Supreme Court dismisses appeal on labor dispute for vague grounds and failure to prove documents were ignored.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a company and an individual against a labor dispute judgment. The appellants argued that the appellate court failed to consider specific letters they submitted to prove their client's role as a director and the nature of a resignation event. The court rejected these claims because the grounds for appeal were too vague regarding the documents and deemed the appellate court had implicitly considered all submitted evidence. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellants were ordered to pay the respondents' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(c) and 577(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds are vague and fail to demonstrate that the lower court ignored specific evidence, as the appellate court's general reference to all documents implies their consideration.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1322 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1322/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 22α Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1) εταιρείας με την επωνυμία "ΜΕΝΤΙΤΕΡΑΝΙΑΝ ΕΜΠΟΡΙΑ ΚΑΥΣΙΜΩΝ ΚΑΙ ΛΙΠΑΝΤΙΚΩΝ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", και τον διακριτικό τίτλο "ΜΕΝΤΙΤΕΡΑΝΙΑΝ Μ.Ε.Π.Ε". όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον Πειραιά, 2) Χ. Φ. του Γ., κατοίκου …, αμφότεροι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Γιαννόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Ι. Γ. του Χ. και 2) Χ. Γ. - Χ. του Ι., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεώργιου Πουλιάκα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-9-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν η 4310/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 467/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-4-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 5-4-2017 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 467/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η από 26-11-2014 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 1043/3-12-2014) έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 4310/2014 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν η από 15-9-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στους αναιρεσείοντες στις 9-3-2017, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες υπ'αριθμ. 4841 Ε/9-3-2017 και 4842 Ε/ 9-3-2017 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείο Πειραιά Η. Α., η δε κατάθεση της αίτησης αναίρεσης στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου κατά της απόφασης αυτής έλαβε χώρα στις 10-4-2017 (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των διαλαμβανομένων σ' αυτή λόγων (αρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).? Κατά το άρθρο 7 εδαφ.
α του ν. 2112/1920, "πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως βλάπτουσα τον υπάλληλο, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ην ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νόμου". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "μονομερής μεταβολή" θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη, που γίνεται κατ’ αθέτηση της εργασιακής σύμβασης, ανεξαρτήτως αν αυτή είναι επωφελής ή βλαπτική για τον εργαζόμενο.
Για την εφαρμογή, όμως, της εν λόγω διάταξης απαιτείται η μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ' αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία. Σε περίπτωση που η ανωτέρω μονομερής μεταβολή δεν είναι αντίθετη προς το νόμο και τους όρους της συμβάσεως και γίνεται κατ' ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, ο εργοδότης μπορεί να μεταβάλει τους όρους παροχής της εργασίας, έστω και σε βάρος του μισθωτού, ο οποίος προστατεύεται από τις διατάξεις των άρθρων 7 του ν. 2112/1920, 281 και 288 ΑΚ.
Ειδικότερα, ο μονομερής προσδιορισμός των όρων εργασίας που επιχειρεί ο εργοδότης βάσει του διευθυντικού του δικαιώματος, πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη ορ/άνωση της επιχείρησης. Εξάλλου, από τις προαναφερθείσες διατάξεις σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 288, 648 και 652 ΑΚ προκύπτει ότι στην περίπτωση συμβάσεως παροχής εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας ή, κατά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του, προβεί κατά κατάχρηση αυτού στον προσδιορισμό της παροχής της εργασίας, ο μισθωτός έχει διαζευτικώς τις εξής δυνατότητες:
α) να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη εφ' όσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη καταγγελία, εκ μέρους του, της εργασιακής σύμβασης και να απαιτήσει την καταβολή αποζημίωσης που προβλέπεται από το ν. 2112/1920 και γ) να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, οπότε, εάν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί αυτή, καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας ή, εκφράζοντας την αντίδρασή του, να παράσχει τη νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους.
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 59, 281, 288, 648, 652, 914, 932 του ΑΚ, προκύπτει ότι αν η ως άνω βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως, υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες επιχειρείται, είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και ενέχει καταχρηστική ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, με αποτέλεσμα την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του μισθωτού, μπορεί ο τελευταίος να αξιώσει από τον υπαίτιο, εκτός των άλλων, και χρηματική ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη που υπέστη από τον υποβιβασμό και την ανεπίτρεπτη επαγγελματική του μείωση. (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 594/2019, ΑΠ 104/2017, ΑΠ 132/2016, ΑΠ130/2016).
Ειδικότερα, από τη γενική υποχρέωση προνοίας πηγάζει, μεταξύ άλλων και η υποχρέωση του εργοδότη να σέβεται την προσωπικότητα του εργαζόμενου. Ενόψει δε του κατ' εξοχήν προσωπικού χαρακτήρα της σχέσεως εργασίας, υφίσταται ο εργαζόμενος ηθική ζημία από τυχόν βάναυση ή προσβλητική της προσωπικότητάς του συμπεριφορά του εργοδότη ή του προσώπου που αντιπροσωπεύει αυτόν στη διεύθυνση της επιχειρήσεως του, έστω και αν η συμπεριφορά αυτή δεν πηγάζει από δόλια προαίρεση του εργοδότη για βλαπτική μεταβολή ή για εξαναγκασμό του εργαζομένου σε αποχώρηση από την εργασία.
Αρκεί ότι αυτή η συμπεριφορά δημιούργησε τέτοιες συνθήκες ώστε καλοπίστως και αντικειμενικώς να μην είναι πλέον δυνατή η εκπλήρωση των υποχρεώσεων του εργαζόμενου για παροχή της εργασίας του, με πνεύμα αμοιβαίας κατανόησης και συνεργασίας ή να επέφερε τέτοια ηθική μείωση στην προσωπικότητά του, ώστε η περαιτέρω συνέχιση της εργασίας του στο χώρο της επιχείρησης του εργοδότη να καθίσταται αδύνατη ή δυσχερής (ΑΠ 258/2019, ΑΠ 173/2016, ΑΠ 1138/2010, ΑΠ 1839/2008, ΑΠ 1426/2004).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 598/2019, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Επιπλέον, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, ν' αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του, ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αν δε, συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδαφ.
α'- γ' της παρ. 2 του άρθρου 562 να εκτίθεται στο αναιρετήριο ο λόγος αυτός (ΑΠ 1285/2019, ΑΠ 173/2016, ΑΠ 442/2015, ΑΠ 391/2015, ΑΠ 275/2015). Επίσης, από τα άρθρα 591 παρ. 1β', 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1δ' του ΚΠολΔ προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους, προφορικά, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά, με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, απαιτείται δηλονότι, σε κάθε περίπτωση, προφορική πρόταση των ισχυρισμών που, "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις (Ολ.
ΑΠ 2/2005, ΑΠ 1193/2018, ΑΠ 1099/2017, ΑΠ 611/2016, ΑΠ 1420/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 467/2016 απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα: Ότι οι εφεσίβλητοι Ι. Γ. και Χ. Γ. - Χ. (ενάγοντες), οι οποίοι είναι συγγενείς μεταξύ τους (ο πρώτος είναι πατέρας της δεύτερης), προσλήφθηκαν, ο μεν πρώτος στις 10-10-2001, η δε δεύτερη στις 1-4-2011, από την πρώτη εναγόμενη εταιρεία "ΜΕΝΤΙΤΕΡΑΝΙΑΝ ΜΟΝ.
ΕΠΕ", με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να προσφέρουν την εργασία τους στην επιχείρηση εμπορίας καυσίμων και λιπαντικών που διατηρούσε η τελευταία στον … (...), ο πρώτος ως προγραμματιστής και η δεύτερη ως υπάλληλος γραφείου. Από την πρόσληψή τους μέχρι τις 29-3-2013 οι εφεσίβλητοι εργάστηκαν συνεχώς στην ανωτέρω επιχείρηση υπό τις ιδιότητες που προαναφέρθηκαν, αντί μηνιαίων (μικτών) αποδοχών που συμφωνήθηκαν, οι οποίες κατά τον κρίσιμο για την αγωγή χρόνο (έτος 2013) ανέρχονταν στο ποσό των 5.527,40 ευρώ για τον πρώτο και στο ποσό των 2.255 ευρώ για την δεύτερη.
Ότι κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα αναπτύχθηκαν μεταξύ του πρώτου ενάγοντος και του νομίμου εκπροσώπου, διαχειριστή και μοναδικού εταίρου της πρώτης εναγόμενης - δεύτερου εναγόμενου, πέραν των τυπικών σχέσεων εργαζομένου -εργοδότη, επιπλέον στενές φιλικές σχέσεις, λόγω και της μακροχρόνιας γνωριμίας τους, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί στον δεύτερο εναγόμενο ένα αίσθημα βαθιάς εμπιστοσύνης προς το πρόσωπο του πρώτου ενάγοντος.
Έτσι, ο πρώτος ανέθετε στο δεύτερο διευρυμένες εξουσίες και καθήκοντα σε σχέση με την ιδιότητα του ως υπαλλήλου - προγραμματιστή και τον εφοδίαζε κατά τις ημέρες που εκείνος απουσίαζε από την επιχείρηση, με ειδικά πληρεξούσια, ώστε αυτός (πρώτος ενάγων) να μπορεί να τον υποκαθιστά στην εσωτερική διαχείριση και λειτουργία της επιχείρησης, αλλά και στις εξωτερικές συναλλαγές της με τους τρίτους (χωρίς να τον καταστήσει πάντως γενικό διευθυντή της επιχείρησης, όπως οι εκκαλούντες επικαλούνται).
Ότι η ως άνω ομαλή σχέση μεταξύ των παραπάνω διαδίκων συνεχίστηκε μέχρι τις αρχές του έτους 2012, οπότε, εξαιτίας αντιρρήσεων που εκφράστηκαν από την πλευρά του πρώτου ενάγοντος σε αποφάσεις του δεύτερου εναγομένου αναφορικά με διαρθρωτικές αλλαγές στην επιχείρηση (διεύρυνση του τομέα δραστηριότητας της εταιρίας, δημιουργία νέων υποκαταστημάτων εκτός …, πρόσληψη νέου προσωπικού, μείωση αποδοχών του ήδη υπάρχοντος προσωπικού κ.α.), διαταράχθηκε η καλή συνεργασία των παραπάνω διαδίκων και διαμορφώθηκε ένα ψυχρό και αρνητικό κλίμα μεταξύ τους.
Μέσα στο κλίμα αυτό, στις 29-3-2013, ημέρα Παρασκευή, και ενώ ο δεύτερος εναγόμενος απουσίαζε από τις εγκαταστάσεις της επιχείρησης της πρώτης εναγομένης, περιήλθε σε γνώση του πρώτου ενάγοντος μία κατάσταση του προσωπικού της εταιρίας, στην οποία συμπεριλαμβανόταν και η μισθοδοσία των εργαζομένων της επιχείρησης, σύμφωνα με την οποία, με εντολή του δεύτερου εναγομένου, ο δικός του μισθός καθώς και εκείνος της θυγατέρας του - δεύτερης ενάγουσας είχαν μειωθεί κατά 30% περίπου, χωρίς ταυτόχρονα να τους επιστρέφεται το παρακρατούμενο ποσό με την μορφή bonus, όπως προβλεπόταν για όλους τους εργαζόμενους της επιχείρησης, ως αντιστάθμισμα της μείωσης αυτής (με εξαίρεση τον έτερο παλαιό υπάλληλο της εταιρίας Κ.
Τ., στον οποίο επίσης μειωνόταν ο μισθός, χωρίς να του επιστρέφεται η μείωση με την μορφή "bonus"). Όταν ο δεύτερος εναγόμενος επέστρεψε στην επιχείρηση την ίδια ημέρα, ο πρώτος ενάγων ζήτησε επειγόντως να τον δει ιδιαιτέρως και έτσι αυτός (δεύτερος εναγόμενος) τον κάλεσε στο γραφείο του. Ο πρώτος ενάγων εισήλθε στο γραφείο του δεύτερου εναγομένου και απευθύνθηκε σε αυτόν σε έντονο ύφος, ζητώντας του το λόγο που αυτός και η θυγατέρα του είχαν μείωση στο μισθό τους, χωρίς η μείωση αυτή να αντισταθμίζεται με χορήγηση ισόποσου "bonus".
Ο δεύτερος εναγόμενος απάντησε σ' αυτόν σε ανάλογο οξύ ύφος και απαίτησε να υπογράψει ο πρώτος ενάγων και η θυγατέρα του έγγραφο μείωσης του μηνιαίου μισθού τους, με αποτέλεσμα σύντομα η συνομιλία των δύο διαδίκων να εξελιχθεί σε έναν έντονο διαπληκτισμό μεταξύ τους, με εκατέρωθεν αντεγκλήσεις, στα πλαίσια των οποίων ο δεύτερος εναγόμενος απηύθυνε κατά του πρώτου ενάγοντος την εξυβριστική και απειλητική φράση "αλήτη, μουνόπανο, σκάσε μην σε πετάξω από το παράθυρο", όταν δε ο τελευταίος γύρισε για να αποχωρήσει από το γραφείο, ο δεύτερος εναγόμενος τον ακολούθησε στον εξωτερικό χώρο και εκεί του επιτέθηκε από πίσω, γρονθοκοπώντας τον στο κεφάλι, στο λαιμό και στα πλευρά.
Στο επεισόδιο παρενέβησαν άμεσα οι παρευρισκόμενοι εργαζόμενοι της επιχείρησης, μεταξύ των οποίων και η θυγατέρα του πρώτου ενάγοντος και χώρισαν τους διαπληκτιζόμενους. Μετά τη λήξη του επεισοδίου ο δεύτερος εναγόμενος αποσύρθηκε και απομονώθηκε στο γραφείο του, ενώ ο πρώτος ενάγων αισθανόμενος αδιαθεσία από τα πλήγματα που δέχθηκε, μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο του Ε.Κ.Α.Β., συνοδευόμενος από τη θυγατέρα του - δεύτερη ενάγουσα, στο Γενικό Νοσοκομείο Νίκαιας - Πειραιά "Αγιος Παντελεήμων", προκειμένου να του παρασχεθούν οι πρώτες βοήθειες και να υποβληθεί σε προληπτικό ιατρικό έλεγχο.
Ότι, μετά την εξέτασή του στα εξωτερικά ιατρεία του άνω νοσοκομείου, διαπιστώθηκε ότι έπασχε από άλγος (ΔΕ) τραχηλικής χώρας, στο ιδίως επιγάστριο και στο κατώτερο αρ. ημιθωράκιο, καθώς και από αιμωδίες αρ. άνω άκρου και εξήλθε αυθημερόν με οδηγίες για φαρμακευτική αγωγή. Συνεχίζοντας το εφετείο δέχθηκε, ότι την επόμενη εργάσιμη ημέρα, Δευτέρα 1-4-2013, οι ενάγοντες δεν προσήλθαν στις εγκαταστάσεις της πρώτης εναγομένης εταιρείας για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, ενώ στις 3-4-2013 οι ίδιοι, εξακολουθώντας να απέχουν από τα καθήκοντα τους, κοινοποίησαν στους εναγόμενους την υπό την ίδια ως άνω ημεροχρονολογία εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία τους, με την οποία δήλωσαν, μεταξύ άλλων, ότι έχει καταστεί αδύνατη γι' αυτούς η παροχή εργασίας στην πρώτη εναγομένη εταιρία μετά την παραπάνω βάναυση και προσβλητική της προσωπικότητάς τους συμπεριφορά του νομίμου εκπροσώπου της - δεύτερου εναγομένου, καθώς και ότι οι ίδιοι, θεωρώντας τη συμπεριφορά αυτή ως άτακτη καταγγελία της σύμβασης εργασίας τους, τους καλούν εντός προθεσμίας τριών ημερών, να τους καταβάλουν τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης (άρθρο 7 ν. 2112/1920).
Ότι μετά απ' αυτά οι ενάγοντες προσέφυγαν στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας Κεντρικού Τομέα Πειραιά, όπου την 1-4-2013 κατήγγειλαν ότι τα ανωτέρω έγιναν στα πλαίσια μιας μεθοδευμένης προσπάθειας εκ μέρους των εναγομένων για να τους εξαναγκάσουν σε παραίτηση, ότι αυτά συνιστούν βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους, την οποία αποκρούουν και ότι θεωρούν αυτή ως άτακτη καταγγελία της σύμβασης εργασίας τους και ζητούν την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.
Ότι για τις προσφυγές τους αυτές εκδόθηκαν ακολούθως από την άνω υπηρεσία τα υπ' αριθ. …/, …-4-2013 και …/…-5-2013 δελτία εργατικής διαφοράς, ενώ έκτοτε οι ενάγοντες αναζήτησαν αλλού εργασία και μάλιστα περί τα μέσα Μαΐου 2013 ο πρώτος από αυτούς δημιούργησε δική του προσωπική εταιρία, συναφούς αντικειμένου με εκείνη του δευτέρου εναγομένου, στην οποία (νέα εταιρία) προσλήφθηκε για να απασχοληθεί ως υπάλληλος και η δεύτερη ενάγουσα.
Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά κρίνεται ότι η προαναφερόμενη συμπεριφορά του νομίμου εκπροσώπου, διαχειριστή και μοναδικού εταίρου της πρώτης εναγόμενης εταιρίας δημιούργησε τέτοιες συνθήκες ώστε, κατά την καλή πίστη και την αντικειμενική κρίση, ήταν πλέον αδύνατη στους ενάγοντες η συνέχιση της παροχής της εργασίας τους στην πιο πάνω επιχείρηση της πρώτης εναγομένης εταιρείας, με πνεύμα αμοιβαίας κατανόησης και συνεργασίας και ως εκ τούτου συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας των εναγόντων.
Ότι τη μεταβολή αυτή οι ενάγοντες δεν την αποδέχθηκαν, αλλά τη θεώρησαν δικαιολογημένα ως άτακτη καταγγελία της σύμβασης εργασίας τους και αποχώρησαν από την εργασία τους μετά το ως άνω βίαιο περιστατικό. Ότι η αποχώρηση τους αυτή δεν ήταν οικειοθελής, όπως αβάσιμα ισχυρίστηκαν οι εναγόμενοι κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά, όπως αποδείχθηκε, εξαιτίας της άνω βάναυσης και προσβλητικής συμπεριφοράς του δεύτερου εναγομένου οι ενάγοντες εξαναγκάστηκαν σε αποχώρηση από την εργασία τους, καθώς κλονίστηκε ανεπανόρθωτα η σχέση εμπιστοσύνης και καλής συνεργασίας μεταξύ αυτών και του νομίμου εκπροσώπου και μοναδικού εταίρου της πρώτης εναγόμενης - εργοδότριας, ενώ υπέστη και ηθική μείωση η προσωπικότητα του πρώτου ενάγοντος έναντι τρίτων συναδέλφων του και της θυγατέρας του, λόγω των συναισθημάτων ντροπής και μειονεξίας που δημιουργήθηκαν σ' αυτόν εξαιτίας του άνω περιστατικού βιαιοπραγίας σε βάρος του, το οποίο διαδραματίστηκε μπροστά στα μάτια των τελευταίων.
Ότι η οικειοθελής αποχώρηση των εναγόντων από την εργασία τους δεν δικαιολογούταν άλλωστε μετά το άνω περιστατικό, αφού θα στερούνταν κατ' αυτόν τον τρόπο του νομίμου δικαιώματος τους να λάβουν αποζημίωση απόλυσης, η οποία, για τον πρώτο απ' αυτούς, ενόψει του χρόνου προϋπηρεσίας του, θα ήταν μεγάλη. Ότι, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, η δεύτερη ενάγουσα θα ήταν αδύνατο να επιστρέφει και να συνεργαστεί ομαλά και ανεπηρέαστα με το δεύτερο εναγόμενο, ο οποίος ενώπιον αυτής και άλλων συναδέλφων της χτύπησε και προσέβαλε τον πατέρα της, πολύ δε περισσότερο καθώς μετά το άνω βίαιο περιστατικό ο δεύτερος εναγόμενος δεν έλαβε θετικά μέτρα για την αποκατάσταση της προσβολής της προσωπικότητας του τελευταίου από την άνω συμπεριφορά του.
Αντίθετα, κάλεσε εσπευσμένα τον υπάλληλο της πρώτης εναγομένης εταιρίας Α. Τ., ο οποίος την ημέρα εκείνη απούσιαζε, προκειμένου να προσέλθει και να βοηθήσει στην αλλαγή των κωδικών των τραπεζικών λογαριασμών και των κωδικών πληρωμής της εταιρίας, ώστε να παύσουν να έχουν πρόσβαση σ' αυτούς οι ενάγοντες.
Θα ήταν δε οξύμωρο οι ενάγοντες να σχεδιάζουν τη φυγή τους από μία επιχείρηση στην οποία, τουλάχιστον μέχρι την πρόκληση του ένδικου συμβάντος, αμείβονταν με υψηλές αποδοχές, ώστε να αναλάβουν τον κίνδυνο να εργαστούν σε μία νέα εταιρία με αμφίβολο μέλλον και προοπτικές, η οποία μάλιστα θα ιδρύονταν μέσα στα πλαίσια της γενικότερης οικονομικής κρίσης που έπληττε την ελληνική οικονομία.
Ότι, μετά ταύτα, οι ενάγοντες εύλογα θεώρησαν την ως άνω μονομερή και βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους από μέρους των εναγομένων ως άτακτη καταγγελία της σύμβασης εργασίας τους και αποχώρησαν από την εργασία τους, όπως εκτέθηκε παραπάνω. Επομένως, η πρώτη εκκαλούσα εταιρία όφειλε να τους καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, η οποία, ενόψει των ετών υπηρεσίας των εκκαλούντων στην πιο πάνω επιχείρηση (10-10-2001 έως 29-3-2013 ο πρώτος και 1-4-2011 έως 29- 3-2013 η δεύτερη), δηλαδή έντεκα συμπληρωμένα έτη ο πρώτος και ένα συμπληρωμένο έτος η δεύτερη, και του συνόλου των καταβαλλόμενων κατά το χρόνο καταγγελίας μηνιαίων αποδοχών τους (5.261,66 ευρώ ο πρώτος και 2.255,00 ευρώ η δεύτερη), ανέρχεται σε (5.527,40 ευρώ Χ 7 μήνες = 38.691,80 ευρώ + 1/6) 45.140,43 ευρώ για τον πρώτο και σε (2.255,00 Χ 2 μήνες = 4.510,00 + 1/6) 5.261,66 ευρώ για τη δεύτερη, ποσά που δεν τους καταβλήθηκαν κατά την αποχώρησή τους.
Καταλήγοντας το εφετείο, απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή των αναιρεσιβλήτων ως κατ' ουσίαν βάσιμη και α) αναγνώρισε ότι η περιγραφόμενη πιο πάνω προσβλητική συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης- πρώτης αναιρεσείουσας, που τελέστηκε δια του νομίμου εκπροσώπου της, δευτέρου εναγομένου, αποτελεί μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας των εναγόντων, η οποία δίκαια θεωρείται από αυτούς ως άτακτη καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους και β) επιδίκασε στους ενάγοντες ως αποζημίωση απόλυσης, το ποσό των 45.140,43 ευρώ στον πρώτο και των 5.261,66 ευρώ στη δεύτερη, καθώς και το ποσό των 2.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Έτσι που έκρινε το εφετείο, ουδόλως παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προαναφέρθηκαν, καθόσον, με βάση τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που αναιρετικώς ανέλεγκτα δέχθηκε αποδεδειγμένα, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις εφαρμοσθείσες διατάξεις των άρθρων 648, 652 παρ.1, 653, 656, 349, 351, 57, 288 ΑΚ, 1, 3, 7, ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 ν. 3198/1955, καθόσον αφορά το ουσιώδες ζήτημα της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας των αναιρεσιβλήτων και της καταχρηστικής άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος της πρώτης αναιρεσείουσας, τελούμενη δια του νομίμου εκπροσώπου της δευτέρου αναιρεσείοντος, και της άτακτης καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 1α ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι, με το να δεχθεί τα παραπάνω, έσφαλε περί την εφαρμογή και ερμηνεία των προαναφερόμενων διατάξεων, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, με τον ίδιο από τον αριθμ. 1α πρώτο λόγο του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και τις αιτιάσεις, ότι με βάση τα περιστατικά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν, εσφαλμένα έκρινε ότι έλαβε χώρα η σε βάρος του πρώτου αναιρεσιβλήτου προσβλητική συμπεριφορά εκ μέρους του δευτέρου αναιρεσείοντος, συνεπεία της οποίας επήλθε μονομερής μεταβολή των συνθηκών εργασίας, ενώ έπρεπε να κρίνει, σύμφωνα με την ορθή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, ότι η ιστορούμενη συμπεριφορά του δευτέρου αναιρεσείοντος προκλήθηκε από τον πρώτο αναιρεσίβλητο και στη συνέχεια αξιοποιήθηκε από τους δύο αναιρεσίβλητους προκειμένου να αποχωρήσουν από την επιχείρηση, αλλά και να διεκδικήσουν την καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης και ότι ο δεύτερος αναιρεσείων προκληθείς από τη συμπεριφορά του πρώτου αναιρεσιβλήτου απάντησε σ' αυτόν σε ανάλογο οξύ ύφος, το δε αποτέλεσμα της εξέλιξης της εν λόγω συνομιλίας σε έντονο μεταξύ τους διαπληκτισμό, οφείλεται σε υπαίτια αντισυμβατική συμπεριφορά του πρώτου αναιρεσιβλήτου, ο οποίος είχε προετοιμασθεί για την αποχώρησή του και προκάλεσε το περιστατικό αυτό ή σε κάθε περίπτωση το αξιοποίησε για να αποχωρήσει, γνωρίζοντας το τι είχε πράξει μαζί με την κόρη του σχετικά με την υπεξαίρεση μεγάλων χρηματικών ποσών σε βάρος της εταιρείας.
Ο λόγος αυτός, κατά το παραπάνω σκέλος του, είναι απαράδεκτος, αφού με αυτόν πλήττεται, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων νομικής θεμελίωσής τους στις ως άνω διατάξεις, η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επιπλέον, ο ίδιος από το άρθρο 559 αριθμ. 1α ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος του που οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με το να μη δεχθεί ότι η ιστορούμενη συμπεριφορά του πρώτου αναιρεσιβλήτου συνιστά προδήλως αντισυμβατική συμπεριφορά, με δόλιο σκοπό να εξαναγκάσει την πρώτη αναιρεσείουσα σε καταγγελία της σύμβασής του (την οποία υιοθέτησε και ακολούθησε και η δεύτερη αναιρεσίβλητη) και ότι αυτή (συμπεριφορά) συνιστά καταγγελία εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων και σε κάθε περίπτωση ότι η συμπεριφορά του δευτέρου αναιρεσείοντος προκλήθηκε από τον πρώτο αναιρεσίβλητο, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, παρόλο που συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή της, είναι προεχόντως απαράδεκτος, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ., καθόσον, προκειμένης διαφοράς εκδικαζόμενης κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται παραδεκτή προβολή του εν λόγω ισχυρισμού, ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, με καταχώρισή του στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναφορά του κατά νόμιμο τρόπο ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, κατά τα προεκτεθέντα, ενώ, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, δεν προκύπτει ότι προβλήθηκε παραδεκτά ο παραπάνω ισχυρισμός.
Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).
Αντιθέτως, δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, Ολ.ΑΠ 14/2004, ΑΠ 237/2019, ΑΠ 71/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη της "πράγματα" που δεν προτάθηκαν από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους, τα οποία έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα, δέχθηκε ότι οι ενάγοντες προσέφυγαν την 1-4-2013 στην αρμόδια Επιτροπή Εργασίας Κεντρικού Τομέα Πειραιά, όπου κατήγγειλαν ότι τα ανωτέρω έγιναν στα πλαίσια μιας μεθοδευμένης προσπάθειας εκ μέρους των εναγομένων για να τους εξαναγκάσουν σε παραίτηση και ότι αυτά συνιστούν βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους, την οποία αποκρούουν και θεωρούν αυτή ως άτακτη καταγγελία της σύμβασης εργασίας τους και ζήτησαν την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, ότι έκτοτε αναζήτησαν αλλού εργασία και ότι περί τα μέσα Μαΐου 2013 ο πρώτος από αυτούς δημιούργησε δική του προσωπική εταιρία, συναφούς αντικειμένου δραστηριότητας με εκείνη του δευτέρου εναγομένου, στην οποία (νέα εταιρία) προσλήφθηκε για να απασχοληθεί ως υπάλληλος και η δεύτερη ενάγουσα, χωρίς τα παραπάνω να έχουν προταθεί από τους ενάγοντες με την αγωγή, αλλά ούτε και με τις προτάσεις τους.
Όμως, οι επικαλούμενοι πιο πάνω ισχυρισμοί, δεν συνιστούν "πράγματα", κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά πραγματικές (ουσιαστικές) παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και επιχειρήματα του δικαστηρίου, αντλούμενα από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, για την στήριξη της κρίσης του σχετικά με την ουσιαστική βασιμότητα των αγωγικών ισχυρισμών και δεν έχουν αυτοτέλεια.
Σημειώνεται ότι σε κάθε περίπτωση είναι επιτρεπτή η από το δικαστήριο της ουσίας παραδοχή και άλλων περιστατικών που προκύπτουν από τις αποδείξεις, έστω και αν αυτά δε συμπίπτουν πλήρως με τα όσα εκτίθενται στην αγωγή ή στις προτάσεις των διαδίκων, εφόσον αυτά διασαφηνίζουν τις περιστάσεις της βιοτικής σχέσης ή συνιστούν μη αυτοτελή παραλλαγή της αρχικής ιστορικής αιτίας, υπό την προϋπόθεση ότι δεν αναιρούν την ταυτότητα του βασικού βιοτικού συμβάντος, που αποτέλεσε το αντικείμενο της ένδικης διαφοράς.
Στις περιπτώσεις αυτές δεν επέρχεται ανεπίτρεπτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής ή των ενστάσεων, ούτε το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του "ουσιώδη" πράγματα που δεν προτάθηκαν. Επομένως, ο ως άνω από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι απαράδεκτος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" εδώ είναι ταυτόσημος με εκείνον του προαναφερόμενου αριθμού 8, δηλαδή ως "πράγματα", νοούνται οι ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ένστασης κλπ.
Ο ανωτέρω λόγος θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται "πράγματα", χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι' αυτά. Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη και μάλιστα σε σχέση με συγκεκριμένο ισχυρισμό, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα.
Ο λόγος είναι αβάσιμος, αν από την απόφαση του δικαστηρίου προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα τούτο στηρίχτηκε στις αποδείξεις που προσήχθησαν, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ή να αντικρούει, ειδικά, κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 669/2019, ΑΠ 576/2018, ΑΠ 360/2016, ΑΠ 237/2016, ΑΠ 1935/2014). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον από άρθρο 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ δεύτερο (κατά το δεύτερο σκέλος του) λόγο αναίρεσης ( προβάλλουν αιτιάσεις κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, ισχυριζόμενοι ειδικότερα ότι, το εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε ως αληθινά "πράγματα" χωρίς αποδείξεις και συγκεκριμένα δέχθηκε ως αληθινά τα ίδια ως άνω επικαλούμενα προς θεμελίωση του από τον αριθμό 8 στοιχεία, καθώς και το ότι ο δεύτερος αναιρεσείων είχε αναθέσει στον πρώτο αναιρεσίβλητο διευρυμένες εξουσίες και καθήκοντα σε σχέση με την ιδιότητά του ως υπαλλήλου - προγραμματιστή και τον εφοδίαζε, κατά τις ημέρες που εκείνος απουσίαζε από την επιχείρηση, με ειδικά πληρεξούσια, ώστε αυτός να μπορεί να τον υποκαθιστά στην εσωτερική διαχείριση και λειτουργία της επιχείρησης, αλλά και στις εξωτερικές συναλλαγές της με τους τρίτους.
Ο λόγος, αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθόσον οι επικαλούμενοι ως άνω προς θεμελίωσή του ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα", για το λόγο που εκτέθηκε παραπάνω (στον από τον αριθμό 8 λόγο). Σε κάθε περίπτωση, όμως, είναι και αβάσιμος, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα σε σχέση με τους αναφερόμενους αγωγικούς ισχυρισμούς (και) σχετικά με τα στοιχεία αυτά, έλαβε υπόψη του τα αναγραφόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση αποδεικτικά μέσα (τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι οποίες περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης αυτού, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι και οι ληφθείσες ύστερα από προηγούμενη νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων κάθε διάδικης πλευράς, προσκομιζόμενες με?επίκληση από τους ενάγοντες ένορκες βεβαιώσεις......
]) και κατά συνέπεια δεν δέχθηκε πράγματα χωρίς απόδειξη, ενώ δεν απαιτείτο η από την προσβαλλόμενη απόφαση ιδιαίτερη μνεία των αποδεικτικών στοιχείων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού, πρέπει το μέσο αυτό να είναι χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίων) απόδειξη γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή (που επιδρά στο διατακτικό), παραδεκτό και νόμω βάσιμο ή ισχυρισμό περί αρχής εγγράφου αποδείξεως.
Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και να προσδιορίζεται το αποδεικτικό περιεχόμενο καθενός από αυτά, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έγινε η επίκληση και η προσκομιδή των αποδεικτικών μέσων και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008, 8/2016, ΑΠ 92/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με τον από το άρθρο 559 αριθμ. 11περ.γ' ΚΠολΔ τρίτο (κατά το δεύτερο σκέλος του) λόγο αναίρεσης προβάλλουν αιτιάσεις κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, ισχυριζόμενοι ειδικότερα ότι, το εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα ακόλουθα έγγραφα: α) την από 9-12-2008 επιστολή του δεύτερου αναιρεσείοντος προς την εταιρεία, β) την από 18-9- 2009 επιστολή του προς την εταιρεία "Πορθμεία Κεφαλληνίας Ν.Ε.", γ) την από 28-11-2011 επιστολή προς την "Συμπλοιοκτησία Β.
Ι.- Ν.-Γ.", δ) την από 19-4-2012 επιστολή προς την εταιρεία "Α. Λ. Ν" και ε) την από 12-4-2-12 επιστολή προς την ΕΚΟ, τα οποία (έγγραφα) αυτοί είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει προκειμένου να αποδείξουν τον ισχυρισμό τους ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος ασκούσε καθήκοντα διευθυντή της αναιρεσείουσας εταιρείας και ότι τις επιστολές αυτές είχε συντάξει στα πλαίσια των πιο πάνω καθηκόντων του, τα οποία (έγγραφα) αν λάμβανε υπόψη του θα έπρεπε να δεχθεί τους δικούς τους ισχυρισμούς, ότι δηλαδή, α) οι δύο εναγόμενοι ουδόλως αναζήτησαν αλλού εργασία, διότι είχαν προετοιμάσει και σχεδιάσει να αποχωρήσουν, β) ότι το επικαλούμενο συμβάν της 29-3-2013 μεταξύ του δευτέρου αναιρεσείοντος και του πρώτου αναιρεσιβλήτου δεν αποτελούσε μεθοδευμένη προσπάθεια εκ μέρους του δευτέρου αναιρεσείοντος για να εξαναγκάσει τους ενάγοντες-αναιρεσίβλητους σε παραίτηση, αλλά ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος είχε προσχεδιάσει την αποχώρησή του και προκάλεσε το ως άνω επεισόδιο, προκειμένου να αποχωρήσει και να λάβει την αποζημίωση απόλυσης και γ) ότι ο πρώτος αναιρεσείων είχε οριστεί και ασκούσε καθήκοντα Γενικού Διευθυντή της αναιρεσείουσας εταιρείας.
Ο λόγος αυτός, είναι προεχόντως αόριστος (όσον αφορά την περιγραφή των αναφερόμενων εγγράφων, αφού δεν προσδιορίζεται επαρκώς το αποδεικτικό περιεχόμενο καθενός από αυτά και σε κάθε περίπτωση είναι αβάσιμος, διότι από τη γενική μνεία στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του "και απ' όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι", σε συνδυασμό με τις προπαρατεθείσες παραδοχές της, σαφώς προκύπτει ότι το εφετείο έλαβε υπόψη και τα έγγραφα αυτά, των οποίων δεν ήταν αναγκαίο να γίνει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση.
Κατόπιν αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αναίρεση στο σύνολο της. Τέλος πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-4-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 467/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες να πληρώσουν στους αναιρεσίβλητους για τα δικαστικά τους έξοδα το ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Νοεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Δεκεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ