Supreme Court remands tax land dispute case for retrial due to appellate court's failure to consider crucial documentary evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled the First Instance Court's decision regarding a tax land dispute and remanded the case for retrial. The appellant argued that the appellate court failed to consider a specific 1984 tax authority certificate and a forester's sworn testimony proving the property's forest character. The court held that the omission of this essential evidence constituted a procedural error requiring a new trial before a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 183, 191(2) and 22(3) of the Code of Civil Procedure; The appellate court must consider all relevant evidence presented at the first instance, and failure to do so necessitates remanding the case for retrial before a different judge.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 668 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 668/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη-Εισηγήτρια, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, την 22 Ιανουαρίου 2020 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ .
Των αναιρεσίβλητων:1.Α. Α. του Κ., 2Θ. (Δ.) Α. Κ., κατοίκων ... που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Μιχαήλ Γέμελο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-7-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ευρυτανίας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9/2012 οριστική ίδιου Δικαστηρίου, 96/2017 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-6-2019 αίτησή του .
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
H νομική αοριστία της αγωγής, η οποία συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1ΚΠοΛΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται, για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή, αντίθετα, αρκέστηκε σε λιγότερα από εκείνα που απαιτούνται.
Η αοριστία, όμως, του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μη είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφό της δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημά της (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).
Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα (ΑΠ 45/16, 1622/09). Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 216§1 στοιχ. α, β ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση της αγωγής, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου. Διαφορετικά, το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτελέσεως. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπον ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκηση της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ενστάσεως, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.
Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1094 ΑΚ, 70, 216 παρ.1ΚΠοΛΔ, συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία της αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής είναι, εκτός των άλλων, η κυριότητα του ενάγοντος επί του επίδικου ακινήτου, του οποίου πρέπει να γίνεται ακριβής περιγραφή, με προσδιορισμό του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του.
Μάλιστα, όταν το διεκδικούμενο ακίνητο φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο ενάγων έχει υποχρέωση, εκτός από την έκταση αυτού του επίδικου τμήματος ακινήτου, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, ώστε να είναι δυνατόν στον εναγόμενο μεν να αντιτάξει άμυνα περί συγκεκριμένου και όχι ασαφούς επίδικου αντικειμένου, στο δικαστήριο δε να τάξει το προσήκον θέμα αποδείξεως και να εκδώσει απόφαση δεκτική εκτελέσεως.
Δεν απαιτείται, όμως, για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο οι πλευρικές διαστάσεις και ο καθ` όρια προσανατολισμός του, ούτε να κατονομάζονται οι ιδιοκτήτες των όμορων ακινήτων(ΑΠ1052/2019), ούτε και να επισυνάπτεται τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο αυτό να εμφαίνεται(ΑΠ478/2019). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 976, 1045, 1051, 1094 ΑΚ συνάγεται ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται η άσκηση νομής στο επίδικο ακίνητο επί συνεχή εικοσαετία, συνυπολογιζομένου και του χρόνου νομής χρησικτησίας του προκατόχου του νομέως.
Άσκηση δε φυσικής εξουσίας επί του ακινήτου, η οποία εμπίπτει στην έννοια τηςνομής κατά το άρθρο 974 ΑΚ και η οποία (φυσική εξουσίαση) επέρχεται όταν υπάρχουν οι πραγματικοί όροι, έτσι ώστε κατά τη συνηθισμένη και ομαλή πορεία των πραγμάτων, σύμφωνα και με τις κρατούσες στις συναλλαγές αντιλήψεις, το πράγμα να θεωρείται ότι τέθηκε στη διάθεση του αποκτώντος και να τελεί υπό την εξουσία του, συνιστούν όλες οι εμφανείς υλικές ενέργειες νομής οι προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του ακινήτου και είναι δηλωτικές της εξουσίασής του απ` αυτόν, όπως, ενδεικτικά εποπτεία, επίβλεψη, οριοθέτηση, καλλιέργεια, εκμίσθωση, βόσκηση ζώων (ΑΠ 729/2014, ΑΠ 1077/2012).
Από δε τις διατάξεις των άρθρων 983 και 1051ΑΚ, προκύπτει ότι με το θάνατο του κληρονομούμενου η νομή ακινήτου που είχε αυτός μεταβιβάζεται στον κληρονόμο αυτοδικαίως από το νόμο και χωρίς αποδοχή της κληρονομιάς και μεταγραφή της σχετικής δήλωσης ή του κληρονομητηρίου. Ο καθολικός και ο ειδικός διάδοχος δικαιούται να συνυπολογίσει και το χρόνονομής του προκτήτορά του στο δικό του χρόνο, εφόσον τόσον αυτός, όσο και οι διάδοχοι έχουν νομή χρησικτησίας και δεν χώρησε διακοπή στη διαδοχή της νομής ανάμεσά τους.
Στην έκτακτη χρησικτησία για το συνυπολογισμό της νομής των προκτητόρων αρκεί ειδική διαδοχή στη νομή, η οποία επέρχεται ακόμη και αν πρόκειται για μεταβίβαση του ακινήτου με άτυπη και αφηρημένη ή αναιτιώδη σύμβαση (ολΑΠ 1593/1979, ΑΠ 289/2016) Εκείνος, που προβάλλει τη χρησικτησία, πρέπει να επικαλεσθεί τη νομή και να καθορίσει συνάμα και τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θελήσεως του κατόχου να κατέχει το ακίνητο ως κύριος (ΑΠ 20/2019).
Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2ΚΠολΔ)προκύπτει ότι οι ενάγουσες εξέθεταν τα εξής: <Είμαστε συγκύριες αδιαίρετα και κατά ποσοστό 1/2 η καθεμία, συννομείς και συγκάτοχοι αγροτεμαχίου εμβαδού 4.010,00 τμ., κατά νεώτερη μέτρηση δε εμβαδού 4.2 4 5 τμ., που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του ...
και ειδικότερα στην θέση " ... ", το οποίο συνορεύει γύρωθεν βόρεια με δημόσια δασική έκταση και με ιδιωτικό οδό πλάτους 4,00 μ., νότια σε τεθλασμένη πλευρά, δυτικά και ανατολικά επίσης με δημόσια δασική έκταση, όπως αυτό εμφανίζεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία ... στο από Ιανουάριου 1 9 8 4 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του τεχνολόγου πολιτικού μηχανικού Γ.
I. Κ. . Το ως άνω αγροτεμάχιο περιήλθε κατά κυριότητα αδιαίρετα και κατά τα παραπάνω ποσοστά, νομή και κατοχή σε μας, με την από 30-6-1988 ιδιόγραφη διαθήκη της αποβιώσασας την 17-2-1990 μητέρας μας Μ. συζ. Κ. Α., η οποία δημοσιεύτηκε με τα υπ' αριθμ, 9/2008 Πρακτικά Δημόσιας Συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ευρυτανίας, στην μητέρα μας δε είχε περιέλθει κατά κυριότητα νομή και κατοχή δυνάμει του υπ' αριθμ. ...
αγοραπωλητήριου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Καρπενησιού Ειρήνης Αγκαστινιώτη - Παπαδοπούλου, μεταγραφέντος έκτοτε στα Βιβλία Μεταγραφών του Δήμου ….., στον τόμο …. και στον αριθμό …., με αγορά από τον Α. Ι. Κ. , ο οποίος διακατείχε και νέμονταν το ως άνω αγροτεμάχιο με διάνοια αποκλειστικού κυρίου από το έτος 1955, που παραχωρήθηκε σ' αυτόν κατά κυριότητα, νομή και κατοχή με άτυπη στη ζωή δωρεά, ενόψει του γάμου του, από το πεθερό του, Ι.
Γ. Ξ., ο οποίος το διακατείχε και το νέμονταν από το έτος 1930, με διάνοια αποκλειστικού κυρίου και καλή πίστη, καλλιεργώντας αυτό με δημητριακά προϊόντα, και έτσι έγινε κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, είχε δε περιέλθει κατά κυριότητα, νομή και κατοχή στον τελευταίο, ήτοι στον Ι. Γ. Ξ., από εξ αδιαθέτου κληρονομιά του πατέρα του Γ.
Ι. Ξ. , ο οποίος διακατείχε και νέμονταν το ως άνω αγροτεμάχιο, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, πέραν της τριακονταετίας, καλλιεργώντας αυτό με δημητριακά προϊόντα, και έτσι έγινε κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, αποκτώντας επίσης κατά κυριότητα, νομή και κατοχή αυτό, ο τελευταίος, από τον πατέρα του Ι.
Ξ. , που διακατείχε και το νέμονταν το ως άνω αγροτεμάχιο, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, καλλιεργώντας αυτό με δημητριακά προϊόντα, τουλάχιστον από το έτος 1870, και έτσι έγινε κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία.
Η παραπάνω μητέρα μας, Μ. συζ. Κ. Α., από την ως άνω αγορά αυτού μέχρι και τον χρόνο του θανάτου της, ήτοι το έτος 1990, δεν καλλιεργούσε το ως άνω αγροτεμάχιο, αλλά το επέβλεπε για να μην καταπατηθεί από τρίτους και το καθάριζε , κατόπιν του θανάτου της δε, μέχρι και σήμερα, επειδή, εμείς οι ενάγουσες με τον πατέρα μας και σύζυγο αυτής, Κ.
Α., εγκατασταθήκαμε οικογενειακώς στη …., δεν καλλιεργούμε αυτό, αλλά το καθαρίζουμε και το επιβλέπουμε για να μην καταπατηθεί από τρίτους, και έτσι γίναμε συγκύριες αδιαίρετα αυτού κατά το 1/2 η καθεμία, συνυπολογιζόμενου και του χρόνου διακατοχής και νομής των παραπάνω δικαιοπαρόχων μας, και με έκτακτη χρησικτησία.
Επειδή, το έτος 2000 δεν γνωρίζαμε την ύπαρξη της ως άνω διαθήκης της μητέρας μας, εμείς δε ήμασταν ανήλικες, ανέλαβε ο ως άνω πατέρας μας Κ. Δ. Α. και ως εκπρόσωπος μας, στα πλαίσια της κτηματογράφησης της περιοχής του Δήμου …., να υποβάλλει στο Κτηματολογικό Γραφείο …… τη δήλωση πρώτης εγγραφής για το παραπάνω περιγραφόμενο κατά θέση, έκταση και όρια, αγροτεμάχιο, η οποία ενώ αρχικά έγινε δεκτή , λαμβάνοντας το ως άνω αγροτεμάχιο μας το ΚΑΕΚ ... , κατόπιν χωρίστηκε, αυθαίρετα και παράνομα, σε τρία [ 3 ] μέρη, από τα οποία το πρώτο με το ως άνω ΚΑΕΚ, είναι εμβαδού 3 . 327 τμ.
με δικαιούχο τον πατέρα μας Κ. Δ. Α. - για το οποίο και καταθέσαμε σχετική αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ευρυτανίας, το δεύτερο τμήμα του ενιαίου αγροτεμαχίου μας - αντικειμενικής αξίας 400, 00 ευρώ- λαμβάνοντας το ΚΑΕΚ... , είναι εμβαδού 716 τμ., συνορευόμενο βορειοανατολικά με το ως άνω τμήμα του παραπάνω αγροτεμαχίου μας και νότια μερικώς με τμήμα του ενιαίου αγροτεμαχίου μας, που έλαβε το ΚΑΕΚ ...
και μερικώς με δασική έκταση και δυτικά επίσης με δασική έκταση, στο οποίο φέρεται ως δικαιούχος το Ελληνικό Δημόσιο και το τρίτο τμήμα του ενιαίου αγροτεμαχίου μας - αντικειμενικής αξίας 100,00 ευρώ λαμβάνοντας το ΚΑΕΚ... , είναι εμβαδού 202 τμ., συνορευόμενο γύρωθεν, βόρειο ανατολικά με το τμήμα του αγροτεμαχίου μας που έλαβε το ΚΑΕΚ ... , και νοτιο-δυτικά με δασική έκταση, και να φέρεται ως δικαιούχος επίσης αυτού, το Ελληνικό Δημόσιο , όπως τα τμήματα αυτά εμφανίζονται στα από 27-11 -2008 κτηματολογικά διαγράμματα και φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου ………….., και έτσι να ολοκληρωθεί η διαδικασία κτηματογράφησης του Δήμου …………, χωρίς να υποβάλλει ο ως άνω πατέρας μας τις προβλεπόμενες ενστάσεις του Ν. 2.308/1995, όπως αυτός τροποποιήθηκε και ισχύει σήμερα, για την διόρθωση των πρώτων εγγραφών στα δυο [ 2 ] ως άνω τμήματα του ενιαίου αγροτεμαχίου μας - του οποίου και αποτελούν αναπόσπαστα μέρη - που εμφανίζουν ως δικαιούχο το Ελληνικό Δημόσιο , αλλά και δυστυχώς, χωρίς να μας ενημερώσει, μέχρι και σήμερα, για τα ως άνω, τα οποία πληροφορηθήκαμε μόλις τώρα, κατόπιν της δημοσίευσης της παραπάνω διαθήκης της μητέρας μας και ενόψει της αποδοχής της μητρικής περιουσίας μας.
Επειδή, είμαστε συγκυρίες κατά ποσοστό '1/2 αδιαίρετα των παραπάνω δυο [ 2 ] τμημάτων του ενιαίου αγροτεμαχίου μας, συννομείς και κάτοχοι με διάνοια συγκυριών αυτών, από τον θάνατο της δικαιοπαρόχου μητέρας μας μέχρι και σήμερα, επιβλέποντας και αυτά, ως τμήματα του ενιαίου αγροτεμαχίου μας, για να μην καταπατηθούν από τρίτους, και επειδή, λόγω της μη υποβολής των προβλεπόμενων ενστάσεων από μέρους του ως άνω πατέρα μας, Κ.
Α., τα δυο [ 2 ] ως άνω περιγραφόμενα τμήματα, να φέρουν σήμερα ως δικαιούχο το Ελληνικό Δημόσιο, παρότι, επαναλαμβάνουμε ότι, αποτελούν αναπόσπαστα μέρη του ενιαίου αγροτεμαχίου μας, απαιτείται δε δικαστική απόφαση,..., για την θεραπεία και άρση της αμφισβήτησης της συγκυριότητας μας σ' αυτά , ήτοι της διόρθωσης της πρώτης εγγραφής αυτών στα Κτηματολογικά Βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου …………, με την αναγραφή των δικών μας ονοματεπωνύμων ως συγκυρίων, συννομέων και κατόχων τους, ώστε να μην εμφανίζεται ως δικαιούχος αυτών, το Ελληνικό Δημόσιο, ζητούμε ν' αναγνωριστούμε ως αποκλειστικές συγκύριες, κατά ποσοστό 1/2 αδιαιρέτου η καθεμία των περιγραφόμενων 2 τμημάτων του ενιαίου αγροτεμαχίου μας και να διαταχθεί...η διόρθωση των πρώτων εγγραφών...των ως άνω τμημάτων...ήτοι να αναγραφούν σ' αυτά τα ονοματεπώνυμά μας ως συγκυρίων αυτών....".
Από το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι αυτή είναι πλήρως ορισμένη αφού περιγράφει με σαφήνεια τα επίδικα ακίνητα κατά τα όρια και την έκτασή τους ,μη απαιτουμένης της ενσωμάτωσης στην αγωγή του κτηματολογικού διαγράμματος, αναφέρεται στην κτήση της κυριότητας των επίδικων εδαφικών τμημάτων του μεγαλύτερου ακινήτου από τις ενάγουσες με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο ,ενώ αναφέρει λεπτομερώς τις πράξεις νομής που διενήργησαν στα επίδικα οι ίδιες καθώς και οι δικαιοπάροχοί τους .Επομένως το δικαστήριο που έκρινε ορισμένη την άνω αγωγή δεν παραβίασε το άρθρο 559αρ 1 και 14ΚΠολΔ και ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος .
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ`ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο "δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν". Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ` όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην απόφαση. Για τον αναιρετικό έλεγχο αρκεί το ότι από τη γενική, κατ` είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το συνολικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν, νομίμως, στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραβλεφθεί.
Εν όψει, όμως, του ότι μόνο ένα ουσιώδες γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης, η παράβαση της ως άνω υποχρεώσεως ιδρύει τον προκείμενο λόγο αναιρέσεως υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος ως προκύπτον από το αποδεικτικό μέσο που κατά την άποψή του δεν αξιολογήθηκε, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/2002).
Επίσης, ο λόγος αυτός ιδρύεται αν, παρά τη βεβαίωση του Εφετείου από όλο το περιεχόμενο της απόφασής του και το σύνολο των αιτιολογιών της, δεν καθίστανται απολύτως βέβαιο ότι για το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης του δικαστηρίου επί ενός ουσιώδους ζητήματος, αλλά καταλείπονται, αντίθετα, αμφιβολίες για το αν αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδέιξεις (Ολ.
ΑΠ 2/2008), όπως συμβαίνει και στην περίπτωση που το αποδεικτικό μέσο έρχεται σε αντίθεση με τα όσα έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, οπότε το δικαστήριο οφείλει να το αντικρούσει ειδικά (ΑΠ 479/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:< Δυνάμει κληρονομικής εκ διαθήκης διαδοχής και ειδικότερα με την από 40.6.1988 ιδιόγραφη διαθήκη, η οποία δημοσιεύθηκε με τα αριθμ. 9/16.1.2008 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ευρυτανίας, η μητέρα των εναγουσών Μ.
συζ. Κ. Α., κατέλιπε στις ενάγουσες- θυγατέρες της, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στην καθεμία, ένα αγροτεμάχιο που βρίσκεται στο Δήμο ………. και στην ειδικότερη θέση "... ". Το ακίνητο αυτό απέκτησε δυνάμει του αριθμ. ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Καρπενησιού Ειρήνης Παπαδοπούλου- Αγκαστινιώτη, νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου …………..
στον τόμο ….. και αριθμό …….., λόγω αγοράς από τον Α. Κ. του Ι. Είναι δε κατά τον παραπάνω τίτλο κτήσεως, συνολικής εκτάσεως 4.010 τ.μ. και συνορεύει βόρεια με δημόσια δασική έκταση και ιδιωτική οδό πλάτους 4 μέτρων, νότια με δημόσια δασική έκταση, δυτικά με δημόσια δασική έκταση και ανατολικά με δημόσια δασική έκταση, όπως αυτό φαίνεται και περιγράφεται με τα στοιχεία ...
στο από μηνός Ιανουάριου 1984 τοπογραφικό διάγραμμα του τεχνολόγου πολιτικού μηχανικού Γ. Κ. , το οποίο προσαρτάται στον παραπάνω αναφερόμενο τίτλο κτήσεως. Σύμφωνα με την αριθμ. 472/31.1.1984 βεβαίωση του Δασαρχείου Καρπενησιού, στην οποία επισυνάπτεται ως αναπόσπαστο τμήμα αυτής το προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα, το ως άνω περιγραφόμενο ακίνητο δεν είναι δασικό, δεν εμπίπτει στις διατάξεις του Ν.Δ. 86/69 και 998/1979, δεν ισχύει γι' αυτό πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής και δεν είναι αναδασωτέο.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το παραπάνω ακίνητο, το οποίο φέρει αγροτική μορφή, απέκτησαν οι ενάγουσες με πρωτότυπο τρόπο, νεμόμενες και κατέχουσες αυτό διανοία συγκυριών κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου η καθεμία, πλέον των είκοσι ετών, από το χρόνο θανάτου της κληρονομουμένης από αυτές μητέρας τους Μ. Α. , επισυμβάντος το έτος 1990, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανένα, επιβλέποντάς το, τόσο οι ίδιες όσο και μέσω του πατέρα τους κατά το χρόνο της ανηλικότητάς τους, από καταπατήσεις τρίτων, προσμετρώντας στο χρόνο της δικής τους νομής και αυτόν της μητέρας τους, η οποία είχε αποκτήσει το επίδικο ακίνητο το έτος 1984, κατά τον παραπάνω αναφερόμενο παράγωγο τρόπο, ασκώντας έκτοτε επ' αυτού τις ίδιες ως άνω πράξεις νομής και κατοχής.
Μάλιστα το έτος 1990 κατά το οποίο οι ενάγουσες ήταν ανήλικες, έγιναν χωματουργικές εργασίες στο ακίνητο από τον πατέρα αυτών και εκδόθηκε στο όνομά του η αριθμ. 38/1991 άδεια διώροφης οικοδομής με υπόγειο. Οι ενάγουσες, όμως, παρέλειψαν να δηλώσουν στο Εθνικό Κτηματολόγιο εμπρόθεσμα το ως άνω ακίνητο στο όνομά τους, κατά το ποσοστό που αναλογεί στην καθεμία, με αποτέλεσμα ένα τμήμα του παραπάνω περιγραφομένου ακινήτου τους, εκτάσεως 716 τ.μ.
το οποίο συνορεύει, σύμφωνα με την κτηματολογική αποτύπωση, βορειοανατολικά με τμήμα του παραπάνω ακινήτου τους το οποίο φέρει ΚΑΕΚ ... νότια με δημόσια δασική έκταση και εν μέρει με ακίνητο με φερόμενο δικαιούχο το Ελληνικό Δημόσιο που φέρει ΚΑΕΚ ... και δυτικά με δημόσια δασική έκταση, να έχει αποτυπωθεί ως αυτοτελές γεωτεμάχιο, το οποίο έλαβε ΚΑΕΚ ...
και φέρεται ότι ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο κατά πλήρη κυριότητα, εγείροντας αυτό σχετικές αξιώσεις. Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω, η ανωτέρω πρώτη εγγραφή είναι ανακριβής και προσβάλλει το δικαίωμα συγκυριότητας κατά ποσοστό 1/2 των εναγουσών επί του επιδίκου ακινήτου, αφού όπως προαναφέρθηκε, αυτό αποτελεί μέρος του ακινήτου, που απέκτησαν οι ενάγουσες με τον παραπάνω τρόπο, όπως αυτό προκύπτει από τον τίτλο κτήσεως της κληρονομούμενης μητέρας των εναγουσών, σε συνδυασμό με το παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα και το σχετικό απόσπασμα του κτηματολογικού διαγράμματος του επιδίκου ακινήτου, αλλά και από το ότι αθροιζόμενο το εμβαδόν του επιδίκου ακινήτου με αυτό του ακινήτου με ΚΑΕΚ ...
που αποτελεί το μεγαλύτερο μέρος του ακινήτου που απέκτησαν κατά τα προαναφερόμενα οι ενάγουσες (716+3.327)προσεγγίζει το εμβαδόν που αναφέρεται στον τίτλο κτήσεως της κληρονομουμένης. Επιπλέον, καλύπτεται αυτό από την προαναφερόμενη βεβαίωση του Δασαρχείου, ως προς το μη δασικό του χαρακτήρα. Τα ανωτέρω προέκυψαν με σαφήνεια από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία και επιβεβαιώνονται επιπλέον από την, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του εκκαλούντος, σύμφωνα με την οποία το ακίνητο με ΚΑΕΚ ...
καλύπτεται από τη χορηγηθείσα ήδη από το έτος 1984 βεβαίωση του Δασαρχείου Ευρυτανίας. Τα αντιθέτως ισχυριζόμενα από το εκκαλούν περί του απαραγράπτου των δικαιωμάτων του Δημοσίου, που αποτελούν τον δεύτερο λόγο εφέσεως, αφορούν ακίνητα αποτελούντα δημόσια κτήματα, πράγμα που δεν ισχύει στην προκειμένη περίπτωση που πρόκειται για ιδιωτικό κτήμα, όπως δέχθηκε με ορθή εφαρμογή των αποδείξεων το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και απέρριψε τη σχετική ένσταση ιδίας κυριότητος που πρότεινε το εκκαλούν.
Επομένως, ο παραπάνω ισχυρισμός (ένσταση) ιδίας κυριότητος επί του ενδίκου ακινήτου που πρότεινε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο το εναγόμενο και επαναφέρεται με την κρινόμενη έφεση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, όπως με ορθή εκτίμηση των αποδείξεων έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Σύμφωνα με τις παραπάνω σκέψεις και τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, έπρεπε να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος η αγωγή των εφεσιβλήτων>.
Μετά ταύτα, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου , η οποία δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων και τις αναγνώρισε συγκύριες κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου, έκτασης 716τμ με ΚΑΕΚ...
στα Κτηματολογικά Βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου του Δήμου …… ,ενώ είχε απορρίψει αυτήν (αγωγή) για το ακίνητο με ΚΑΕΚ... έκτασης 202τμ.
Το αναιρεσείον προκειμένου να αποδείξει τον βασικό του ισχυρισμό ότι τα επίδικα ακίνητα φέρει δασικό χαρακτήρα και ότι ανήκει στην κυριότητα του Δημοσίου επικαλέστηκε και προσκόμισε ,μεταξύ άλλων, στο Εφετείο και το με αριθ πρωτ 2466/11-11-2010 έγγραφο της Δ/νσης Δασών Ευρυτανίας, σύμφωνα με το οποίο το επίδικο ακίνητο φέρεται ότι έχει δασικό χαρακτήρα και ειδικότερα βεβαιώνεται σ'αυτό ότι :<Η έκταση των ΚΑΕΚ...
και ... , των οποίων αμφισβητείται η κυριότητα έχουν σήμερα δασικό χαρακτήρα. Ως εκ τούτου, η Δασική Υπηρεσία προβάλλει δικαιώματα κυριότητας και για τα δύο ΚΑΕΚ. Για μεν το πρώτο(... )επειδή βρίσκεται έξω από την βεβαίωση (ενν την 472/1984 βεβαίωση του Δασάρχη Καρπενησίου) και έχει Δασικό χαρακτήρα, για δε το δεύτερο(... ), επειδή (αν και το μισό περίπου βρίσκεται εντός της βεβαίωσης )έχει επίσης Δασικό χαρακτήρα, ενώ εξέτασε ως μάρτυρα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου τον μάρτυρα Ι.
Κ., δασολόγο, ο οποίος όπως προκύπτει και από την επισκόπηση των προσκομιζόμενων πρακτικών συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατέθεσε ότι :<Γνωρίζω το ακίνητο. Υπάρχει βεβαίωση από την Υπηρεσία μας από το 1984,θεωρίταιένααπλό έγγραφο .Δεν είναι πράξη χαρακτηρισμού .Έχω έκθεση αυτοψίας .Εχουν να κάνουν με την τοποθέτηση της έκτασης στον χώρο.
Με βάση την βεβαίωση καλύπτει το ΚΑΕΚ …,δεν αμφισβητείται, καλύπτει το ΚΑΕΚ ……κατά το ήμισυ .Το ΚΑΕΚ ….. είναι δάσος, αποτελείται από νεαρά έλατα. Το υπόλοιπο κομμάτι έχει δασικό χαρακτήρα>.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον προβάλλει την πλημμέλεια του άρθρου 559αρ11γΚΠοΛΔ ,υποστηρίζον ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα περί συγκυριότητας των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά ποσοστο1/2 εξ αδιαιρέτου στο επίδικο ακίνητο, το οποίο έκρινε ότι δεν είναι δασικό, αν και αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι έλαβε υπόψη του τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και όλα ανεξαιρέτως τα νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα από τους διαδίκους ενώπιον του έγγραφα, όμως δεν προκύπτει αδιστάκτως ότι πράγματι έλαβε υπόψη του για την ουσιαστική του κρίση το με αριθ πρωτ 2466/11-11-2010 έγγραφο της Δ/νσης Δασών Ευρυτανίας και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του Ι. Κ., που επικαλέσθηκε και προσκόμισε με τις προτάσεις του.
Από τις άνω παραδοχές προκύπτει ότι όσον αφορά την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα δασολόγου Ι. Κ. ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου το Εφετείο την έλαβε υπόψη του έστω και αν κατέληξε σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, ενώ δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι έλαβε υπόψη του και το2466/2010 έγγραφο της Δ/νσης Δασών Ευρυτανίας, στο οποίο βεβαιώνεται ότι το επίδικο ακίνητο έχει δασικό χαρακτήρα, έγγραφο, το οποίο αν και έρχεται σε αντίθεση με τα υπόλοιπα, αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο δεν αντικρούεται ειδικά με την προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το ότι ήταν ουσιώδες για την αποδεικτική του κρίση, ως προς το δασικό ή μη χαρακτήρα του πιο πάνω ακινήτου. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο αποτελούμενο από άλλο δικαστή εκτός από αυτόν που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του Δημοσίου λόγω της ήττας τους (άρθρα 176,183,191παρ 2 ΚΠολΔ και αρθ22ν3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 96/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.
Παραπέμπει την εκδίκαση της υπόθεσης στο ίδιο δικαστήριο αποτελούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από αυτόν που εξέδωσε την αναιρεσιβληθείσα απόφαση
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίοντος που ορίζει σε τριακόσια (300)ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ