Legislator Case Law & Legislation
1314/2020 AI generated

Supreme Court allows OTE's appeal on procedural grounds, remanding case and ordering restitution of funds paid under void judgment.

Case Number 1314/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed OTE's appeal against the First Instance Court's judgment, finding the lower court's decision procedurally flawed. The plaintiffs had voluntarily paid specific sums to OTE following a prior judgment, which the Supreme Court annulled upon finding the original decision invalid. Consequently, the case was remanded for retrial, and the plaintiffs were ordered to return the paid amounts with interest.

Legislator headnote

AI generated

Articles 294, 295, 297 of the Code of Civil Procedure; Article 579 of the Code of Civil Procedure: An appeal court may annul a lower court decision and remit the case for retrial if the original judgment is found procedurally flawed, and if the appellant has voluntarily executed the judgment, the court must order restitution of the paid sums.

Keywords

AI generated
procedural flaw restitution of funds annulment of judgment retrial remand voluntary execution legal costs civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 294, 295, 297 of the Code of Civil Procedure
Article 579 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 361, 416, 440, 288 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1314 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1314/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19η Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών της Ελλάδος Ανώνυμη Εταιρία" (ΟΤΕ ΑΕ), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ι. Ληξουριώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Α. του Κ., κατοίκου ..., 2) Π. Τ. του Ι., κατοίκου ..., 3) Π. Λ. του Ζ., κατοίκου ..., και 4) Κ. Τ. του Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Κουφογιάννη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-6-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό 2582/27-6-2014. Εκδόθηκαν η 171/2016 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν άσκησης έφεσης κατ' αυτής, η 3132/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-12-2018 και με αριθμό κατάθεσης 915/6-12-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 και 297 ΚΠολΔ, όπως το πρώτο και τρίτο εξ αυτών αντικαταστάθηκαν με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, και στην αναιρετική δίκη, συνάγεται ότι παραίτηση, ολική ή μερική, από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου που έχει ασκηθεί, όπως είναι και η αναίρεση (ΚΠολΔ 495 παρ.1), μπορεί να γίνει ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου ή με δήλωση στις προτάσεις, χωρίς τη συναίνεση του αντιδίκου, εφόσον γίνει πριν την έναρξη της συζήτησης, ενώ η παραίτηση που γίνεται αργότερα είναι απαράδεκτη, εφόσον ο αντίδικος προβάλλει αντίρρηση και πιθανολογεί έννομο συμφέρον να εκδοθεί απόφαση.

Η δήλωση παραίτησης επιφέρει αντίστοιχη, ανάλογα με το περιεχόμενο και την έκτασή της, κατάργηση της δίκης (ΑΠ 1181/2017, ΑΠ 549/2010). Επομένως, η παραίτηση της αναιρεσείουσας από το δικόγραφο της ένδικης από 6-12-2018 και με αριθμό κατάθεσης 915/6-12-2018 αίτησης ως προς τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, που έγινε με δήλωση στις συμπληρωματικές προτάσεις της αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν μετά τη συζήτηση της αναίρεσης (21-11-2019) και χωρίς να προβάλουν αντίρρηση οι αναιρεσίβλητοι, είναι νόμιμη και συνεπάγεται την κατάργηση της δίκης, αλλά μόνο ως προς τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, ο οποίος θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 295 παρ.1 και 299 ΚΠολΔ.

2.Στο άρθρο 2 παρ.2 του α.ν. 173/1967 ορίζεται ότι στις περιπτώσεις που εργοδότης είναι το Δημόσιο ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή τράπεζες ή επιχειρήσεις και οργανισμοί κοινής ωφέλειας (ΔΕΗ, ΟΤΕ κλπ) ή επιχειρήσεις επιχορηγούμενες από το Κράτος, η αποζημίωση που οφείλεται σύμφωνα με το ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, δεν δύναται να υπερβαίνει σε κάθε περίπτωση το ποσό των 240.000 δραχμών, καταργούμενης κάθε αντίθετης ειδικής διάταξης νόμου ή σύμβασης οποιασδήποτε μορφής ή τυχόν υπάρχοντος εθίμου.

Το ανώτατο αυτό όριο αποζημίωσης αυξήθηκε διαδοχικά και ήδη, με το άρθρο 21 παρ.13 του ν. 3144/2003, έχει προσδιορισθεί στο ποσό των 15.000 ευρώ. Στο άρθρο 3 του ίδιου α.ν. 173/1967 ορίζεται ότι στις περιπτώσεις που ειδική διάταξη νόμου ή κανονισμού ή σύμβασης, αναφερόμενη σε ανώνυμες εταιρίες ή κοινωφελείς επιχειρήσεις, προβλέπει, κατά το χρόνο της απομάκρυνσης υπαλλήλων από την εργασία, την καταβολή σε αυτούς και άλλης πρόσθετης αποζημίωσης, πέραν της προβλεπόμενης από το ν. 2112/1920, η αποζημίωση αυτή δεν δύναται να υπερβαίνει το 15% εκείνης που καθορίζεται από το ως άνω άρθρο 2 παρ.2 του α.ν. 173/1967.

Ακόμη, στο άρθρο 1 παρ.1 του ν.δ. 618/1970 ορίζεται ότι τα ανώτατα όρια αποζημίωσης, που καθορίζονται από τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ.2 και του άρθρου 3 του α.ν. 173/1967, ισχύουν για κάθε περίπτωση αποζημίωσης, που οφείλεται, δυνάμει γενικής ή ειδικής διάταξης νόμου ή κανονισμού ή σύμβασης, στους υπαλλήλους και εργάτες, οι οποίοι συνδέονται με οποιαδήποτε σχέση εργασίας με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις τράπεζες, τις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας ή επιχειρήσεις επιχορηγούμενες από το Κράτος και αποχωρούν ή απομακρύνονται ή απολύονται από την εργασία, καταργούμενης κάθε αντίθετης γενικής ή ειδικής διάταξης νόμου, κανονισμού, σύμβασης οποιασδήποτε μορφής και εθίμου.

Οι ως άνω διατάξεις, ως εκ του σκοπού θέσπισής τους, που προδήλως έγκειται στον περιορισμό, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, των αποζημιώσεων των προαναφερομένων μισθωτών για την οικονομική ανακούφιση του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των άλλων οργανισμών και επιχειρήσεων, περιλαμβανομένων και των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, δεδομένου ότι οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικά τους φορολογουμένους και, στις περιπτώσεις των μη επιχορηγουμένων από το Κράτος επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, το κόστος των παρεχομένων στους πολίτες υπηρεσιών (ΟλΑΠ 10/1998, ΟλΑΠ 34/1997), αποτελούν διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια, αφού τείνουν τελικά σε προστασία και των πολιτών και υπερισχύουν γι' αυτό των ευνοϊκότερων όρων των ΣΣΕ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 3 του ν. 1876/1990 (ΑΠ 174/2019, ΑΠ 614/2018).

Οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, έχοντας εξ ορισμού ως αντικείμενο την εξυπηρέτηση κοινωφελών σκοπών, για τους οποίους πρωτίστως ενδιαφέρεται το Κράτος, αποτελούν, κατά κανόνα, κατηγορία δημοσίων επιχειρήσεων, που ελέγχονται από το Δημόσιο ή άλλα νομικά πρόσωπα ή οργανισμούς δημοσίου χαρακτήρα. Αποφασιστικό, όμως, στοιχείο για το χαρακτηρισμό μίας επιχείρησης ως κοινής ωφέλειας δεν είναι η νομική μορφή ή ο φορέας της, ούτε το νομικό καθεστώς που διέπει την ίδρυση και λειτουργία της, αλλά η φύση των υπηρεσιών της που πρέπει να είναι ζωτικής σημασίας για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου (ΟλΑΠ 20/2006).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 19 παρ.1 και 2 του προϊσχύσαντος Γενικού Κανονισμού Προσωπικού του ΟΤΕ (ΓΚΠ-ΟΤΕ), ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο 54 παρ.1 του ν.δ. 165/1973 και επέχει ισχύ νόμου, όπως το εδ. γ' της παρ.2 τροποποιήθηκε με την 6395/1985 απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Μεταφορών και Επικοινωνιών (ΦΕΚ Β' 541/16-9-1985), το οποίο, κατά το άρθρο 44 του νέου κανονισμού, εξακολουθεί να ισχύει για το προσωπικό που υπηρετούσε ως μόνιμο ή δόκιμο κατά την 10-6-1999, το μόνιμο προσωπικό του ΟΤΕ, όταν απολύεται (αποχωρεί) με αίτησή του, λόγω 30ετούς πραγματικής υπηρεσίας ή, προκειμένου περί γυναικών, λόγω 25ετούς πραγματικής υπηρεσίας και εφόσον είναι έγγαμες ή έχουν ανήλικα τέκνα τα οποία συνοικούν με αυτές, 15ετούς πραγματικής υπηρεσίας, "λαμβάνει την υπό της κειμένης νομοθεσίας περί καταγγελίας συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικών υπαλλήλων, ως εκάστοτε ισχύει αύτη, οριζόμενη αποζημίωση".

Από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων, ενόψει και του σκοπού που υπαγόρευσε το νομοθετικό περιορισμό της αποζημίωσης στα άνω ανώτατα όρια, συνάγεται ότι η οφειλόμενη αποζημίωση υπολογίζεται μεν σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2112/1920, πλην όμως υπόκειται ως προς το ανώτατο όριο στους περιορισμούς που τίθενται από τις προαναφερόμενες διατάξεις του νόμου, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα (ΟΤΕ ΑΕ), κατά τις διατάξεις που διέπουν την ίδρυση, οργάνωση και λειτουργία της (ν.δ. 1049/1949, α.ν. 301/1968, άρθρο 54 παρ.1 ν.δ. 165/1973, ν. 2167/1993, ν. 2257/1994) ήταν εξαρχής και εξακολούθησε να είναι, και κατά τον κρίσιμο χρόνο, επιχείρηση κοινής ωφέλειας, ειδικά, άλλωστε, μνημονεύεται τούτο στο άρθρο 2 παρ.2 του α.ν. 173/1967.

Το χαρακτήρα αυτό, ως επιχείρησης κοινής ωφέλειας, δεν απέβαλε από το γεγονός της εξόδου της από το δημόσιο τομέα, δυνάμει του π.δ. 361/1991, όπως ρητά αναφέρεται στο άρθρο πρώτο του ν. 2257/1994, σύμφωνα με το οποίο ο ΟΤΕ, "ο οποίος ιδρύθηκε με το ν.δ. 1049/1949 (ΦΕΚ 195 Α') και του οποίου το καταστατικό αναμορφώθηκε με το νόμο 2167/1993 (ΦΕΚ 141 Α'), όπως ισχύει σήμερα, διέπεται εφεξής από τις διατάξεις του παρόντος καταστατικού και του κ.ν. 2190/1920, όπως εκάστοτε ισχύει, χωρίς να μεταβάλλεται η νομική του προσωπικότητα και χωρίς να αλλοιώνεται ο χαρακτήρας του, ως ανώνυμης εταιρίας που ασκεί επιχείρηση δημόσιας ωφέλειας".

Το ότι το ανώτατο όριο αποζημίωσης αυξήθηκε ακολούθως με ειδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, δεν επέφερε κατάργηση του νομοθετικώς θεσπισμένου ορίου, ώστε η οφειλόμενη από τον ΟΤΕ αποζημίωση να έχει πλέον εξομοιωθεί με τη γενικώς προβλεπόμενη στο ν. 2112/1920 (ΟλΑΠ 10/1998). Τέλος, με την παρ.3 του άρθρου 3 του ν. 2374/1996 (Εισαγωγή μετοχών του ΟΤΕ στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και άλλες διατάξεις), ορίζεται ότι: "Οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του α.ν. 173/1967 (ΦΕΚ 189 Α') που αφορούν στο ύψος της οφειλόμενης στο απολυόμενο προσωπικό του ΟΤΕ αποζημίωσης του ν. 2112/1920 (ΦΕΚ 57 Α'), όπως ισχύουν, μετά τις υπογραφείσες μεταξύ του ΟΤΕ και της Ομοσπονδίας Εργαζομένων ΟΤΕ (ΟΜΕ-ΟΤΕ) Ειδικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας και τις αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου ΟΤΕ εξακολουθούν να ισχύουν".

Επίσης, αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί από το άρθρο πρώτο (προοίμιο) του ν. 3676/2008, σύμφωνα με το οποίο "Η εταιρία με την επωνυμία Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος ΑΕ (ΟΤΕ) είναι επιχείρηση ηλεκτρονικών επικοινωνιών, νομίμως συσταθείσα και λειτουργούσα ως ανώνυμη εταιρία ....", αφού δεν αλλοιώνεται ο χαρακτήρας της, ως ανώνυμης εταιρίας που ασκεί επιχείρηση κοινής ωφέλειας, ούτε και από το άρθρο 38 παρ.3 του ν. 3522/2006, που ορίζει ότι, από την έναρξη ισχύος του, εφαρμόζεται στο σύνολο του προσωπικού του ΟΤΕ ο Εσωτερικός Κανονισμός Προσωπικού της COSMOTE ΑΕ, όπως ισχύει, με την εξαίρεση των άρθρων 11, 12, 13, καταργούμενης κάθε αντίθετης διάταξης νόμου, όρου συλλογικής σύμβασης εργασίας κλπ, που αφορούν σε θέματα εσωτερικού κανονισμού και αντίκεινται στις ρυθμίσεις του ως άνω Κανονισμού της COSMOTE, με την επιφύλαξη των εκεί αναφερομένων διατάξεων που εξακολουθούν να ισχύουν, το οποίο σαφώς ρυθμίζει μόνο το θέμα εναρμόνισης του κανονισμού προς αυτόν της COSMOTE (ΑΠ 675/2014).

Τέλος, με τον 9ο όρο της από 25-6-2001 επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας (ΕΣΣΕ) μεταξύ ΟΤΕ και ΟΜΕ- ΟΤΕ, ορίζεται ότι "Η πρόσθετη αποζημίωση των τριών (3) μηνιαίων μισθών που χορηγούνται στο απολυόμενο προσωπικό, σύμφωνα με την απόφαση που πάρθηκε στην 2122/7-6-1989 (θ.33) συνεδρίαση του ΔΣ- ΟΤΕ, η οποία κατέστη όρος της από 7-3-1990 ΕΣΣΕ, αυξάνεται από 2-1-2002 σε πέντε (5) μηνιαίους μισθούς. [...]".

Η πρόσθετη αυτή αποζημίωση, με τον 6ο όρο της από 30-6-2003 ΕΣΣΕ αυξήθηκε από 2-1-2004 σε επτά (7) μηνιαίους μισθούς και με τον 6ο όρο της από 19-5-2004 ΕΣΣΕ αυξήθηκε από 2-1-2005 σε εννέα (9) μηνιαίους μισθούς.

3.Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο συγκεκριμένος λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, ενώ ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώθηκε σαφώς, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών (ΟλΑΠ 15/2006).

4.Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 3132/2018 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη: Ότι οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι) Ε. Α., Π. Τ., Π. Λ. και Κ. Τ., προσλήφθηκαν από την εναγομένη εταιρία (ήδη αναιρεσείουσα) την 18-2-1985, 11-9-1984, 4-10-1984 και 28-5-1985, αντίστοιχα, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, διεπόμενες από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού ΟΤΕ και των οικείων συλλογικών συμβάσεων εργασίας, που ίσχυαν κάθε φορά μεταξύ της εναγομένης και του προσωπικού της και προσέφεραν τις υπηρεσίες τους σε αυτή μέχρι την 30-12-2012, οπότε και απολύθηκαν, έχοντας συμπληρώσει την 31-12-2012 πραγματική υπηρεσία 27 έτη, 10 μήνες και 12 ημέρες (ο 1ος), 28 έτη, 3 μήνες και 19 ημέρες (ο 2ος), 28 έτη, 2 μήνες και 25 ημέρες (ο 3ος) και 28 (το σωστό 27) έτη, 7 μήνες και 2 ημέρες (ο 4ος).

Ότι η εναγομένη το έτος 2012 αποφάσισε να εφαρμόσει οικειοθελή αποχώρηση μέρους του προσωπικού της και προς υλοποίηση αυτής εξέδωσε την …/…/…-11-2012 απόφαση του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της, όπως τροποποιήθηκε με την …/…/…-11-2012 απόφαση αυτού, όπου καθορίσθηκαν α) οι όροι και οι προϋποθέσεις που έπρεπε να πληρούνται για να υπαχθεί κάποιος στην οικειοθελή αποχώρηση και β) οι χρηματικές παροχές προγράμματος που θα ελάμβαναν οι αποχωρούντες, σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις εφαρμογής της άνω απόφασης.

Ότι ειδικότερα, ορίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι το πρόγραμμα αυτό απευθύνεται στο προσωπικό του ΟΤΕ με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, το οποίο θα αποχωρήσει την 30-12-2012 στο πλαίσιο του προγράμματος αυτού και πληροί τους παρακάτω όρους: α) έχει ή θα έχει συμπληρώσει μέχρι την 31-12-2012, χρόνο ασφάλισης 25 ετών, εκ των οποίων τα 15 τουλάχιστον είναι έτη πραγματικής υπηρεσίας στον ΟΤΕ, και β) θεμελιώνει από 1-1-2013 μέχρι 31-12-2013 (το σωστό 31-12-2015) δικαίωμα άμεσης συνταξιοδότησης (πλήρους ή μειωμένης), σύμφωνα με τα οριζόμενα στην κείμενη ασφαλιστική νομοθεσία, όπως ισχύει σήμερα.

Ότι στο άνω προσωπικό, το οποίο θα αποχωρήσει οικειοθελώς από την εταιρία την 30-12-2012, θα καταβληθεί ως οικονομικό κίνητρο οικειοθελούς αποχώρησης η προβλεπόμενη αποζημίωση για τον αποχωρούντα εργαζόμενο στον ΟΤΕ σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, την παραπάνω ημερομηνία αποχώρησής του, και πρόσθετο μικτό ποσό, όπως αναλύεται στο συνημμένο παράρτημα 1.

Ότι μετά την υποβολή σχετικών αιτήσεων εκ μέρους των εναγόντων, τις οποίες αποδέχθηκε η εναγομένη, υπεγράφησαν μεταξύ των διαδίκων ιδιωτικά συμφωνητικά λύσης σύμβασης εργασίας και ειδικότερα, ο πρώτος εξ αυτών (Ε. Α.) υπέγραψε το από 12-12-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης σύμβασης εργασίας, όπου αναγράφεται α) αποζημίωση απόλυσης ύψους 25.090 ευρώ, λόγω του προβλεπόμενου στο άρθρο 2 παρ.2 του α.ν. 173/1967 ορίου, και β) πρόσθετο μικτό ποσό ύψους 81.957,86 ευρώ, ήτοι σύνολο 107.050 ευρώ μικτά (καθαρά 101.640 ευρώ), ο δεύτερος (Π.

Τ.) υπέγραψε το από 11-12-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης σύμβασης εργασίας, όπου αναγράφεται α) αποζημίωση απόλυσης ύψους 25.090 ευρώ, λόγω του προβλεπόμενου στο άρθρο 2 παρ.2 του α.ν. 173/1967 ορίου, και β) πρόσθετο μικτό ποσό ύψους 126.250,45 ευρώ, ήτοι σύνολο 151.350 ευρώ μικτά (καθαρά 136.945 ευρώ), ο τρίτος ενάγων (Π. Λ.) υπέγραψε το από 11-12-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης σύμβασης εργασίας, όπου αναγράφεται α) αποζημίωση απόλυσης ύψους 25.090 ευρώ, λόγω του προβλεπόμενου στο άρθρο 2 παρ.2 του α.ν. 173/1967 ορίου, και β) πρόσθετο μικτό ποσό ύψους 90.426,53 ευρώ, ήτοι σύνολο 115.520 ευρώ μικτά (καθαρά 108.416 ευρώ), και ο τέταρτος (Κ.

Τ.) υπέγραψε το από 18-12-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης σύμβασης εργασίας, όπου αναγράφεται α) αποζημίωση απόλυσης ύψους 25.090 ευρώ, λόγω του προβλεπόμενου στο άρθρο 2 παρ.2 του α.ν. 173/1967 ορίου, και β) πρόσθετο μικτό ποσό ύψους 128.927,42 ευρώ, ήτοι σύνολο 154.020 ευρώ μικτά (καθαρά 138.814 ευρώ). Ότι μετά από αυτά οι ενάγοντες αποχώρησαν οικειοθελώς από την υπηρεσία, την 30-12-2012, λαμβάνοντας τα ανωτέρω ποσά, ενώ η εναγομένη αρνήθηκε να τους καταβάλει την προβλεπόμενη από το άρθρο 6 της από 19-5-2004 ΕΣΣΕ πρόσθετη αποζημίωση, την οποία δικαιούνται οι προβλεπόμενες στο άρθρο 19 του προϊσχύσαντος ΓΚΠ-ΟΤΕ, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 44 του ΕΚΠ-ΟΤΕ, κατηγορίες, που αποχωρούν βάσει του Κανονισμού Προσωπικού, καθώς θεωρείται ότι έχουν θεμελιώσει δικαίωμα αποχώρησης με συνθήκες απόλυσης, που είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη χορήγησή της και ειδικότερα, μεταξύ άλλων κατηγοριών, όσοι υποβάλλουν αίτηση για αποχώρηση μετά τη συμπλήρωση 30ετούς ή 25ετούς πραγματικής υπηρεσίας από τον αρχικό τους διορισμό στην εναγομένη, προκειμένου περί διευθυντών (άρθρο 19 παρ.1 εδ.

ι), καθώς και το θήλυ προσωπικό μετά τη συμπλήρωση 25ετούς πραγματικής υπηρεσίας από τον αρχικό διορισμό του στην εναγομένη. Ότι η ανωτέρω πρόσθετη αποζημίωση των εννέα μηνιαίων μισθών των αποχωρούντων με αίτησή τους υπαλλήλων της εναγομένης, η οποία προβλέφθηκε το πρώτον στην από 7-3-1990 ΕΣΣΕ και αφορούσε αρχικά πρόσθετη αποζημίωση τριών μηνιαίων μισθών, θεσπίσθηκε ως κίνητρο για την αποχώρηση του πλεονάζοντος προσωπικού και την εντεύθεν οικονομική ανακούφιση του ΟΤΕ δια της απαλλαγής του από της μισθοδοσίας του προσωπικού αυτού, ανεξάρτητο της καταβλητέας στο προσωπικό του, κατά τον ΓΚΠ- ΟΤΕ, αποζημίωσης, για την αποχώρησή του λόγω ορίου ηλικίας.

Ότι, συνεπώς, αν και αναφέρεται ως (πρόσθετη) αποζημίωση, στο μέτρο που αφορά αποχωρούντες με αίτησή τους υπαλλήλους του ΟΤΕ και αποτελεί κίνητρο για αποχώρηση του πλεονάζοντος προσωπικού και την εντεύθεν οικονομική ανακούφιση του ΟΤΕ δια της απαλλαγής του από της μισθοδοσίας του προσωπικού αυτού, δεν υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 2 του α.ν. 173/1967.

Ότι οι ενάγοντες, δεδομένου ότι την 31-12-2012 είχαν συμπληρώσει πραγματική υπηρεσία 27 έτη, 10 μήνες και 12 ημέρες (ο 1ος), 28 έτη, 3 μήνες και 19 ημέρες (ο 2ος), 28 έτη, 2 μήνες και 25 ημέρες (ο 3ος) και 28 (το σωστό 27) έτη, 7 μήνες και 2 ημέρες (ο 4ος), δεν πληρούσαν την προβλεπόμενη από το άρθρο 19 παρ.1 εδ.ι του προϊσχύσαντος ΓΚΠ-ΟΤΕ προϋπόθεση, όπως οι άρρενες συνάδελφοί τους, οι οποίοι έλαβαν την επίδικη παροχή (πρόσθετη αποζημίωση), πλην όμως πληρούσαν την αναφερόμενη στο άρθρο 19 παρ.2 εδ.

γ' προϋπόθεση, η οποία, βέβαια, αφορά το θήλυ προσωπικό, αλλά εισάγει ανεπίτρεπτη διάκριση υπέρ των γυναικών εργαζομένων στην εναγομένη, σε σχέση με τους άρρενες συναδέλφους τους, ως αντικείμενη στις διατάξεις των άρθρων 4, 22, 116 του Συντάγματος, του ν. 1414/1984 και του ν. 3896/2010, αφού παραβιάζει την αρχή της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης των δύο φύλων, χωρίς να συντρέχουν ιδιαίτεροι λόγοι ή λόγοι δημοσίου συμφέροντος, που επιβάλλουν την ειδική αυτή μεταχείριση, πρέπει να τύχει εφαρμογής και στους άρρενες συναδέλφους τους, ως εν προκειμένω.

Ότι η επίδικη παροχή (πρόσθετη αποζημίωση) ισούται με εννέα μισθούς, προσαυξημένους κατά 2/12 για αναλογία επιδομάτων εορτών και άδειας. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο υπολόγισε την πρόσθετη αποζημίωση των εναγόντων, με βάση τις αποδοχές του τελευταίου προ της απόλυσής τους μήνα, στα ποσά των 27.564,84 ευρώ, 27.752,31 ευρώ, 27.190,62 ευρώ και 26.905,59 ευρώ, αντίστοιχα, τα οποία και επιδίκασε στους ενάγοντες (κατά το ποσό των 20.000 ευρώ για τον καθένα καταψηφιστικά και κατά το υπόλοιπο αναγνωριστικά), με το νόμιμο τόκο από 1-1-2013, κατά παραδοχή της δεύτερης (επικουρικής) βάσης της αγωγής, της στηριζόμενης στις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης των δύο φύλων, αφού εξαφάνισε την εκεί εκκαλουμένη απόφαση, με την οποία είχαν επιδικασθεί τα ίδια ποσά, κατά παραδοχή της βάσης της αγωγής, της στηριζόμενης στις διατάξεις του ΓΚΠ-ΟΤΕ και των οικείων ΕΣΣΕ.

5.Το Μονομελές Εφετείο, με την κρίση ότι η πρόσθετη αποζημίωση των εννέα μηνιαίων μισθών των αποχωρούντων με αίτησή τους υπαλλήλων της εναγομένης, η οποία προβλέφθηκε το πρώτον στην από 7-3-1990 ΕΣΣΕ και αφορούσε αρχικά πρόσθετη αποζημίωση τριών μηνιαίων μισθών, η οποία αυξήθηκε διαδοχικά σε εννέα μηνιαίους μισθούς, θεσπίσθηκε ως κίνητρο για την αποχώρηση του πλεονάζοντος προσωπικού και την εντεύθεν οικονομική ανακούφιση του ΟΤΕ, ανεξάρτητα της καταβλητέας, κατά τον ΓΚΠ- ΟΤΕ, αποζημίωσης και ότι, αν και αναφέρεται ως πρόσθετη αποζημίωση, στο μέτρο που αφορά αποχωρούντες με αίτησή τους υπαλλήλους του ΟΤΕ και αποτελεί κίνητρο για αποχώρηση του πλεονάζοντος προσωπικού, δεν υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 2 παρ.2 του α.ν. 173/1967 [μολονότι, κατά τις παραδοχές, οι ενάγοντες έλαβαν ως κίνητρο οικειοθελούς αποχώρησης, πέραν της αποζημίωσης απόλυσης, και πρόσθετο χρηματικό ποσό (κατά τα ανωτέρω με αρ.4)], παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ.2, 3 του α.ν. 173/1967, 1 παρ.1 και 2 του ν.δ. 618/1970 και τους σχετικούς με την ως άνω αποζημίωση όρους των από 7-3-1990, 25-6-2001, 30-6-2003 και 19-5-2004 ΕΣΣΕ.

Τούτο διότι η εν λόγω παροχή των εννέα μηνιαίων μισθών, όπως αυξήθηκε διαδοχικά με τις προαναφερόμενες ΕΣΣΕ και χορηγείται στο προσωπικό που απολύεται σύμφωνα με τις διατάξεις του ΓΚΠ-ΟΤΕ, αποτελεί πρόσθετη αποζημίωση απόλυσης, πέραν αυτής του ν. 2112/1920, η οποία, λόγω του ότι η εναγομένη συνιστά επιχείρηση κοινής ωφέλειας, υπόκειται ως προς το ανώτατο όριο στον περιορισμό που τίθεται με το άρθρο 3 του α.ν. 173/1967.

Επομένως, η πρώτος λόγος της αίτησης, κατά το μέρος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, όπως αυτός συμπληρώνεται αυτεπαγγέλτως με την παρούσα απόφαση (ΚΠολΔ 562 παρ.4, όπως ισχύει μετά το ν. 4335/2015), είναι βάσιμος.

Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, καθόσον αριθμητικώς απλώς γίνεται επίκληση της διάταξης που τον προβλέπει, χωρίς προσδιορισμό συγκεκριμένου σφάλματος της νόμιμης βάσης.

6.Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 441 και 442 ΑΚ συνάγεται ότι ο συμψηφισμός, ο οποίος επιφέρει την δια συνυπολογισμού απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων υφισταμένων αμοιβαίων, ομοειδών κατ' αντικείμενο και ληξιπροθέσμων απαιτήσεων, συντελείται με δήλωση μονομερή, απευθυντέα προς τον άλλον, η οποία δεν υποβάλλεται σε συστατικό τύπο και δεν υπόκειται σε ανάκληση.

Το αποσβεστικό αποτέλεσμα του συμψηφισμού επέρχεται είτε η σχετική δήλωση προβληθεί στο δικαστήριο είτε εξωδίκως, είναι δε δυνατόν να προβληθεί και κατά την εκτέλεση, αν η σχετική ανταπαίτηση αποδεικνύεται παραχρήμα, δηλαδή με έγγραφο ή δικαστική ομολογία. Κατά το χρόνο επίκλησης του συμψηφισμού, πρέπει να υφίσταται κατά νόμο η απαίτηση, ήτοι να είναι έγκυρη και να μην υπόκειται σε κάποια ουσιαστική ένσταση, αναβλητική ή ανατρεπτική, χωρίς να εξετάζεται ο μετέπειτα διαρρέων χρόνος από την άποψη του αποτελέσματος που ήδη επήλθε (ΑΠ 633/2015, ΑΠ 1617/2009).

Εξάλλου, από το γεγονός ότι ο νόμος ρυθμίζει τον μεταξύ δύο προσώπων μονομερή ή αναγκαστικό συμψηφισμό, που επέρχεται, κατά τους όρους των ανωτέρω διατάξεων του ΑΚ, κατόπιν μονομερούς δήλωσης του ενός από αυτά, δεν αποκλείεται η δυνατότητα απόσβεσης αμοιβαίων απαιτήσεων με συμψηφισμό, κατόπιν συμφωνίας των ενδιαφερομένων μερών.

Πρόκειται για το λεγόμενο συμβατικό ή εκούσιο συμψηφισμό, που συνάπτεται με βάση την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ 361). Το περιεχόμενο μίας τέτοιας σύμβασης, που είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη (ΑΚ 174 και 178), καθορίζουν ελεύθερα τα μέρη, τα οποία μπορούν να συμφωνήσουν το συμψηφισμό των μεταξύ τους υφισταμένων απαιτήσεων και χωρίς να συντρέχουν οι όροι του νόμου, δηλαδή χωρίς οι αμοιβαίες απαιτήσεις να είναι ληξιπρόθεσμες και ομοειδείς και χωρίς να απαιτείται πρόταση συμψηφισμού με δήλωση του ενός συμβαλλομένου προς τον άλλον (ΑΠ 782/2014, ΑΠ 1914/2011, ΑΠ 769/2004).

Αποτέλεσμα της σύμβασης αυτής είναι η απόσβεση των εκατέρωθεν απαιτήσεων, η οποία επέρχεται αυτοδικαίως από τη στιγμή που θα συνυπάρξουν, η δε επίκληση του συμβατικού συμψηφισμού αποτελεί και θεμελιώνει ένσταση εξόφλησης (ΑΠ 411/2014).

7.Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, πέραν των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω, αφού παραθέτει τον ισχυρισμό της εναγομένης περί συμβατικού συμψηφισμού, συνιστάμενο στο ότι τα καταβληθέντα στους ενάγοντες χρηματικά ποσά υπερκαλύπτουν τις επίδικες απαιτήσεις και, ως εκ τούτου, η αξίωση του καθενός έχει ήδη αποσβεσθεί δυνάμει ρήτρας που περιλαμβάνεται στο καταρτισθέν ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης της σύμβασης εργασίας, στο οποίο επί λέξει διαλαμβάνεται ότι "...

ο μισθωτός αναγνωρίζει και δηλώνει ανεπιφύλακτα ότι με την καταβολή του ανωτέρω συνολικού ποσού υπερκαλύπτεται και σε αυτό συμψηφίζεται κάθε τυχόν χρηματική αξίωση του οικειοθελούς αποχωρούντος εργαζομένου έναντι της εταιρίας, που συνδέεται με τη λύση της σύμβασης εργασίας του", δέχθηκε τα εξής: Ότι η ρήτρα αυτή είναι κατ' αρχήν έγκυρη, ανεξαρτήτως της συνδρομής ή μη των όρων των άρθρων 440 επ.

ΑΚ, καθώς το περιεχόμενό της καθορίζεται ελεύθερα από τα μέρη. Ότι πρέπει, όμως, να σημειωθεί ότι η αντίστοιχη ρήτρα περιέχεται στο σύνολο των συμφωνητικών που καταρτίσθηκαν στο πλαίσιο του ως άνω προγράμματος οικειοθελούς αποχώρησης, ήτοι και σε αυτά στα οποία συμβλήθηκε το οικειοθελώς αποχωρήσαν θήλυ προσωπικό, στο οποίο παρά ταύτα καταβλήθηκε η επίδικη παροχή, χωρίς την προβολή αντιστοίχου ισχυρισμού, συμπεριφορά που από μόνη της συνιστά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης.

Ότι, πάντως, ανεξάρτητα από αυτή την επισήμανση, η επίδικη απαίτηση δεν συνιστά αξίωση προερχόμενη αποκλειστικά από τη λύση της σύμβασης εργασίας των εναγόντων, ώστε να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της ως άνω ρήτρας συμβατικού συμψηφισμού, αλλά αξίωση πηγάζουσα πρωτίστως από την παραβίαση της αρχής της ισότητας, δηλαδή έχει διαφορετικό νομικό και πραγματικό έρεισμα.

Ότι, συνεπώς, ο πιο πάνω αυτοτελής ισχυρισμός, που παραδεκτά προτάθηκε, αν και νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 361 και 440 επ. ΑΚ, τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσία.

8.Με την κρίση αυτή, το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που αναφέρονται ανωτέρω (με αριθμό 6), αφού η συνομολογηθείσα σύμβαση περί συμψηφισμού των πιο πάνω αμοιβαίων απαιτήσεων δεν απαγορεύεται, ούτε αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου, τα δε ως άνω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, δεν επιτρέπουν να διακριβωθεί αν η έννομη συνέπεια είναι ορθή, ότι δηλαδή αυτά συνιστούν παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης.

Προσέτι δε, ενώ δέχεται ότι η ρήτρα του συμβατικού συμψηφισμού "είναι κατ' αρχήν έγκυρη", με ασαφή και ανεπαρκή αιτιολογία (ότι η επίδικη απαίτηση δεν συνιστά αξίωση προερχόμενη από τη λύση της σύμβασης εργασίας, αλλά πρωτίστως από την παραβίαση της αρχής της ισότητας), κατέληξε στο πόρισμα ότι οι επίδικες απαιτήσεις δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της ρήτρας συμβατικού συμβιβασμού, χωρίς να αιτιολογεί γιατί αυτές δεν είναι απόρροια της λύσης της εργασιακής σχέσης, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω διατάξεων.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 416, 440, 288 ΑΚ, 4 παρ.1 και 22 παρ.1β' του Συντάγματος, είναι βάσιμος.

Μετά την παραδοχή του λόγου αυτού, καθίσταται αλυσιτελής η εξέταση του δευτέρου μέρους του ίδιου λόγου από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο πλήττεται το ίδιο κεφάλαιο.

9.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει, κατά παραδοχή των ανωτέρω λόγων της αίτησης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που αφορά την παραδοχή της δεύτερης (επικουρικής) βάσης της αγωγής και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ. 2).

10.Κατά το άρθρο 579 παρ.2 ΚΠολΔ, "Αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση". Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τις προτάσεις που κατέθεσε την 18-11-2019, ζητεί την επιστροφή των ποσών των 24.287,29 ευρώ, 21.677,23 ευρώ, 23.957,57 ευρώ και 21.015,86 ευρώ, τα οποία κατέβαλε, εκουσίως, προς τους αναιρεσιβλήτους, αντίστοιχα, σε εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης, για τα επιδικασθέντα κεφάλαια και τους επ' αυτών δικονομικούς τόκους. Η καταβολή προαποδεικνύεται από τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα καταβολής της αναιρεσείουσας. Μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι να αποδώσουν τα εν λόγω ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 3132/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Διατάσσει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση πριν από την εκτέλεση της αναιρεθείσας απόφασης.

Υποχρεώνει τους αναιρεσιβλήτους να αποδώσουν στην αναιρεσείουσα, ο πρώτος Ε. Α. του Κ. το ποσό των είκοσι τεσσάρων χιλιάδων διακοσίων ογδόντα επτά ευρώ και είκοσι εννέα λεπτών (24.287,29 €), ο δεύτερος Π. Τ. του Ι. το ποσό των είκοσι μία χιλιάδων εξακοσίων εβδομήντα επτά ευρώ και είκοσι τριών λεπτών (21.677,23 €), ο τρίτος Π. Λ. του Ζ. το ποσό των είκοσι τριών χιλιάδων εννιακοσίων πενήντα επτά ευρώ και πενήντα επτά λεπτών (23.957,57) και ο τέταρτος Κ. Τ. του Σ. το ποσό των είκοσι μία χιλιάδων δεκαπέντε ευρώ και ογδόντα έξι λεπτών (21.015,86 €), όλα με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 24η Ιουνίου 2020.

-Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 23η Δεκεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ