Supreme Court partially allows appeal against enforcement order, remanding case for further examination of asset liquidation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal filed by Eurobank against a final enforcement order issued in favor of the debtor A.-D. K. The court found that the lower court's refusal to liquidate remaining assets lacked sufficient justification regarding the debtor's financial improvement. Consequently, the decision to keep assets unliquidated was annulled, and the case was remanded to the original single-instance court for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576, 580, 65 of the Code of Civil Procedure; Article 1005 of the Code of Civil Procedure; Article 8 of Law 3869/2010: The Supreme Court partially annuls an enforcement order when the lower court fails to justify why asset liquidation does not benefit the debtor, remanding the case for further examination of the creditor's claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1316 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1316/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" (πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS AE") και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γαρυφαλλιά Γιαννακούρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Α. - Δ. Κ., το γένος Α. Τ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-4-2012 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Μαραθώνα. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5495/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-9-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.
Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση.
Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα , η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση (ΑΠ 44/2023, ΑΠ 423/2023.ΑΠ 1191/2023). Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 606/2023, ΑΠ 1683/2022, ΑΠ 1544/2021). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η ένδικη αίτηση αναίρεσης προσδιορίστηκε σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 568 παρ. 2, 3 και 4 του ΚΠολΔ να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (20-10-2023).
Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης κατά την ως άνω δικάσιμο από τη σειρά της στο πινάκιο η αναιρεσίβλητη δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι' αυτήν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης.
Περαιτέρω, από την υπ' αριθμ. ...-2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ε. Μ.-Γ., που προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στην αναιρεσίβλητη.
Επομένως, εφόσον η τελευταία δεν εμφανίστηκε κατά την προκειμένη δικάσιμο, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, το Δικαστήριο πρέπει, να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ) . Με την κρινόμενη από 13-9-2021 (με γεν. αριθμ. εκθ. κατ. 71652/2021 και ειδ. αριθμ. καταθ. 142/2021) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 5495/27-5-2021 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ.
του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), αντιμωλία των διαδίκων. Έχει ,δε, ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ` άρθρο 553 παρ. 1, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 741 και 769 του ΚΠολΔ και περαιτέρω, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας από τη δημοσίευσή της προσβαλλόμενης απόφασης (27-5-2021), σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ν. 4335/2015), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε η αναιρεσείουσα επικαλείται επίδοση αυτής (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 και 769 ΚΠολΔ).
Συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ). Από την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 5495/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης:
Η ήδη αναιρεσίβλητη με την ενώπιον του Ειρηνοδικείου Μαραθώνα από 23-4-2012 (αριθ. κατ. 66/30-4-2012) αίτησή της κατά της ήδη αναιρεσείουσας πιστώτριας εταιρείας , ζήτησε, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, τη ρύθμιση των χρεών της με την υπαγωγή της στη διαδικασία του ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από την εκποίηση του περιγραφόμενου ακινήτου, που αποτελεί την κύρια κατοικία της και της ανήκει κατά ψιλή κυριότητα κατά ποσοστό 50% εξ'αδιαιρέτου , σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που υπέβαλε, λαμβανομένης υπόψη της περιουσιακής και οικογενειακής κατάστασης που παρέθεσε.
Το Ειρηνοδικείο Μαραθώνα με την υπ'αριθμ. 26/2016 απόφασή του, αφού δίκασε την αίτηση αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε εν μέρει την αίτηση, ρύθμισε τα χρέη της αιτούσας, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στο διατακτικό της, και εξαίρεσε από την εκποίηση το δικαίωμα ψιλής κυριότητας, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου επί της κύριας κατοικίας της .
Την απόφαση αυτή προσέβαλε η αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANKERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με την από 28-7-2016 (αριθμ. κατ. 14/2016) έφεσή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 5495/2021 απόφασή του, αφού δίκασε αντιμωλία των διαδίκων, δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κα' ουσίαν την έφεση.
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του ν.3869/2010, "Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες), δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή".
Η προϋπόθεση της έλλειψης πτωχευτικής ικανότητας διατυπώνεται από τον νομοθέτη αρνητικά. Το σχετικό αρνητικό γεγονός δεν είναι κατ' αρχήν απαραίτητο να διαλαμβάνεται στην αίτηση ως στοιχείο ενεργητικής νομιμοποίησης. Οι μετέχοντες στη δίκη πιστωτές του αιτούντος οφειλέτη είναι δυνατόν να ισχυρισθούν προς απόρριψη της αίτησης, ότι ο αιτών οφειλέτης έχει πτωχευτική ικανότητα.
Το τελευταίο μπορεί να ληφθεί υπ'όψιν και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Αν τούτο αποδειχθεί από τη διαδικασία, τότε θα απορριφθεί η αίτηση ως αβάσιμη (Αθανάσιος Κρητικός "Ρρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων" εκδ. Σάκκουλα 2018 , 2016 σελ. 14, 42 αντίστοιχα ). Ακολούθως, κατά το άρθρο 562 παρ.2 του ΚΠολΔ, που, κατά την ορθότερη άποψη, εφαρμόζεται και στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (ΑΠ 542/2022, ΑΠ 157/2021, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 64/2017, ΑΠ 2270/2014),είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται:
α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας ,β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Ολ.ΑΠ 15/2000, ΑΠ 69/2022, ΑΠ 96/2020, ΑΠ 403/2019, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 1059/ 2017).
Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και, συνακόλουθα, του άρθρου 560 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 1/1987, ΑΠ 426/2021, ΑΠ 1352/2021, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 279/2019, ΑΠ 1480/2018, ΑΠ 64/2017).
Επίσης, από το συνδυασμό της διάταξης αυτής προς εκείνες των άρθρων 556 παρ.2, 570 παρ.1 και 2, 577, 579 και 581 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι με την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, καθώς και με την επ' αυτής δίκη ,δεν αναβιώνει η εκκρεμοδικία, αφού με το έκτακτο αυτό ένδικο μέσο δεν ανοίγεται νέος βαθμός δικαιοδοσίας, ούτε κρίνεται η ουσία της διαφοράς, αλλά ερευνάται το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αναίρεσης.
Συνεπώς, δεν είναι παραδεκτή, μετά την τελεσίδικη απόφαση, η έρευνα νέων ισχυρισμών στην αναιρετική δίκη, καθόσον το αντίθετο θα μετέβαλλε τον Άρειο Πάγο σε δικαστήριο ουσίας τρίτου βαθμού (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 834/2021, ΑΠ 503/2018, ΑΠ 1724/2012).
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη τις εξής πλημμέλειες αναφορικά με την έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας της αιτούσας α) ότι δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) σχετικά με αυτήν (πτωχευτική ικανότητα) και β) ότι δεν γίνεται επίκληση ότι ελήφθη υπόψη οιοδήποτε έγγραφο ή ότι το ίδιο το Δικαστήριο προέβη σε αυτεπάγγελτο έλεγχο, όπως απαιτείται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 για την επέλευση της έννομης συνέπειας της ρύθμισης των οφειλών της αιτούσας τη ρύθμιση.
Ο λόγος, όμως, αυτός, είναι, απορριπτέος προεχόντως, απαράδεκτος. Διότι, αφενός μεν δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ισχυρισμός, περί έλλειψης πτωχευτικής ικανότητας της αιτούσας προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε, σε κάθε περίπτωση, προκύπτει, μετά την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή των δικογράφων των προτάσεων και του δικογράφου της έφεσης , ότι προβλήθηκε απ' αυτήν σχετικός ισχυρισμός, αν και μπορούσε να προβληθεί, χωρίς, παράλληλα, να εμπίπτει στις λοιπές εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 του ίδιου Κώδικα που προεκτέθηκαν.
Επίσης, δεν μνημονεύονται τα έγγραφα που, κατά την αναιρεσείουσα, προσκομίστηκαν, και ετέθησαν υπόψη του δικαστηρίου σχετικά με το ότι η αιτούσα και ήδη αναιρεσίβλητη βρέθηκε σε αδυναμία πληρωμών πριν απολέσει την εμπορική της ιδιότητα (που αποτελεί προαπαιτούμενο της δικαστικής διάγνωσης ως προς την εφαρμογή ή όχι των ευνοϊκών διατάξεων του ν. 3869/2010 ή του συστήματος του Πτωχευτικού Κώδικα), ώστε το γεγονός αυτό να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο στο πλαίσιο του ανακριτικού συστήματος που ισχύει στην παρούσα ειδική διαδικασία.
Συνεπώς, ο ως άνω μη προταθείς νόμιμα ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, προτείνεται απαραδέκτως πρώτη φορά με το δικόγραφο της αναίρεσης, Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010, όπως ίσχυε (ως εκ του χρόνου κατάθεσης της αίτησης ήτοι 30-4-2012 {πριν αντικατασταθεί αρχικά με την παρ.18 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α 94/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ.5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α 94/14-8-2015), τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, δηλαδή μετά από την υπογραφή από τα συμβαλλόμενα μέρη της Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης της ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ Β` του άρθρου 3 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α 94/14-8-2015) και στη συνέχεια, με το άρθρο 14 παρ.7 και 11 ν.4346/2015,ΦΕΚ Α 152, η εφαρμογή του οποίου (σύμφωνα με τη παρ.11 του αυτού άρθρου και νόμου) αρχίζει από 1.1.2016 και δεν καταλαμβάνει εκκρεμείς υποθέσεις, καθώς και αιτήσεις που έχουν κατατεθεί έως και 31.12.2015}: " 1.
Εφόσον υπάρχει ρευστοποιήσιμη περιουσία, η εκποίηση της οποίας κρίνεται απαραίτητη για την ικανοποίηση των πιστωτών, ή όταν το δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να παρακολουθήσει και να υποβοηθήσει την εκτέλεση των όρων ρύθμισης των οφειλών για την απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη ή την εξασφάλιση των συμφερόντων των πιστωτών, ορίζεται εκκαθαριστής.
Εκκαθαριστής μπορεί να ορίζεται το πρόσωπο που προτείνουν πιστωτές, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν την πλειοψηφία των πιστώσεων ή πρόσωπο από τον κατάλογο των πραγματογνωμόνων, που προβλέπεται στο άρθρο 371 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Έργο του εκκαθαριστή είναι αυτό που προσδιορίζεται ειδικά με την απόφαση του διορισμού του και, σε κάθε περίπτωση, η διαχείριση της περιουσίας του οφειλέτη, η διασφάλισή της σε όλο το νόμιμο ύψος της χάριν των πιστωτών, η πρόσφορη εκποίησή της, η προνομιακή ικανοποίηση των πιστωτών που έχουν εμπράγματη ασφάλεια στο εκποιούμενο πράγμα και η σύμμετρη ικανοποίηση των ανέγγυων πιστωτών.
Οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα περί συνδίκου εφαρμόζονται αναλόγως και στον εκκαθαριστή". Με τη διάταξη αυτή και την του άρθρου 8 παρ.2 εδ.α' και 9 παρ. 1 του ν. 3869/2010 προβλέπεται η διάθεση της περιουσίας του οφειλέτη για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του. Αντίθετα, οι προϋποθέσεις για την εξαίρεση από την εκποίηση της πρώτης κατοικίας ρυθμίζονται από την παράγραφο 2 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010.
Πρόκειται για διαφορετικές περιπτώσεις, καθώς η πρώτη παράγραφος αναφέρεται στην εκποίηση των περιουσιακών στοιχείων, που θα κριθούν από το δικαστήριο ως ρευστοποιήσιμα, η δε δεύτερη στην εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας έναντι όμως ανταλλάγματος, που εκπληρώνεται με μηνιαίες καταβολές, επειδή ακριβώς πρόκειται για ρευστοποιήσιμο περιουσιακό στοιχείο, ώστε να εξισορροπηθεί η απώλεια των πιστωτών του προϊόντος της εκποίησής της.
Ειδικότερα, η παράγραφος 1 αφορά περιπτώσεις κινητής ή ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη, από τη ρευστοποίηση της οποίας είναι δυνατό να ικανοποιηθούν οι πιστωτές. Στην παράγραφο αυτή υπάγονται ακίνητα του οφειλέτη, που δεν αποτελούν την κύρια κατοικία του, όπως δεύτερη κατοικία που δεν είναι κύρια, οικόπεδα, αγροτεμάχια, αυτοκίνητα κλπ.
Όλα αυτά τα περιουσιακά στοιχεία θα ρευστοποιηθούν, κατά κανόνα, για την ικανοποίηση των πιστωτών, εφόσον κριθεί ότι είναι ρευστοποιήσιμα, δηλαδή πρόσφορα προς εκποίηση. Αντίθετα, δεν θα ρευστοποιηθούν αν υπάρχουν αρνητικά στοιχεία για τη ρευστοποίηση, όπως όταν πρόκειται για αγροτικό ή αστικό ακίνητο, στο οποίο ο οφειλέτης έχει μικρό ποσοστό συγκυριότητας, ή όταν ο οφειλέτης στερείται τίτλων, όταν τα ακίνητα είναι απρόσοδα ή βρίσκονται σε απρόσφορη τοποθεσία και πιθανολογείται βάσιμα ότι δεν θα βρεθούν αγοραστές κλπ.
Σε αυτές τις περιπτώσεις το δικαστήριο θα κρίνει με την απόφασή του, με επαρκή αιτιολογία, δεδομένου ότι η πρόβλεψη εξαίρεσης δεν υπάρχει για τα λοιπά ακίνητα του οφειλέτη και κατά κανόνα η λοιπή περιουσία ρευστοποιείται, αν είναι απρόσφορη ή ασύμφορη η ρευστοποίηση ενός περιουσιακού στοιχείου και ότι μια τέτοια προσπάθεια θα προκαλέσει μάλλον δαπάνες χωρίς κανένα θετικό αποτέλεσμα (...).
Πάντως, η ύπαρξη ρευστοποιήσιμης περιουσίας δεν σηματοδοτεί αυτομάτως και την υποχρέωση του δικαστηρίου να διατάξει τη ρευστοποίησή της. Η διάταξη είναι σαφής καθώς ορίζει, ότι πρέπει η εκποίηση της ρευστοποιήσιμης περιουσίας "να κρίνεται απαραίτητη για την ικανοποίηση των πιστωτών". Τέτοια εκποίηση είναι απαραίτητη όταν θα αποφέρει τίμημα που θα οδηγήσει σε σημαντική βελτίωση της θέσης των πιστωτών.
Ουσιαστικά, η εκποίηση είναι απαραίτητη και διατάσσεται δικαστικώς, μόνο εφόσον α) προκαλεί αγοραστικό ενδιαφέρον και β) το προϊόν της εκποίησης θα καλύπτει τα έξοδα εκποίησης και θα αφήνει ως υπόλοιπο ένα ποσό ουσιώδες για την αποπληρωμή των πιστωτών. Η καταλληλότητα, δε, προς εκποίηση πρέπει να σταθμίζεται με την εναλλακτική δυνατότητα πρόκλησης ρευστότητας δια εκμετάλλευσης του περιουσιακού στοιχείου.
Βάσει στάθμισης των συμφερόντων, μπορεί να προκύψει ότι η διατήρηση ενός περιουσιακού στοιχείου στη διάθεση του οφειλέτη, ωφελεί αυτόν πολύ περισσότερο σε σύγκριση με το όφελος των πιστωτών (...). Πρέπει να σημειωθεί ότι η πρόκληση ρευστού, από την εκποίηση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, αλλά και οι καταβολές στα πλαίσια του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010 προκαλούν σημαντική ικανοποίηση των πιστωτών.
Συνεπώς, αυτές θα συνυπολογιστούν στη δικαστική κρίση για τη ρύθμιση των χρεών του οφειλέτη για αποπληρωμή επί τρία έως πέντε έτη. Επομένως, στην περίπτωση αυτή η ικανοποίηση των πιστωτών θα γίνεται τόσο από τις μηνιαίες καταβολές του οφειλέτη, όσο και από την εκμετάλλευση και ρευστοποίηση της περιουσίας. Ωστόσο η ρευστοποίηση απλώς θα συνυπολογιστεί από το δικαστή, αλλά δε μπορεί να οριοθετηθεί δεσμευτικά ως προς το ύψος της για τον υπολογισμό των αποπληρωμών εντός των καταβολών του άρθρου 8 παρ.2. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ί) η διαταχθείσα ρευστοποίηση είναι άγνωστο πότε θα επιτευχθεί ακόμα και αν θα επιτευχθεί και το κυριότερο ii) είναι εντελώς άγνωστο στο δικαστή κατά την έκδοση της απόφασης το αποτέλεσμα της εκποίησης ρευστοποίησης και το ύψος της ρευστότητας που θα προκληθεί (...). Τέλος, για τη ρευστοποίηση δεν χρειάζεται αίτημα του οφειλέτη ή των πιστωτών, αλλά διατάσσεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο, εφόσον πληρούνται οι παραπάνω προϋποθέσεις. Από την άλλη πλευρά, αίτημα του οφειλέτη για εξαίρεση από τη ρευστοποίηση δεν δεσμεύει το δικαστήριο, σε αντίθεση με ανάλογο αίτημα για την εξαίρεση της κύριας κατοικίας του.
Συνεπώς, και αν ακόμη υποβληθεί, δεν τίθεται θέμα καταχρηστικότητας του (...).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι, το Δικαστήριο με ανεπαρκείς, άλλως αντιφατικές, αιτιολογίες έκρινε ότι η εκποίηση των λοιπών, πλην της κύριας κατοικίας, ακινήτων κυριότητας της αιτούσας, δεν θα αποφέρει αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση των αιτήσεων της ίδιας (αναιρεσείουσας-πιστώτριας).
Ειδικότερα, ότι α) η προσβαλλόμενη ουδεμία αναφορά κάνει στην εμπορική (αγοραία) αξία των εν λόγω ακινήτων, λαμβάνοντας υπόψη μόνο την αντικειμενική αξία αυτών, β) ο προσδιορισμός της αξίας των ακινήτων, κατά το εξ αδιαιρέτου ποσοστό της αιτούσας, στο ύψος των 12.073,32 ευρώ έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την κρίση για το ύψος των επ'αυτών προσημειώσεων, γ) δεν προσδιορίζεται το ύψος κατά το οποίο απομειώνεται η αξία των ακινήτων από το γεγονός ότι είναι κυρία σε ποσοστό 50%, δ) δεν προσδιορίζει το ύψος των εξόδων της εκτέλεσης, ώστε να κριθεί αν το ύψος τους θα καθιστούσε απρόσφορη την εκποίηση, ε) η αιτιολογία ότι, το γεγονός ότι το ένα ακίνητο είναι προσημειωμένο μειώνει το αγοραστικό ενδιαφέρον είναι αφενός ανεπαρκής, δεδομένου ότι δεν αναφέρει το ύψος των προσημειώσεων, και αφετέρου αντιφατική, αν ληφθεί υπόψη ότι η ίδια (αναιρεσείουσα) είναι η μοναδική προσημειούχος δανείστρια και σε περίπτωση που διέταζε την εκποίηση και διοριζόταν εκκαθαριστής ο αγοραστής αφενός θα το έπαιρνε ελεύθερο βαρών και, επομένως, η ύπαρξη εξασφαλίσεων, ουδόλως αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα για την προσέλευση πλειοδοτών.
Από την επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 αρ.2ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της εξαίρεσης από τη ρευστοποίηση της ακίνητης περιουσίας της ήδη αναιρεσίβλητης, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "...Η αιτούσα (ήδη αναιρεσίβλητη) πέραν του ακινήτου που αποτελεί την κύρια κατοικία της, διαθέτει δικαίωμα πλήρους κυριότητας σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, μίας οριζόντιας ιδιοκτησίας- διαμερίσματος με τα στοιχεία Α1 στον πρώτο (Α) όροφο πάνω από το ισόγειο-πυλωτή , επιφανείας 45,97 τ.μ , με ΚΑΕΚ ...
επί μιας πολυκατοικίας που βρίσκεται εντός οικοπέδου στην πόλη της Καλαμάτας του νομού Μεσσηνίας, στην περιφέρεια του Κτηματολογικού γραφείου Καλαμάτας, εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου, επέκτασης της πόλης Καλαμάτας, στην Ανατολική παραλία, στη θέση "..." στο υπ'αριθμ. ..., του σχεδίου πόλεως της πόλης της Καλαμάτας, επί ανωνύμου δημοτικής οδού ...
με ΚΑΕΚ ... και έκταση 1054,62 τ.μ. Το παραπάνω ακίνητο φαίνεται στο ... τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Π. Μ. και είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, περιήλθε δε σε αυτήν δυνάμει του...πωλητηρίου συμβολαίου...νομίμως μεταγεγραμμένου. Επίσης, η αιτούσα έχει δικαίωμα πλήρους κυριότητας σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου και επί μίας αυτοτελούς οριζόντιας ιδιοκτησίας -αποθήκης του υπογείου και την οποία απέκτησε με την ίδια ως άνω συμβολαιογραφική πράξη, ευρισκόμενης εντός του ως άνω οικοπέδου με στοιχεία (Υ-11) και με ΚΑΕΚ...
επιφάνειας 7,74 τ.μ ... Η εκποίηση του ανωτέρω ακινήτου (διαμερίσματος και αποθήκης) δεν κρίνεται πρόσφορη σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του ν. 3869/2010, διότι αφενός μεν το ανωτέρω ακίνητο μισθώνεται και το μίσθωμα, ποσού 250 ευρώ, το οποίο λαμβάνει η αιτούσα από κοινού με το σύζυγό της που διαθέτει το υπόλοιπο 50% εξ αδιαιρέτου της πλήρους κυριότητας αυτού, αποτελεί εισόδημα, το οποίο χρησιμοποιείται για την αποπληρωμή των υποχρεώσεών της.
Αφετέρου δε, όπως προκύπτει από τη δήλωση ΕΝΦΙΑ του έτους 2014 που μετ' επικλήσεως προσκομίζει η αιτούσα, η αντικειμενική αξία του ανωτέρω ακινήτου (μετά της αποθήκης), έτους κατασκευής 2006, ανερχόταν για το ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στο ποσό των 12.073,32 ευρώ. Λαμβανομένων δε υπόψη των ανωτέρω, καθώς και ότι το ανωτέρω ακίνητο είναι ήδη προσημειωμένο, γεγονός που μειώνει το αγοραστικό ενδιαφέρον, κρίνεται ότι η εκποίησή του δεν θα αποφέρει κάποιο αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση της πιστώτριάς της, αφαιρουμένων και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεων κλπ) .
Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε όμοια δεν έσφαλε και πρέπει να απορριφθεί και ο δεύτερος λόγος εφέσεως ως ουσία βάσιμος." Έτσι που έκρινε το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο παραβίασε εκ πλαγίου την παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, καθώς δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που αποκλείουν την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 1 του ν. 3869/2010 για την ρευστοποίηση της λοιπής περιουσίας της αιτούσας-αναιρεσείουσας.
Ειδικότερα, όπως προαναφέρθηκε, ενόψει του ότι κατά κανόνα η λοιπή περιουσία του οφειλέτη οδηγείται σε ρευστοποίηση για την ικανοποίηση των πιστωτών του οφειλέτη, πρέπει να αιτιολογείται επαρκώς η κρίση περί μη ρευστοποίησης. Πλέον συγκεκριμένα, στην προσβαλλόμενη απόφαση α) δεν αιτιολογείται επαρκώς η κρίση περί του ότι η διαδικασία εκποίησης δεν θα αποφέρει κάποιο αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση της πιστώτριας, καθώς δεν προσδιορίζεται (πέραν της αξίας του ακινήτου και των εξόδων εκποίησης) το ύψος των οφειλών της αιτούσας, το ύψος της απαίτησης για την οποία έχει εγγραφεί η προσημείωση, υπέρ ποίου έχει αυτή εγγραφεί, όπως και το ποσοστό ικανοποίησης της πιστώτριας, μετά την γενόμενη ρύθμιση των οφειλών, ώστε, μετά τη σχετική στάθμιση, να προκύπτει εναργώς αν η εκποίηση θα αφήσει, ή όχι, ως υπόλοιπο, μετά την αφαίρεση των εξόδων, και τη διανομή του προϊόντος εκποίησης, ένα ουσιώδες ποσό και συνακόλουθα θα οδηγήσει, ή όχι, σε σημαντική βελτίωση της θέσης της πιστώτριας ή ότι η διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων της αιτούσας οφειλέτη - ωφελεί αυτήν πολύ περισσότερο σε σύγκριση με το όφελος της πιστώτριας και β) λαμβανομένου υπόψη του ότι κατά το αναλογικώς εφαρμοζόμενο άρθρο 1005 παρ. 3 ΚΠολΔ, ο τρίτος αποκτά περιουσιακό στοιχείο ελεύθερο βαρών, ανεξαρτήτως αν υπήρξε πλήρης ή μερική ικανοποίηση του πιστωτή υπέρ του οποίου υπήρχε το βάρος (...) δεν αιτιολογείται η κρίση ότι η υπάρχουσα προσημείωση αποτελεί παράγοντα που οδηγεί σε μειωμένο αγοραστικό ενδιαφέρον.
Ενόψει των παραπάνω, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το τμήμα της που αφορά τη μη ρευστοποίηση των λοιπών περιουσιακών στοιχείων της αιτούσας και ήδη αναιρεσίβλητης. Στη συνέχεια, πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 του ν. 4139/2013).
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναιρέσεως, αφού έγινε, έστω κατά ένα μέρος, δεκτή η αναίρεση (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα).
Τέλος, διάταξη περί δικαστικών εξόδων, κατ' άρθρο 746 του ΚΠολΔ, δεν διαλαμβάνεται, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδάφ. β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ.
β' του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται...", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 550/2020, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 550/2019).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό, την υπ' αριθμ. 5495/2021 τελεσίδικη απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το άνω αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Μονομελές Πρωτοδικείο, που εξέδωσε την αναιρούμενη, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή εκτός εκείνου που εξέδωσε αυτήν.
Και Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ