Legislator Case Law & Legislation
1324/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal claiming lower court ignored expert valuation evidence in property dispute.

Case Number 1324/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by I. K. and G. K. against the final judgment of the Athens Court of First Instance. The appellants argued that the Court of Appeal failed to consider specific expert valuations of the property's market value submitted during the proceedings. The court ruled that the lower court had explicitly acknowledged and weighed all submitted evidence, including the disputed expert reports, and that the appellants' claim of non-consideration was unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the alleged failure to consider evidence is inadmissible if the lower court explicitly states it has taken all submitted evidence into account and formed its conviction accordingly.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evidence consideration expert valuation appellate review conviction formation civil procedure property dispute

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 §1, 577 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 571 of the Code of Civil Procedure
Article 577 §3 of the Code of Civil Procedure
Article 4 of the Constitution
Article 559 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 561 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 561 §2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 §3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 §1, 191 §2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1324 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1324/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη - Εισηγήτρια, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 16η Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Κ. του Β. και Β., 2) Γ. Κ. του Β. και Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Κωνσταντίνου και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ. του Β., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Κωνσταντίνου Ζαννή και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-10-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5888/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 814/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-6-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 26/06/2020 αίτηση για αναίρεση της αριθμ.814/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.571, 577§3 ΚΠολΔ).

Α1.Με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, καθιερώνεται όχι μόνον η ισότητα των Ελλήνων πολιτών ενώπιον των νόμων αλλά και η έναντι τούτων ισότητα του νόμου, δεσμεύοντας έτσι και το νομοθέτη, ο οποίος, στη ρύθμιση ουσιωδώς όμοιων πραγμάτων, σχέσεων και κατηγοριών προσώπων, δεν μπορεί να νομοθετεί κατά διαφορετική τούτων μεταχείριση, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας εν γένει διακρίσεις, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση αυτών δεν είναι αυθαίρετη αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων, υπόκειται στον έλεγχο του δικαστηρίου (ΟλΑΠ 23/2004, ΟλΑΠ 11/2003, ΑΠ968/2010). 2.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση ( ΑΠ 1299/2009).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 3, 566 § 1 και 577 § 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να αναφέρει στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, τη συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, με πληρότητα και υπό τα οποία συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ2/2013,ΟλΑΠ20/2005,ΑΠ325/2022, ΑΠ1338/2021,ΑΠ706/2018,ΑΠ741/2018).

Η αοριστία δε αυτού του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή στην προσβαλλόμενη απόφαση ή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΑΠ 901/2010). 3.Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 24/2022, ΑΠ1443/2015, ΑΠ 78/2015).

Τέλος, λόγος αναίρεσης ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει, όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ455/2020, ΑΠ1924/2017, ΑΠ559/2015, ΑΠ 1611/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο, κατά ένα μέρος, αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως την αναφερόμενη, στην προεκτεθείσα νομική σκέψη, ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, καθόσον τις μεν χαριστικές παροχές, στις οποίες, πριν από το θάνατό του, προέβη ο κληρονομούμενος προς τον πρώτο εναγόμενο και ήδη πρώτο αναιρεσείοντα, μεριδούχο, καταλόγισε με αναγωγή στο ισάξιο σε ευρώ κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, με βάση την αξία της λίρας Αγγλίας, τις δε, προς την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, μεριδούχο, χαριστικές παροχές του κληρονομουμένου, στις οποίες ο κληρονομούμενος , πριν από το θάνατό του, προέβη, καταλόγισε χωρίς να προβεί σε αναγωγή τους.

Ο λόγος αυτός, ως προς τις άνω αιτιάσεις, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος εξαιτίας της αοριστίας του, καθόσον, αν και η αγωγή κρίθηκε στην ουσία, για την πληρότητά του, δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο, έστω και συνοπτικά, οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση, ώστε να ερευνηθεί η ίδρυση ή μη της επικαλούμενης, από το πιο πάνω άρθρο, πλημμέλειας, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την αναγνώριση του δικαιώματος της νόμιμης μοίρας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης στα κληρονομιαία επίδικα ακίνητα του διαθέτη πατέρα της που κατακρατούν οι εναγόμενοι ήδη αναιρεσείοντες και του δικαιώματός της να της αποδοθούν αυτά, κατά ο ποσοστό της νόμιμης μοίρας που της λείπει, για τη συμπλήρωσή της, παρά, μόνον, παραθέτει, τις, κατά την εκδοχή των αναιρεσειόντων, παραδοχές (7 σειρών), με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί, από το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση, με το λόγο αναίρεσης, παράβαση του επικαλούμενου πιο πάνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό (ΑΠ1210/2008).

Σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός, είναι και αβάσιμος, και, τούτο, διότι, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως την προβλεπόμενη, από την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, αρχή της ισότητας, που αναφέρεται στην προεκτεθείσα νομική σκέψη, καθόσον η επικαλούμενη αιτίαση, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

Τούτο δε διότι, από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, για την ανεύρεση της νόμιμης μοίρας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, κατ'εφαρμογή της, δικονομικού δικαίου, διάταξης του άρθρου 522 ΚΠολΔ, καταλόγισε τις, προς τον πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα, χαριστικές παροχές του κληρονομουμένου πατέρα του, οι οποίες είχαν αναχθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο στο ισάξιό τους στο χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, καθόσον, κατά το ιδίαιτερο αυτό κεφάλαιο, δεν εξεκλήθη με (επικουρική) έφεση απ' αυτούς (αναιρεσείοντες) η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (βλ.

φύλλο 6ο, 2η σελ. αναιρεσιβαλλομένης), σχετική παραδοχή, η οποία, όπως θα εκτεθεί παρακάτω, δεν πλήττεται επιτυχώς με αναιρετικό λόγο. Περαιτέρω, με τον ίδιο πρώτο, κατά ένα μέρος, αναιρετικό λόγο, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα σε σχέση με το κρίσιμο ζήτημα της αξίας των, προς τους διαδίκους μεριδούχους, χαριστικών παροχών του κληρονομουμένου, χωρίς απόδειξη.

Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο στην παραδοχή του για την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής και ειδικότερα για το ζήτημα των, προς την ενάγουσα, χαριστικών εν ζωή παροχών του κληρονομούμενου κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, όλων των αποδεικτικών μέσων, δηλαδή των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων, όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, της ένορκης βεβαίωσης, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι, ενώ, αναφορικά με τις, προς τον πρώτο εναγόμενο, παροχές, όπως ήδη έχει αναφερθεί, η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δεν εξεκκλήθη με (επικουρική) έφεση από τους εναγομένους.

Έτσι, στην παραδοχή του αυτή το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και οι παραπάνω από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις είναι αβάσιμες, πέραν του ότι υπό την επίφαση συνδρομής των προϋποθέσεών του πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι, στο σύνολό του, απορριπτέος. Β.1. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1825, 1827, 1831, 1832 και 1833 ΑΚ, όπως ισχύουν μετά το ν. 1329/1983, για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας οποιουδήποτε μεριδούχου, η οποία συνίσταται στο μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας, λαμβάνεται ως βάση η κατάσταση και η αξία της κληρονομιάς κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, δηλαδή συνυπολογίζονται όλα τα δεκτικά κληρονομικής διαδοχής περιουσιακά στοιχεία που υπάρχουν κατά το χρόνο αυτό στην κληρονομιά (πραγματική κληρονομική ομάδα), προσθέτονται δε και θεωρούνται ότι υπάρχουν στην κληρονομιά (πλασματική κληρονομική ομάδα), με την αξία που είχαν κατά το χρόνο της παροχής, οτιδήποτε ο κληρονομούμενος παραχώρησε, όσο ζούσε, χωρίς αντάλλαγμα σε μεριδούχο είτε με δωρεά είτε με άλλο τρόπο και επίσης οποιαδήποτε δωρεά που ο κληρονομούμενος έκανε στα τελευταία δέκα χρόνια πριν από το θάνατό του, εκτός αν την επέβαλαν λόγοι ευπρέπειας ή ιδιαίτερο ηθικό καθήκον.

Εάν όμως από το χρόνο που έγινε η παροχή μέχρι το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, ο οποίος χρόνος αυτός είναι και κρίσιμος, κατ' άρθρο 1831 ΑΚ, για τον υπολογισμό της αξίας της κληρονομίας, μεσολάβησε νομισματική έκπτωση, υποτίμηση ή σοβαρή νομισματική διακύμανση, πρέπει, κατά την καθιερούμενη από το 288 ΑΚ αρχή της καλής πίστεως, η αξία αυτή του χρόνου της παροχής να υπολογιστεί σε δραχμές, της αυτής πραγματικής αξίας, την οποία αυτές είχαν κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου.

Η αξία, δηλαδή, του χρόνου της παροχής να αναχθεί, με βάση την άνω αρχή του άρθρου 288 ΑΚ, στο ισάξιό της κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, αφού ληφθεί υπόψη η αγοραστική αξία της χρυσής λίρας Αγγλίας κατά το χρόνο της παροχής και ακολούθως του θανάτου του κληρονομουμένου και η μεταξύ τους σύγκριση, αλλά και η αύξηση στο μεταξύ του τιμαρίθμου.

Τα στοιχεία αυτά (τιμή χρυσής λίρας και τιμάριθμος) δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνει αναλυτικά ο ενάγων στην αγωγή του, με την οποία ζητά την αναγωγή της αξίας της παροχής που έγινε από τον κληρονομούμενο σε μεριδούχο, στην αξία του χρόνου θανάτου του κληρονομούμενου, διότι αυτά θα προκύψουν από τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι θα επικαλεστούν και προσκομίσουν, ενώ το δικαστήριο μπορεί να προσφύγει και στα διδάγματα τους κοινής πείρας για την ανάλυση σχετικών αποδείξεων (ΑΠ1230/2017, ΑΠ967/2017, ΑΠ 1233/2009).

Έτσι, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις, για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας του μεριδούχου α) εκτιμάται η αξία όλων των αντικειμένων της κληρονομιάς κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, β) προσθέτονται με την αξία που είχαν κατά το χρόνο που πραγματοποιήθηκαν οι πιο πάνω παροχές του κληρονομούμενου προς τους μεριδούχους ή τρίτους, γ) με βάση την αυξημένη (πλασματική) κληρονομική ομάδα, που προσδιορίζεται κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, εξευρίσκεται η νόμιμη μοίρα του μεριδούχου και δ) σχηματίζεται ένα κλάσμα με αριθμητή το ποσό της εξευρισκόμενης με τον πιο πάνω τρόπο νόμιμης μοίρας του και παρανομαστή την αξία εκείνων των στοιχείων της πραγματικής ομάδας, από τα οποία θα λάβει ο μεριδούχος το απαιτούμενο ποσοστό για τη συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας του.

Το κλάσμα αυτό ή δεκαδικός αριθμός που προκύπτει από τη διαίρεση του αριθμητή με τον παρανομαστή παριστά το ποσοστό που πρέπει να πάρει ο μεριδούχος αυτούσιο σε κάθε αντικείμενο της πραγματικής ομάδας της κληρονομιάς, για να λάβει έτσι τη νόμιμη μοίρα του (Ολ ΑΠ 1404/1984). Με βάση τα παραπάνω έπεται ότι μεταξύ των στοιχείων της βάσεως της αγωγής περί κλήρου του νομίμου μεριδούχου, σε περίπτωση που ο ενάγων επικαλείται την ύπαρξη παροχών από αυτές που αναφέρονται στο άρθρο 1831 παρ. 1 εδ. 2 του ΑΚ, είναι και η αξία των κληρονομιαίων πραγμάτων κατά τον χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, ενώ η αμφισβήτηση από τον εναγόμενο της αναφερόμενης στην αγωγή αποτίμησης της κληρονομιάς και η επίκληση διαφορετικής από την καθοριζόμενη με την αγωγή αξίας της κληρονομιάς συνιστά άρνηση αυτής (ΑΠ967/2017, ΑΠ1233/2009, ΑΠ207/2008). 2.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ1091/2019,ΑΠ1586/2008). "Πράγματα" υπό την ως άνω έννοια αποτελούν και οι λόγοι της εφέσεως ή αντεφέσεως, οι οποίοι αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (Ολομ.ΑΠ 22/2005, Ολομ.

ΑΠ 11/1996). Ο αμέσως πιο πάνω αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε (πράγμα)και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ ΑΠ 12/1991, ΑΠ1117/2014). Για την πληρότητα του αναιρετικού αυτού λόγου, πρέπει στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, να αναφέρεται ποια ήταν τα πράγματα που παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη, μολονότι προτάθηκαν παραδεκτά και ποια επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 252/2011, ΑΠ 367/2009, ΑΠ 1632/2007).

Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κατ' άρθρο 559 αριθ. 1, συντρέχει δε ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, συνίσταται, η μεν στο ότι το δικόγραφο αυτής (αγωγής) δεν αναφέρει με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αγωγικό αίτημα, η δε στο ότι στο ίδιο δικόγραφο γίνεται επίκληση απλώς των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του, και η μεν ποσοτική αοριστία ελέγχεται με βάση τον αριθ. 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η δε ποιοτική με βάση τον αριθ. 14 του ίδιου άρθρου (ΑΠ340/2022,ΑΠ 886/2018, ΑΠ23/2015, ΑΠ1452/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο, κατά ένα μέρος, λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την, από τον αριθμό 8β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους, όπως προβεί σε αναγωγή, των, προς την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, χαριστικών παροχών, αν και στο διάστημα που μεσολάβησε από το χρόνο που έγιναν έως το θάνατο του κληρονομουμένου υπήρξε σοβαρή νομισματική διακύμανση.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, ως προς την ανωτέρω αιτίαση, είναι απαράδεκτος, γιατί ο παραπάνω προταθείς ισχυρισμός των εναγομένων, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, δεν είναι αυτοτελής, που τείνει σε θεμελίωση δικαιώματος των εναγομένων, αλλά αρνητικός της αγωγής, καθόσον διαλαμβάνει αμφισβήτηση από τους εναγομένους της αναφερόμενης στην αγωγή αποτίμησης της κληρονομιάς και επίκληση διαφορετικής από την καθοριζόμενη με την αγωγή αξίας των καταλογιστέων παροχών της κληρονομιάς, για την αναγωγή της αξίας τους, λόγω της επικαλούμενης νομισματικής υποτίμησης και ως εκ τούτου δεν συνιστά ''πράγμα'' υπό την έννοια της ως άνω διατάξεως.

Περαιτέρω, με τον ίδιο δεύτερο, κατά ένα μέρος, λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την ένδικη περί κλήρου αγωγή της νομίμου μεριδούχου ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης για συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας της, ισχυρισμό, περί αοριστίας, που νομίμως οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες είχαν προτείνει, καθόσον στο αγωγικό δικόγραφο δεν διαλάμβανε την αξία που είχαν οι, προς αυτήν, χαριστικές παροχές, προβαίνοντας σε αναγωγή στο ισάξιό τους κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, ως προς την ανωτέρω αιτίαση, είναι αβάσιμος, καθόσον, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, στοιχείο της αγωγής ή της προταθείσας ενστάσεως για καταλογισμό των εν ζωή παροχών του κληρονομουμένου είναι η αξία τους κατά τον χρόνο που αυτές έγιναν και δεν είναι αναγκαίο για την πληρότητα της αγωγής η αναγωγή των προς την ενάγουσα παροχών στο ισάξιό τους, κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, αφού τα στοιχεία αυτά, σε περίπτωση αμφισβήτησης, με την επίκληση νομισματικής υποτίμησης, από τους εναγομένους θα προκύψουν από τις αποδείξεις.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος στο σύνολό του. Γ. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (Ολ ΑΠ 2/2008).

Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.

Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αίτηση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Για την πληρότητα του λόγου αυτού πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη χωρίς να προσκομισθούν ή δεν έλαβε αυτά υπόψη ενώ προσκομίστηκαν νόμιμα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους και να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκόμισή τους κατά τη συζήτηση στο δικαστήριο της ουσίας, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν αυτεπάγγελτα υπόψη (ΟλΑΠ30/1997, ΑΠ 538/2021, ΑΠ1343/2017, ΑΠ333/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο αναιρετικό λόγο αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ειδικότερα, μέμφονται το Εφετείο ότι, κατέληξε στην κρίση του για το ουσία βάσιμο της ένδικης αγωγής της αναιρεσιβλήτου, χωρίς να λάβει υπόψη και να συνεκτιμήσει με τις λοιπές αποδείξεις και την από Μαρτίου 2015 έκθεση εκτίμησης της αγοραίας αξίας του πολιτικού μηχανικού Β.

Π. και του πιστοποιημένου εκτιμητή ακινήτων Σ. Κ., που αφορούν στην εκτίμηση της αγοραίας αξίας της οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμερίσματος), την οποία ο κληρονομούμενος πατέρας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης είχε, πριν από το θάνατό του, μεταβιβάσει σ'αυτήν. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία ρητά βεβαιώνεται ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσεως έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην των άλλων, και <<.....όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι ...>>, σε συνδυασμό και με τις λοιπές αιτιολογίες αυτής, καμιά αμφιβολία δεν καταλείπεται ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και το πιο πάνω έγγραφο, το οποίο οι αναιρεσείοντες επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως, χωρίς, ωστόσο, να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτού.

Κατόπιν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26/06/2020 αίτηση των Ι. Κ. και Γ. Κ. για αναίρεση της 814/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ