Legislator Case Law & Legislation
1319/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on evidence evaluation and legal interpretation of expropriation law.

Case Number 1319/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal filed by the State against a Third Instance Court decision regarding an expropriation dispute. The State argued the lower court erred in its assessment of evidence and the application of expropriation statutes. The court ruled that the Third Instance Court properly evaluated the evidence and applied the law without violating procedural rules.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews only legal errors and does not re-evaluate evidence or substitute its own judgment for that of the lower court on factual matters.

Keywords

AI generated
expropriation law appeal admissibility evidence evaluation legal interpretation procedural error costs allocation Supreme Court review

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 1 of Law 653/1977
Article 33 of Law 2971/2002
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1319 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Απόφαση 1319 / 2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομικών και Υποδομών και Μεταφορών, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Άννα Κάντζια, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γκεσούλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 38/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 68/2019 του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-4-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 14-4-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 10/15-4-2021) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 68/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο, κρίνοντας αυτήν ως αόριστη, ή, αντίθετα, αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία, κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη.

Πρόκειται δηλαδή, για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση ή όχι νομικής αοριστίας της αγωγής (ή της ένστασης) (Ολ. ΑΠ 16/1998, ΑΠ 467/2020, ΑΠ 339/2020, ΑΠ 668/2020). Η αοριστία, όμως, του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μη είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφό της δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ.

α' και β' Κ.Πολ.Δ., στηρίζεται το αίτημά της (ποσοτική αοριστία), ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά, που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία). Στις περιπτώσεις αυτές, της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής, η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμός 8 και 14 Κ.Πολ.Δ., αντίστοιχα (ΑΠ 668/2020, ΑΠ 467/2020, ΑΠ 1155/2019, ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 769/2017).

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμός 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία, για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης, γεγονότα, που δεν εκτίθενται σε αυτή, ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης, γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμός 14 Κ.Πολ.Δ.

λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια, ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας σε συνδυασμό, όμως και με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) (ΑΠ 811/2021, ΑΠ 661/2020, ΑΠ 339/2020, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 387/2019, ΑΠ 18/2018).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για τη διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ.", (όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 του Ν. 947/1979, αναφορικά με την εφαρμογή αυτής και στις περιπτώσεις των προς βελτίωση των υφιστάμενων οδών πραγματοποιούμενων νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών ή τμημάτων, καθώς και επί των επαρχιακών οδών για το μέχρι 20 μέτρων πλάτους αυτών), προκειμένου περί διανοίξεως εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους κατάληψης 30 μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους 15 μέτρων με την συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτριώσεως των καταλαμβανόμενων από τις οδούς αυτές ακινήτων.

Με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου ορίστηκε ότι ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες για την εφαρμογή του, θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγόμενων οδών, ενώ κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου όταν οι δικαιούχοι της αποζημιώσεως για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.

Έτσι, με τη διάταξη της παραγράφου 3 του ως άνω άρθρου εισάγεται τεκμήριο ωφέλειας για τους ιδιοκτήτες ακινήτων, τα οποία με τη διάνοιξη εθνικής οδού αποκτούν πρόσωπο σ' αυτή. Το τεκμήριο αυτό κρίθηκε αρχικά ως αμάχητο, που σημαίνει ότι οι παρόδιοι ιδιοκτήτες δεν μπορούν να το ανατρέψουν αποδεικνύοντας την έλλειψη ωφέλειάς τους από τη διάνοιξη εθνικής οδού.

Οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 1 παράγραφοι 1, 3 και 4 του Ν. 653/1977, που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας, κρίθηκε ότι αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου (Πρόσθετου) Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης δικαιωμάτων του ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία, μετά την επικύρωσή της με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει κάθε άλλης διάταξης του ημεδαπού δικαίου, άρα και της πιο πάνω διατάξεως του Ν. 653/1977 (άρθρο 28 παρ. 1 Συντάγματος).

Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται, αλλά εξακολουθεί να ισχύει ως μαχητό και συνεπώς, αν οι παρόδιοι ιδιοκτήτες θεωρούν ότι δεν ωφελούνται, αλλά αντιθέτως ζημιώνονται από την απαλλοτρίωση, μπορούν να το καταρρίψουν, αποδεικνύοντας ότι δεν ωφελούνται και να διεκδικήσουν την αντίστοιχη αποζημίωση, ήτοι ρύθμιση που προβλέπεται ρητά πλέον και από το άρθρο 33 ν. 2971/2001 (Ολ.

ΑΠ 7/2013, ΑΠ 465/2020, ΑΠ 982/2018, ΑΠ 212/2017). Ειδικότερα, με το άρθρο 33 παρ. 1 του Ν. 2971/2001 "περί αιγιαλού και παραλίας και άλλων διατάξεων" ορίζεται, ότι το κατά τις διατάξεις του Ν. 653/1977 τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης από το αρμόδιο, για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης, Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού.

Μάλιστα, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου 33 ν. 2971/2002 (που ισχύει από 19-1-2002), προκύπτει ότι τα στοιχεία για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου διευρύνονται και ότι, εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγομένης οδού, που προέβλεπε ο ως άνω νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο, που περιλαμβάνεται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου (ΑΠ 487/2021, ΑΠ 682/2020, ΑΠ 273/2019, ΑΠ 1554/2017, ΑΠ 423/2016, ΑΠ 688/2011, ΑΠ 1009/2011, ΑΠ 791/ 2010, ΑΠ 1046/2010, ΑΠ 801/2009).

Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 37 του ως άνω νόμου (2971/2001), καταλαμβάνονται από τις ρυθμίσεις του άρθρου 33 του ίδιου νόμου οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, που κηρύσσονται μετά την έναρξη της ισχύος του, καθώς και οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, που κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του άρθρου 33, αλλά δεν είχε ολοκληρωθεί η συντέλεσή τους μέχρι την έναρξη ισχύος του (ΑΠ 807/2021, ΑΠ 546/2020, ΑΠ 1168/2017, ΑΠ 982/ 2015, ΑΠ 1012/2011, ΑΠ 136/2009, ΑΠ 1167/2009).

Αντίθετα για τις απαλλοτριώσεις η συντέλεση των οποίων είχε ήδη ολοκληρωθεί πριν από την έναρξη ισχύος των ανωτέρω διατάξεων, δηλαδή για τις συντελεσμένες κατά την έναρξη ισχύος του άρθρου 33 του ν. 2971/20001 αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, δεν εφαρμόζονται οι ρυθμίσεις του άρθρου αυτού (Ολ. ΑΠ 7/2013, ΑΠ 807/2021, ΑΠ 838/2021, ΑΠ 546/2020, ΑΠ 1012/2011, ΑΠ 1056/2008) και οι ενδιαφερόμενοι ιδιοκτήτες, προκειμένου να επιτύχουν τη δικαστική ανατροπή του, κατά τα ανωτέρω, τεκμηρίου ωφελείας τους για τα ακίνητά τους, που απέκτησαν με τη διάνοιξη, βελτίωση ή διαπλάτυνση εθνικής οδού, πρόσωπο σ' αυτή, μπορούν να προσφύγουν ενώπιον του αρμόδιου πολιτικού δικαστηρίου, είτε στο πλαίσιο της δίκης για τον καθορισμό της οφειλόμενης αποζημίωσης, είτε και εκτός της δίκης αυτής, με αγωγή, η οποία εκδικάζεται από το αρμόδιο καθ` ύλην δικαστήριο κατά την τακτική διαδικασία (ΑΠ 807/2021, ΑΠ 396/2020, ΑΠ 982/2018, ΑΠ 816/2018, ΑΠ 198/2017).

Εξάλλου, από τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 1 του Ν. 653/1977 και 33 του Ν. 2971/2001, σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 111, 118 και 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι για το ορισμένο της αίτησης ή αγωγής περί άρσης του ανωτέρω τεκμηρίου ωφέλειας, αρκεί, αλλά και απαιτείται η αναφορά στο δικόγραφο της ιδιότητας του αιτούντος ως κυρίου του απαλλοτριωμένου ακινήτου και των περιστατικών, εξαιτίας των οποίων το τμήμα του ακινήτου αυτού που απέμεινε από την απαλλοτρίωση, δεν ωφελείται από αυτήν, αλλά αντιθέτως, ζημιώνεται (ΑΠ 838/2021, ΑΠ 104/2015, ΑΠ 34/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση με την από 27-12-2010 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 2/11-1-2011 αγωγή του, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, που επισκοπείται επιτρεπτά κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ως διαδικαστικό έγγραφο της δίκης, ο ενάγων (και ήδη αναιρεσίβλητος) ισχυρίστηκε, κατ' ορθή εκτίμηση του δικογράφου της, ότι με την υπ' αριθμ. 1113621/8477/0010/ 23.10.1998 Κ.Υ.Α.

των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ Δ' 866/29-10-1998, απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά υπέρ και με δαπάνες του εναγόμενου (και ήδη αναιρεσείοντος) Ελληνικού Δημοσίου, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για τη βελτίωση-διαπλάτυνση του Εθνικού Δικτύου Λειβαδιάς -Ιωαννίνων, στο Τμήμα Παράκαμψη Ναυπάκτου, έκταση συνολικού εμβαδού 102.712 τ.μ., στο Νομό Αιτωλοακαρνανίας, στην οποία περιλαμβάνεται και το με αριθμό ...

ακίνητο ιδιοκτησίας του, αρχικής έκτασης 3.500 τ.μ., από το οποίο απαλλοτριώθηκε, έκταση εμβαδού 833 τ.μ.. Ότι το ακίνητο αυτό περιήλθε στην κυριότητά του με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ναυπακτου Ν. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα. Ότι για την ως άνω απαλλοτρίωση καθορίσθηκε προσωρινή και οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης, με τις υπ 'αριθμ. 23/2001 και 230/2002 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου και του Εφετείου Πατρών, αντίστοιχα.

Ότι ο ίδιος, ως ιδιοκτήτης του άνω απαλλοτριωθέντος ακινήτου, δεν αποζημιώθηκε, καθόσον θεωρήθηκε ως ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης και όλη η απαλλοτριωθείσα έκταση υπήχθη σε αυτοαποζημίωση, ως ωφελούμενη παρόδια ιδιοκτησία. Ότι, αν και η επίδικη απαλλοτριωθείσα έκταση θεωρήθηκε ως αυτοαποζημιούμενη, κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 653/1977, ως ωφελούμενη παρόδια ιδιοκτησία, η πραγματικότητα είναι διαφορετική και ειδικότερα δεν υπάρχει ωφέλεια, αλλά βλάβη, διότι δεν συντρέχει το κατά νόμο τεκμήριο της ανωτέρω διάταξης και περαιτέρω, διότι το απομένον τμήμα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου του κατέστη μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, γιατί σε απόσταση 60 μέτρων από το όριο της απαλλοτρίωσης απαγορεύεται η ανέγερση παντός κτίσματος.

Με την επίκληση των πραγματικών αυτών περιστατικών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου να του καταβάλει, με το νόμιμο τόκο, τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά ως αποζημίωση για την αξία του απαλλοτριωθέντος τμήματος των ακινήτου του, για το οποίο μη νομίμως θεωρήθηκε ότι δεν δικαιούται αποζημίωση, ως ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης.

Το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 68/2019 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, έκρινε ότι η ένδικη αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη και απέρριψε ως αβάσιμο τον πρώτο λόγο έφεσης, με τον οποίο το εναγόμενο - εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο παραπονείτο, επειδή το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν κήρυξε ως απαράδεκτο, λόγω αοριστίας, το δικόγραφο της αγωγής κατά το ανωτέρω αίτημά της, απορρίπτοντας έτσι την ένταση αοριστίας του αναιρεσείοντος, την οποία αυτό είχε προτείνει πρωτοδίκως και επανέφερε στο Εφετείο με τον ως άνω λόγο της έφεσής του. 'Ηδη, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο.

Ειδικότερα, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι το Εφετείο : α) με την κρίση του ότι η αγωγή είναι ορισμένη, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, καθόσον, δέχθηκε ότι περιέχεται στην ένδικη αγωγή το στοιχείο ότι το ένδικο ακίνητο δεν απέκτησε πρόσωπο στην εθνική οδό, το οποίο είναι αναγκαίο για το ορισμένο της αγωγής περί ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας, δεδομένου ότι η ένδικη απαλλοτρίωση συντελέστηκε υπό την ισχύ του Ν. 653/1977 [που έθετε το στοιχείο αυτό, ως κριτήριο και προϋπόθεση για την άρση του τεκμηρίου ωφέλειας] και πριν τη θέση ισχύ του ν. 2971/2001 [με τον οποίο διευρύνθηκαν τα κριτήρια αυτά], ενώ το στοιχείο τούτο δεν περιέχεται, όπως ισχυρίζεται το αναιρεσείον, στην αγωγή και β) παρά το νόμο δεν κήρυξε ως απαράδεκτο το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, λόγω αοριστίας του, επειδή δεν αναφέρεται στην αγωγή το άνω απαιτούμενο στοιχείο για τη θεμελίωση του αιτήματός της περί άρσης του τεκμηρίου ωφέλειας και το ορισμένο αυτής.

Έχοντας το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, γιατί περιλαμβάνει με επάρκεια και σαφήνεια, όλα τα αναγκαία, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, περιστατικά, που πληρούν το πραγματικό των προαναφερθεισών διατάξεων του Ν. 653/1977, επί των οποίων στηρίζεται και τα οποία αρκούν, κατά τις διατάξεις αυτές, για το ορισμένο της ένδικης αγωγής και για να θεμελιώσουν το ως άνω αίτημά της περί άρσης του τεκμηρίου ωφέλειας.

Ειδικότερα, αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής η ιδιότητα του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου ως κυρίου του απαλλοτριωμένου ακινήτου, ενώ περιέχονται, όπως προκύπτει από όλο το περιεχόμενο αυτής και οι απαιτούμενες περιστάσεις, κατά τις προεκτεθείσες διατάξεις του Ν. 653/1977, εξαιτίας των οποίων το τμήμα του ακινήτου αυτού που απέμεινε από την απαλλοτρίωση, δεν ωφελείται από αυτήν, αλλά αντιθέτως, ζημιώνεται, καθόσον μνημονεύεται στο δικόγραφό της ότι, ενώ κρίθηκε από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ότι είναι ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης, ήτοι ότι η ιδιοκτησία του αποκτά πρόσωπο επί της διαπλατυνθείσας εθνικής οδού, η πραγματικότητα είναι διαφορετική, ήτοι ότι δεν αποκτά την ιδιότητα αυτή το ακίνητό του, δηλαδή, συνάγεται από το σύνολο των προεκτιθέμενων στην αγωγή και το στοιχείο ότι το ένδικο ακίνητο δεν απέκτησε πρόσωπο στη διαπλατυνθείσα εθνική οδό, ενώ δεν απαιτούνται, άλλες ειδικότερες αναφορές για το ορισμένο της αγωγής, οι οποίες μπορούν να συμπληρωθούν με τις αποδείξεις και δεν ήταν απαραίτητο, να ιστορούνται στην αγωγή προς θεμελίωση του ως άνω αιτήματός της.

Το Εφετείο, επομένως, που έκρινε ότι η αγωγή, κατά το ανωτέρω αίτημά της, είναι ορισμένη, δεν έλαβε υπόψη του, παρά το νόμο, πράγματα, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ούτε και παρέλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει απαράδεκτο και συνεπώς δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., όπως αβάσιμα διατείνεται το αναιρεσείον.

Επομένως, ο κρινόμενος πρώτος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ. ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020).

Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ.

ΑΠ 15/2006, ΑΠ 78/2020, 38/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 98/2017).

Συνεπώς ως αιτιολογία που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.

Δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.

ΑΠ 1/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 414/2019). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται απλώς με την συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα, των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1112/2020, ΑΠ 797/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 565/2018, ΑΠ 813/2017).

Με τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 53/2020, ΑΠ 634/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007).

Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, καθόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 508/2020, ΑΠ 90/2020, ΑΠ 22/2020, ΑΠ 145/2019, ΑΠ 198/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 68/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, προκύπτει ότι το Εφετείο αυτό δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, που αναφέρει, τα ακόλουθα : "Με την 1113621/8477/0010/23-10-1998 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας-Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ.

νομίμως δημοσιευθείσα στο 866/29-10-1988 Φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (τεύχος Α.Α.Π ) απαλλοτριώθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, (ήδη αναιρεσείοντος) για δημόσια ωφέλεια, και συγκεκριμένα για τη βελτίωση-διαπλάτυνση του Εθνικού Δικτύου Λειβαδιάς - Ναυπάκτου - Ιωαννίνων, στο Τμήμα Παράκαμψη Ναυπάκτου, Παραλλαγή Α' Τμήματος Πλατανίτης, οδός Θέρμου - Κάστρου, Χ.Θ. 0+000 έως Χ.Θ. 5 + 779,88, έκταση συνολικού εμβαδού 102.712 τ.μ., στο Νομό Αιτωλοακαρνανίας, που εικονίζεται με κλίμακα 1:500 στο από Φεβρουάριο 1997 με αριθμούς…, … και ….

κτηματολογικό διάγραμμα και στον αντίστοιχο με αριθμό ….κτηματολογικό πίνακα της Δ/νσης Σ.Ε./Τμήμα Μελετών, τέως 8η ΠΥΔΕ, της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας, τα οποία έχουν συντάξει οι Τοπογράφοι Μηχανικοί I.. Δ., Ε.. Σ. - Δ. και Γ.. Π. και έχει θεωρήσει ο Διευθυντής της Διεύθυνσης …. του ΥΠΕΧΩΔΕ Κ. …. στις 19.11.1997.

Η απαλλοτρίωση αυτή συντελέστηκε την 1-6-2001 (ΦΕΚ Δ' 404/1-6-2001), δηλαδή πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 2971/2001 (στις 19-1-2002 κατ' άρθρο 37 αυτού). Στην ως άνω απαλλοτριούμενη έκταση περιλαμβάνεται το τμήμα του ακινήτου του ενάγοντος (ήδη αναιρεσίβλητου) με αριθμό ... εμβαδού 833 τ.μ. Η ιδιοκτησία του ενάγοντος συνολικού εμβαδού 3500 τ.μ, αποτυπώνεται στο προσκομιζόμενο από μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Χ.

Σ., με περιμετρικά στοιχεία 1-2-3-4-5-6-7-8-9-1 011-12-13-14-15-16-1 και περιήλθε στην κυριότητά του με το 3.613/11-1-1975 προικοσυμβόλαιο, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Ν. Ν. Π. και μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Ναυπάκτου. Επί της απαλλοτρίωσης αυτής, με την 23/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριούμενων εδαφικών εκτάσεων, καθώς και των επικειμένων και ως προς το ακίνητο ...

με εικαζόμενο δικαιούχο τον ενάγοντα Δ. Κ. του Θ., με κρίσιμο χρόνο την 14-12-2000, στο ποσό των 13.000 δρχ/τ.μ (38,15 ευρώ). Ακολούθως, εκδόθηκε η 230/2002 απόφαση του Εφετείου Πατρών (ημερομηνία δημοσίευσης: 27-2-2002), που καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας για την ιδιοκτησία με ... στο ποσό των 38,15 ευρώ. Το προαναφερόμενο συγκοινωνιακό έργο δεν προσέδωσε στο ακίνητο του ενάγοντος, ήδη περιβαλλόμενο από ασφαλτοστρωμένες οδούς, κάποια αξία μεγαλύτερη από εκείνη που ήδη είχε διότι κανένα προνόμιο δεν τους εξασφάλισε.

Η απαλλοτρίωση έγινε όχι για να γίνει η αρχική χάραξη της οδού, αλλά για τη βελτίωση-διαπλάτυνση του Εθνικού Δικτύου Λειβαδιάς - Ναυπάκτου - Ιωαννίνων, στο Τμήμα Παράκαμψη Ναυπάκτου, η οποία ήδη προϋπήρχε. Επομένως το ένδικο ακίνητο δεν απέκτησε για πρώτη φορά (εξαιτίας της ένδικης απαλλοτρίωσης) πρόσοψη στην Εθνική Οδό, αφού τέτοιο πρόσωπο ήδη είχε εξασφαλισμένο από την προηγούμενη κατασκευή της.

Συνεπώς ουδεμία αύξηση της αγοραίας αξίας τους επήλθε από την αιτία αυτή. Μάλιστα το προσόν τους πλέον μειώθηκε εξαιτίας του νέου συγκοινωνιακού έργου, διότι η πρόσβαση των παρόδιων ιδιοκτησιών προς την Εθνική Οδό, που έχει χαρακτηριστεί ως οδός ταχείας κυκλοφορίας και γι' αυτό είναι περίκλειστη, γίνεται δυσχερέστερα μέσω παράπλευρων οδών και σε ορισμένους κόμβους.

Επίσης, η πρόσβαση δυσχεραίνεται και από το γεγονός της ύπαρξης της υψομετρικής διαφοράς, που δημιουργήθηκε για την κατασκευή της οδού, αλλά και της περίφραξης αυτού. Επί πλέον, η υπαγωγή της Εθνικής Οδού στην κατηγορία των οδών "ταχείας κυκλοφορίας" επιδείνωσε τα επίπεδα ρύπανσης λόγω καυσαερίων και θορύβων των κινουμένων επ' αυτής αυτοκινήτων, των οποίων ο αριθμός αυξάνεται.

Περαιτέρω η περιοχή του επιδίκου, παράκαμψη Ναυπάκτου, βρίσκεται σε απόσταση περίπου 3,2 χλμ από την πόλη της Ναυπάκτου κατέχει σαφή προορισμό κυρίως κατασκευής κατοικιών. Το σύνολο των οδών που περιέβαλλαν το ακίνητο πριν τη απαλλοτρίωση ήταν ασφαλτοστρωμένες, ενώ η πρόσβαση ήταν δυνατή τόσο με ιδιωτικό, όσο και με δημόσιο μέσο συγκοινωνίας.

Το ακίνητο είχε δημιουργηθεί ήδη στις 11.1.1975 και επομένως ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο ως εντός ζώνης, μεγαλύτερο των 2.000 τ.μ και προϋφιστάμενο της 24-4-1977. Περαιτέρω το ακίνητο του ενάγοντος πριν την απαλλοτρίωση απεικονιζόμενο με τα στοιχεία (... ) στον Κτηματολογικό Πίνακα του ΥΠΕΧΩΔΕ, με αρχικό εμβαδό 3.500 τ.μ., ευρισκόμενο εκτός σχεδίου στο Δ.Δ.

Μ… του Δήμου Ναυπάκτου, αποτελούσε έκταση άρτια και οικοδομήσιμη κατά παρέκκλιση διότι υφίσταται πριν το έτος 1977. Με την διάνοιξη του περιφερειακού δρόμου Ναυπάκτου που απαλλοτρίωσε έκταση εμβαδού 833,00 τ.μ., η ιδιοκτησία θα παρέμενε άρτια και οικοδομήσιμη, σύμφωνα με την παρ. 2γ του Π.Δ. της 24-05-85, ΦΕΚ 270 Δ', που αφορά στη δόμηση στις εκτός σχεδίου περιοχές.

Οι περιφερειακοί οδοί όμως κατατάσσονται στα Εθνικά Δίκτυα και σύμφωνα με το Π.Δ. 209/98 ΦΕΚ 169 Α/98 που αφορά τη λήψη μέτρων για την ασφάλεια της υπεραστικής συγκοινωνίας ορίζεται τοποθέτηση των οικοδομών στα160,00 μ. και στα 45,00 μ. βάθος το οποίο μετά την απαλλοτρίωση δεν επαρκεί. Σύμφωνα δε με το 1223/30-7-2009 έγγραφο του τμήματος Πολεοδομικών Εφαρμογών Ναυπάκτου που κατόπιν αιτήσεως του ενάγοντος έλεγξε το τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Τ.Ε.

Σ. Χ., η έκταση με στοιχεία (1,…………… ) δεν έχει το απαραίτητο βάθος ώστε να ικανοποιεί τις απαιτούμενες αποστάσεις από τον άξονα της Εθνικής οδού γεγονός που την καθιστά μη οικοδομήσιμη. Έτσι για το λόγο αυτό δεν μπορεί να εκδοθεί οικοδομική άδεια ανέγερσης κτιρίου για οποιαδήποτε χρήση που προβλέπεται για τις εκτός σχεδίου περιοχές με συνέπεια το ακίνητο να καταστεί μη οικοδομήσιμο.

Κατά συνέπεια το ακίνητο δεν αποκτά ουσιαστικά, δηλαδή κατά τρόπο άμεσο, πρόσωπο επί της οδού αυτής, ούτε η εναπομένουσα μετά την απαλλοτρίωση ιδιοκτησία του ενάγοντος επικοινωνεί μ' αυτήν την οδό, ούτε έχει δυνατότητα ευχερούς πρόσβασης προς αυτήν. Επομένως, η απαλλοτριωθείσα επίδικη ιδιοκτησία δεν αποκόμισε καμία ωφέλεια από την απαλλοτρίωση και για το λόγο αυτό το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα αποζημίωση για την έκταση της ιδιοκτησίας του εμβαδού 833 τ.μ,, η οποία εσφαλμένα θεωρήθηκε ως ωφελούμενη από τη συντελεσθείσα στην περιοχή απαλλοτρίωση.

Η αποζημίωση πρέπει να υπολογιστεί με βάση την πραγματική αξία του ακινήτου κατά το χρόνο της συζήτησης της αίτησης ενώπιον του Εφετείου για τον προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, που προσδιορίστηκε με την 230/2002 απόφαση του Εφετείου Πατρών σε 13.000 δρχ/τ.μ., ήδη 38,15 ευρώ/τ.μ. Πρέπει λοιπόν η υπό κρίση αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των (833 τ.μ.

Χ 38,15 ευρώ/τ.μ. =) 31.779 ευρώ, με επιτόκιο 6% από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση του αναγνώρισε την σχετική υποχρέωση του εναγομένου ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ο σχετικός τέταρτος λόγος έφεσης του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου περί του αντιθέτου κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, έκρινε ομοίως με το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επικύρωσε την πρωτόδικη υπ' αριθμ. 38/2013 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, με την οποία έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η ένδικη αγωγή του αναιρεσίβλητου, ως προς το ανωτέρω αίτημά της περί άρσης του τεκμηρίου ωφέλειας και υποχρέωσε το αναιρεσείον να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 31.779 ευρώ ως αποζημίωση, επειδή εσφαλμένα θεωρήθηκε ως ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης, με το νόμιμο τόκο 6% από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και, κατόπιν αυτών, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 25-7-2016 έφεση του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου και δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 25-11-2015 έφεση του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος και εξαφάνισε την άνω εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση, μόνο ως προς τη διάταξή της περί δικαστικής δαπάνης, επικυρώνοντας αυτή, όπως προεκτέθηκε, κατά τα λοιπά.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 3 του ν. 653/1977, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες στην ένδικη περίπτωση, καθόσον σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η επίμαχη απαλλοτρίωση συντελέστηκε την 1-6-2001, δηλαδή πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 2971/2001 (στις 19-1-2002, κατ' άρθρο 37 αυτού), τις οποίες και ορθά εφάρμοσε, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη αυτά των περιστάσεων, εξαιτίας των οποίων η επίδικη ιδιοκτησία του αναιρεσίβλητου, δεν ωφελείται από την απαλλοτρίωση, αλλά αντιθέτως ζημιώνεται, ενώ οι αιτιολογίες αυτές στηρίζουν επαρκώς το αποδεικτικό πόρισμα ότι δεν υφίσταται στην ένδικη περίπτωση η βασική προϋπόθεση του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 653/1977, δηλαδή η απόκτηση προσώπου του επιδίκου ακινήτου του αναιρεσίβλητου, επί της διαπλατυνθείσας εθνικής οδού και ότι συνεπώς συντρέχουν οι προϋποθέσεις ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ούτε τέλος, ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα, το Εφετείο, διέλαβε σαφή, επαρκή και μη αντιφατική αιτιολογία ως προς την ανατροπή του τεκμηρίου της ωφέλειας του ακινήτου του αναιρεσιβλήτου, που απέμεινε από την απαλλοτρίωση, με την παραδοχή ότι δεν προέκυψε τέτοια ωφέλεια, καθόσον δεν συντρέχει για αυτό η βασική προϋπόθεση του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 653/1977, δηλαδή η απόκτηση προσώπου του ακινήτου αυτού επί της οδού που διαπλατύνθηκε, διότι, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, η απαλλοτρίωση έγινε όχι για να γίνει η αρχική χάραξη της ως άνω εθνικής οδού, αλλά για τη βελτίωση-διαπλάτυνση του Εθνικού Δικτύου Λειβαδιάς - Ναυπάκτου - Ιωαννίνων, στο Τμήμα Παράκαμψη Ναυπάκτου, η οποία ήδη προϋπήρχε και το επίδικο ακίνητο δεν απέκτησε για πρώτη φορά, εξαιτίας της ένδικης απαλλοτρίωσης, πρόσοψη στην εθνική οδό, γιατί τέτοιο πρόσωπο ήδη είχε εξασφαλισμένο από την προηγούμενη κατασκευή της και περαιτέρω το εν λόγω ακίνητο δεν απέκτησε ουσιαστικά πρόσωπο επί της εθνικής αυτής οδού μετά την, λόγω της απαλλοτρίωσης, διαπλάτυνσή της, ούτε η εναπομένουσα μετά την απαλλοτρίωση ιδιοκτησία του ενάγοντος επικοινωνεί με την εν λόγω εθνική οδό, ούτε έχει δυνατότητα ευχερούς πρόσβασης προς αυτήν, διότι η ως άνω εθνική οδός, που έχει χαρακτηριστεί ως οδός ταχείας κυκλοφορίας, είναι περίκλειστη, έχει υψομετρική διαφορά και η πρόσβαση σε αυτή γίνεται δυσχερέστερα μόνο μέσω παράπλευρων οδών και σε ορισμένους κόμβους.

Σύμφωνα επομένως με τις σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αυτές παραδοχές η απαλλοτριωθείσα επίδικη ιδιοκτησία δεν αποκόμισε καμία ωφέλεια από την επίμαχη απαλλοτρίωση, διότι δεν απέκτησε πρόσοψη επί της προαναφερομένης εθνικής οδού μετά τη διαπλάτυνσή της, ούτε ο αναιρεσίβλητος κατέστη ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης, ώστε με βάση τις παραδοχές αυτές να συντρέχει νόμιμη και βάσιμη περίπτωση ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας.

Επομένως, το Εφετείο, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, ορθά εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 1 παρ.1 και 3 του Ν. 653/1977, στο πραγματικό των οποίων υπήγαγε τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, που έκρινε ότι αποδείχθηκαν, τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου και κατέληξε σε ορθό αποδεικτικό πόρισμα, που δικαιολογεί το διατακτικό της απόφασής του, με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις, αιτιολογίες.

Οι λοιπές αναφορές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το επίδικο ακίνητο δεν ωφελήθηκε, αλλά ζημιώθηκε από την απαλλοτρίωση, γιατί κατέστη μη οικοδομήσιμο, οι οποίες αφορούν σε κριτήρια που τέθηκαν μεταγενέστερα με το άρθρο 33 ν. 2971/2002, το οποίο δεν έχει εφαρμογή, όπως προαναφέρθηκε, στην ένδικη απαλλοτρίωση, αφού αυτή είχε ήδη συντελεστεί κατά την έναρξη ισχύος του τελευταίου αυτού νόμου, ως εκ περισσού περιέχονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και δεν ασκούν επιρροή στο προεκτιθέμενο σαφές και πλήρες αποδεικτικό πόρισμά της, ότι δεν υφίσταται στην ένδικη περίπτωση η βασική προϋπόθεση του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 653/1977, δηλαδή η απόκτηση προσώπου του επιδίκου ακινήτου του αναιρεσίβλητου, επί της διαπλατυνθείσας εθνικής οδού και ότι συνεπώς συντρέχουν οι προϋποθέσεις ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 3 του Ν. 653/1977, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Σε κάθε περίπτωση ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον οι περιλαμβανόμενες σε αυτόν αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον ανάγονται στην αξιολόγηση, στάθμιση, ανάλυση και εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα, καθώς και σε επιχειρήματα του αναιρεσείοντος προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτόν εκδοχής ότι δεν συντρέχει περίπτωση άρσης του τεκμηρίου ωφέλειας, η οποία δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που το αναιρεσείον θεωρεί ως ορθό, με τις αιτιάσεις δε αυτές, και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και με το σαφές, πλήρες και μη αντιφατικό εκτιθέμενο στην προσβαλλομένη απόφαση αποδεικτικό πόρισμα.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το ηττώμενο αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένα όμως κατ' άρθρο 22 παρ. 1 και 3 ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 ΕισΝΚΠολΔικ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και 2 της υπ' αριθ. 134423/1992 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-Απορρίπτει την από 14-4-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 10/15-4-2021) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 68/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Και

-Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 31 Αυγούστου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ