτελεί τμήμα της διανοιχθείσας οδού.

Το όλο ακίνητο και τα επιμέρους τμήματά του αποτυπώνονται στο από Απριλίου 1978 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ν. Τ. και πολιτικού μηχανικού Δ. Σ., που είναι προσαρτημένο στο προαναφερόμενο με αριθμό .../27-12-1990 συμβόλαιο αποδοχής κληρονομιά ........... Ενόψει της άσκησης της ένδικης αγωγής καταρτίστηκε με επιμέλεια της ενάγουσας και το από Ιουλίου 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ι.

Τ., που αποτυπώνει τη σημερινή κατάσταση του ακινήτου. Σύμφωνα με το νεώτερο αυτό τοπογραφικό διάγραμμα, διαμέσου του άνω ακινήτου διέρχεται η δημοτική οδός ... - ...ς, που οδηγεί στην παραλία "..." και έχει αναγνωριστεί με την υπ' αριθ. 2923/20-3- 1998 απόφαση του Νομάρχη του Νομού Μαγνησίας, η οποία το απέκοψε σε δύο τμήματα.

Συγκεκριμένα, το πρώτο τμήμα αυτού [εμφαινόμενο στο από Απριλίου 1978 διάγραμμα με αριθμό (1)], βρίσκεται δυτικά της ως άνω αναφερθείσας οδού, έχει εμβαδό 1.084,43 τ.μ., είναι άρτιο και οικοδομήσιμο και απεικονίζεται με τα στοιχεία 44-45-46-47-48-49-50-51-52-53-54-55-5 6-57-44), ενώ το δεύτερο τμήμα του αυτού [εμφαινόμενο στο από Απριλίου 1978 διάγραμμα με τα με αριθμούς (2) και (3) τμήματά του], βρίσκεται ανατολικά της ως άνω αναφερθείσας οδού, έχει εμβαδό 7.743,01 τ.μ., είναι άρτιο και οικοδομήσιμο και απεικονίζεται με τα στοιχεία 5-6-7-8- 9-10-1 1-12 - 13 - 14 - 15 - 16 - 17 - 18 - 19 -20 - 21 -22 -23 -24-25 -26 -27 - 28 - 29 - 30 - 31 - 32 -33 - 34 - 35 - 36 - 37 - 38 - 39 -40-41 -42 -43 - 5).

Το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν, υπό την τότε επωνυμία του ως "Δήμος ...", με την υπ' αριθ. 273/2007 απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής του, η οποία συνεδρίασε στις 5-10-2007, αποφάσισε ομόφωνα την έγκριση των τευχών δημοπράτησης του έργου "Διαμόρφωση χώρων υπαίθριας αναψυχής, θέσεων θέας και αναπλάσεων δασών Δήμου ...".

Στα πλαίσια του έργου αυτού, τον Σεπτέμβριο του 2009 προέβη στην ισοπέδωση και περίφραξη ενός τμήματος, που ανήκει στο προπεριγραφόμενο ανατολικό τμήμα του άνω ακινήτου της ενάγουσας [εμφαινόμενο στο από Απριλίου 1978 διάγραμμα με τον αριθμό (2) τμήμα και χαρακτηριζόμενο ως τμήμα κήπου] και απεικονίζεται με τα στοιχεία (1 -2-3- 4-1) στο από Ιουλίου 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ι.

Τ., έχει εμβαδό 145,19 τ.μ. και συνορεύει βόρεια σε πλευρά 1-2, μήκους 13,38 μέτρων, με δημοτική οδό που άγει προς ..., νότια σε πλευρά 3-4, μήκους 6,41 μέτρων, με υπόλοιπη ιδιοκτησία της ενάγουσας, ανατολικά σε πλευρά 2-3, μήκους 15,17 μέτρων, με υπόλοιπη ιδιοκτησία της ενάγουσας, δυτικά σε πλευρά 4-1, μήκους 15,62 μέτρων, με κοινοτική οδό που οδηγεί από τη ...

προς την Εθνική οδό .... Ακόμη, στο ανωτέρω επίδικο τμήμα το εναγόμενο κατασκεύασε τσιμεντένια βάση εμβαδού 17,13 τ.μ. και επ' αυτής τοποθέτησε λυόμενο οικίσκο - τουριστικό περίπτερο, εμβαδού 9,00 τ.μ. και προστέγασμα 4,30 τ.μ. Κατόπιν των ενεργειών αυτών του εναγομένου, υπό την τότε επωνυμία του "Δήμος ..." Δήμου, η ενάγουσα του απέστειλε την από 01-12-2011 οχλητήρια δήλωσή της, με την οποία διαμαρτυρήθηκε για την κατάσταση αυτή και τον κάλεσε να απομακρύνει άμεσα τις εν λόγω κατασκευές από το επίδικο τμήμα του ακινήτου της.

Επ' αυτής έλαβε την απάντηση ότι στις 04-01-2012 συνεδρίασε για το θέμα το δημοτικό συμβούλιο και με την υπ' αριθ. 32/2012 ομόφωνη απόφασή του ζήτησε από την ενάγουσα να προσκομίσει τους τίτλους ιδιοκτησίας της για τη συγκεκριμένη έκταση, προκειμένου ο Δήμος να λάβει γνώση, ειδάλλως θα πρέπει να διεκδικήσει δικαστικά τις απαιτήσεις της, γεγονός το οποίο εντέλει συνέβη, με την κατάθεση εκ μέρους της της ένδικης αγωγής.

Προς κατάλυση αυτής, ο τελευταίος (εναγόμενος Δήμος) παραδεκτά προέβαλε στην πρωτοβάθμια δίκη, με τις έγγραφες προτάσεις του της πρώτης συζήτησης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 12/2019 μη οριστική απόφαση, καταχωρήθηκε δε και στα ταυτάριθμα με αυτήν πρακτικά, και επανέφερε με τις προτάσεις του κατά τη συζήτηση που επακολούθησε ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, επί της οποίας και εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, καταχωρήθηκε δε και στα ταυτάριθμα με εκείνη πρακτικά, την ένσταση του γενικού δόλου, με βάση το άρθρο 281 ΑΚ.

Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι το επίδικο τμήμα του ακινήτου της ενάγουσας είχε αφεθεί από αυτήν και τους απώτερους δικαιοπάροχους της σε κοινή χρήση ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 και έκτοτε χρησιμοποιούταν ως τόπος εναπόθεσης μπαζών και αδρανών υλικών, πλύσης των βαρελών από τις μπετονιέρες που εξυπηρετούσαν το έργο της διάνοιξης της αμαξωτής οδού και χώρος στάθμευσης οχημάτων, ότι έτσι δημιουργήθηκε μία πραγματική κατάσταση, για την οποία η ενάγουσα και οι απώτεροι δικαιοπάροχοί της ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν και η οποία δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στην άλλοτε Κοινότητα ..., τον μετέπειτα ομώνυμο Δήμο και ήδη Δήμο Ζαγοράς ..., ότι η ενάγουσα δεν θα ασκήσει το ένδικο δικαίωμά της, αυτή δε η άσκησή του τώρα με την ένδικη αγωγή ανατρέπει την άνω δημιουργηθείσα κατάσταση και έχει δυσμενείς για τον Δήμο συνέπειες, εφόσον στερείται έναν χώρο, ως θέση θέας, που συντελεί στην αισθητική αναβάθμισης της περιοχής.

Ήδη, με τον πρώτο λόγο της έφεσής του επαναφέρει την άνω ένσταση, παραπονούμενος ότι, κατ'εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, απορρίφθηκε με την εκκαλουμένη ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Σε σχέση με την άνω ένσταση, αποδείχθηκε ειδικότερα ότι το επίδικο βρίσκεται στη συμβολή της δημοτικής οδού ... - ...ς, που αναφέρεται στους τίτλους κυριότητας της ενάγουσας και στο από Απριλίου 1978 τοπογραφικό διάγραμμα ως "νεοδιανοιχθείσα :

αμαξωτή Κοινοτική οδός", έχει δε αναγνωριστεί με την υπ' αριθ. 2923/20-3- 1998 απόφαση του Νομάρχη του Νομού Μαγνησίας, η οποία στο σημείο εκείνο σχηματίζει αριστερή στροφή με κατεύθυνση προς τα βορειοδυτικά (προς παραλία "..."), και της δημοτικής οδού που άγει προς ..., η οποία στους τίτλους κυριότητας της ενάγουσας και στο από Απριλίου 1978 τοπογραφικό διάγραμμα αναφέρεται ως "παλαιά λιθόστρωτη ημιονική Κοινοτική οδός".

Κατά τη διάνοιξη, στις αρχές της δεκαετίας του 1970, της αμαξωτής Κοινοτικής οδού σχηματίστηκε στο σημείο εκείνο ένα πλάτωμα, το οποίο οριζόταν ως προς τη δυτική πλευρά του από την εν λόγω οδό και ως προς τη βόρεια πλευρά του από την παλαιά λιθόστρωτη ημιονική Κοινοτική οδό, η οποία κατά το έτος 1982 διαπλατύνθηκε, ώστε μέσω αυτής να μπορούν να διέρχονται αυτοκίνητα προς εξυπηρέτηση των παρόδιων ιδιοκτητών.

Το πλάτωμα αυτό βρίσκεται σε φυσική συνέχεια με το υπόλοιπο ανατολικό τμήμα του όλου ακινήτου, όπως αυτό διαμορφώθηκε μετά τη διάνοιξη της δημοτικής οδού ... - ...ς, το οποίο εκτείνεται νότια του επιδίκου. Επειδή δε το ανατολικό αυτό τμήμα του ακινήτου είχε σαφή όρια τις άνω οδούς ως προς τη βόρεια και δυτική πλευρά του δεν περιφράχθηκε από την ενάγουσα.

Στο πλάτωμα αυτό λοιπόν στάθμευαν και εναπόθεταν αδρανή υλικά τα φορτηγά και εν γένει οχήματα που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή (διάνοιξη) στις αρχές της δεκαετίας του 1970 της δημοτικής οδού ... - ...ς, ενώ και πριν την κατά το έτος 1982 διαπλάτυνση της παλαιάς λιθόστρωτης ημιονικής οδού, στάθμευαν εκεί προσωρινά τα φορτηγά και εναπόθεταν οικοδομικά υλικά για την ανέγερση κτισμάτων στα οικόπεδα που βρίσκονται εσωτερικά της άνω οδού, τα οποία ακολούθως οι ιδιοκτήτες τους μεταφόρτωναν και μετέφεραν με ζώα.

Το σημείο εκείνο, άλλωστε, δεν καλλιεργούνταν, αν και υπήρχε σ' αυτό χαμηλή βλάστηση, σε αντίθεση με το υπόλοιπο, συνεχόμενο προς τα νότια, ανατολικό τμήμα του όλου ακινήτου, στο οποίο καλλιεργούσε μηλιές και αχλαδιές ο πατέρας της ενάγουσας και αργότερα, κατά παραχώρηση του τελευταίου, ο πατέρας της μάρτυρος απόδειξης, μέχρι περίπου το έτος 1980.

Επίσης, επειδή το επίδικο σημείο δεν ήταν περιφραγμένο, διέρχονταν μέσω αυτού πεζοί μαθητές του τοπικού σχολείου κατά τις εκδρομές τους στην κοντινή (σε απόσταση 200 μέτρων περίπου) έκταση της "...ς", που προορίζεται για το σκοπό αυτό. Τέλος, κατά τα νεώτερα χρόνια, λόγω του σχηματιζόμενου στο σημείο εκείνο πλατώματος της οδού, ενίοτε σταθμεύουν εκεί προσωρινά τα σχήματά τους οι περίοικοι και επισκέπτες της περιοχής.

Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται τόσο από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης όσο και από το περιεχόμενο των προσκομιζόμενων από τους διαδίκους ενόρκων βεβαιώσεων. Ωστόσο, η κατά τα ανωτέρω χρήση του επίδικου τμήματος του ακινήτου της ενάγουσας από τους οδηγούς των φορτηγών και λοιπών μηχανημάτων, που συμμετείχαν στην κατασκευή του έργου της διάνοιξης της δημοτικής οδού ... - ...ς, ναι μεν απέβλεπε τελικά στην εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος, πλην όμως το περιεχόμενο και η διάρκειά της ήταν περιορισμένη στις ανάγκες κατασκευής του εν λόγω έργου, ώστε να μην δύναται να γίνει λόγος για γενική και μακρόχρονη χρήση του.

Το ίδιο ισχύει και για τη στάθμευση και εναπόθεση οικοδομικών υλικών κατασκευής από φορτηγά οχήματα στο επίδικο προς εξυπηρέτηση μόνο των παρόδιων ιδιοκτητών, που δεν είχαν πρόσβαση με φορτηγά στα ακίνητά τους μέσω της υφιστάμενης έως το έτος 1982 λιθόστρωτης ημιονικής οδού, καθώς η χρήση αυτή γινόταν από περιορισμένο κύκλο προσώπων που μετείχαν σ' αυτήν, για συγκεκριμένο μόνο λόγο, για περιορισμένη χρονική διάρκεια και πάντως μέχρι το άνω έτος.

Τέλος, η διέλευση των πεζών μαθητών του σχολείου κατά τις εκδρομές τους, αλλά και η στάθμευση αυτοκινήτων περίοικων ή επισκεπτών της περιοχής στο επίδικο τμήμα, που άλλοτε γίνεται με την ανοχή και κυρίως εν αγνοία της ενάγουσας, καθώς αυτή κατοικεί μόνιμα στην ... και επισκέπτεται το εν λόγω ακίνητό της ώστε να το περιποιείται, να το καθαρίζει και επιβλέπει τα όριά του περίπου μία φορά τον χρόνο, όπως κατέθεσε η μάρτυρας απόδειξης, έχουν προσωρινό χαρακτήρα και ουδόλως συνάγεται εξ αυτών και σε σχέση με την προηγηθείσα συμπεριφορά της κατά τις παλαιότερες χρονικές περιόδους, η θέλησή της να αφεθεί το επίδικο στην κοινή χρήση με την εγκατάλειψη της νομής του, ώστε να μπορεί ευλόγως να δημιουργηθεί η πεποίθηση στον εναγόμενο - εκκαλούντα Δήμο ότι το δικαίωμα κυριότητας της ενάγουσας επί του επίδικου εδαφικού τμήματος, το οποίο δεν αποσβέστηκε με νόμιμο λόγο, δεν θα ασκηθεί.

Έτσι, η εκ των υστέρων εναντίωσή της στην κατάληψή του από τον εναγόμενο Δήμο με την άσκηση της ένδικης αγωγής της παρίσταται δικαιολογημένη κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου και δεν αντιστρατεύεται προφανώς τα διαγραφόμενα από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό όρια.

Ούτε, εξάλλου, συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον άνω υπόχρεο, αφού η περίφραξη και ο λυόμενος οικίσκος - που, σημειωτέον, ενώ τοποθετήθηκε εκεί στα πλαίσια της ανάπλασης του επίδικου χώρου ως θέση θέας, παραχωρήθηκε και χρησιμοποιείται ως γραφείο από τον Εξωραϊστικό Πολιτιστικό Σύλλογο ..., σύμφωνα με τη κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, μέλος του άνω Συλλόγου - μπορούν να τοποθετηθούν σε άλλο σημείο, που είτε να ανήκει στο εναγόμενο είτε να του έχει νομίμως παραχωρηθεί, καθώς δεν αποδείχθηκε ούτε η οικονομική αδυναμία του τελευταίου ούτε η αδυναμία εξεύρεσης άλλου χώρου τοποθέτησης τους, ενώ αντιθέτως τέτοιες δυσμενείς συνέπειες υφίσταται η ενάγουσα δικαιούχος του δικαιώματος κυριότητας του ακινήτου της, που στερείται την απόλαυσή του και την άσκηση κάθε εξουσίας που απορρέει από αυτό και μάλιστα, ενώ ήδη στερήθηκε ένα άλλο σημαντικό τμήμα του ακινήτου της κατά τη διάνοιξη της δημοτικής οδού ... - ...ς.

Υπό τις άνω παραδοχές και σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στην προηγούμενη μείζονα σκέψη, η ένσταση του γενικού δόλου, με βάση το άρθρο 281 ΑΚ, η οποία προβλήθηκε από το εναγόμενο, για να επιτευχθεί με τον τρόπο αυτό ο χαρακτηρισμός του επίδικου τμήματος ακινήτου ως κοινοχρήστου, ελέγχεται απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε ομοίως την ως άνω ένσταση του εναγομένου, ορθά εκτίμησε τις προσαχθείσες ενώπιον του αποδείξεις και ο σχετικός πρώτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο το εκκαλούν υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει ν' απορριφθεί κατ' ουσίαν. Από την συνεκτίμηση όμως όλων των αποδεικτικών μέσων πλήρως αποδείχθηκε η ιστορική βάση της αγωγής και συγκεκριμένα, α) η κυριότητα της ενάγουσας στο επίδικο τμήμα του ακινήτου, όπως αυτό με ακρίβεια προσδιορίστηκε κατά θέση, όρια, είδος και έκταση, ως τμήμα του αναλυτικώς περιγραφόμενου μεγαλύτερου ενιαίου ακινήτου, που ανήκε κατά κυριότητα στον πατέρα της και αποκτήθηκε από την ίδια με παράγωγο τρόπο, ήτοι με τα προαναφερόμενα συμβόλαια αποδοχής κληρονομιάς και γονικής παροχής που μεταγράφηκαν νόμιμα, αλλά και με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, καθώς από το έτος 1990 ασκούσε συνεχώς και αδιαλείπτως όλες τις προαναφερόμενες υλικές πράξεις φυσικής εξουσίασης πάνω στο επίδικο ακίνητο, που ταιριάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλωνόταν η θέλησή της να το εξουσιάζει ως κυρία (ήτοι το επισκεπτόταν, το καθάριζε και επέβλεπε τα όριά του, το τοπογράφησε), με νόμιμο τίτλο και με καλή πίστη επί μία δεκαετία, όπως και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και επί μία εικοσαετία τουλάχιστον πριν την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, προσμετρώντας και τη νομή του δικαιοπαρόχου πατέρα της, β) η κατάληψη του επίδικου τμήματος με την ισοπέδωση, περίφραξη αυτού και τοποθέτηση του οικίσκου - τουριστικού περιπτέρου από τον εναγόμενο Δήμο, που το νέμεται και κατέχει κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, γ) η οποία (κατάληψη) προσέτι είναι υπαίτια και παράνομη, αφού έγινε χωρίς νόμιμο δικαίωμα, καθώς ο τελευταίος δεν επικαλέστηκε ούτε άλλωστε αποδείχθηκε ότι το επίδικο είχε αποκτήσει την ιδιότητα του κοινοχρήστου πράγματος με κάποιον νόμιμο τρόπο, προκαλεί δε ζημία στην ενάγουσα αποστερώντας της την απόλαυσή του και την άσκηση κάθε εξουσίας που απορρέει από το δικαίωμα κυριότητάς της.>>.

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε: Ότι η ενάγουσα έγινε κυρία ενός μείζονος ακινήτου 9.370 τ.μ., που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του δήμου Ζαγοράς- ..., με παράγωγο τρόπο, κληρονομική διαδοχή, κατά τα 3/4 εξ αδιαιρέτου από τον πατέρα της Ν. Μ. και γονική παροχή, κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου, από την μητέρα της Χάιδω Παπαθεοδώρου, δυνάμει των νομίμως μεταγραφέντων υπ'αριθμ. .../1990 και .../1990, πράξης αποδοχής κληρονομίας και γονικής παροχής, αντίστοιχα, της συμβολαιογράφου Αθηνών Λουκίας Αλχανάτη - Σακελλαρίου.

Ότι στην αποκλειστική κυριότητα του δικαιοπαρόχου πατέρα της το μείζον ως άνω ακίνητο είχε περιέλθει, με παράγωγο τρόπο, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ'αριθμ. .../1942 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Βόλου Γεωργίου Χρυσοχού, από την αληθή κυρία τούτου Κ. Σ.. Ότι η ενάγουσα έγινε κυρία του ως άνω ακινήτου και με πρωτότυπο τρόπο, τακτική και έκτακτη χρησικτησία, με την προσμέτρηση στο δικό της χρόνο νομής εκείνου των δικαιοπαρόχων της.

Ότι η χρήση του επίδικου εδαφικού τμήματος, εμβαδού 149,19 τ.μ., που αποτελεί τμήμα του πιο πάνω μείζονος ακινήτου της ενάγουσας, από τους οδηγούς των φορτηγών και λοιπών μηχανημάτων, που συμμετείχαν στην κατασκευή του έργου της διάνοιξης της δημοτικής οδού ... - ...ς, η εναπόθεση σ'αυτό οικοδομικών υλικών κατασκευής από φορτηγά οχήματα προς εξυπηρέτηση μόνο των παρόδιων ιδιοκτητών, που δεν είχαν πρόσβαση με φορτηγά, μέσω της υφιστάμενης έως το έτος 1982 λιθόστρωτης ημιονικής οδού, στα ακίνητά τους και η διέλευση, δια μέσου αυτού, των πεζών μαθητών του σχολείου κατά τις εκδρομές τους, που γινόταν με την ανοχή και πολλές φορές εν αγνοία της ενάγουσας -αναιρεσίβλητης, η μόνιμη κατοικία της οποίας βρίσκεται στην ..., είχε προσωρινό και όχι μόνιμο χαρακτήρα και αφορούσε σε περιορισμένο αριθμό ατόμων.

Ότι ο εναγόμενος δήμος κατ'έτος 2009 παράνομα και αυθαίρετα κατέλαβε τα άνω, εμβαδού 149,19 τ.μ. επίδικο εδαφικό τμήμα, προβαίνοντας στην ισοπέδωση, περίφραξη αυτού και τοποθέτηση οικίσκου-τουριστικού περιπτέρου. Κατόπιν τούτου το Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμη κατ'ουσίαν την ένδικη διεκδικητική του επίδικου ακινήτου αγωγή, αφού απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την ερειδόμενη στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγικής αξιώσεως, υπό την προεκτεθείσα έννοια του γενικού δόλου, που πρότεινε, νομίμως, ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων Δήμος Ζαγοράς-..., συνισταμένη στο ότι η ενάγουσα επί μακρό χρόνο είχε αφήσει το επίδικο εδαφικό τμήμα στην κοινή χρήση των δημοτών του εναγομένου δήμου, επικυρώνοντας την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση.

Έτσι, που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ότι, δηλαδή, το επίδικο εδαφικό τμήμα αποτελεί τμήμα της μείζονος ιδιοκτησίας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, που περιήλθε σ'αυτήν με τον προαναφερόμενο παράγωγο τρόπο, από τον αληθή κύριο, δικαιοπάροχο πατέρα της, δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1033, ...0 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσης, αλλά διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης από την ενάγουσα της κυριότητας επί του επιδίκου, με παράγωγο τρόπο( κληρονομική, κατά τα 3/4 εξ αδιαιρέτου, διαδοχή και κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου με γονική παροχή),με βάση τις προαναφερόμενες συμβολαιογραφικές πράξεις.

Συνεπώς ο περί του αντιθέτου δεύτερος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Σε κάθε περίπτωση η διαλαμβανόμενη στο λόγο αυτό αιτίαση, συνισταμένη στο ότι η ενάγουσα δεν κατέστη κυρία του επιδίκου, επειδή ο δικαιοπάροχος πατέρας της δεν ήταν κύριος τούτου, καθόσον αυτό δεν περιλαμβανόταν στο τίτλο κυριότητάς του, ήτοι στο αριθμ. .../ 1942 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Βόλου Γεωργίου Χρυσοχού, είναι απαράδεκτη, διότι, με το πρόσχημα των αναιρετικών πλημμελειών από τους αριθμούς 1α'και 19, πλήττεται η αναιρετικά, κατ'άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ εκτίμηση των αποδείξεων. Επίσης, το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη μη εφαρμογή της, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού, υπό τα ως άνω δεκτά γενόμενα περιστατικά, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, ενώ δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσεως, αφού επί του ουσιώδους ζητήματος της απορρίψεως της ενστάσεως αυτής διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ.

Συνεπώς, οι περί του αντιθέτου διαλαμβανόμενες στον πρώτο αναιρετικό λόγο αιτιάσεις είναι αβάσιμες. Επομένως, είναι απορριπέοι οι ανωτέρω πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι, από τους αριθμ. 1α' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κατόπιν των ανωτέρω, αφού η παραδοχή της προσβαλλομένης περί κτήσεως κυριότητας της ενάγουσας στο επίδικο ακίνητο, με τον επικαλούμενο από αυτήν, παράγωγο τρόπο, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, δεν πλήττεται επιτυχώς, όπως ήδη έχει εκτεθεί, με βάσιμο λόγο αναίρεσης, ο ήδη εξεταζόμενος τρίτος λόγος της αναίρεσης, με το οποίο αποδίδονται στο Εφετείο οι από τους αριθ. 1α' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, συνιστάμενες στο ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1041, 1045 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, επειδή πλήττει την επάλληλη αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης για την κτήση κυριότητας από την ενάγουσα επί του επιδίκου με πρωτότυπο τρόπο, τακτική και έκτακτη χρησικτησία, τυχόν δε αποδοχή του δεν επηρεάζει το διατακτικό της αποφάσεως που στηρίζεται αυτοτελώς στην άνω μη πληττόμενη αιτιολογία ως προς τον παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης (ΑΠ1442/2019, ΑΠ1727/2012, ΑΠ1563/2010, ΑΠ2145/2009).

Κατ'ακολουθία των ανωτέρω, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικό λόγος, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων Δήμος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματός της (άρθρα 176, 183ΚΠολΔ), μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006 <<Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων >> σε συνδ.

με το άρθρο 22 παρ. 1 N. 3693/1957, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό ειδικότερα (ΑΠ124/2021, ΑΠ682/2020).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25/06/2021 αίτηση για αναίρεση της αριθμ.213/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας του ΟΤΑ με την επωνυμία Δήμος Ζαγοράς-.... Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Δήμο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ