Legislator Case Law & Legislation
881/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in lease dispute where erroneous reasoning did not affect the correct final judgment.

Case Number 881/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the First Instance Court's rejection of their lease dispute claim. Although the court acknowledged a procedural error in the lower court's reasoning regarding the property's unfitness, it found this flaw did not alter the final decision. Consequently, the appeal was rejected because the erroneous reasoning was superseded by a correct and independent legal basis in the judgment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 577, 578 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the erroneous reasoning in a judgment does not affect the final decision, which is based on a correct and independent legal ground.

Keywords

AI generated
appeal admissibility erroneous reasoning lease dispute final decision legal basis civil procedure costs award

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 242 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 881 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 881/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Σ. Π. του Χ. και 2) Θ. Π. του Χ., κατοίκων ... Αττικής, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σιάρκο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «AVINOIL ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΩΝ», που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γκιόλμα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14.09.2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1764/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1994/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 01.07.2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Η κρινόμενη από 01.07.2019 (με αριθμό κατάθεσης 6197/603/02-07-2019) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1994/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 647 επ. του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 ΚΠολΔ). Πρέπει επομένως να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

[II] Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, προκύπτουν τα εξής:

Οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες άσκησαν την από 14.09.2015 (με αριθμό κατάθεσης 84492/2277/15-09-2015) αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, με την οποία ισχυρίστηκαν ότι με το από 23.07.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης, που καταρτίστηκε μεταξύ των γονέων τους Χ.

και Μ. Π. ως εκμισθωτών και της εναγόμενης ως μισθώτριας, οι πρώτοι εκμίσθωσαν στη δεύτερη, ένα ισόγειο κατάστημα ευρισκόμενο στις ... Αττικής με το εξοπλισμό του και όπως ειδικότερα περιγράφεται, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως πρατήριο υγρών καυσίμων, μετά πλυντηρίου, λιπαντηρίου και ΜΙΝΙ ΜΑΡΚΕΤ, για το χρονικό διάστημα 16 ετών και δη από 23.07.2007 έως 22.07.2023, αντί αρχικού μηνιαίου μισθώματος ποσού 5.823 ευρώ, μέρος του οποίου ανερχόμενο στο ποσό των 1.823 ευρώ προκαταβλήθηκε για όλη τη διάρκεια της σύμβασης μίσθωσης, ενώ για το υπόλοιπο, ποσού 4.000 ευρώ, συμφωνήθηκε αυτό να καταβάλλεται εντός του πρώτου τριημέρου κάθε μισθωτικού μήνα και να αναπροσαρμόζεται ετησίως, μετά το πρώτο μισθωτικό έτος, σε ποσοστό ίσο με την εκάστοτε αύξηση του δείκτη τιμών καταναλωτή για το προηγούμενο δωδεκάμηνο, προσαυξημένο κατά μία ποσοστιαία μονάδα.

Ότι το μίσθιο ακίνητο λειτουργούσε ως πρατήριο υγρών καυσίμων από το έτος 1985, υπό τη διεύθυνση των γονέων τους, οι οποίοι είχαν δημιουργήσει γι’ αυτό πολύ καλή φήμη, σημαντική πελατεία και ικανοποιητική κερδοφορία, εξαιτίας της οποίας η εναγόμενη τους ζήτησε να της το εκμισθώσουν το έτος 2007. Ότι κατόπιν της από 07.05.2012 αγωγή της εναγομένης περί αναπροσαρμογής (μείωσης) του μισθώματος, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 2013/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη τελεσίδικη, με την οποία το μηνιαίο μίσθωμα, καθορίστηκε στο ποσό των 5.500 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του τέλους χαρτοσήμου 3,6%, για χρονικό διάστημα ενός έτους από την επίδοση της αγωγής, αναπροσαρμοζόμενο εφεξής κατ’ έτος, με βάση την προβλεπόμενη στο από 23.07.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης, ετήσια αναπροσαρμογή του.

Ότι με την υπ’ αριθμ. .../06-08-2012 πράξη συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας και γονικής παροχής οριζόντιων ιδιοκτησιών, της συμβολαιογράφου Σοφίας Παπουτσή - Κουδουνέλη, που μεταγράφηκε νόμιμα, οι γονείς τους υπήγαγαν το μίσθιο ακίνητο στο σύστημα της οριζόντιας ιδιοκτησίας και έλαβε τα στοιχεία «(Ι2) κατάστημα» και μεταβίβασαν σε καθεμία από αυτές (ενάγουσες) κατά πλήρη κυριότητα, ποσοστό 20% εξ αδιαιρέτου επί του μισθίου ακινήτου και έτσι κατέστησαν αυτές συγκυρίες στο μίσθιο ακίνητο κατά το ανωτέρω ποσοστό η καθεμία, ενώ το υπόλοιπο ποσοστό 60% ανήκει κατά τρία ίσα μερίδια στους γονείς τους και στον αδελφό τους Δ.

Π. και ότι περαιτέρω δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../2013 πράξης της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου ορίσθηκε ότι στην αποκλειστική χρήση του μίσθιου πρατηρίου θα ανήκει ο χώρος του ακαλύπτου, που βρίσκεται στην πρόσοψη του οικοπέδου επί της οδού ..., επιφανείας 380 τ.μ.. Ότι κατόπιν αυτών υπογράφηκε μεταξύ αφενός των εναγουσών, των γονέων τους και του αδελφού τους και αφετέρου της εναγομένης, το από 17.07.2013 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης μίσθωσης, με το οποίο τροποποιήθηκε το αρχικό από 23.07.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης, προκειμένου να συμπεριλάβει τις επελθούσες αλλαγές στο ιδιοκτησιακό καθεστώς του μισθίου.

Ότι η εναγομένη με την από 23.08.2013 εξώδικη καταγγελία – ειδοποίηση και πρόσκληση, η οποία τους κοινοποιήθηκε αυθημερόν, κατήγγειλε την ως άνω μίσθωση, κατ’ άρθρο 43 του Π.Δ. 34/1995 και ότι συνεπώς η μίσθωση αυτή λύθηκε στις 23.11.02013. Ότι ωστόσο η εναγομένη από το Μάιο του 2011 έπαυσε να κάνει χρήση του μισθίου και το εγκατέλειψε στην τύχη του, αδιαφορώντας για τις επανειλημμένες διαμαρτυρίες τους.

Ότι έτσι το μίσθιο κατά το χρόνο λύσεως της μίσθωσης παρουσίαζε εικόνα πλήρους εγκατάλειψης και ερήμωσης, με αποτέλεσμα να απολεστεί πλήρως η καλή φήμη και η πελατεία που είχαν δημιουργήσει οι γονείς τους κατά την περίοδο από το 1985 έως το 2007, κατά την οποία το πρατήριο λειτουργούσε υπό τη διεύθυνσή τους.

Ότι παρά τις προσπάθειές τους δεν επέτυχαν να ανεύρουν, μετά τη λύση της μίσθωσης, νέο μισθωτή και έτσι το μίσθιο παρέμεινε κλειστό από 23.11.2013 έως και τις 15.05.2014. Ότι για να μη συνεχιστεί αυτή η κατάσταση, ίδρυσαν αυτές (ενάγουσες) μετά από σύμφωνη γνώμη και άδεια των γονέων και του αδελφού τους, οι οποίοι τους παραχώρησαν τη χρήση των μεριδίων τους, την ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία «Π.

Σ. & Π. Θ. Ο.Ε.», η οποία εγκαταστάθηκε στο μίσθιο και άρχισε να το επαναλειτουργεί ως πρατήριο υγρών καυσίμων την 15.05.2014, πλην όμως η λειτουργία του εξακολουθεί να είναι ζημιογόνος. Ότι ειδικότερα σύμφωνα με τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος της άνω εταιρείας για το έτος 2014 αυτή σημείωσε ζημίες ύψους 84.550,93 ευρώ, στις οποίες (ζημίες) μετέχουν, σύμφωνα με το καταστατικό, αυτές ως ομόρρυθμοι εταίροι κατά ποσοστό 50% η καθεμία.

Ότι συνεπώς δικαιούνται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 594 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297 και 298 ΑΚ, να ζητήσουν ως αποζημίωση ποσό ίσο με τη ζημία της άνω ομόρρυθμης εταιρείας στην οποία συμμετέχουν ως ομόρρυθμοι εταίροι κατά ποσοστό 50% η καθεμία, ήτοι το ποσό των 42.275,47 ευρώ η καθεμία από αυτές και τούτο διότι η ζημία την οποία επωμίζονται ως ομόρρυθμοι εταίροι συνδέεται αιτιωδώς με την προπεριγραφείσα αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγομένης, η οποία επέφερε την απώλεια της καλής φήμης και της πελατείας του εν λόγω πρατηρίου.

Με βάση το ιστορικό αυτό οι ενάγουσες, ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σε καθεμία από αυτές νομιμοτόκως το ποσό των 42.275,47 ευρώ.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1764/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει σε καθεμία από τις ενάγουσες το ποσό των 42.275,47 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη άσκησε την από 22.11.2017 έφεσή της ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δίκασε αντιμωλία των διαδίκων και εξέδωσε την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 1994/2019 απόφαση, με την οποία, αφού δέχθηκε κατά το τυπικό και ουσιαστικό μέρος την έφεση και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, διακράτησε και δίκασε την από 14.09.2015 αγωγή και ακολούθως απέρριψε αυτή ως μη νόμιμη.

[III] Κατά τη διάταξη του άρθρου 594 ΑΚ ο εκμισθωτής έχει δικαίωμα να καταγγείλει αμέσως τη μίσθωση και συγχρόνως να ζητήσει αποζημίωση, αν ο μισθωτής, παρά τις διαμαρτυρίες του εκμισθωτή, δεν μεταχειρίζεται το μίσθιο με επιμέλεια και όπως συμφωνήθηκε ή δεν τηρεί τη συμπεριφορά που πρέπει απέναντι στους άλλους ενοίκους.

Με τη διάταξη αυτή, που έχει υπότιτλο κακή χρήση του μισθίου, η οποία εφαρμόζεται και επί εμπορικών μισθώσεων (άρθρα 15 και 44 Π.Δ. 34/1995), θεσπίζεται νόμιμη υποχρέωση του μισθωτή να χρησιμοποιεί το μίσθιο με επιμέλεια, δηλαδή με την αντικειμενικά κρινόμενη επιμέλεια του συνετού ανθρώπου και να αποφεύγει πράξεις ή παραλείψεις οφειλόμενες σε πταίσμα του, σε περίπτωση δε που παραβεί την υποχρέωσή του αυτή, ιδρύεται δικαίωμα του εκμισθωτή να καταγγείλει τη μίσθωση (ΑΠ 227/2013).

Η διάταξη αυτή προβλέπει τρεις αυτοτελείς περιπτώσεις κακής χρήσεως του μισθίου και ειδικότερα (α) μεταχείριση του μισθίου χωρίς επιμέλεια (καταστροφή, φθορά των μερών του μισθίου, συστατικών ή παραρτημάτων, αυθαίρετη, χωρίς συναίνεση του εκμισθωτή επέμβαση του μισθωτή εξαιτίας της οποίας αλλοιώνεται ουσιωδώς η γενική και ειδική διαμόρφωση, διάταξη και όψη του μισθίου), (β) μεταχείριση του μισθίου κατά παράβαση των συμφωνημένων και (γ) μη τήρηση της πρέπουσας συμπεριφοράς προς τους άλλους ενοίκους.

Κακή χρήση, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, συνιστά όμως και η μη χρησιμοποίηση του μισθίου ή μέρους ή συστατικών ή παραρτημάτων του, η οποία επιφέρει μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου, καθώς και όταν από την αχρησία προκαλείται ζημία στον εκμισθωτή λόγω της φύσης και του προορισμού του μισθίου (ΑΠ 1016/2020, ΑΠ 675/2011, ΑΠ 127/1999, AΠ 488/1992, ΑΠ 1498/1988).

Κατά την ίδια ανωτέρω διάταξη του άρθρου 594 του ΑΚ, ο εκμισθωτής, παράλληλα με τη δυνατότητά του να καταγγείλει τη μίσθωση, δικαιούται να ζητήσει και αποζημίωση για την, κατά τα άνω, κακή χρήση του μισθίου και μάλιστα άσχετα με το αν σκοπεύει να καταγγείλει τη μίσθωση, ή όχι (ΑΠ 165/1964). H άσκηση του δικαιώματος του εκμισθωτή για αποζημίωση από το μισθωτή, για τη ζημία που προκλήθηκε σε αυτόν από την εκ μέρους του τελευταίου κακή χρήση του μισθίου, μπορεί να γίνει πριν ή κατά ή μετά τη λύση της μίσθωσης (ΑΠ 397/2020, ΑΠ 529/2019, ΑΠ 1329/2019, ΑΠ 1413/2008). Η αποζημίωση αυτή, όπως προκύπτει από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 594 Α.Κ., σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 297 και 298 Α.Κ., περιλαμβάνει τόσο τη θετική ζημία, όσο και το διαφυγόν κέρδος και μπορεί να απαιτηθεί από τον εκμισθωτή υπό την προϋπόθεση ότι η ζημία του τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την επικαλούμενη κακή χρήση του μισθίου από το μισθωτή, στην οποία (κακή χρήση) περιλαμβάνεται, κατά τα προαναφερόμενα, και η αχρησία του (ΑΠ 675/2011).

Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως «πράγματα», κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008).

Επίσης, δεν αποτελούν «πράγματα» και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 989/2018, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), ή όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 – 425/2009), ή στην περίπτωση που το δικαστήριο τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 74/2019, ΑΠ 656/2016).

[IV] Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε κατ' ακριβή λεκτική αντιγραφή, τα ακόλουθα:

«| Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό κρίση αγωγή οι ενάγουσες εκθέτουν ότι με το από 23.07.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης οι γονείς τους Χ. και Μ. Π. εκμίσθωσαν στην εναγόμενη ένα ισόγειο κατάστημα ευρισκόμενο στις ... Αττικής, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως πρατήριο διάθεσης υγρών καυσίμων με πλυντήριο, λιπαντήριο και μίνι μάρκετ, για χρονικό διάστημα 16 ετών από την 23.07.2007 έως 22.07.2023 αντί αρχικού μηνιαίου μισθώματος ποσού 5.823 ευρώ, μέρος του οποίου ανερχόμενο στο ποσό των 1.823 ευρώ προκαταβλήθηκε για όλη την διάρκεια της σύμβασης μίσθωσης, ενώ για το υπόλοιπο συμφωνήθηκε να αναπροσαρμόζεται κατά την έναρξη κάθε νέου συμβατικού έτους αυξανόμενο κατά ίσο ποσοστό με την αύξηση του δείκτη τιμών καταναλωτή για το προηγούμενο δωδεκάμηνο, προσαυξημένο κατά μία ποσοστιαία μονάδα.

Ότι ωστόσο κατόπιν της από 07.05.2012 αγωγής περί αναπροσαρμογής της εναγόμενης, και δυνάμει της εκδοθείσας επ’ αυτής υπ’ αριθμ. 2013/2013 απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου καθορίστηκε το μηνιαίο μίσθωμα στο ποσό των 5.500 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του τέλους χαρτοσήμου 3,6% για χρονικό διάστημα ενός έτους.

Ότι από το έτος 1985 που λειτουργούσε το ανωτέρω πρατήριο υπό την διεύθυνση των γονέων τους, είχε αποκτήσει καλή φήμη, σημαντική πελατεία και ικανοποιητική κερδοφορία, εξαιτίας της οποίας η εναγόμενη τους ζήτησε να της το εκμισθώσουν. Ότι δυνάμει της νομίμως μετ/νης υπ' αριθμ. .../6-8-2012 πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και γονικής παροχής οριζόντιων ιδιοκτησιών της συμβολαιογράφου Σοφίας Παπουτσή-Κουδουνέλη υπήχθη το μίσθιο κατάστημα στο σύστημα οριζόντιας ιδιοκτησίας υπό τα στοιχ.

«(12) κατάστημα» και μεταβιβάσθηκε από τους γονείς τους ποσοστό 20% εξ αδιαιρέτου σε κάθε μία εξ αυτών (των εναγουσών δηλ.), ενώ το υπόλοιπο 60% ανήκει κατά τρία ίσα μερίδια στους εν λόγω γονείς τους και τον αδελφό τους Δ. Π. και ότι περαιτέρω δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../2013 πράξης της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου ορίσθηκε ότι στην αποκλειστική χρήση του μίσθιου πρατηρίου θα ανήκει ο χώρος του ακαλύπτου, που βρίσκεται στην πρόσοψη του οικοπέδου επί της οδού ...

επιφανείας 380 τ.μ. Ότι κατόπιν αυτού δυνάμει του από 23.07.2007 ιδιωτικού συμφωνητικού που υπογράφηκε αφενός μεταξύ των εναγουσών, των γονέων και του αδελφού τους και αφετέρου της εναγομένης τροποποιήθηκε σχετικά με τις επελθούσες αλλαγές το αρχικό μισθωτήριο. Ότι τελικά η εναγόμενη προέβη στην από 23.08.2013 εξώδικη καταγγελία της μισθωτικής σύμβασης και επήλθε η λύση της μίσθωσης την 23.11.2013.

Ότι ωστόσο η εναγόμενη από το Μάιο του 2011 είχε παύσει να κάνει χρήση του μισθίου παρά τις επανειλημμένες διαμαρτυρίες των εκμισθωτών, με αποτέλεσμα να απολεσθεί η καλή φήμη και η πελατεία του εν λόγω πρατηρίου, και το τελευταίο να παραμείνει κλειστό λόγω μη ανεύρεσης νέου μισθωτή κατά το χρονικό διάστημα από 23.11.2013 έως και 15.05.2014.

Ότι κατόπιν αυτού οι ενάγουσες που ίδρυσαν την ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία «Π. Σ.& Π. Θ. Ο.Ε.» στην οποία συμμετέχουν ως ομόρρυθμοι εταίροι κατά ποσοστό 50% η καθεμία τους, και η οποία κατά παραχώρηση και των λοιπών συνιδιοκτητών, εγκαταστάθηκε στο μίσθιο και άρχισε να επαναλειτουργεί σ' αυτό πρατήριο υγρών καυσίμων από 15.05.2014, με ζημιογόνα ωστόσο αποτελέσματα ύψους 84.550,93 ευρώ σύμφωνα με την φορολογική δήλωση της εν λόγω εταιρίας για το έτος 2014.

Με βάση το ιστορικό αυτό αιτούνται να υποχρεωθεί η εναγόμενη να τους καταβάλει ως αποζημίωση, κατ’ άρθρο 594 ΑΚ, σε κάθε μία εξ αυτών το ήμισυ του ως άνω ποσού, ήτοι 42.275,47 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή δεν είναι νόμιμη κατά την διάταξη του άρθρου 594 ΑΚ, στην οποία τείνει να επιστηριχθεί, αφού κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτή η μίσθωση δεν καταγγέλθηκε από τους εκμισθωτές λόγω κακής χρήσης του μισθίου εξαιτίας της αχρησίας του, αλλά λύθηκε κατόπιν καταγγελίας της μισθώτριας, η δε αιτούμενη αποζημίωση δεν αφορά ζημία εξαιτίας βλάβης (λόγω φθορών ή καταστροφής) ή μείωσης της μισθωτικής του αξίας ή της πρόωρης λύσης της σύμβασης, αλλά λογιστική ζημία μιας ετήσιας χρήσης από την μετέπειτα αναπτυχθείσα επί του ενδίκου μισθίου επιχειρηματική δραστηριότητα τρίτου (μη συμβληθέντος στην ένδικη σύμβαση) προσώπου, ήτοι της ομόρρυθμης εταιρίας, που βαρύνει και τις ενάγουσες υπό την ιδιότητα τους ως ομορρύθμων εταίρων, και όχι ως συν εκμισθωτών της προκείμενης μίσθωσης.

Συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη έκανε δεκτή την αγωγή, θεωρώντας την ως νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 594 ΑΚ έσφαλε περί την εφαρμογή του νόμου|».

[V] Με βάση τις παραδοχές αυτές, δηλαδή, επειδή έκρινε ότι η αγωγή δεν είναι νόμιμη κατά τη διάταξη του άρθρου 594 ΑΚ στην οποία τείνει να επιστηριχθεί, αφ’ ενός γιατί, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή η μίσθωση δεν καταγγέλθηκε από τους εκμισθωτές λόγω κακής χρήσης του μισθίου εξαιτίας της αχρησίας του, αλλά λύθηκε κατόπιν καταγγελίας της μισθώτριας, και αφ’ετέρου γιατί, η αιτούμενη αποζημίωση δεν αφορά ζημία εξαιτίας βλάβης (λόγω φθορών ή καταστροφής) ή μείωσης της μισθωτικής του αξίας ή της πρόωρης λύσης της σύμβασης, αλλά λογιστική ζημία μιας ετήσιας χρήσης από τη μετέπειτα αναπτυχθείσα επί του ενδίκου μισθίου επιχειρηματική δραστηριότητα τρίτου (μη συμβληθέντος στην ένδικη σύμβαση) προσώπου, ήτοι της ομόρρυθμης εταιρίας, που βαρύνει και τις ενάγουσες υπό την ιδιότητα τους ως ομορρύθμων εταίρων, και όχι ως συνεκμισθωτών της προκείμενης μίσθωσης, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού δέχτηκε τυπικά και κατ’ ουσίαν την από 22.11.2017 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη υπ’ αριθμ. 1764/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία, όπως προαναφέρθηκε, είχε κρίνει διαφορετικά και είχε δεχθεί ως κατ’ ουσίαν βάσιμη την αγωγή των αναιρεσειουσών, στη συνέχεια, απέρριψε την ένδικη αυτή από 14.09.2015 αγωγή ως μη νόμιμη.

Με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην πληττόμενη απόφαση πλημμέλεια, από τον αριθμό 8 εδαφ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς τους που περιέχονται στην αγωγή τους και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Συγκεκριμένα με το λόγο αυτό ισχυρίζονται τα εξής: «Εν τούτοις το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις σχετικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης σε σχέση με το περιεχόμενο της αγωγής μας, δεν έλαβε υπ’ όψιν τους ως άνω ισχυρισμούς και ειδικότερα ότι η ίδρυση και λειτουργία της εταιρείας «Π. Σ. & Π. Θ. Ο.Ε.», αποφασίστηκε λόγω της αδυναμίας εκμίσθωσης του πρατηρίου εξ αιτίας της ερήμωσης και της απαξίωσής του, που προκλήθηκαν από την αχρησία του εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, και ότι η αχρησία αυτή είχε ως περαιτέρω συνέπεια τη ζημιογόνο λειτουργία της εν λόγω εταιρείας, η οποία επέφερε ζημία ποσού 42.275,47 ευρώ σε καθεμία από εμάς τις ίδιες (αναιρεσείουσες), καθώς ως ομόρρυθμοι εταίροι συμμετέχουμε στα κέρδη και τις ζημίες της εταιρείας αυτής κατά ποσοστό 50%».

Από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό των αναιρεσειουσών, καθόσον στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την έκθεση του περιεχομένου της αγωγής, ρητά διαλαμβάνεται ο ανωτέρω ισχυρισμός των αναιρεσειουσών, όπως εκτίθεται στην αγωγή τους και ειδικότερα αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση στο σημείο που γίνεται αναφορά του περιεχομένου της αγωγής «ότι ωστόσο η εναγόμενη από το Μάιο του 2011 είχε παύσει να κάνει χρήση του μισθίου παρά τις επανειλημμένες διαμαρτυρίες των εκμισθωτών, με αποτέλεσμα να απολεσθεί η καλή φήμη και η πελατεία του εν λόγω πρατηρίου, και το τελευταίο να παραμείνει κλειστό λόγω μη ανεύρεσης νέου μισθωτή κατά το χρονικό διάστημα από 23.11.2013 έως και 15.05.2014. Ότι κατόπιν αυτού οι ενάγουσες που ίδρυσαν την ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία «Π. Σ.& Π. Θ. Ο.Ε» στην οποία συμμετέχουν ως ομόρρυθμοι εταίροι κατά ποσοστό 50% η καθεμία τους, και η οποία κατά παραχώρηση και των λοιπών συνιδιοκτητών, εγκαταστάθηκε στο μίσθιο και άρχισε να επαναλειτουργεί σ’ αυτό πρατήριο υγρών καυσίμων από 15.05.2014, με ζημιογόνα ωστόσο αποτελέσματα ύψους 84.550,93 ευρώ σύμφωνα με την φορολογική δήλωση της εν λόγω εταιρίας για το έτος 2014».

Επομένως το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω αγωγικό ισχυρισμό των αναιρεσειουσών και ακολούθως με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό ευθέως και εκ των πραγμάτων διαλαμβάνοντας την παραδοχή ότι «η δε αιτούμενη αποζημίωση δεν αφορά ζημία εξαιτίας βλάβης (λόγω φθορών ή καταστροφής) ή μείωσης της μισθωτικής του αξίας ή της πρόωρης λύσης της σύμβασης, αλλά λογιστική ζημία μιας ετήσιας χρήσης από την μετέπειτα αναπτυχθείσα επί του ενδίκου μισθίου επιχειρηματική δραστηριότητα τρίτου (μη συμβληθέντος στην ένδικη σύμβαση) προσώπου, ήτοι της ομόρρυθμης εταιρίας, που βαρύνει και τις ενάγουσες υπό την ιδιότητα τους ως ομορρύθμων εταίρων, και όχι ως συνεκμισθωτών της προκείμενης μίσθωσης», ήτοι το Εφετείο απέρριψε τον ανωτέρω αγωγικό ισχυρισμό, δεχόμενο, ότι, με βάση τα εκτιθέμενα από τις αναιρεσείουσες στην ένδικη αγωγή τους πραγματικά περιστατικά, δεν υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της επικαλούμενης με την αγωγή, αχρησίας του μισθίου ακινήτου από την αναιρεσίβλητη και της επίσης επικαλούμενης με την αγωγή, λογιστικής ζημίας της ετήσιας χρήσης έτους 2014 από την εκμετάλλευση του μισθίου ακινήτου από τρίτο, σε σχέση με τη σύμβαση μισθώσεως, πρόσωπο και δη από την άνω ομόρρυθμη εταιρία, την οποία (ζημία) ισχυρίστηκαν ότι υπέστησαν οι αναιρεσίβλητες υπό την ιδιότητά τους όμως όχι ως συνεκμισθωτών, αλλά ως ομόρρυθμων εταίρων από την επιχειρηματική δραστηριότητα της εταιρείας αυτής.

Επομένως, εφόσον το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ανωτέρω αγωγικό ισχυρισμό των αναιρεσειουσών και τον απέρριψε, πρέπει ο προαναφερόμενος δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 8 εδαφ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Περαιτέρω με το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Ψευδής ερμηνεία συντρέχει, όταν ο δικαστής της ουσίας αποδίδει στο νόμο νόημα διαφορετικό από αυτό που, στην πραγματικότητα, έχει. Εσφαλμένη (κακή) εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε, ανέλεγκτα, ο δικαστής της ουσίας υπάγονταν σ` αυτήν.

Τόσο η ψευδής ερμηνεία, όσο και η εσφαλμένη εφαρμογή συνιστούν ευθεία παράβαση δικαίου (ΑΠ 505/2019, ΑΠ 981/2019). Με το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 74/2020, ΑΠ 1572/2018, ΑΠ 349/2014, ΑΠ 382/2013).

Τέλος, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες ή επικουρικές αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μία μόνο από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι, κατ’ άρθρο 566 § 1 και 577 § 3 ΚΠολΔ, αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της απόφασης. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 550/2020, ΑΠ 67/2020, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 154/2018).

Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην πληττόμενη απόφαση πλημμέλεια, από τον αριθμό 1 εδαφ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 594 ΑΚ, δεχόμενο ότι προϋπόθεση της αξίωσης για αποζημίωση των αναιρεσειουσών ως εκμισθωτριών, λόγω αχρησίας του μισθίου ακινήτου, ήταν η καταγγελία της μίσθωσης εκ μέρους τους.

Ο λόγος αυτός αλυσιτελώς προβάλλεται, διότι ναι μεν σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η διάταξη αυτή, που προβλέπει το δικαίωμα για αποζημίωση του εκμισθωτή, για τη ζημία που προκλήθηκε σε αυτόν από την εκ μέρους του μισθωτή κακή χρήση του μισθίου, περίπτωση της οποίας συνιστά και η αχρησία, δεν θέτει ως προϋπόθεση για την άσκηση της αξιώσεως αυτής του εκμισθωτή για αποζημίωση, την καταγγελία της σύμβασης μίσθωσης από τον ίδιο (εκμισθωτή), όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη, αλλά δύναται να ασκήσει την αξίωσή του αυτή, ανεξάρτητα από την καταγγελία και τη λύση της σύμβασης της μίσθωσης.

Πλην όμως ο πρώτος αυτός λόγος αναίρεσης, παρά την κατά τα άνω ορθότητά του, αποβαίνει τελικά αλυσιτελής και ως εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος και δεν οδηγεί στην αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Και τούτο διότι στην προκειμένη περίπτωση, ύστερα από όσα προεκτέθηκαν, με τους περιεχόμενους στην κρινόμενη αίτηση αναίρεσης δύο λόγους αναίρεσης πλήττονται αντίστοιχα και οι δύο ανωτέρω απορριπτικές της αγωγής, αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, όμως η δεύτερη ανωτέρω απορριπτική της αγωγής, αιτιολογία της εν λόγω απόφασης, περί έλλειψης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της επικαλούμενης με την αγωγή αχρησίας του μισθίου ακινήτου από την αναιρεσίβλητη και της επίσης επικαλούμενης με την αγωγή λογιστικής ζημίας της ετήσιας χρήσης 2014 από την εκμετάλλευση του μισθίου ακινήτου από την ως άνω ομόρρυθμη εταιρία που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της (και προσβάλλεται με το δεύτερο λόγο αναίρεσης), δεν πλήττεται επιτυχώς και, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ο σχετικός με αυτή δεύτερος λόγος αναίρεσης δεν τελεσφορεί, οπότε, παρά τη ορθότητα του πρώτου λόγου αναίρεσης, που αναφέρεται στην πρώτη ανωτέρω απορριπτική της αγωγής, αιτιολογία της απόφασης, ο λόγος αυτός (πρώτος) είναι αλυσιτελής, αφού το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς στην άνω δεύτερη αιτιολογία και συνακόλουθα η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης δεν ευδοκιμεί, γιατί η ευδοκίμησή της εξαρτάται τελικά από το αν οι αποδιδόμενες πλημμέλειες οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ και στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση έχει, κατά τη μη πληττόμενη επιτυχώς δεύτερη αιτιολογία της, ορθό κατ’ αποτέλεσμα διατακτικό, παρά το ως άνω σφάλμα της πρώτης αιτιολογίας της, οπότε κατ’ εφαρμογή του άρθρου 578 ΚΠολΔ η αίτηση αναίρεσης κρίνεται απορριπτέα, δεδομένου άλλωστε ότι οι αναιρεσείουσες δεν επικαλούνται έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, προϋπόθεση αναγκαία για να αναιρεθεί η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.

[VI] Κατόπιν όλων αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείουσες για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδαφ. ε' ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 01.01.2016, ένδικα μέσα). Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες, λόγω της ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 01.07.2019 (με αριθμό κατάθεσης 6197/603/02-07-2019) αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1994/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών).

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2021.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ