Legislator Case Law & Legislation
1324/2007 AI generated

1324/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1324/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-7-1997 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 3542/1998 προδικαστική, 22811/2001 οριστική, 11298/2003, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής, του ίδιου δικαστηρίου και 1682/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9 Αυγούστου 2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 23 Δεκεμβρίου 2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

1324/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 303 του ΑΚ και 473 επ. ΚΠολΔ προκύπτει ότι όποιος έχει τη διαχείριση μιας ολικά ή μερικά ξένης υπόθεσης, εφόσον η διαχείριση συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες, έχει υποχρέωση να λογοδοτήσει. Τέτοια υποχρέωση έχει και ο διαχειριστής αφανούς εταιρείας αφού διαχειρίζεται το ανήκον στους λοιπούς εταίρους ιδανικό μερίδιο της εταιρικής περιουσίας.

Keywords

AI generated
corporate criminal liability operating company principle of company name truthfulness company in difficulties single economic entity dissolution of a company
AI generated
806/2013
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
377/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Ιουνίου 2004 αίτηση του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 377/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 149/2006 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20 Απριλίου 2006 αίτησή του.
881/2021
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.
1825/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
1085/2018
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1324 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1324/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος : ........., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Χριστόπουλο, ο οποίος ανακάλεσε την από 7-12-2006 δήλωσή του εκ του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων : 1)..... συζ. Φ1, 2)..... θυγ. Φ1 και 3)..... θυγ. Φ1, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Κουντουριώτη, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-7-1997 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 3542/1998 προδικαστική, 22811/2001 οριστική, 11298/2003, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής, του ίδιου δικαστηρίου και 1682/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9 Αυγούστου 2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 23 Δεκεμβρίου 2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Από τα άρθρα 47 - 50 ΕμπΝ προκύπτει ότι συμμετοχική ή αφανής εταιρεία είναι εκείνη στην οποία ένας μόνος από τους συνεταίρους, κατ' εξουσιοδότηση των λοιπών, που παραμένουν αφανείς έναντι των τρίτων, ενεργεί είτε εμπορία είτε μία ή περισσότερες εμπορικές πράξεις στο όνομά του, χωρίς να παρίσταται προς τα έξω ως διαχειριστής εταιρείας, η οποία παραμένει επίσης αφανής έναντι των τρίτων.

Αυτή συνιστάται και ατύπως εκ μόνου του γεγονότος της συμμετοχής, δεν υπόκειται σε οποιαδήποτε δημοσιότητα, στερείται νομικής προσωπικότητας και αυτόνομης περιουσίας. Ο σχηματισμός της εταιρείας, η αναλογία κάθε εταίρου στα κέρδη και στις ζημίες και οι υπόλοιπες συνθήκες λειτουργίας της εξαρτώνται από τις συμφωνίες των μετόχων, με την έννοια ότι, όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι συνθήκες ίδρυσης και λειτουργίας ρυθμίζονται, κύρια, από τις μεταξύ των μετόχων συμφωνίες, ενώ σε περίπτωση ανυπαρξίας τέτοιων συμφωνιών, έχουν ανάλογη εφαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο 18 του ΕμπΝ, οι διατάξεις περί εταιρειών του Αστικού Κώδικα (άρθρ. 741 επ Α.Κ.), οι οποίες αφορούν εταιρείες που δεν έχουν, όπως οι συμμετοχικές, νομική προσωπικότητα υπό την προϋπόθεση ότι συμβιβάζονται με τη φύση της αφανούς εταιρείας ως εσωτερικής εταιρείας που χαρακτηρίζεται κυρίως από την έναντι τρίτων αφάνειά της.

Η αφανής εταιρεία λύεται για τους ίδιους λόγους για τους οποίους λύεται και η αστική εταιρεία με εφαρμογή των άρθρων 765 επ. ΑΚ, συνεπώς και με καταγγελία, που επιφέρει τα αποτελέσματά της έστω και αν δεν υπάρχει σπουδαίος λόγος (ΑΚ 766). Μετά τη λύση της αφανούς εταιρείας δεν απαιτείται να επακολουθήσει υποχρεωτικά στάδιο εκκαθαρίσεως (ΑΚ 777), διότι δεν υπάρχει εταιρική περιουσία, εφόσον ο εμφανής εταίρος εμπορεύεται ατομικά έναντι των τρίτων, εκτός αν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο μεταξύ των εταίρων (ΑΚ 361) ή αν το δικαστήριο κρίνει ότι είναι απαραίτητη η εκκαθάριση.

Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 303 του ΑΚ και 473 επ. ΚΠολΔ προκύπτει ότι όποιος έχει τη διαχείριση μιας ολικά ή μερικά ξένης υπόθεσης, εφόσον η διαχείριση συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες, έχει υποχρέωση να λογοδοτήσει. Τέτοια υποχρέωση έχει και ο διαχειριστής αφανούς εταιρείας αφού διαχειρίζεται το ανήκον στους λοιπούς εταίρους ιδανικό μερίδιο της εταιρικής περιουσίας.

Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ., αν το δικαστήριο για την κρίση του ως προς το νομικά βάσιμο της αγωγής είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί είτε αρκέστηκε σε λιγότερα.

Η τυχόν δε παραπέρα ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής η αναγόμενη στην παράθεση στο δικόγραφο αυτής των περιστατικών τα οποία συγκεκριμενοποιούν την ασκούμενη αξίωση και το προβαλλόμενο αίτημα με βάση αυτό, ώστε αυτό να είναι ως λογικό επακόλουθο αυτών σαφές, ελέγχεται αντίστοιχα ως παράβαση με βάση τους από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ λόγους αναιρέσεως.

Στην προκείμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, οι αναιρεσίβλητες ισχυρίστηκαν ότι: Από τον Οκτώβριο του 1992 είχαν συστήσει ατύπως με τον αναιρεσείοντα αφανή εταιρεία, με σκοπό την από κοινού εκμετάλλευση πρατηρίου υγρών καυσίμων, λιπαντικών, διανομής πετρελαιοειδών, αξεσουάρ και ειδών αυτοκινήτων, πλυντήριο αυτοκινήτων και ειδών διατροφής (mini market), σε μισθωμένο ακάλυπτο οικόπεδο στην ......., εντός του οποίου ανεγέρθηκαν από κοινού και ειδικότερα με χρηματοδότηση που τους παρείχε η εταιρεία πετρελαιοειδών SHELL με την οποία συνεργάστηκαν, οι απαραίτητες κτιριακές και άλλες εγκαταστάσεις.

Η διάρκεια της εταιρείας ορίστηκε μέχρι τη σύσταση επώνυμης εταιρείας, το είδος της οποίας θα το αποφάσιζαν από κοινού μετά την έναρξη λειτουργίας της επιχείρησης, εμφανής δε εταίρος ήταν ο αναιρεσείων στο όνομα του οποίου λειτουργούσε η επιχείρηση. Στην εταιρεία θα συμμετείχαν όλοι κατ' ίσα μέρη [25%] στα κέρδη και στις ζημίες, το κεφάλαιο της δε συνίστατο στην καταβολή ποσού 90.000 000 δρχ., κατ' ισομοιρία, που θα κατέβαλε σ' αυτούς η Α.

Ε. "SHELL HELLAS", όπως και έγινε, ενόψει της 20ετούς υπομίσθωσης σ' αυτήν του μίσθιου χώρου, όπου θα λειτουργούσε η εταιρία καθώς και από το ποσό των 120.000.000 δραχμών, το οποίο αντιπροσώπευε την αξία των εμπορευμάτων που εισφέρθηκαν από την οικογενειακή επιχείρηση, που λειτουργούσε στο όνομα της τρίτης αναιρεσίβλητης μέχρι το 1991, σε διαφορετικό χώρο, σε συστέγαση με πρατήριο υγρών καυσίμων της πρώτης.

Ο αναιρεσείων θα πρόσφερε την προσωπική του εργασία, θα παρείχε στις αναιρεσίβλητες, τουλάχιστον ανά τρίμηνο, πληροφορίες για την πορεία των εταιρικών υποθέσεων, και θα προέβαινε στη διανομή των κερδών στο τέλος κάθε εταιρικής χρήσεως. Μετά τη λύση της εταιρίας θα διενεργείτο εκκαθάριση, και ο αναιρεσείων θα είχε υποχρέωση λογοδοσίας στις αφανείς εταίρους, Οι κτιριακές εγκαταστάσεις είχαν ολοκληρωθεί μέχρι τα τέλη του 1994, οπότε και άρχισε η δραστηριότητα της επιχείρησης στο όνομα του αναιρεσείοντος, όμως στις 13.1.1997 οι αναιρεσίβλητες κατήγγειλαν την αφανή εταιρεία λόγω της ειδικότερα αναφερόμενης στην αγωγή αντισυμβατικής συμπεριφοράς του αντιδίκου τους, ο οποίος παρά τις προσκλήσεις τους αρνήθηκε να λογοδοτήσει και ώστε να προβούν σε διακανονισμό των περιουσιακών τους ισχυριζόμενος ότι πρόκειται για ατομική του επιχείρηση.

Ζήτησαν δε οι αναιρεσίβλητες να αναγνωριστεί η μεταξύ αυτών και του εναγόμενου σύσταση αφανούς εταιρίας με το ως άνω περιεχόμενο, η λύση της με την καταγγελία και η θέση της υπό καθεστώς εκκαθαρίσεως, και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να παράσχει σ' αυτές λογοδοσία για τις δαπάνες και τις εισπράξεις που διενήργησε κατά τη διάρκεια λειτουργίας της εταιρίας.

Επομένως, στην αγωγή εκτίθενται όλα τα κρίσιμα, κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ, στοιχεία για την θεμελίωση της, σύμφωνα με τα αιτήματά της, στις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 47-50 ΕμπΝ. 303, 718, 741, 742, 754 παρ. 1, 766, 777 ΑΚ 70, 473 επ. ΚΠολΔ, στις οποίες στηρίζεται, αφού παρατίθενται σ' αυτή η σύσταση της εταιρείας, ο σκοπός της, ο χρόνος λειτουργίας της, το κεφάλαιό της, η εισφορά των αναιρεσιβλήτων για τη δημιουργία του κεφαλαίου της και η καταβολή της, το ποσοστό συμμετοχής κάθε εταίρου στα κέρδη και τις ζημίες, η λύση της εταιρείας με καταγγελία, η συμφωνία για εκκαθάριση, η ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως διαχειριστή κατά το χρόνο της λειτουργίας της και του ανήκοντος στις αναιρεσίβλητες ιδανικού μεριδίου της εταιρικής περιουσίας, καθώς και η από μέρους του αμφισβήτηση της άνω έννομης (εταιρικής) σχέσης και τα από αυτήν απορρέοντα δικαιώματα των αναιρεσιβλήτων.

Δεν ήταν δε αναγκαία για το ποσοτικά ορισμένο της αγωγής ή ως στοιχείο του νομικά βάσιμου αυτής, μεγαλύτερη εξειδίκευση των περιστατικών αυτών, ή η μνεία και άλλων, όπως αν οι χρηματικές εισφορές επαρκούσαν για την ανοικοδόμηση των εγκαταστάσεων που ήταν αναγκαίες για τη λειτουργία της κοινής επιχείρησης.

Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση επομένως που δέχθηκε τα ίδια, απορρίπτοντας το σχετικό λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως που είχε κρίνει ομοίως, ορθά και σύμφωνα με το νόμο, α) αρκέστηκε σε όσα στοιχεία απαιτούνται για το νομικώς ορισμένο της αγωγής ως προς τα προαναφερόμενα αιτήματά της, β) δεν κήρυξε ακυρότητα ή απαράδεκτο αυτής, λόγω ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της, και γ] δεν έλαβε υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονταν σ' αυτή και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατ' ακολουθία, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι αντίθετοι, εκ του άρθρου 559 αρ. 1, 8, και 14 ΚΠολΔ, έκτος όγδοος, δέκατος και ενδέκατος λόγοι της αιτήσεως.

ΙΙ.- Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμησή της, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Ο Φ1, σύζυγος της πρώτης ενάγουσας [ήδη 1ης αναιρεσίβλητης] πατέρας των λοιπών εναγουσών [2ης και 3ης αναιρεσιβλήτων] και πεθερός του εναγομένου [ήδη αναιρεσείοντος], από το 1966 και μέχρι το 1991 διατηρούσε πρατήριο υγρών καυσίμων της SHELL στην οδό ....., στο οποίο απασχολούσε ως υπάλληλο και τον εναγόμενο και μετέπειτα γαμβρό του.

Στον ίδιο χώρο στεγαζόταν και επιχείρηση της τρίτης ενάγουσας μικροανταλλακτικών και αξεσουάρ αυτοκινήτων. Το έτος 1991 αποβλήθηκε από τη χρήση του άνω μισθίου λόγω ιδιοχρήσεως. Ενόψει τούτου, αποφάσισε, προκειμένου να αποκαταστήσει τα παιδιά του, να ανεύρει νέο κατάλληλο χώρο προς μίσθωση για την εγκατάσταση και λειτουργία σ' αυτόν οικογενειακής επιχείρησης με αντικείμενο την εκμετάλλευση πρατηρίου υγρών καυσίμων και εμπορία μικροανταλλακτικών και αξεσουάρ.

Με προσπάθειές του βρέθηκε προς μίσθωση κατάλληλος χώρος, ένα ακάλυπτο οικόπεδο, 858,71 τ.μ. στη συμβολή των οδών ...., ..... και ....., ιδιοκτησίας του σωματείου "Σύλλογος ....." με τον διακριτικό τίτλο ".....". Τον Οκτώβριο του 1992, ενόψει της επικείμενης μίσθωσης του ακινήτου αυτού, οι διάδικοι, που είχαν τότε άριστες οικογενειακές σχέσεις, συνέστησαν ατύπως με τον ανωτέρω σκοπό, δηλαδή την εκμετάλλευση πρατηρίου υγρών καυσίμων και εμπορία μικροανταλλακτικών και αξεσουάρ, αφανή εταιρεία με εμφανή εταίρο και διαχειριστή τον εναγόμενο, που θα πρόσφερε και την προσωπική του εργασία, και αφανείς τις ενάγουσες.

Η διάρκεια της εταιρείας ορίστηκε μέχρι τη σύσταση επώνυμης εταιρείας προσωπικής ή κεφαλαιουχικής, αναλόγως της πορείας της επιχείρησης και ύστερα από εκτίμηση του εταιρικού τύπου που θα τους συνέφερε καλλίτερα, ενώ το ποσοστό συμμετοχής τους σ' αυτή ορίστηκε σε 25% για τον καθένα. Αμέσως μετά, με το από 9- 11-1992 ιδιωτικό συμφωνητικό, που συμπληρώθηκε με το από 22-11-1992 ιδιωτικό συμφωνητικό και στη συνέχεια περιεβλήθη τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου με την .....πράξη του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γεωργίου Καραμάνου, οι διάδικοι μίσθωσαν από το παραπάνω σωματείο το προαναφερόμενο ακάλυπτο ακίνητο.

Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε για 25 έτη αρχόμενη από την 10-11-1992 και λήγουσα στις 9-11-2017. Οι μισθωτές [διάδικοι] ανέλαβαν την υποχρέωση να ανεγείρουν εντός του οικοπέδου με δικές τους δαπάνες ένα κτίριο, αποτελούμενο από υπόγειο χώρο εμβαδού 268 τ.μ., ισόγειο εμβαδού 268 τ.μ., ημιώροφο και πρώτο όροφο, τον οποίο [πρώτο όροφο] θα παρέδιδαν - όπως και έγινε - στο σωματείο για αποκλειστικά δική του χρήση.

Ως μίσθωμα συμφωνήθηκε η δαπάνη ανεγέρσεως του όλου κτιρίου και επί πλέον ποσοστό 3% επί των καθαρών κερδών από την πώληση βενζίνης και πετρελαίου κίνησης, το οποίο όμως δεν θα ήταν κατώτερο των 100.000 δραχμών για τα πρώτα πέντε έτη λειτουργίας της μίσθωσης, των 150.000 δραχμών για τα επόμενα πέντε έτη και των 200.000 δραχμών για τα υπόλοιπα έτη της μίσθωσης.

Οι μισθωτές, εξάλλου, δυνάμει σχετικών όρων της σύμβασης είχαν το δικαίωμα, αφενός μεν να παραχωρήσουν τη χρήση του μισθίου σε εταιρία που θα ιδρυόταν μεταξύ τους, αλλά και μεταξύ αυτών και τρίτου συνεταίρου, αφετέρου δε να υπεκμισθώσουν αυτό σε τρίτον ή να παραχωρήσουν τη χρήση του με οποιαδήποτε άλλη έννομη σχέση, του υπομισθωτή δικαιουμένου και σε περαιτέρω υπεκμίσθωση, ενώ ειδικά για τους χώρους και εγκαταστάσεις πωλήσεως υγρών καυσίμων και του σταθμού εξυπηρετήσεως αυτοκινήτων συμφωνήθηκε ότι οι μισθωτές θα είχαν το δικαίωμα να παραχωρούν τη χρήση και εκμετάλλευση τους με το εξοπλισμό τους σε ξένη ή ημεδαπή εταιρία εμπορίας πετρελαίου και πετρελαιοειδών της επιλογής τους.

Συμφωνήθηκε τέλος ότι σε οποιαδήποτε από τις ανωτέρω περιπτώσεις υπεύθυνοι απέναντι στον εκμισθωτή (σωματείο) θα παρέμειναν οι διάδικοι καθ' όλη την εικοσιπενταετή διάρκεια της μίσθωσης. Ακολούθως οι διάδικοι, στα πλαίσια των ανωτέρω συμφωνιών, με το από 31-5-1993 ιδιωτικό συμφωνητικό υπεκμίσθωσαν στην ανώνυμη εταιρία πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SHELL HELLAS" το οικόπεδο, καθώς και από τα κτίρια που επρόκειτο το να αναγερθούν μία ισόγεια αίθουσα 137 τ.μ., αποθήκη 100 τ.μ., το λιπαντήριο και πλυντήριο με τις εγκαταστάσεις τους, προκειμένου να τα χρησιμοποιήσει η τελευταία ως πρατήριο υγρών καυσίμων, πλυντήριο και λιπαντήριο, λειτουργώντας αυτό, η ίδια, ή πρατηριούχος (φυσικό ή νομικό πρόσωπο) που θα συνεργαζόταν με αυτήν.

Η μίσθωση αυτή συμφωνήθηκε εικοσαετής, με μηνιαίο μίσθωμα σε 375.000 δραχμές. Το σύνολο δε των μισθωμάτων των 20 ετών, που ανερχόταν σε 90.000.000 δρχ., συμφωνήθηκε να προκαταβληθεί από την παραπάνω εταιρεία στους διαδίκους, ως υπεκμισθωτές, 25 % στον καθένα τους, προκειμένου να διευκολυνθούν στην ανέγερση του άνω κτιρίου, όπως και έγινε, έλαβε δε το ποσό αυτό εξ ολοκλήρου ο εναγόμενος, ο οποίος και το διαχειρίστηκε, ως εμφανής εταίρος.

Με τον δέκατο όρο του μισθωτηρίου αυτού συμφωνήθηκαν τα εξής: "η περαιτέρω υπεκμίσθωση, είτε ολική, είτε μερική, όπως και η παραχώρηση της χρήσης του μισθίου προς τρίτους προς εκμετάλλευση επιτρέπεται μόνο προς τα αναφερόμενα στο παρόν φυσικά πρόσωπα των εκμισθωτών (ή ένα εξ αυτών), ή στην υπό των εκμισθωτών ή τινών μόνον εξ αυτών συσταθησόμενη εταιρία οποιασδήποτε μορφής, της οποίας όμως τη διαχείριση θα έχει ένας τουλάχιστον εκ των εκμισθωτών ευθυνόμενος και με την προσωπική του περιουσία για τα χρέη της εταιρείας αυτής δυνάμει οιασδήποτε σχέσεως.

Σε περίπτωση σχετικής αδυναμίας ή αρνήσεως οποιουδήποτε εκ των εκμισθωτών ή της συσταθησόμενης από τους εταίρους εταιρίας, όπως και σε περίπτωση λύσεως για οποιοδήποτε λόγο της περαιτέρω υπομισθώσεως, η περαιτέρω υπομίσθωση προς εκμετάλλευση του μισθίου θα γίνεται προς τα φυσικά πρόσωπα ενός εκ των υπολοίπων ή προς τους κληρονόμους τους ή προς συσταθησόμενη από τα πρόσωπα αυτά ή τινά εξ αυτών εταιρίας.

Για τη διαπίστωση των διαθέσεων των εκμισθωτών, ο μισθωτής υποχρεούται να κοινοποιήσει προς αυτούς δήλωση και πρόσκληση, με την οποία θα τάσσει σε αυτούς προθεσμία ενός μηνός από της επιδόσεως για να του υποδειχθεί από αυτούς το πρόσωπο ή τα πρόσωπα (φυσικά ή νομικά) εκ των ανωτέρω, με τα οποία θα πρέπει να συνάψει την περαιτέρω υπομίσθωση και σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, για την εκμετάλλευση του μισθίου.

Παρερχόμενης απράκτου της ανωτέρω προθεσμίας ή σε περίπτωση αρνήσεως των εκμισθωτών, ο μισθωτής θα δύναται να συνάψει την περαιτέρω υπομίσθωση και σύμβαση εμπορικής συνεργασίας για την εκμετάλλευση του μισθίου με οποιοδήποτε τρίτο της εκλογής του". Σε εκτέλεση του όρου αυτού, την ίδια ημέρα που σι διάδικοι υπέγραψαν το ιδιωτικό συμφωνητικό υπεκμισθώσεως, η εταιρία SHELL υπεκμίσθωσε περαιτέρω με το με ίδια ημερομηνία (31-5-1993) ιδιωτικό συμφωνητικό το πρατήριο στον εναγόμενο, όπως είχε συμφωνηθεί, και κατάρτισε μαζί του σύμβαση εμπορικής συνεργασίας.

Τον τελευταίο, τον υπέδειξαν στην SHELL ως πρατηριούχο, σι ενάγουσες, γιατί αυτός ήταν ο εμφανής εταίρος της αφανούς εταιρίας που είχαν συστήσει, κατά τα προεκτεθέντα. Στη συνέχεια, μετά την ανέγερση των κτιριακών εγκαταστάσεων του πρατηρίου, ο εναγόμενος, αφού προέβη την 1-11-1993 σε δήλωση ενάρξεως δραστηριότητας προς την Ζ' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης, λειτούργησε μέχρι την 16-1-1997 ως εμφανής εταίρος το πρατήριο και την εισφερθείσα στην αφανή εταιρία επιχείρηση της τρίτης ενάγουσας, η αξία των εμπορευμάτων της οποίας ανέρχονταν στο ποσό των 120.000.000 δραχμών.

Κατά την ανωτέρω ημερομηνία (16-1-1997) οι ενάγουσες κατήγγειλαν την εταιρική σύμβαση, με την από 13-1-1997 έγγραφη καταγγελία τους, επικαλούμενες σπουδαίο λόγο, συνιστάμενο στο ότι ο εναγόμενος: 1) με διάφορες προφάσεις ανέβαλε συνεχώς να συμπράξει στην σύσταση επώνυμης εταιρίας μεταξύ τους, όπως εξ αρχής είχαν συμφωνήσει να κάνουν, 2) διεκδικούσε ποσοστό συμμετοχής στην μέλλουσα να συσταθεί εταιρεία μεγαλύτερο από εκείνο των εναγουσών, έτσι ώστε να έχει τον πλήρη έλεγχο, 3) προέβαινε σε φορολογικές παραβάσεις, 4) καθυστερούσε την καταβολή των μισθωμάτων στην ......, 5) απέκρυπτε τα έσοδα της εταιρίας, και αρνείτο να δώσει πληροφορίες στις αφανείς εταίρους για την πορεία της επιχειρήσεως, ενώ ταυτόχρονα διαταράχθηκε η έγγαμη συμβίωση του με την τρίτη ενάγουσα, η οποία τελικά και διακόπηκε.

Λόγω της καταγγελίας αυτής, και ανεξαρτήτως της βασιμότητας ή μη των ανωτέρω λόγων, η αφανής εταιρεία λύθηκε και εισήλθε στο στάδιο τη εκκαθαρίσεως, όπως σχετικά είχαν συμφωνήσει σι διάδικοι κατά τη σύστασή της. Με βάση αυτά, και αφού το Εφετείο, με εκτενή επιχειρηματολογία, και αναφορά και σε προγενέστερη αμετάκλητη απόφαση που είχε δεχθεί την ύπαρξη μεταξύ των διαδίκων αφανούς εταιρείας, απέρριψε ως αναπόδεικτους και συνεπώς αβάσιμους τους αρνητικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος - εναγομένου, που είχε επαναφέρει και με τους λόγους της εφέσεώς του, και που συνίσταντο κυρίως στο ότι η πιο πάνω επιχείρηση ήταν ατομική του επιχείρηση, που την είχαν παραχωρήσει σ' αυτόν, προς ηθική του συμπαράσταση η πρώτη ενάγουσα και ο προαναφερόμενος σύζυγός της, Φ1, κατέληξε ότι αποδεικνυόταν η σύσταση της αφανούς εταιρίας, η λύση της και η θέση της υπό εκκαθάριση, και συνεπώς η υποχρέωση του αναιρεσείοντος για λογοδοσία προς τις αναιρεσίβλητες ως προς τη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων από την 1.11.1993 μέχρι την 16.1.1997.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 47 - 50 του ΕμπΝ και 741 και 742, και 303 του ΑΚ, αφού με σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες δέχθηκε ότι με κοινή συμφωνία των διαδίκων είχε συσταθεί αφανής εταιρεία με το προαναφερόμενο αντικείμενο, [εκμετάλλευση πρατηρίου υγρών καυσίμων κ.λ.π.] και τους λοιπούς όρους ως προς τη χρονική διάρκεια, το διαχειριστή και εμφανή εκπρόσωπό της, τις εισφορές των εταίρων που συνίσταντο α] στην καταβολή του ποσού των μισθωμάτων από την υπεκμίσθωση του ακινήτου στο οποίο θα λειτουργούσε η επιχείρηση, δηλαδή στο ποσό των 90.000.000 δρχ.

που καταβλήθηκε σ' αυτούς κατ' ίσο μέρος [22.500.000 δρχ.] από την εταιρία SHELL, το έλαβε δε τελικά ο αναιρεσείων ως εμφανής εταίρος της αφανούς εταιρίας που είχαν συστήσει και οι τέσσερις, β] στην εισφορά από μέρους των αναιρεσιβλήτων εμπορευμάτων συνολικής αξίας 120.000.000 δρχ. που προέρχονταν από την επιχείρηση ανταλλακτικών και αξεσουάρ που λειτουργούσε μέχρι το 1991 στο όνομα της τρίτης, και γ] στην προσωπική εργασία του αναιρεσείοντος, καθώς και ότι η εταιρεία αυτή, η οποία συστήθηκε τον Οκτώβριο του 1992, λύθηκε με καταγγελία στις 16.1.1997, η δε εκμετάλλευση του πρατηρίου και οι λοιπές δραστηριότητες της επιχείρησης αυτής άρχισαν μετά την αποπεράτωση των κτισμάτων περί τα τέλη του 1993.

Περαιτέρω, για την εγκυρότητα της εταιρείας δεν ήταν αναγκαία η άμεση κατά τη σύστασή της καταβολή των εισφορών, ούτε αναιρεί την έννοια της αφανούς εταιρείας το γεγονός ότι σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου κατά την κατάρτιση του μισθωτηρίου με την εταιρεία SHELL συμβλήθηκαν και οι αναιρεσίβλητες.

Η παραδοχή ότι το ιδιωτικό συμφωνητικό περαιτέρω υπομίσθωσης και εμπορικής συνεργασίας καταρτίστηκε στη συνέχεια μόνο μεταξύ της εταιρείας SHELL και του αναιρεσείοντος [και όχι και μεταξύ και των αναιρεσιβλήτων] είναι συμβατή με τις λοιπές παραδοχές της, αφού επρόκειτο για αφανή εταιρεία, με εμφανή εταίρο της τον αναιρεσείοντα.

Επομένως, οι επί των πλημμελειών αυτών στηριζόμενοι 12ος από τον αριθ. 1 και 13ος και 14ος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι της αναίρεσης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η αιτίαση εξάλλου του αναιρεσείοντος που διαλαμβάνεται στον 14ο λόγο της αναιρέσεως ότι το Εφετείο κατά παράβαση του άρθρου 303 ΑΚ διέταξε λογοδοσία για δεύτερη φορά, αν και αυτός είχε εμπρόθεσμα καταθέσει λογαριασμό σύμφωνα με τη σχετική διάταξη της προσβληθείσης με την έφεσή του 2281/01 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, καθώς και οι περιεχόμενες στους 1ο και 3ο λόγους της αναίρεσης από τον αριθ. 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την 11298/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ούτε την ομολογία των αναιρεσιβλήτων περί του ότι είχε εμπρόθεσμα καταθέσει λογαριασμό, και έτσι τον υποχρέωσε και πάλι σε λογοδοσία, στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού στην προσβαλλόμενη απόφαση - που απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση - τέτοια διάταξη δεν υφίσταται.

Επομένως οι άνω λόγοι κατά το αντίστοιχο μέρος τους είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.-

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.

το Εφετείο βεβαιώνει με την προσβαλλόμενη απόφασή του, πως στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε αφού έλαβε υπόψη: α) τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως που εξετάσθηκαν νόμιμα ενώπιον του εισηγητή δικαστή που ορίστηκε με την προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, και περιέχονται στην επικαλούμενη και προσκομιζόμενη νόμιμα από τους διαδίκους 23530/1998 έκθεση εξετάσεως μαρτύρων και β) "όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από τα οποία μερικά μνημονεύονται ειδικά παρακάτω".

Έτσι, από την πιο πάνω βεβαίωση του Εφετείου αλλά και από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, δεν ανακύπτει αμφιβολία περί του ότι αυτό έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και: α) τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, μεταξύ των οποίων και εκείνες των .... [την οποία ρητώς μνημονεύει και αξιολογεί] και ......, που περιέχονται στην άνω έκθεση εξετάσεως μαρτύρων, καθώς και β) όλα τα έγγραφα που αναφέρονται στον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, τα οποία ο αναιρεσείων επικαλέστηκε για την απόδειξη των αρνητικών της αγωγής ισχυρισμών του.

Επομένως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθ. 11 γ΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά μέρος του με το οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα άνω αποδεικτικά μέσα [μαρτυρικές καταθέσεις και έγγραφα]. Περαιτέρω, με τους 1ο και 3ο [κατά το υπόλοιπο μέρος τους] λόγους της αναιρέσεως, προβάλλονται αιτιάσεις, επίσης από τον αριθ. 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη νομίμως επικληθείσες ομολογίες των αναιρεσιβλήτων που περιείχαν οι προτάσεις τους στο Πρωτοδικείο και στο Εφετείο, ότι 1] δεν υπήρξε συμφωνία για κατάρτιση αφανούς εταιρεία, 2] δεν ανέλαβαν υποχρέωση εισφοράς του μεριδίου τους από τα μισθώματα που θα κατέβαλε σ' αυτές η εταιρεία SHELL, ούτε εισέφεραν τα ποσά που εισέπραξαν από την τελευταία, 3] δεν εισέφεραν τα εμπορεύματα της οικογενειακής επιχείρησης που λειτουργούσε στο όνομα της αναιρεσίβλητης, αλλά η τελευταία μόνο "μεταβίβασε" σ' αυτόν εμπορεύματα αξίας 1.524.180 δρχ., ενώ τα υπόλοιπα ήταν άχρηστα, 4] οι αναιρεσίβλητες είχαν συντάξει το περιεχόμενο του από 18.6.1993 ιδιωτικού συμφωνητικού, 5] οι ίδιες είχαν κάνει αναλήψεις χρηματικών ποσών, 6] το κατάστημα επί της οδού.....

ήταν στο όνομα της πεθεράς του, 6] η επιχείρηση μικροανταλλακτικών λειτουργούσε στο όνομα της τρίτης αναιρεσίβλητης, 7] το κτίριο της ...... περατώθηκε στο τέλη του 1994, και η δαπάνη ανεγέρσεώς του ανήλθε στο ποσό των 155.390.000 δρχ., 8] οι αναιρεσίβλητες είχαν ημιτελή επί χρόνια οικοδομή, 9] τα εισφερθέντα εμπορεύματα περιλαμβάνονται σε 9 δελτία αποστολής, 10] η τρίτη αναιρεσίβλητη δήλωσε στις 31.12.94 διακοπή της εμπορικής δραστηριότητας για να συνταξιοδοτηθεί, και 11] το πρατήριο άρχισε να λειτουργεί στις 5.1.1995.

Όπως όμως προκύπτει από τις προτάσεις των αναιρεσιβλήτων στο Πρωτοδικείο και το Εφετείο, δεν υφίστανται ομολογίες τους ως προς τα υπό στοιχ. 1 έως 5 ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, και συνεπώς οι άνω λόγοι αναιρέσεως κατά το μέρος τους αυτό είναι αβάσιμοι, ενώ τα φερόμενα ως ομολογηθέντα λοιπά πραγματικά περιστατικά είναι επουσιώδη, και συνεπώς οι ίδιοι λόγοι κατά το αντίστοιχο μέρος τους είναι απαράδεκτοι.

ΙV.- Λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν, όπως είναι και οι λόγοι εφέσεως, και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, δεν ανακύπτει η πλημμέλεια αυτή, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο που την εξέδωσε, ερευνώντας καθολικά και εξ υπαρχής τη διαφορά, έλαβε υπόψη όλους τους κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως προβαλλόμενους λόγους της εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος, τους οποίους και απέρριψε, άλλους μεν ρητώς, άλλους δε εκ του πράγματος, χωρίς η ορθότητα της απορριπτικής αυτής κρίσεως να μπορεί να ελεγχθεί μέσω του αναιρετικού λόγου του εδαφίου 8. Επομένως, δεχόμενο το Εφετείο ότι είχε συσταθεί μεταξύ των διαδίκων αφανής εταιρεία με τον προαναφερόμενο σκοπό και όρους, η οποία στη συνέχεια λύθηκε με καταγγελία των αναιρεσιβλήτων και ότι ο αναιρεσείων είχε υποχρέωση λογοδοσίας, εκ του πράγματος απέρριψε τους λόγους της εφέσεως του, με τους οποίους πρόβαλε τους αναφερόμενους στους 2ο και 4ο λόγους της αναιρέσεως αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς. Ακολούθως οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

V.- Με τους 5ο και 7ο λόγους της αναιρέσεως, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που δεν προτάθηκαν και συγκεκριμένα ότι 1] ο Φ1 εξώσθηκε το 1991 και αυτός ήταν ο λόγος των προσπαθειών του για δημιουργία νέου πρατηρίου, 2] σκοπός της μίσθωσης του οικοπέδου ήταν να συνεγκατασταθεί σ' αυτό και η επ' ονόματι της τρίτης ενάγουσας λειτουργούσε από ετών επιχείρηση μικροανταλλακτικών, και ενόψει της επικείμενης μίσθωσης αυτού, οι διάδικοι συνήψαν τον Οκτώβριο του 1992 αφανή εταιρεία με σκοπό την εκμετάλλευση πρατηρίου, 3] ο εναγόμενος λειτούργησε μέχρι 16.1.97 ως εμφανής εταίρος και την εισφερθείσα στην αφανή εταιρεία επιχείρηση της τρίτης ενάγουσας, η αξία των εμπορευμάτων της οποίας ανερχόταν στο ποσό των 120.000.000 δρχ.

και 4] οι κτιριακές εγκαταστάσεις κατασκευάστηκαν κατά το έτος 1993. Όπως όμως προκύπτει από το περιεχόμενο της αγωγής, ορθά εκτιμώμενο, τα περιστατικά αυτά είχαν περιληφθεί στο δικόγραφό της, και συνεπώς το Εφετείο δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη πλημμέλεια. Κατ' ακολουθία και οι λόγοι αυτοί της αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Εξάλλου, ρητώς αναφέρεται στην αγωγή ότι οι διάδικοι είχαν συμφωνήσει να επακολουθήσει της λύσης της αφανούς εταιρείας στάδιο εκκαθάρισης, και συνεπώς ο 7ος λόγος και κατά την αιτίαση αυτή με την οποία ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα είναι επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος.

VI.- Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Ο αναιρεσείων με τον 9ο λόγο αναιρέσεως, από την παραπάνω διάταξη, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δέχθηκε, χωρίς απόδειξη, ότι Φ1 που διατηρούσε στην οδό .... από το 1966 πρατήριο υγρών καυσίμων εξώσθηκε από αυτό, και αυτός ήταν ο λόγος που των προσπαθειών του για την ανεύρεση χώρου κατάλληλου για τη λειτουργία πρατηρίου υγρών καυσίμων, 2] ότι σκοπός της μίσθωσης ήταν να συνεγκατασταθεί σ' αυτό και η επ' ονόματι της τρίτης αναιρεσίβλητης λειτουργούσα από ετών επιχείρηση μικροανταλλακτικών και αξεσουάρ, 3] μετά την ανέγερση των κτιριακών εγκαταστάσεων του πρατηρίου, ο αναιρεσείων προέβη την 1.11.1993 σε δήλωση ενάρξεως δραστηριότητας και λειτούργησε μέχρι την 16.1.1997 ως εμφανής εταίρος το πρατήριο και την εισφερθείσα στην αφανή εταιρεία επιχείρηση της τρίτης ενάγουσας, 4] με την καταγγελία η εταιρεία η εταιρεία εισήλθε στο στάδιο της εκκαθάρισης και 5] τον αναιρεσείοντα τον υπέδειξαν στην SHELL ως πρατηριούχο οι αναιρεσίβλητες.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, την κρίση του ότι αποδείχθηκαν τα άνω περιστατικά, το Εφετείο άντλησε από τα προσκομισθέντα νομίμως αποδεικτικά μέσα, που αναφέρονται στην απόφαση (καταθέσεις μαρτύρων και έγγραφα) και δεν δέχθηκε τα πιο πάνω περιστατικά χωρίς απόδειξη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9.8.2004 αίτηση του ..... για αναίρεση της 1682/2004 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.-

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα να πληρώσει στους αναιρεσιβλήτους τα δικαστικά έξοδα εξ εξακοσίων πενήντα (650) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ