Legislator Case Law & Legislation
1320/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on overtime pay claim, ruling facts sufficient for legal foundation despite missing specific start/end times.

Case Number 1320/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a logistics company against a lower court judgment awarding overtime pay to a driver. The company argued the claim was vague because the complaint lacked specific start and end times for daily shifts and routes. The court rejected this, holding that the incidents described in the complaint were sufficient to legally ground the claim for unjust enrichment and overtime compensation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1 para. 1 and 2 of Law 435/1976; Article 6 of the National General Collective Agreement of Labor dated 14-2-1984; Article 9 of the 1/1982 Decision of the Supreme Labor Court: A complaint alleging unpaid overtime and unjust enrichment is not void for vagueness if it sufficiently describes the incidents to establish the legal basis for the claim, even without precise start and end times for every shift.

Keywords

AI generated
overtime compensation unjust enrichment vague complaint labor law supreme court appeal collective agreement legal foundation

Cited Legislation

AI generated
Article 1 para. 1 and 2 of Law 435/1976
Article 6 of the National General Collective Agreement of Labor dated 14-2-1984
Article 9 of the 1/1982 Decision of the Supreme Labor Court
Article 559 no. 14 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1320 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1320/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πάσσο Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο τμήμα), Ασπασία Καρέλλου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Λ. ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ Ε.Π.Ε", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γιάννη Καούζο, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Π. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σαξώνη, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/8/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6127/2010 του ίδιου Δικαστηρίου, 355/2012 και μετ’ ανακοπή 198/2014 του Εφετείου Πειραιώς.

Την αναίρεση της 355/2012 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 25/6/2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη ανέγνωσε την από 13/1/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η από 25/6/2014 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Λ. ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΕΠΕ" κατά του Α. Π. περί αναιρέσεως της υπ’ αριθμ.355/2012 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιά.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου εταιρείας στη δικαστική του δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του Ν. 435/1976, οι μισθωτοί που απασχολούνται νομίμως πέρα από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια της ημερήσιας εργασίας, δικαιούνται αμοιβής για κάθε ώρα τέτοιας απασχολήσεως, ίσης προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά τα οριζόμενα ποσοστά, ενώ οι μισθωτοί που παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία δικαιούνται από την πρώτη ώρα, πέρα από τον πλουτισμό που αποκόμισε ο εργοδότης χωρίς νόμιμη αιτία, και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς το 100% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου των.

Περαιτέρω, με το άρθρο 6 της από 14-2-1984 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την υπ’ αριθμ. 117/20-3-1984 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β’ , 81), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίστηκε από 1-1-1984 σε 40 ώρες, για την απασχόληση δε πέρα από το συμβατικό (συλλογικό) αυτό εβδομαδιαίο ωράριο έως την συμπλήρωση του νομίμου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή για την υπερεργασία, καταβάλλεται αμοιβή, σύμφωνα με το άρθρο 9 της 1/1982 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ.

Αθηνών, που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του Ν. 1346/1983. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει: 1) ότι η υπερωριακή εργασία, νόμιμη ή παράνομη, έχει ως βάση το ανώτατο ωράριο της ημερήσιας και όχι της εβδομαδιαίας απασχολήσεως του μισθωτού, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία όταν ο μισθωτός της προκείμενης κατηγορίας απασχοληθεί πέραν των οκτώ ωρών ημερησίως ή πέραν των εννέα ωρών ημερησίως, για όσους απασχολούνται επί πέντε ημέρες την εβδομάδα (άρθρο 6 της από 26- 2-1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Ν. 133/1975), έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζομένου από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της ημερήσιας υπερωρίας με τις ολιγότερες ώρες εργασίας ή με την πραγματοποιηθείσα εργασία σε άλλη εργάσιμη ημέρα της ίδιας εβδομαδιαίας περιόδου και 2) ότι στην περίπτωση της υπερεργασίας, δηλαδή της απασχολήσεως του μισθωτού πέρα από τις 40 ώρες μέσα στην ίδια εβδομάδα μέχρι την συμπλήρωση των 48 ωρών ανωτάτης εβδομαδιαίας εργασίας, κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας.

Επομένως, αν ο μισθωτός, απασχολούμενος μετά την 1-1-1984, δεν υπερβεί κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας το συμβατικό εβδομαδιαίο όριο των 40 ωρών, δεν δικαιούται την οικεία πρόσθετη αμοιβή (ωρομίσθιο επαυξημένο κατά 25%), διότι δεν έχει πραγματοποιήσει υπερεργασία. Το ίδιο συμβαίνει και όταν ο χρόνος της εβδομαδιαίας εργασίας έχει υπερβεί το όριο των ωρών λόγω απασχολήσεως του μισθωτού την Κυριακή ή άλλη ημέρα αναπαύσεως, αφού οι ώρες της εργασίας αυτής, για την οποία υφίσταται ειδική και αυτοτελής νομοθετική πρόνοια, δεν συναριθμούνται με τις ώρες των εργάσιμων ημερών της ίδιας εβδομάδας, στις οποίες και μόνο αποβλέπει η ρύθμιση της υπερεργασίας.

Περαιτέρω, με το άρθρο 4 του Ν. 2874/2000 (όπως ίσχυε έως 30-9-2005, που αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του Ν. 3385/2005) από 1-4-2001, σε επιχειρήσεις για τις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας 40 ωρών την εβδομάδα, καταργείται η κατά την κρίση του εργοδότη υποχρέωση του μισθωτού για υπερεργασιακή απασχόληση πέντε (5) ωρών την εβδομάδα.

Κατά συνέπεια καταργούνται οι 44η, 45η, 46η, 47η και 48η ώρες υπερεργασιακής απασχολήσεως, εφόσον στις επιχειρήσεις αυτές ανώτατο νόμιμο εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας ήταν μέχρι τις 31-3-2001 το 48ωρο. Στις ως άνω επιχειρήσεις ο εργοδότης διατηρεί την ευχέρεια υπερωριακής απασχολήσεως του μισθωτού και ο μισθωτός αντίστοιχα υποχρεούται να παρέχει την εργασία του για τρεις (3) ώρες πέραν του συμβατικού ωραρίου (41η, 42η και 43η ώρα) την εβδομάδα.

Η τρίωρη αυτή πέραν των 40 ωρών απασχόληση από 1-4-2001 ονομάζεται ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση. Από 1-4-2001 η πέραν των σαράντα τριών (43) ωρών την εβδομάδα επί πλέον απασχόληση του μισθωτού των ως άνω επιχειρήσεων θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης.

Η έκφραση του νόμου, ότι θεωρείται υπερωριακή απασχόληση η πέραν των 43 ωρών την εβδομάδα επί πλέον απασχόληση, δεν έχει την έννοια ότι ως υπερωρία θεωρείται πλέον μόνο η υπέρβαση του ανωτάτου νομίμου εβδομαδιαίου ωραρίου εργασίας και όχι η υπέρβαση του ανωτάτου ωραρίου της ημερήσιας απασχολήσεως του μισθωτού, το οποίο και μετά την 1-4-2001, ελλείψει άλλης ειδικής ρυθμίσεως, εξακολουθεί να είναι το 8ωρο ή το 9ωρο επί πενθημέρου.

Επομένως, για τους εργαζόμενους με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και μετά την ισχύ του Ν. 2874/2000, ως υπερωριακή εργασία θεωρείται η απασχόληση πέραν των εννέα (9) ωρών ημερησίως. Ο νομοθέτης, με το άρθρο 4 του Ν. 2874/2000, ήθελε να υπογραμμίσει ότι μετά την κατάργηση των 5 ωρών εβδομαδιαίας υπερεργασιακής απασχόλησης, το ανώτατο νόμιμο εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας είναι πλέον 43 (αντί των 48) ώρες, με ότι αυτό συνεπάγεται.

Από 1-4-2001 οι μισθωτοί που απασχολούνται υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχόλησης, καθώς και για κάθε ώρα νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης και μέχρι την συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως, αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%. Για την πέραν των 120 ωρών ετησίως υπερωριακή απασχόληση εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 435/1976.

Ο μισθωτός σε κάθε περίπτωση μη νόμιμης (παράνομης) υπερωριακής απασχόλησής του δικαιούται αποζημίωση ίση με το 250% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου για κάθε ώρα μη νόμιμης υπερωρίας (δηλαδή, για κάθε ώρα προσαύξηση 150% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου). Με το άρθρο 1 του Ν. 3385/2005 (έναρξη ισχύος από 1-10-2005) το παραπάνω άρθρο 4 του Ν. 2874/2000 αντικαταστάθηκε ως εξής: 1.

Σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επί πλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία). Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η και 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχόλησης.

Για όσους εργαζόμενους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα η, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα (από 41η έως 48η ώρα). 2. Η πέραν των σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παραγράφου 1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης.

Για όσους εργαζόμενους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα, υπερωριακή απασχόληση θεωρείται η εργασία πέραν των σαράντα οκτώ (48) ωρών την εβδομάδα. Σε κάθε περίπτωση διατηρούνται σε ισχύ οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας. 3. Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι την συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%.

Η αμοιβή για την πέραν των 120 ωρών ετησίως νόμιμη υπερωριακή απασχόληση είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 75%. 4. Κάθε ώρα υπερωρίας, για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, χαρακτηρίζεται εφεξής κατ’ εξαίρεση υπερωρία. 5.

Για κάθε ώρα κατ’ εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100%. Περαιτέρω, με το άρθρο 13 της υπ’ αριθμ. 12/1984 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την ΥΑ 12430/1984, ο χρόνος εργασίας των οδηγών αυτοκινήτων ορίσθηκε σε 40 ώρες την εβδομάδα και με το άρθρο 6 της υπ’ αριθ. 40/1985 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, καθιερώθηκε η εβδομάδα των πέντε εργασίμων ημερών για τους οδηγούς όλων των φορτηγών αυτοκινήτων.

Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ 2, 118 αρ 4 και 216 παρ 1 α Κ.Πολ. Δ. προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της, η έλλειψη δε ή η ανεπαρκής ή ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά καθιστά την αγωγή αόριστη. Η αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ 1 Κ.Πολ.

Δ, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του, σχετικά με τη νομική θεμελίωση αυτής, αξίωσε περισσότερα από εκείνα που απαιτεί ο νόμος ή αν, αντιθέτως, αρκέστηκε σε λιγότερα. Αν τυχόν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονται στην αγωγή, τότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

λόγος αναιρέσεως. Αν όμως το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου πραγματικά γεγονότα, τότε ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αρ 14 Κ.Πολ.Δ αναιρετικός λόγος (ΑΠ 225/2014, 14/2014, 186/2014). Περαιτέρω, για να είναι ορισμένη η αγωγή, με την οποία διώκεται η ικανοποίηση αξιώσεων από υπερωριακή απασχόληση, πρέπει να αναφέρεται σ’ αυτή, εκτός από την εργασιακή σχέση, οι όροι αυτής και η διάρκεια της ημερήσιας απασχόλησης, αν πρόκειται για υπέρβαση του ημερήσιου ωραρίου, άλλως κατά εβδομάδα, από την οποία θα συνάγονται οι ώρες εργασίας και συνακόλουθα οι υπερωρίες, οι οποίες είναι δυνατόν να προσδιορίζονται και κατά μέσο όρο την εβδομάδα ή το μήνα, Επίσης, πρέπει να αναφέρονται οι νόμιμες ή καταβαλλόμενες αποδοχές βάσει των οποίων θα υπολογιστεί το ωρομίσθιο (ΑΠ 186/2014, 1409/2014, 526/2013, 1223/2013, 244/2012, 844/2011).

Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης, από 24-8-2009, αγωγής (άρθρο 561 παρ 2 Κ.Πολ.Δ), ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εξέθεσε σ’ αυτή, εκτός των άλλων, ότι στις 5-9-2005 προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να εργαστεί ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου δημοσίας χρήσεως για τη μεταφορά εμπορευμάτων των υπεραγορών με την επωνυμία "..." από τον ...

προς τη ... και το αντίστροφο, καθώς και για άλλα αναγκαία δρομολόγια που θα προέκυπταν, μετά από σχετική εντολή της εναγομένης, με καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, από Δευτέρα ως και Παρασκευή, αντί αρχικού μηνιαίου μισθού 1.420,80 ευρώ για οκτάωρη εργασία, ο οποίος από 1-10-2006 αναπροσαρμόστηκε στο ποσό των 1.480 ευρώ.

Ότι κατά το χρονικό διάστημα από της προσλήψεώς του (5-9-2005) μέχρι την οικειοθελή του αποχώρηση, στις 7-7-2006, προσέφερε στην εναγομένη τις υπηρεσίες του τις καθημερινές επί 3 ώρες πέραν του νομίμου οκταώρου, πραγματοποιώντας έτσι κάθε ημέρα 11 ώρες εργασίας και κάθε εβδομάδα συνολικά 15 ώρες εργασίας πέραν του νομίμου 40ώρου εβδομαδιαίας απασχολήσεώς του, πλην όμως για την εν λόγω υπερωριακή του εργασία και υπερεργασία δεν του κατέβαλε η εναγομένη κάποιο ποσό.

Ότι, κατά τις σε αυτή (αγωγή) αναλυτικά αναφερόμενες ημερομηνίες εργάστηκε επί πλέον 9 Σάββατα και 19 Κυριακές, κατά τις ώρες που αναφέρονται στην αγωγή, και δεν του παρασχέθηκε άλλη ημέρα εβδομαδιαίας αναπαύσεως στη θέση της εργασίας του κατά τις Κυριακές. Στη συνέχεια του ιστορικού αυτού ζήτησε ο ενάγων, μεταξύ των άλλων, την επιδίκαση αμοιβής για ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση, για παράνομη υπερωριακή απασχόληση για το χρονικό διάστημα από 5-9-2005 έως 30-9-2005, για υπερεργασία και κατ’ εξαίρεση υπερωριακή εργασία κατά το χρονικό διάστημα από 1-10-2005 έως 7-7-2006 και την επιδίκαση αμοιβής για την απασχόληση κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές με βάσει τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Η ένδικη αγωγή, με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, περιέχει επαρκή έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται για την, κατά το άρθρο 216 παρ 1 Κ.Πολ.Δ, πληρότητα του δικογράφου της ως προς τα ανωτέρω κεφάλαια, αφού σε αυτή προσδιορίζεται σαφώς η διάρκεια της ημερήσιας και εβδομαδιαίας απασχόλησης του ενάγοντος κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας (Δευτέρα έως Παρασκευή), από το ωράριο δε αυτό προκύπτουν οι ώρες της υπερωριακής εργασίας και υπερεργασίας πέραν του νομίμου ωραρίου( των 8 ωρών την ημέρα κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας) για όλο το χρονικό διάστημα για το οποίο ζητείται αμοιβή για υπερωριακή εργασία και υπερεργασία.

Εξ άλλου στην αγωγή, για την αναφερόμενη εργασία τα Σάββατα και τις Κυριακές, ζητείται χωριστή αποζημίωση τόσο για τις οκτώ (8) πρώτες ώρες απασχόλησης του ενάγοντος όσο και για τις υπόλοιπες, πέραν του οκταώρου, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Οι ειδικότερες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, ότι η ένδικη αγωγή είναι αόριστη επειδή δεν εκτίθεται σ’ αυτή:

α) ο ακριβής χρόνος έναρξης και λήξης του ημερήσιου ωραρίου του ενάγοντος κατά τις καθημερινές, β) αν το ωράριό του ήταν σταθερό ανά ημέρα (αν εργαζόταν τις ίδιες ώρες κάθε ημέρα) ή διέφερε (πχ εργαζόταν σε πρωινή ή απογευματινή βάρδια) και αν ισχύει κάτι τέτοιο πως μεταβαλλόταν το ωράριό του, γ) αν η επικαλούμενη υπέρβαση του ημερησίου ωραρίου κατά τρεις (3) ώρες ελάμβανε χώρα κατά την έναρξη ή τη λήξη αυτού, δ) η ώρα έναρξης του δρομολογίου, ο απαιτούμενος χρόνος για τη μετάβασή του σε κάθε τόπο προορισμού, ανάλογα με τη χιλιομετρική απόσταση και τη μέση ωριαία ταχύτητα του οχήματός του και η ώρα αναχώρησης από τον τόπο προορισμού, ε) τα ανά ημέρα δρομολόγια που εκτελούσε σε άλλους, πλην της ...ς, προορισμούς και στ) οι ώρες της στάσης και αναμονής σε κάθε τόπο, είναι αβάσιμες, καθόσον δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής ο χρόνος έναρξης και λήξης της εργασίας κάθε ημέρας, καθώς και ο χρόνος έναρξης και λήξης της προσφερόμενης υπερωριακής εργασίας (ΑΠ 39/2011, ΑΠ 573/2011), αν το ωράριο ήταν σταθερό ή σε βάρδιες, ο τόπος προορισμού κάθε δρομολογίου, η ώρα έναρξης του δρομολογίου, καθώς και η ώρα αναχώρησης από τον τόπο προορισμού.

Επομένως το Εφετείο, που δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί αοριστίας της αγωγής του αναιρεσιβλήτου ως προς τα ανωτέρω αιτήματά της, τον οποίο είχε παραδεκτά προτείνει ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επανέφερε στο Εφετείο με τον τέταρτο λόγο της έφεσής της, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ αναιρετική πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης ακυρότητας, αφού τα περιστατικά που περιλαμβάνονται στην αγωγή είναι επαρκή για τη νομική θεμελίωση αυτής ως προς τα ανωτέρω κονδύλια.

Πρέπει, συνεπώς, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο επισημαίνονται τα ανωτέρω, ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος.

Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

Η αναιρεσείουσα με το αναιρετήριο υπέβαλε αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως της προσβαλλόμενης απόφασης κατάσταση, ζητώντας να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να της καταβάλει το ποσό των 3.000 ευρώ, το οποίο του κατέβαλε στις 14-1-2010 εξαιτίας της απειλούμενης σε βάρος της αναγκαστικής εκτέλεσης, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου τούτου. Όμως, ενόψει της απόρριψης της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παρέλκει η έρευνα του ως άνω αιτήματος της αναιρεσείουσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25-6-2014 αίτηση περί αναιρέσεως της 355/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Νοεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Νοεμβρίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ