Supreme Court allows appeal against civil court debt judgment due to improper application of fraud and insolvency laws.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a final civil court judgment regarding a debt dispute between a savings fund and private individuals. The court found that the lower court erred by applying the definition of fraud too narrowly, ignoring objective elements like the concealment of financial status required by the relevant statute. Consequently, the judgment was annulled and the case remitted for retrial with a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1(1)(a) of Law 3869/2010; Articles 330 of the Civil Code and 27(1) of the Penal Code: Fraud in debt collection requires both subjective intent and objective elements such as the concealment of financial status, not merely the debtor's inability to pay.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1320 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1320/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Α. του Δ., 2) Ν. Φ. του Κ., συζ. Θ. Α., 3) Κ. Α. του Θ., 4) Δ. Α. του Θ., κατοίκων ... και 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS AE", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αριστέα Χρηστάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 2η, 3η, 4η και 5η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2014 αίτηση των 1ου και 2ης των ήδη αναιρεσιβλήτων (ατομικά και ως ασκούντων τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τότε τέκνων τους - ήδη 3ης και 4ης των αναιρεσιβλήτων), που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βόλου.
Εκδόθηκε η 309/2018 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Βόλου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-2-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και ο 1ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση, σαν να ήταν και αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1152/2023). Αν αντιθέτως η επίσπευση της συζήτησης έγινε με την επιμέλεια του αντιδίκου του διαδίκου που δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της αναίρεσης ή εμφανίσθηκε, αλλά δεν έλαβε μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση αυτού. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 534/2023, ΑΠ 474/2022).
Στην αντίθετη περίπτωση, η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία εκείνου που έχει νόμιμα κλητευθεί. Την κλήτευση του απολειπόμενου διαδίκου επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 175/2023, ΑΠ 474/2022). Σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομόδικους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1946/2017, ΑΠ 756/2017).
Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης, που θα εκδοθεί, εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της οιονεί αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ. β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της ένδικης από 15-2-2022 αίτησης αναίρεσης κατά της με αριθμό 309/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Βόλου, κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (3-11-2023), δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι δεύτερη, τρίτη, τέταρτη και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων, ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτές δήλωση, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης (άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Από τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως από το επισπεύδον τη συζήτηση της αναίρεσης αναιρεσείον ν.π.δ.δ., με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", εκθέσεις επιδόσεως υπ' αριθμ. ...-2022, ...-2022, ...-2022 του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Λάρισας Γ. Κ. Κ. και ...-2022 του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Δ.
Π., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ορισθείσα με Πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος (άρθρο 568 παρ. 2 ΚΠολΔ), για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα κι εμπρόθεσμα στις 2η, 3η, 4η και 5η των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα.
Συνακόλουθα, εφόσον οι ως άνω αναιρεσίβλητες κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστούν κατά την ως άνω δικάσιμο, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 εδ. β` ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον κατά των μη υποκειμένων σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση oριστικών αποφάσεων, που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης ή μη κρίνεται κατά το χρόνο άσκησης της αιτήσεως αναιρέσεως, δηλαδή κατά το χρόνο κατάθεσής της στον αρμόδιο γραμματέα, όπως ορίζει το άρθρο 495 παρ. 1 ιδίου κώδικα, διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη. Από δε το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 εδ.
β` και 76 παρ. 1, 4 ΚΠολΔ συνάγεται ότι επί αναγκαστικής ομοδικίας η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτά μόνον όταν αυτή καταστεί τελεσίδικη για όλους τους ομοδίκους (Ολ. ΑΠ 18/2001). Η προθεσμία της άσκησης αίτησης αναίρεσης κατά το άρθρο 564 παρ.1 ΚΠολΔ αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης.
Επί αναγκαστικής ομοδικίας η επίδοση της πιο πάνω απόφασης στον αντίδικο από ένα μόνο αναγκαίο ομόδικο κινεί την προθεσμία της αναίρεσης και ως προς τους υπόλοιπους (ΑΠ 185/2022, ΑΠ 746/2019, ΑΠ 1836/2014). Η προθεσμία της άσκησης αναίρεσης κατά απόφασης που εκδόθηκε στον πρώτο βαθμό, ανεξάρτητα αν εκδόθηκε ερήμην ή αντιμωλία, δεν συντρέχει με την προθεσμία άσκησης εφέσεως κατ` αυτής.
Η πρώτη (προθεσμία αναίρεσης) ηρεμεί κατά τη διάρκεια της δεύτερης (προθεσμία έφεσης) και αρχίζει από τότε που έληξε η προθεσμία για την άσκηση της έφεσης, οπότε η πρωτόδικη απόφαση κατέστη τελεσίδικη, υποκείμενη σε αναίρεση, όπως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 709/2007, ΑΠ 1000/2001). Η πρωτοβάθμια απόφαση, η οποία υπόκειται σε έφεση, καθίσταται (αν δεν είναι κατά την έκδοσή της) τελεσίδικη, αν έχει συντρέξει κάποια από τις αιτίες που ορίζει ο νόμος (παρέλευση της προθεσμίας της εφέσεως, παραίτηση από το δικαίωμα προς άσκηση αυτής ή από το δικόγραφο της ασκηθείσης εφέσεως, εφόσον στην τελευταία περίπτωση έχει παρέλθει πλέον η προθεσμία προς άσκησή της).
Η τελεσιδικία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες σχετικές εκθέσεις επιδόσεως ή από τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο επιδοθέν δικόγραφο σε συνδυασμό με βεβαίωση της Γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 3 εδ. τελευταίο του Ν. 3869/2010 για την εκδίκαση της αιτήσεως του οφειλέτη προς ρύθμιση των χρεών του εφαρμόζεται η διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 739 επ. του ΚΠολΔ, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 741 του ΚΠολΔ στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας εφαρμόζονται τα άρθρα 1 έως 590 του ιδίου Κώδικα, εκτός αν είναι αντίθετα προς ειδικές διατάξεις ή δεν προσαρμόζονται στη διαδικασία αυτή.
Τέλος, εφόσον στην αίτηση του οφειλέτη για δικαστική ρύθμιση των οφειλών του, κατά τις διατάξεις του Ν. 3869/2010, αναφέρονται περισσότεροι πιστωτές και οι απαιτήσεις αυτών, αυτοί τελούν μεταξύ τους σε σχέση οιονεί αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 76 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 185/2022, ΑΠ 1049/2017 και 1978/2017).
Με την κρινόμενη από 15-2-2022 και με αριθμό κατάθεσης 01/15-2-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 309/2018 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Βόλου, με την οποία έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, η από 19-12-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1196/19-12-2014 αίτηση των πρώτου, δεύτερης, τρίτης και τέταρτης των ήδη αναιρεσιβλήτων, για την υπαγωγή τους στις ρυθμιστικές διατάξεις του Ν. 3869/2010.
Η ως άνω απόφαση εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. ΚΠολΔ, με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, δημοσιεύθηκε δε στις 8-6-2018. Όπως προκύπτει από την έρευνα των διαδικαστικών εγγράφων, που επιτρεπτά επισκοπούνται (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, δεν επιδόθηκε στο αναιρεσείον και συνεπώς κατέστη αυτή τελεσίδικη με την πάροδο διετίας από τη δημοσίευσή της (άρθρα 518 παρ. 2, 741 ΚΠολΔ), ήτοι στις 8-6-2020.
Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης, έχει ασκηθεί νόμιμα και εντός της νόμιμης προθεσμίας, αφού η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατά τα αναφερόμενα στην αίτηση, επιδόθηκε από το αναιρεσείον στους αναιρεσίβλητους στις 17-1-2022 (περιστατικό το οποίο δεν αμφισβητείται από τον παριστάμενο πρώτο αναιρεσίβλητο) και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε, όπως ανωτέρω εκτίθεται, στις 15-2-2022 (άρθρ. 553, 564 παρ. 1 ΚΠολΔ). Κατόπιν των ανωτέρω, εφόσον αυτή έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 556, 558, 566 παρ. 1, 741 και 769 Κ.Πολ.Δ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.
Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του [η ένδικη από 18-12-2014 αίτηση των πρώτου, δεύτερης, τρίτης και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων, περί υπαγωγής τους στις διατάξεις του νόμου 3869/2010, υποβλήθηκε πριν την έναρξη ισχύος του, ήτοι στις 19-12-2014], ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο Ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.
Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσης του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".
Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 Π.Κ., που ορίζει ότι "Με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξεως.
Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεως του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει αυτήν.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεως του και το "αποδέχεται" (ΟλΑΠ 4/2010, ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (ΑΠ 677/2010).
Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι ή απαγορευμένη από το δίκαιο στο δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεως του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματα του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφ. α' του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη αυτής.
Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (ΑΠ 185/2022, ΑΠ 400/2020, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017).
Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει, όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων, την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση, υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη, της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ίδιου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων, σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Ο δόλος του οφειλέτη, στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του, περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη (ΑΠ 185/2022,400/2020).
Επισημαίνεται ότι ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ' αυτό υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 550/2020 ,ΑΠ 755/2018, ΑΠ 1299/2015 ), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα).
Εξ άλλου, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου επικαλείται και αποδεικνύει ο πιστωτής, η νομοθετική αυτή ρύθμιση τάσσεται προς το συμφέρον των πιστωτών. Επομένως, την ύπαρξη του δόλου ερευνά το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο, όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά από πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον σχετικό ισχυρισμό κατ' ένσταση και βαρύνεται με την απόδειξη αυτής (ΑΠ 550/2020, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 1400/2019, ΑΙΊ 426/2019, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 986/2018,ΑΠ 755/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 153/2017).
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 2 του εν λόγω νόμου (όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί με το Ν. 4336/2015), "αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές... το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητούμενων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για τη ρύθμιση των οφειλών και απαλλαγή του οφειλέτη.
Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, τη δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου, και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, τον υποχρεώνει να καταβάλλει μηνιαίως και για χρονικό διάστημα τριών έως πέντε ετών (άρθρ. 16 παρ. 2 Ν.4161/2013), ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του, συμμέτρως διανεμόμενο".
Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες θεσμοθετούν τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία, πάντως, δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.
Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Η εξόφληση των χρηματικών απαιτήσεων των πιστωτών πραγματοποιείται κατά βάση με τις μηνιαίες καταβολές του άρθρου 8 παρ.2 για το αναφερόμενο εκεί χρονικό διάστημα που ορίζονται από το δικαστήριο. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται από το ένα μέρος τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβίωσης και από το άλλο μέρος οι βιοτικές ανάγκες (όχι απλώς οι στοιχειώδεις) του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών.
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του, κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές.
Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας.
Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον ( ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018). Επισημαίνεται ότι τα εισοδήματα από εργασία πρέπει να αναγράφονται στη σχετική δικαστική απόφαση καθαρά, καθώς μόνο το καθαρό εισόδημα διατίθεται για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη (και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν.4335/2015 και ισχύει, κατ` άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, όπως είναι και η ένδικη από 15-2-2022 αίτηση αναίρεσης, "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και: α) έστω και συνοπτικά (Ολ. ΑΠ 14/2010, όπου και παραπομπές στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ), οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (Ολ.
ΑΠ 20/2005). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ.19) του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 552/2020).
Από τη παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Οι αιτούντες, ήδη πρώτος, δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, με την από 18-12-2014 (αριθ.
έκθ. κατάθ. 1196/19-12-2014) αίτησή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Βόλου, επικαλούμενοι ότι είναι φυσικά πρόσωπα, χωρίς πτωχευτική ικανότητα, και ότι έχουν περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής, των προς τους καθ' ων η αίτηση πιστωτές τους, ν.π.δ.δ. "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", ήδη αναιρεσείον και ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΕ", ήδη πέμπτη αναιρεσίβλητη, ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, ζήτησαν να επικυρωθεί το προτεινόμενο από αυτούς σχέδιο διευθέτησης οφειλών, άλλως να γίνει ρύθμιση από το δικαστήριο, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που υπέβαλαν και να εξαιρεθεί από τη ρευστοποίηση η ανήκουσα κατ'επικαρπία στη δεύτερη και κατά ψιλή κυριότητα και κατ' ισομοιρία στις τρίτη και τέταρτη των αιτούντων κύρια κατοικία τους.
Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδαφ. β'Ν. 3869/2010, 739 επ. ΚΠολΔ) η αναιρεσιβαλλομένη με αριθμό 309/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Βόλου, η οποία αφού απέρριψε την προβληθείσα από τους καθ' ων ένσταση, περί δόλιας περιέλευσης των αιτούντων σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών, δέχθηκε την αίτηση ως κατ' ουσίαν βάσιμη και:
α) όρισε για τον πρώτο αιτούντα, ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο, μηνιαίες καταβολές, συμμέτρως διανεμόμενες προς τους καθ' ων και ειδικότερα προς την πρώτη εξ αυτών, ήδη πέμπτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, ποσού 140,41 ευρώ για χρονικό διάστημα 29 μηνών και προς το δεύτερο εξ αυτών, ήδη αναιρεσείον Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, ποσού 9,59 ευρώ για χρονικό διάστημα 60 μηνών, β) υποχρέωσε τον πρώτο αιτούντα, ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο, να καταβάλει μέσα σε ένα έτος από τη λήξη των καταβολών της παραπάνω ρύθμισης, το ποσό των 1252,71 ευρώ προς την πρώτη των καθ' ων, ήδη πέμπτη αναιρεσίβλητη, γ) διέταξε την εκποίηση του υπό στοιχεία 2 ακινήτου του πρώτου των αιτούντων, ήτοι μιας παλαιάς αποθήκης εμβαδού 65 τ.μ., κείμενης επί οικοπέδου, συνολικής έκτασης 200 τ.μ., που βρίσκεται εντός του χωριού Ριζόμυλος Μαγνησίας, με ελάχιστο τίμημα 33.789,30 ευρώ και τη διενέργεια πλειστηριασμού αυτής, δ) όρισε για τις δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των αιτουσών, ήδη δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, καταβολές ύψους 150 ευρώ προς την πρώτη των καθ' ων, ήδη πέμπτη αναιρεσίβλητη, για 29 μήνες, ε) υποχρέωσε τις προαναφερόμενες αιτούσες (δεύτερη, τρίτη και τέταρτη) να καταβάλουν μέσα σε ένα έτος από τη λήξη των καταβολών της παραπάνω ρύθμισης το ποσό των 1.550 ευρώ έκαστη, στ) εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία των αιτούντων, που βρίσκεται στο Βόλο, της οποίας η δεύτερη των αιτούντων έχει την επικαρπία και η τρίτη και τέταρτη των αιτούντων την ψιλή κυριότητα κατά ποσοστό 50% εξ αδιαρέτου έκαστη, ζ) επέβαλε στη δεύτερη αιτούσα, την υποχρέωση για τη διάσωση της επικαρπίας της κύριας κατοικίας της να καταβάλει επί 20 έτη, ήτοι 240 μήνες, το συνολικό ποσό των 50.310,36 ευρώ προς την πρώτη των καθ' ων, την τρίτη και τέταρτη των αιτουσών να καταβάλει εκάστη εξ αυτών για τη διάσωση του 50% της ψιλής κυριότητας εκάστης επί 20 έτη το συνολικό ποσό των 25.155,18 ευρώ εκάστη την εντός των πέντε (5) πρώτων εργασίμων ημερών κάθε μήνα προς την πρώτη των καθ' ων η αίτηση, εντόκως, χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο που θα ισχύει κατά το χρόνο αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Ειδικότερα, το Ειρηνοδικείο Βόλου, με την αναιρεσιβαλλόμενη 309/2018 απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του (ΚΠολΔ 561 παρ. 1), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, αυτολεξεί αναγραφόμενα, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην προκείμενη δίκη (όσον αφορά το ζήτημα της απόρριψης της προβληθείσας ένστασης, περί δόλιας περιέλευσης των αιτούντων σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών):
"...Περαιτέρω οι καθ' ων πρόβαλαν την ένσταση της δόλιας περιέλευσης των αιτούντων σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, η μεν 1η (ήδη πέμπτη αναιρεσίβλητη) διότι από μόνοι τους οι αιτούντες κατέστησαν τις οφειλές τους ληξιπρόθεσμες, ενώ μπορούσαν να πληρώνουν κατά δε την 2η πιστώτρια (σ.σ. αντί του ορθού 2ου πιστωτή ν.π.δ.δ., με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, ήδη αναιρεσείον) καθώς ο δανεισμός των τελευταίων ήταν υπέρμετρος για τα οικονομικά τους δεδομένα, καθώς ανέλαβαν οικονομικές υποχρεώσεις μη σκεπτόμενοι την αποπληρωμή τους.
Οι ισχυρισμοί αυτοί αποτελούν την ένσταση του άρθρου 10 του Ν. 3869/2010 και κρίνονται απορριπτέοι. Τούτο διότι δεν νοείται δολιότητα του δανειολήπτη με μόνη την ανάληψη δανειακής υποχρέωσης της οποίας η εξυπηρέτηση είναι επισφαλής, αλλά απαιτείται και η από τον δανειολήπτη πρόκληση άγνοιας της επισφάλειας στους πιστωτές.
Δεν εξειδικεύονται λοιπόν οι συγκεκριμένες ενέργειες με τις οποίες οι αιτούντες απέκρυψαν από τις πιστώτριές τους την οικονομική τους κατάσταση, προκειμένου να τύχουν δανεισμού, δεδομένου ότι οι πιστώτριες έχουν τη δυνατότητα να εξακριβώσουν την οικονομική συμπεριφορά (ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ) και την οικονομική κατάσταση (μέσω εκκαθαριστικού Δ.Ο.Υ.) και τις λοιπές δανειακές υποχρεώσεις των υποψηφίων πελατών τους.
Εξάλλου, ενόψει της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (361 ΑΚ), οι ανωτέρω είχαν τη δυνατότητα να απορρίψουν την πρότασή τους για την κατάρτιση της σύμβασης (185 επ. ΑΚ) και μάλιστα κατόπιν ελέγχου του εισοδήματός τους και των περιουσιακών τους στοιχείων. Άλλωστε, με την υπ' αριθμ. Ζ1-699 απόφαση περί προσαρμογής της Ελληνικής Νομοθεσίας προς τη οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23-04-2008 για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης (ΦΕΚ 917/2010) θεσπίζεται ρητά στο άρθρο 8 η υποχρέωση από τα πιστωτικά ιδρύματα της αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας του καταναλωτή, δηλαδή το εκάστοτε πιστωτικό ίδρυμα υποχρεώνεται, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά: "πριν από τη σύναψη σύμβασης πίστωσης να ερευνά και να αξιολογεί την πιστοληπτική ικανότητα και φερεγγυότητα του καταναλωτή, βάσει επαρκών στοιχείων κατά το προσυμβατικό στάδιο και κατόπιν έρευνας στην κατάλληλη βάση δεδομένων, σύμφωνα με τις ειδικότερες διατάξεις για την εποπτεία των πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων......".
Ο 1ος των αιτούντων (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος) είναι 48 ετών, η 2η των αιτούντων (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) είναι 52 ετών. Οι αιτούντες είναι σύζυγοι και από τον γάμο τους έχουν αποκτήσει τρία τέκνα ήτοι την Κ. Α. 3η των αιτούντων (ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη) ηλικίας σήμερα 21 ετών, την Δ. Α. ηλικίας 20 ετών 4η των αιτούντων (ήδη τέταρτη αναιρεσίβλητη) και τον Ο.-Σ.
ηλικίας 12 ετών. Ο 1ος των αιτούντων, ο οποίος είναι Τεχνολόγος γεωπονίας ήταν μόνιμος υπάλληλος του κλάδου ΔΕ ανθοκομίας και κηπουρικής και υπηρετούσε στο Πανεπιστημιακό νοσοκομείο Αρεταίειο στην Αθήνα , θέση από την οποία παραιτήθηκε ,διότι ο μισθός του δεν ήταν αρκετός για να ανταπεξέλθει στα έξοδα που απαιτούσε η διαμονή του στην Αθήνα.
Σήμερα εργάζεται περιστασιακά σε διάφορες γεωργικές εργασίες από τις οποίες κατά την κρίση του δικαστηρίου μπορεί να αποκομίζει το ποσό των 400 ευρώ μηνιαίως. Η 2η των αιτούντων είναι υπάλληλος Δ Ο Υ και λαμβάνει μηνιαίως το ποσό των 1500 ευρώ. Η 3η των αιτούντων είναι φοιτήτρια στο 2° έτος της Παιδαγωγικής ακαδημίας Ιωαννίνων τμήμα νηπιαγωγών και η 4η των αιτούντων είναι φοιτήτρια στο τμήμα Γεωπονίας Ιχθυολογίας και Υδάτινου Περιβάλλοντος στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.
Η 3η και 4η των αιτούντων συνεπώς δεν έχουν έσοδα και συντηρούνται από τους γονείς τους, όπως και το τρίτο παιδί των αιτούντων, το οποίο είναι μαθητής στην έκτη τάξη του δημοτικού σχολείου. Οι αιτούντες διαμένουν σε διαμέρισμα 1ου ορόφου εμβαδού 142 τ.μ σε οικοδομή που αποτελείται από υπόγειο, ισόγειο και πρώτο όροφο επί οικοπέδου 374 τ.μ , το οποίο βρίσκεται στην πόλη του Βόλου, οδός ... ,το οποίο ανήκει κατά ψιλή κυριότητα στην 3η και 4η των αιτούντων και κατά επικαρπία στη 2η των αιτούντων δυνάμει του ...-2006 συμβολαίου δωρεάς του συμβ/φου Γ.
Σ., που νόμιμα μεταγράφηκε στον τόμο 506 και αριθμό 220 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθ/κείου Βόλου. Έτσι η αντικειμενική αξία της επικαρπίας του ακινήτου ανέρχεται στο ποσό των 42741,38 ευρώ και η αντικειμενική αξία της ψιλής κυριότητας της 3ης και 4ης των αιτούντων ανέρχεται στο ποσό των 28850,43 ευρώ για την κάθε μία και συνολικά στο ποσό των 57.700,86 ευρώ .(βλ.
φύλλα αντικειμενικού προσδιορισμού - Το φύλλο ΕΝΦΙΑ 2017 που προσκομίστηκε δεν λαμβάνεται υπόψη, διότι το ακίνητο φαίνεται ως μη ηλεκτροδοτούμενο). Ο 1ος των αιτούντων έχει στην κυριότητά του 1)σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ένα αγροτεμάχιο 3 στρεμμάτων που βρίσκεται στη θέση Λοζίνσκο Μακρυνίτσης, που περιήλθε στον αιτούντα δυνάμει του .../1974 συμβολαίου δωρεάς του συμ/φου Βόλου Π.
Π. που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο 133 και αριθμό 271 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Βόλου η αντικειμενική αξία του ποσοστού του ανέρχεται στο ποσό των 1890 ευρώ και 2) έχει στην πλήρη κυριότητά του μια παλιά αποθήκη σε οικόπεδο 200 τμ εντός του χωριού Ριζόμυλος Μαγνησίας που περιήλθε στον αιτούντα δυνάμει του .../1989 πωλητηρίου συμβολαίου του συμ/φου Φερών Σ.
Π. που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο 93 και αριθμό 105 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Βόλου η αντικειμενική αξία της οποίας ανέρχεται στο ποσό των 33789,30 ευρώ (βλ. φύλλο αντικειμενικού προσδιορισμού). Από τα προπεριγραφόμενα περιουσιακά στοιχεία του 1ου των αιτούντων, δεν κρίνεται πρόσφορη η εκποίηση του υπ’ αριθμό 1 ακινήτου του, διότι λόγω του ποσοστό κυριότητος, της περιορισμένης αξίας του και της οικονομικής κρίσης που πλήττει τα τελευταία χρόνια τη χώρα, ιδίως στο χώρο της αγοραπωλησίας ακινήτων, δεν αναμένεται ότι θα προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον και ότι θα προκύψει κάποιο τίμημα αξιόλογο για την ικανοποίηση των πιστωτών των αιτούντων, λαμβανομένων υπόψη και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεως κλπ.).
Επίσης είναι κύριος του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου μάρκας CITROEN XSARA μοντέλο 1999 1360cc η αγοραστική αξία του οποίου ανέρχεται στο ποσό των 800 ευρώ και ενός αγροτικού αυτοκινήτου με αριθμό ΑΖ7012 1400cc ΜΙΤSUBISHI, αξίας 150 Ε το 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός τρακτέρ Lamborkini έτους 1981 αξίας 250 ευρώ, δίκυκλη μ250cc. Τα παραπάνω οχήματα, δεν κρίνονται πρόσφορα για εκποίηση, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 1 Ν.3869/2010, δεδομένου ότι δεν πρόκειται να προκαλέσουν αγοραστικό ενδιαφέρον λόγω της παλαιότητας και των φθορών που έχουν υποστεί, άλλα ούτε να αποφέρουν κάποιο αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση των πιστωτριών του αιτούντος, λαμβανομένων υπόψη και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεων κ.λπ.).
Η 2η των αιτούντων πέραν της επικαρπίας της ανωτέρω οικίας έχει στην κυριότητά της σε ποσοστό 37,5% μία διώροφη οικία που βρίσκεται στο Δήμο Ινοχωρίου Έλους στο Ν.Χανίων Κρήτης που περιήλθε στην αιτούσα από κληρονομιά του πατέρα της Κ. Φ. εμβαδού 150 τ.μ. η αντικειμενική αξία του ποσοστού της ανέρχεται στο ποσό των 20631,71 ευρώ και β) σε ποσοστό 18,75% ένα ελαιοπερίβολο που βρίσκεται στη θέση Λούχι του δήμου Ινοχωρίου-Έλους του Ν.Χανίων εκτάσεως 2500 τμ και αντικειμενικής αξίας του ποσοστού της 577,12 ευρώ, ένα βοσκότοπο που βρίσκεται στη θέση Λούχι του δήμου Ινοχωρίου-Έλους του Ν.Χανίων εκτάσεως 10000 τμ και αντικειμενικής αξίας του ποσοστού της 1518,75 ευρώ, ένα ελαιοπερίβολο που βρίσκεται στη θέση Αφτερόλακος του δήμου Ινοχωρίου-Έλους του Ν.Χανίων εκτάσεως 4000 τμ και αντικειμενικής αξίας του ποσοστού της 850ευρώ, ένα ελαιοπερίβολο που βρίσκεται στη θέση Χαλασίδια του δήμου Ινοχωρίου-Έλους του Ν.Χανίων εκτάσεως 1000 τμ και αντικειμενικής αξίας του ποσοστού της 212,62 ευρώ ένα ελαιοπερίβολο που βρίσκεται στη θέση Λεμενίτσα του Δήμου Ινοχωρίου-Έλους του Ν.Χανίων εκτάσεως 2000 τμ και αντικειμενικής αξίας του ποσοστού της 425,25 ευρώ, ένα ελαιοπερίβολο που βρίσκεται στη θέση Πεζούλια του δήμου Ινοχωρίου-Έλους του Ν.Χανίων εκτάσεως 3000 τμ και αντικειμενικής αξίας του ποσοστού της 637,87ευρώ, ένα ελαιοπερίβολο που βρίσκεται στη θέση Μαραγκουδιάνα του Δήμου Ινοχωρίου-Έλους του Ν.Χανίων εκτάσεως 4000 τμ και αντικειμενικής αξίας του ποσοστού της 850,50 ευρώ, ένα ελαιοπερίβολο που βρίσκεται στη θέση Λιβάδια του δήμου Ινοχωρίου-Έλους του Ν.Χανίων εκτάσεως 1500 τμ και αντικειμενικής αξίας του ποσοστού της 334,12 ευρώ, ένα αγροτεμάχιο που βρίσκεται στο δήμο Ινοχωρίου-Έλους του Ν.Χανίων εκτάσεως 2000 τμ και αντικειμενικής αξίας του ποσοστού της 303,75 ευρώ, ένα ελαιοπερίβολο που βρίσκεται στη θέση Σταθμός του δήμου Ινοχωρίου-Έλους του Ν.Χανίων εκτάσεως 500 τμ και αντικειμενικής αξίας του ποσοστού της 106,31 ευρώ, ένα αγροτεμάχιο που βρίσκεται στη θέση Έλος του δήμου Ινοχωρίου-Έλους του Ν.Χανίων εκτάσεως 160 τμ και αντικειμενικής αξίας του ποσοστού της 24,30 ευρώ, ένα ελαιοπερίβολο που βρίσκεται στη θέση Μπουλίτσι του δήμου Ινοχωρίου- Έλους του Ν.
Χανίων εκτάσεως 500 τμ και αντικειμενικής αξίας του ποσοστού της 106,31ευρώ, ένα ελαιοπερίβολο που βρίσκεται στη θέση Άγιοι Απόστολοι του δήμου Ινοχωρίου-Έλους του Ν.Χανίων εκτάσεως 3500 τμ και αντικειμενικής αξίας του ποσοστού της 744,18 ευρώ, ένα ελαιοπερίβολο που βρίσκεται στη θέση Ζιλακόρμα του δήμου Ινοχωρίου-Έλους του Ν.Χανίων εκτάσεως 2000 τμ και αντικειμενικής αξίας του ποσοστού της 425,25 ευρώ, ένα αγροτεμάχιο που βρίσκεται στη θέση Αφτερόλακας του δήμου Ινοχωρίου-Έλους του Ν.Χανίων εκτάσεως 5000 τμ και αντικειμενικής αξίας του ποσοστού της 1215 ευρώ, ένα αγροτεμάχιο που βρίσκεται στη θέση Κεφαλάκια του δήμου Ινοχωρίου-Έλους του Ν.Χανίων εκτάσεως 5000 τμ και αντικειμενικής αξίας του ποσοστού της 1215ευρώ, ένα ελαιοπερίβολο που βρίσκεται στη θέση Μετόχι του δήμου Ινοχωρίου-Έλους του Ν.Χανίων εκτάσεως 2000 τμ και αντικειμενικής αξίας του ποσοστού της 425,25 ευρώ, ένα βοσκότοπο που βρίσκεται στη θέση Κουμαρού Λάγκου δήμου Ινοχωρίου-Έλους του Ν.Χανίων εκτάσεως 6000 τμ και αντικειμενικής αξίας του ποσοστού της 911,25 ευρώ, ένα βοσκότοπο που βρίσκεται στη θέση Μπαχούλι Χαρακοπ του δήμου Ινοχωρίου-Έλους του Ν.Χανίων εκτάσεως 4000 τμ και αντικειμενικής αξίας του ποσοστού της 607,50ευρώ, ένα ελαιοπερίβολο που βρίσκεται στη θέση Χαμπουδιανά του δήμου Ινοχωρίου-Έλους του Ν.Χανίων εκτάσεως 3000 τμ και αντικειμενικής αξίας του ποσοστού της 729 ευρώ.
Από τα προπεριγραφόμενα περιουσιακά στοιχεία της 2ης των αιτούντων, δεν κρίνεται πρόσφορη η εκποίηση των αγροτεμαχίων, βοσκοτόπων και ελαιοπεριβόλων της, το ποσοστό κυριότητος ,την περιορισμένη αξία τους και την οικονομική κρίση που πλήττει τα τελευταία χρόνια τη χώρα, ιδίως στο χώρο της αγοραπωλησίας ακινήτων, δεν αναμένεται ότι θα προκαλέσουν αγοραστικό ενδιαφέρον και ότι θα προκύψει κάποιο τίμημα αξιόλογο για την ικανοποίηση των πιστωτών των αιτούντων, λαμβανομένων υπόψη και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεως κλπ.).
Επίσης έχει στην κυριότητά της το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο μάρκας CITROEN ΒΧ14 μοντέλο 2001 1361 κ.ε ,η αξία του οποίου είναι μηδενική και το έχει θέσει σε ακινησία από 11-12-2014 εξ αιτίας μηχανικής βλάβης και αυτοκίνητο ... μάρκας HUNDAI η αξία του οποίου είναι μηδενική και το έχει θέσει σε ακινησία από 27-12-2011 εξ αιτίας μηχανικής βλάβης.
Τα παραπάνω οχήματα, δεν κρίνονται πρόσφορα για εκποίηση, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 1 Ν.3869/2010, δεδομένου ότι δεν πρόκειται να προκαλέσουν αγοραστικό ενδιαφέρον λόγω της παλαιότητας και των φθορών που έχουν υποστεί, αλλά ούτε να αποφέρουν κάποιο αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση των πιστωτριών της 2ης των αιτούντων, λαμβανομένων υπόψη και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεων κ.λπ.).
Παρακάτω, αποδείχθηκε ότι σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης, οι αιτούντες με την ... σύμβαση στεγαστικού δανείου έλαβαν από την 1η των καθών (ήδη πέμπτη αναιρεσίβλητη) ένα στεγαστικό δάνειο και οφείλουν την 18-12-2015 216487,84 ευρώ. Για το ανωτέρω δάνειο η 1η των καθών έχει εγγράψει προσημείωση υποθήκης στο Α1 διαμέρισμα της διώροφης οικοδομής, η οποία αποτελεί την κύρια κατοικία των αιτούντων.
Για την ανωτέρω απαίτηση δεν προσκομίστηκε επικαιροποιημένη βεβαίωση οφειλών κατά την ημέρα συζήτησης της αίτησης. Ο δε 1ος των αιτούντων οφείλει στο 2° των καθών (ήδη αναιρεσείον) το ποσό των 14.780,08 ευρώ. Συνολικά ο 1ος των αιτούντων οφείλει 231.267,92 ευρώ και η 2η ,3η και 4η των αιτούντων το ποσό των 216.487,84 ευρώ.
Τα παραπάνω χρέη θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και επειδή το δάνειο της 1ης των καθών είναι εμπραγμάτως ασφαλισμένο συνεχίζεται ο εκτοκισμός του, με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της απόφασης (άρθρο 6§3 εδ. α ν. 3869/2010), πλην όμως, στην προκειμένη περίπτωση οι τόκοι μέχρι το χρόνο έκδοσης της απόφασης δεν προκύπτουν, αφού οι πιστωτές δεν προβαίνουν στον υπολογισμό τους κατά μήνα, τουλάχιστον μέχρι το χρόνο συζήτησης της αίτησης, ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να προβεί αναλογικά στον υπολογισμό τους μέχρι το χρόνο έκδοσης της απόφασής του.
Αποδείχθηκε, περαιτέρω ότι την τελευταία πενταετία τα εισοδήματα των αιτούντων έχουν υποστεί σημαντική μείωση (βλ. τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα φορολογίας εισοδήματος) μετά δεν την παραίτηση του 1ου έχουν μειωθεί αρκετά, όχι όμως και εντελώς , διότι τόσο αυτός όσο και η σύζυγός του (2η των αιτούντων) έχουν αρκετή κτηματική περιουσία, την οποία μπορούν να εκμεταλλευτούν και να αποκτήσουν επιπλέον εισοδήματα. 'Αλλωστε όπως προκύπτει από τις φορολογικές τους δηλώσεις προκύπτει εισόδημα από γεωργικές επιχειρήσεις, το οποίο βέβαια δεν υπερβαίνει τα 2000 ευρώ, όμως το δικαστήριο κρίνει ότι μπορεί από την σωστή καλλιέργεια των κτημάτων να κερδίζει πολύ περισσότερο και αυτός ήταν ενδεχομένως και ο λόγος που το έτος 2013 παραιτήθηκε από την εργασία του, διότι από τις γεωργικές εργασίες ως τεχνολόγος γεωπονίας προσδοκούσε μεγαλύτερο εισόδημα.
Ενόψει όλων των ως άνω εκτεθέντων, καθίσταται σαφές ότι εξαιτίας της μείωσης των εισοδημάτων των αιτούντων με την αντιστρόφως ανάλογη αύξηση των δαπανών διαβίωσης των αιτούντων, αδυνατούν αυτοί να ανταπεξέλθουν στην κάλυψη των ληξιπρόθεσμων δανειακών τους υποχρεώσεων προς τους πιστωτές τους και πράγματι, ήδη από το έτος 2013 σταμάτησαν την εξυπηρέτηση των δανείων τους.
Συνεπεία των ανωτέρω, η σχέση ρευστότητας των αιτούντων προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές τους, αφού ληφθούν υπόψη και οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών, είναι αρνητική, υπό την έννοια ότι η ρευστότητα τους δεν τους επιτρέπει, να ανταποκριθούν στον όγκο των οφειλών τους και συνάμα στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών τους, η δε αρνητική αυτή σχέση μεταξύ της ρευστότητας και των οφειλών δεν αναμένεται να βελτιωθεί στο εγγύς μέλλον, καθόσον οι μηνιαίες ανάγκες δεν προβλέπεται να περιοριστούν, ενώ παράλληλα οι δανειακές υποχρεώσεις αυξάνονται συνεχώς λόγω της επιβάρυνσης των δανειακών συμβάσεων με τόκους υπερημερίας.
Τούτων λεχθέντων, καθίσταται σαφές ότι συντρέχει, στην προκειμένη περίπτωση, μόνιμη και γενική αδυναμία των αιτούντων πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους. Επομένως από όλα τα ανωτέρω προκύπτει, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής τους στις διατάξεις του νόμου 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε, και ισχύει, καθόσον έχουν ήδη περιέλθει χωρίς δόλο σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών τους, τα οποία ούτε έχουν αναληφθεί εντός του τελευταίου έτους πριν την υποβολή της αίτησης ούτε περιλαμβάνονται στα εξαιρούμενα της ρύθμισης χρέη, όπως ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 1 §2 του νόμου.
Από τα προπεριγραφόμενα περιουσιακά στοιχεία των αιτούντων πέραν της κύριας κατοικίας τους ιδιοκτησίας της 2ης, 3ης και 4ης των αιτούντων, για την οποία, υποβάλουν αίτημα εξαίρεσής της από την εκποίηση και θα γίνει λόγος παρακάτω, δεν κρίνεται πρόσφορη η εκποίηση του υπ αριθμό 2 ακινήτου του 1ου των αιτούντων και των λοιπών ακινήτων της 2ης των αιτούντων, διότι λόγω του ποσοστού κυριότητος, της μικρής αντικειμενικής τους αξίας, του είδους του δικαιώματος και της οικονομικής κρίση που πλήττει τα τελευταία χρόνια τη χώρα, ιδίως στο χώρο της αγοραπωλησίας ακινήτων, δεν αναμένεται ότι θα προκαλέσουν αγοραστικό ενδιαφέρον και ότι θα προκύψει κάποιο τίμημα αξιόλογο για την ικανοποίηση των πιστωτών των αιτούντων, λαμβανομένων υπόψη και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεως κλπ.) .Ενόψει του ότι το σύνολο των οφειλών του 1ου των αιτούντων προς τις καθών πιστώτριες του ανέρχεται σε 231.267,92 ευρώ, η ικανοποίηση των απαιτήσεων αυτών, πρέπει, να γίνει με τον συνδυασμό των ρυθμίσεων των άρθρων 8 παρ. 2 και 9 παρ. 1, θα πρέπει, δηλαδή, να γίνει συνδυασμός των δύο ρυθμίσεων του νόμου και συγκεκριμένα αυτής του άρθρου 8 παρ. 2 για μηνιαίες καταβολές για τρία έως πέντε έτη, αυτής του άρθρου 9 παρ. 1 για εκποίηση της ρευστοποιήσιμης περιουσίας του δεδομένου ότι δεν είναι ιδιοκτήτης της κύριας κατοικίας.
Συνεπώς, η ρύθμιση των χρεών του 1ου των αιτούντων θα γίνει, κατά πρώτο λόγο, με μηνιαίες καταβολές απευθείας στις παραπάνω πιστώτριές του από τα εισοδήματά του επί πενταετία. Όσον αφορά το ειδικότερο περιεχόμενο της ρύθμισης αυτής, το προς διάθεση ποσό στις πιστώτριές του, λαμβανομένων υπόψη των εισοδημάτων του όπως προκύπτουν από τα παραπάνω αναφερόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα, των βασικών προσωπικών και οικογενειακών του αναγκών, της συμμετοχής του στη διατροφή των τέκνων του, της συνεισφοράς της συζύγου του, του μεγάλου ύψους των οφειλών του και της εν γένει δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας πρέπει να ορισθεί σε αυτό των εκατόν πενήντα ευρώ (150) το μήνα, ποσό το οποίο βρίσκεται μέσα στις οικονομικές του δυνατότητες, όπως καταθέτει και ο μάρτυράς του.
Το συνολικό ποσό των οφειλών του ανέρχεται σε 231.267,92 ευρώ, εκ των οποίων 216.487,84 ευρώ οφείλει στην 1η των καθών και 14780,08 ευρώ στο 2° των καθών. Από το ποσό των 150 ευρώ με βάση τις παραπάνω απαιτήσεις κάθε πιστώτριας αναλογούν σ' αυτές τα παρακάτω ποσά: 1) στην 1η των πιστωτριών, η συνολική απαίτηση της οποίας ανέρχεται στο ποσό των 216.487,84 ευρώ, θα καταβάλει μηνιαίως επί πενταετία το ποσό των 140,41 ευρώ και στη 2η των πιστωτριών (σ.σ.στο 2ο των πιστωτών), η απαίτηση (σ.σ.
του οποίου) της οποίας ανέρχεται στο ποσό των 14780,08 ευρώ θα καταβάλει μηνιαίως επί πενταετία το ποσό των 9,59 ευρώ. Μετά την ολοκλήρωση των καταβολών αυτών, κατά το τέλος της πενταετίας, η πρώτη πιστώτρια θα έχει, λάβει το ποσόν των 8424,6 ευρώ, η δεύτερη πιστώτρια (σ.σ. το δεύτερο εκ των πιστωτών) το ποσό των 575,4 ευρώ και συνολικά, όλες οι πιστώτριές θα έχουν λάβει το ποσό των 9.000 ευρώ και απομένει υπόλοιπο από 222.267,92 ευρώ (231.267,92 ευρώ - 9.000)...].
Κρίνοντας, όμως, έτσι, το εν λόγω δικαστήριο, διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών των χρεών των αιτούντων, ήδη 1ου , 2ης , 3ης και 4ης των αναιρεσιβλήτων, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ανεπαρκείς αιτιολογίες, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3689/2010 που προπαρατέθηκε, την οποία εκ πλαγίου, παραβίασε, στερώντας, με τον τρόπο αυτόν, την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Και τούτο, διότι, αφού δεν αναφέρεται το ύψος των ατομικών καθαρών εισοδημάτων των πρώτου και δεύτερης των αιτούντων και δεν προσδιορίζεται το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεων αυτών για την εξυπηρέτηση των δανείων τους, δεν είναι δυνατός ο έλεγχος, προκειμένου να διακριβωθεί, από την αντιπαραβολή των καθαρών εισοδημάτων τους (ρευστότητα) που διατίθενται μηνιαίως για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών των ίδιων και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς τους, ήτοι για την αξιοπρεπή διαβίωσή τους, υπό το πρίσμα της οποίας πρέπει, όπως έχει προεκτεθεί, να εξετάζεται η επίμαχη αδυναμία πληρωμών (ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 1208/2017), με τα χρηματικά ποσά που απαιτούνται, παράλληλα, για τη μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, αν οι αναιρεσίβλητοι - οφειλέτες μπορούν να ικανοποιήσουν όλα αυτά, οπότε δεν υφίσταται αδυναμία πληρωμών και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να υπαχθούν στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, ή αν, αντίθετα, τα εισοδήματά τους δεν επαρκούν, οπότε και υπάρχει πράγματι αδυναμία πληρωμής, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην προεκτεθείσα νομική σκέψη.
Με άλλα λόγια, το δικαστήριο, αφενός μεν δεν διευκρινίζει αν τα αναγραφόμενα σ' αυτήν μηνιαία εισοδήματα των 1ου και 2ης των αιτούντων- αναιρεσιβλήτων, που ανέρχονται, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της απόφασης, κατά τη συζήτηση της αίτησης υπαγωγής στις ρυθμίσεις του ν.3869/2010, σε 400 ευρώ και 1.500 ευρώ, αντίστοιχα, ανά μήνα, είναι καθαρά εισοδήματα, αφετέρου δε δεν προσδιορίζει το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεων των ως άνω αιτούντων - αναιρεσιβλήτων για την εξυπηρέτηση των δανείων τους, με επακόλουθο να μη δικαιολογείται η κρίση του δικαστηρίου για το ότι αυτοί έχουν περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρεών τους.
Συνεπώς, ο σχετικός, αληθώς μόνο από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Περαιτέρω, το ανωτέρω Δικαστήριο, που έκρινε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, ότι η παραδεκτώς προταθείσα ενώπιόν του ένσταση του αναιρεσείοντος ΤΠΔ περί δόλιας περιέλευσης των αιτούντων, ήδη 1ου, 2ης, 3ης και 4ης των αναιρεσιβλήτων, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών τους είναι απορριπτέα ως αόριστη και ότι συντρέχουν στο πρόσωπο αυτών, οι νόμιμες προϋποθέσεις για την υπαγωγή τους στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010, απαιτώντας για τη συνδρομή δόλιας περιελεύσεως των υπερχρεωμένων οφειλετών σε αδυναμία πληρωμών άμεσο δόλο αυτών, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 περ.
α του Ν. 3869/2010, και των άρθρων 330 Α.Κ. και 27 παρ. 1 του Π.Κ., τις οποίες παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή. Και τούτο, διότι αξίωσε περισσότερα στοιχεία για την εφαρμογή τους, από όσα ο νόμος απαιτεί, παραβιάζοντας ευθέως τους ανωτέρω κανόνες δικαίου με τη μη εφαρμογή τους. Πιο συγκεκριμένα, το δικάσαν Δικαστήριο δέχτηκε αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της ανυπαρξίας δόλιας συμπεριφοράς των 1ου και 2ης των αναιρεσιβλήτων 1) ότι ".....δεν νοείται δολιότητα του δανειολήπτη με μόνη την ανάληψη δανειακής υποχρέωσης της οποίας η εξυπηρέτηση είναι επισφαλής, αλλά απαιτείται και η από τον δανειολήπτη πρόκληση άγνοιας της επισφάλειας στους πιστωτές...", 2) ότι "...δεν εξειδικεύονται οι συγκεκριμένες ενέργειες, με τις οποίες οι αιτούντες απέκρυψαν από τις πιστώτριες τους την οικονομική τους κατάσταση, προκειμένου να τύχουν δανεισμού, δεδομένου ότι οι πιστώτριες έχουν τη δυνατότητα να εξακριβώσουν την οικονομική συμπεριφορά (ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ) και τις λοιπές δανειακές υποχρεώσεις των υποψηφίων πελατών τους...εξάλλου ενόψει της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (361 ΑΚ), οι ανωτέρω είχαν τη δυνατότητα να απορρίψουν την πρότασή τους για την κατάρτιση της σύμβασης (185 επ.
ΑΚ) και μάλιστα κατόπιν ελέγχου του εισοδήματος του και των περιουσιακών τους στοιχείων...". Με τις προαναφερόμενες παραδοχές και λαμβανομένου υπόψη ότι, όπως εξετέθη ανωτέρω, στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου, το δικάσαν Δικαστήριο, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 περ.
α' Ν. 3869/2010, και οι διατάξεις του άρθρου 330 Α.Κ. και 27 παρ. 1 του Π.Κ., τις οποίες παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή (ΑΠ 448/2022).
Συνεπώς, ο σχετικός, αληθώς μόνο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος της αναίρεσης, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή, ως βάσιμων, των προαναφερόμενων λόγων της, και να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον ν.π.δ.δ. δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση, κατ'άρθρο 28 παρ.4 του Ν.2579/1998 (ΑΠ 1784/2023, ΑΠ 606/2023, ΑΠ 1047/2021). Στην παρούσα απόφαση δεν περιλαμβάνεται διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται, όπως προεκτέθηκε, κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας, γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ.6 εδάφ.β` του παραπάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 309/2018 τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Βόλου, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.
Παραπέμπει την υπόθεση στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β' αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ