Supreme Court allows partial appeal against bank employees' severance claim, overturning lower court's dismissal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the first ground of appeal while the appellant withdrew the remaining three grounds. The lower court had dismissed the bank employees' claim for severance pay, ruling that the six-month limitation period did not apply to voluntary departures with employer consent. The Court found this interpretation violated the specific statutory provisions regarding the applicability of the limitation period to such cases.
Legislator headnote
AI generatedArticles 6 and 8 of Law 3198/1955; The six-month limitation period for claiming severance pay applies to voluntary departures with employer consent, as the added text in Article 8 does not restrict the scope of Article 6.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 549 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 549/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Λένη, ο οποίος δήλωσε ότι παραιτείται από τους 2ο, 3ο και 4ο λόγους αναιρέσεως.
Των αναιρεσιβλήτων: 1..., 2)..., 3)..., 4)..., 5)..., 6)... και 7).... Εκπροσωπήθηκαν όλοι τους (σύνολο 7) από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βάϊα Λάμπρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-5-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 1050/2002 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητά η αναιρεσείουσα με την από 31-7-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 7-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Η πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή η προσβαλλόμενη 1050/2002 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, όπως από αυτήν προκύπτει, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και δημοσιεύθηκε την 21.11.2002, χωρίς να προκύπτει ότι έχει γίνει επίδοση αυτής. Η ένδικη αίτηση αναιρέσεως κατ' αυτής, όπως προκύπτει από το αναιρετήριο, κατατέθηκε στον αρμόδιο γραμματέα την 31.7.2008, πριν δηλαδή περάσουν συνολικά έξι (6) έτη από την επομένη της δημοσιεύσεώς της. Επομένως, έχει ασκηθεί εμπροθέσμως, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 321, 553 παρ. 1, 518 παρ. 2, 564 παρ. 3 και 144 παρ. 1 του ΚΠολΔ, και είναι παραδεκτή.
Eπειδή από τις διατάξεις των άρθρ. 294, 296 και 297 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρ. 573§1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για αναίρεση, προκύπτει ότι παραίτηση, ολική ή μερική, από το δικόγραφο του ένδικου μέσου που έχει ασκηθεί, όπως είναι και η αναίρεση (άρθρ. 495§1 του Κ.Πολ.Δ.), μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωση, πριν αρχίσει η συζήτηση.
Η δήλωση αυτή, καταχωριζόμενη στα πρακτικά, επιφέρει αντίστοιχη, ανάλογα με το περιεχόμενο και την έκτασή της, κατάργηση της δίκης (ΑΠ (ολ) 7/1993). Επομένως, η παραίτηση της αναιρεσείουσας από το δικόγραφο της ένδικης αίτησης από τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους της αναιρέσεως, που έγινε με δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου πριν από την προφορική συζήτηση της υποθέσεως και καταχωρίσθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως, είναι νόμιμη και συνεπάγεται κατάργηση της δίκης, αλλά μόνο ως προς τους λόγους αυτούς αναιρέσεως, που θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε (άρθρ. 295§1 και 299 του Κ.Πολ.Δ.).
Επειδή, κατά το άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 3198/1955 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί καταγγελίας της σχέσεως εργασίας διατάξεων", κάθε αξίωση μισθωτού για καταβολή ή συμπλήρωση της, κατά το ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, ή το β.δ. της 16/18-7-1920, αποζημιώσεως, είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιήθηκε εντός εξαμήνου από τότε που η αξίωση έγινε απαιτητή.
Εξάλλου, κατά το εδάφιο α' του άρθρου 8 του ίδιου νόμου, μισθωτοί που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστου χρόνου, αν συμπληρώσουν δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του ν. 2112/1920 ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας ή σε περίπτωση ελλείψεως αυτού το 65ο έτος της ηλικίας τους, και αποχωρήσουν από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το μισό της οριζόμενης, από το ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, αποζημίωσης για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας.
Περαιτέρω, κατά το εδάφιο β' του ίδιου άρθρου, όπως αυτό προστέθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου 8 του ν. 3789/1957 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 435/1976, μισθωτοί γενικά που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού, για την χορήγηση συντάξεως, αν συμπλήρωσαν ή θα συμπληρώσουν τις προϋποθέσεις λήψης πλήρους συντάξεως γήρατος, μπορούν, αν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη να αποχωρούν της εργασίας, αν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε να αποχωρούν ή να απομακρύνονται της εργασίας τους από τον εργοδότη, αφού λάβουν σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, οι μεν επικουρικώς ασφαλισμένοι το 40%, οι δε μη ασφαλισμένοι επικουρικώς το 50% της αποζημιώσεως που δικαιούνται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από μέρους του εργοδότη.
Για την κατά τα ανωτέρω χορηγούμενη αποζημίωση στους αποχωρούντες ή απομακρυνόμενους μισθωτούς εφαρμόζονται κατά τα λοιπά όλα τα οριζόμενα από τα άρθρα 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 του ν. 3198/1955, καθώς και από τις διατάξεις του ν. 2112/1920, "περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ιδιωτικών υπαλλήλων", όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, και του β.δ/τος της 16/18-7-1920 "περί επεκτάσεως του ν. 2112/1920 και επί των εργατών, τεχνιτών και υπηρετών", εκτός από τις διατάξεις που αφορούν την προειδοποίηση.
Από την γραμματική ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 8 του ν. 3198/1955 προκύπτει, ότι το πρώτο εδάφιο προβλέπει την καταβολή μειωμένης κατά το ήμισυ αποζημιώσεως, στην περίπτωση αποχωρήσεως του μισθωτού με τη συναίνεση του εργοδότη, με τη συνδρομή των οριζόμενων σε αυτό προϋποθέσεων, μεταξύ των οποίων και η συμπλήρωση του ορίου συνταξιοδοτήσεως.
Με το δεύτερο εδάφιο προβλέπεται η με ελεύθερη επιλογή μονομερής λύση της εργασιακής σχέσης είτε από τον μισθωτό, είτε από τον εργοδότη, εφόσον συντρέχει η προϋπόθεση λήψης πλήρους συντάξεως γήρατος. Μεταξύ της κατά το πρώτο εδάφιο συναινετικής λύσης της εργασιακής σχέσεως και της μονομερούς λύσης αυτής κατά το δεύτερο εδάφιο, δεν υπάρχει ουσιώδης εννοιολογική διαφορά ούτε ανακύπτει σπουδαίος κοινωνικός λόγος που να επιβάλλει τον περιορισμό της ασκήσεως της αγωγής για την καταβολή της προβλεπόμενης από τις διατάξεις αυτές αποζημιώσεως εντός της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας μόνο στην περίπτωση του δεύτερου εδαφίου.
Δεν είναι δε ουσιώδες διαφοροποιό στοιχείο μόνο το γεγονός ότι στην πρώτη περίπτωση η λύση της εργασιακής σχέσης επέρχεται συναινετικώς και στη δεύτερη με τη μονομερή ενάσκηση νόμιμου δικαιώματος ενός από τα συμβαλλόμενα μέρη. Επομένως, είναι σαφής ο σκοπός του νόμου (αρθρ. 5 παρ. 1 ν. 435/1976), με την προσθήκη του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 8 και τη ρητή παραπομπή στο άρθρο 6 του ν. 3198/1955, να ισχύει η προβλεπόμενη από το τελευταίο αυτό άρθρο εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία ασκήσεως της αγωγής και στην περίπτωση της αποχωρήσεως του μισθωτού με τη συγκατάθεση του εργοδότη.
Τα δυο αυτά εδάφια του άρθρου 8 αποτελούν ενιαίο κείμενο και όχι δυο διαφορετικές διατάξεις για κάθε εδάφιο, η ρύθμιση δε του άρθρου 5 του ν. 435/1976 δεν έγινε αυτοτελώς, αλλά με την προσθήκη κειμένου στο ήδη υπάρχον κείμενο του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, ως εάν νομοθετήθηκαν συγχρόνως τα κείμενα των δυο αυτών εδαφίων.
Εφόσον δε η περιλαμβανόμενη στο τελευταίο εδάφιο του άρθρου 5 παρ. 1 του ν. 435/1976 φράση "δια την κατά τα ανωτέρω χορηγουμένην εις τους αποχωρούντας ή απομακρυνομένους μισθωτούς αποζημίωσιν" καλύπτει εννοιολογικά και την αρχικά προβλεπόμενη από το άρθρο 8 εδάφ. α' του ν. 3198/1955 περίπτωση αποχωρήσεως με τη συγκατάθεση του εργοδότη (ΟλΑΠ 118/1972), η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 3198/1955 αποσβεστική προθεσμία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή του πρώτου εδαφίου του άρθρου 8, αφού δεν περιορίζεται ρητά με παραπομπή του προστεθέντος κειμένου σε μόνη τη γενόμενη νέα ρύθμιση (ΟλΑΠ 31/2003, 17/2003).
Στην προκείμενη περίπτωση το Ειρηνοδικείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι υπάλληλοι της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας Τράπεζας, μετά από υπερδεκαπενταετή υπηρεσία αποχώρησαν οικειοθελώς από αυτή με τη συγκατάθεσή της τη 2-2-2000 ο πρώτος, την 17-2-1999 η δεύτερη, την 1-8-1997 η τρίτη, τη 12-6-2000 τη τετάρτη, την 1-4-2000 η πέμπτη, την 4-12-1998 η έκτη και την 4-8-1997 η εβδόμη.
Ακολούθως, με την ένδικη από 15-5-2002 αγωγή τους ζήτησαν την καταβολή σε αυτούς της προβλεπόμενης από το άρθρ. 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955 αποζημιώσεως, αν και παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των έξι μηνών από την αποχώρησή τους. Έκρινε δε το Δικαστήριο της ουσίας ότι η ένδικη αγωγή δεν είναι απαράδεκτη εκ του λόγου αυτού, διότι η διάταξη του άρθρ. 6 παρ. 2 του Ν. 3198/1955 δεν έχει εφαρμογή επί της αποζημιώσεως που δικαιούται ο μισθωτός βάσει του άρθρ. 8 εδ.
α του πιο πάνω νόμου. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 6 παρ. 2 και 8 του Ν. 3198/1955 και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πράγματι από το άρθρ. 560 αρ. 1 του ΚΠολΔ (από παραδρομή αναγράφεται από το άρθρ. 559 αρ. 1 και όχι από τον αρ. 8 του τελευταίου αυτού άρθρου, που πάντως δεν εφαρμόζεται σε αναίρεση κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των κατ' αυτών κατ' έφεση εκδιδομένων αποφάσεων των πρωτοδικείων), είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή (άρθρ. 580§3 του Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1050/2002 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ