Supreme Court dismisses appeal against bank judgment, ruling public immunity does not justify procedural unfairness.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the bank's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment ordering it to pay damages to the Port of Piraeus. The court acknowledged the appellant's claim that the respondent failed to pay court fees, violating its public immunity status and creating an unfair advantage. However, the court ruled that this procedural irregularity did not constitute grounds for appeal under the Civil Procedure Code, as the respondent was not tried in absentia. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 4, 20, 6 of the Constitution; Article 14 of the International Covenant on Civil and Political Rights; The Supreme Court held that a procedural error regarding the non-payment of court fees by a public entity, which created a financial advantage, does not justify an appeal unless the party was tried in absentia.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1314 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1314/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "..." ως καθολικής διαδόχου της αρχικά εναγομένης Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο-Μάρκο Αχουζαρίδη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Λαγούρο με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/6/2001 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7494/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6009/2014 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12/7/2015 αίτησή της και τον από 16/1/2017 πρόσθετο λόγο αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Τζαβάρα ανέγνωσε την από 10/2/2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και του πρόσθετου αυτής λόγου κατά της υπ’ αριθμ. 6009/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και του προσθέτου αυτής λόγου και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 12-7-2015 αίτηση αναίρεσης και τον από 16-1-2017 πρόσθετο αυτής λόγο, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθμ. 6009/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο, δεχόμενο την από 18-4-2003 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας και τους από 1-6-2014 πρόσθετους αυτής λόγους, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δέχτηκε την από 5-6-2001 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας, υποχρεώνοντας την τελευταία να της καταβάλλει νομιμοτόκως 110.500,22 Ευρώ, ως αποζημίωση λόγω, της επικαλούμενης από την ενάγουσα αντισυμβατικής συμπεριφοράς της.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠΔ) και είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠΔ). Παραδεκτός, εξάλλου, είναι και ο πρόσθετος λόγος αυτής, ο οποίος ασκήθηκε εμπρόθεσμα με ιδιαίτερο δικόγραφο που επιδόθηκε νόμιμα στην αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Πρέπει, επομένως, η αναίρεση και ο πρόσθετος αυτής λόγος να εξεταστούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του Κ.Πολ.Δικ., ιδρύονται λόγοι αναίρεσης, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθώς και αν παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν αναφέρονται με πληρότητα στο δικόγραφό της όλα τα πραγματικά περιστατικά και στοιχεία, που απαιτούνται, κατά το νόμο, για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του Κ.Πολ.Δικ. Έτσι, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στην αγωγή ή δεν έλαβε υπόψη του τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν, ιδρύεται ο λόγος από το εδάφιο 8, ενώ αν κατά παράβαση του νόμου, θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου πραγματικά γεγονότα, ιδρύεται ο λόγος από το εδάφιο 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π. 1966/2008, ΑΠ 14/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσίβλητη με την από 5-6-2001 αγωγή της ανέφερε μεταξύ άλλων τα εξής :
Η αρχικώς εναγομένη δικαιοπάροχος της ήδη αναιρεσείουσας, ανώνυμη τραπεζική εταιρεία "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος" με σύμβαση αναθέσεως το έτος 1974, είχε αναλάβει από τον ΟΛΠ που ήταν τότε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, την πληρωμή των συντάξεων στους συνταξιούχους του Οργανισμού.
Στην αρχική σύμβαση αναθέσεως η προμήθεια της Τράπεζας για τις παρεχόμενες υπηρεσίες είχε καθορισθεί στο ποσό των δύο ( 2 ) δραχμών για κάθε επιταγή, τις οποίες θα κατέβαλε ο ΟΛΠ και όχι ο συνταξιούχος.
Με την υπ’ αριθμ. ...-8-75 πράξη του το ΔΣ/ΟΛΠ ενέκρινε την αύξηση κατά τρείς ( 3 ) δρχ. της προμήθειας της Τράπεζας ανά εξοφλούμενη επιταγή.
Με την υπ’ αριθμ. ...-6-88 Πράξη του το ΔΣ/ΟΛΠ, κατόπιν σχετικού αιτήματος της εναγομένης Τράπεζας, ενέκρινε την κατάθεση κάθε 1η του μηνός ποσού δρχ. 40.000.000, με δικαίωμα αναπροσαρμογής ανά διετία, στην Τράπεζα, ως προκαταβολή, έναντι της συνολικής δαπάνης των συντάξεων, το δε υπόλοιπο να κατατίθεται κάθε 16η του μηνός.
Με την υπ’ αριθμ. ...-12-90 Πράξη του το ΔΣ/ΟΛΠ, κατόπιν αιτήματος της εναγομένης Τράπεζας, ενέκρινε την αναπροσαρμογή της καταθέσεως κάθε πρώτη του μηνός, από 1-12-1990 μέχρι τέλη του έτους 1992 σε 80.000.000, από 40.000.000 που ήταν μέχρι τότε, ως προκαταβολή έναντι της συνολικής δαπάνης πληρωμής των συντάξεων το δε υπόλοιπο ποσό να κατατίθεται μετά την δεκάτη έκτη ημέρα κάθε μηνός μαζί με τις μηχανογραφικές καταστάσεις πληρωμής των συνταξιούχων του ΟΛΠ.
Στη συνεχεία, με την υπ’ αριθμ. ...-1-94 Πράξη του, το ΔΣ/ΟΛΠ ενέκρινε, κατόπιν σχετικού αιτήματος της εναγομένης, την αναπροσαρμογή του ποσού που κατατίθετο "έναντι" στην Τράπεζα κάθε πρώτη του μηνός, από 1-2-1994 από το ποσό των δρχ. 80.000.000 στο ποσό των δρχ. 120.000.000 και το υπόλοιπο, πάντα να κατατίθεται μετά την δέκατη έκτη κάθε μηνός μαζί με τις μηχανογραφικές καταστάσεις πληρωμής των συνταξιούχων του ΟΛΠ, ώστε τη συμφωνημένη προμήθεια της Τράπεζας να αποτελεί, πλέον, η απόληψη των νόμιμων τόκων, που απέφερε το κατατιθέμενο, στο λογαριασμό της ενάγουσας στην εναγομένη, από τον υπ’ αριθμ. ...
τροφοδότη λογαριασμό ταμειακής διαχείρισης της ενάγουσας στην ... Τράπεζα Ελλάδος, χρηματικό ποσό, κατά το συμφωνημένο χρόνο προκαταβολής του σε δύο δόσεις, (ήτοι την 1η και 16η κάθε μήνα), έως το συμφωνημένο χρόνο πληρωμής των συντάξεων από την εναγομένη Τράπεζα στους δικαιούχους την 25η ημέρα κάθε μήνα.
Τον Οκτώβριο 1996, η εναγομένη Τράπεζα ζήτησε νέα αναπροσαρμογή των όρων συνεργασίας τους και πρότεινε δύο εναλλακτικές λύσεις, είτε κατάθεση όλου του ποσού των συντάξεων κάθε 1η του μηνός, είτε καταβολή προμήθειας δρχ. 600 ανά επιταγή, που θα κατέβαλε ο ΟΛΠ. Ο τελευταίος, με το υπ’ αριθμ. πρωτ. ...8-1-1997 έγγραφό του προς την Τράπεζα, απάντησε, ότι δεν υπάρχει τέτοια πρόβλεψη στον προϋπολογισμό του και πρότεινε στην Τράπεζα την αύξηση του "έναντι" καταβαλλόμενου ποσού από δρχ. 120.000.000 στο ποσό των δρχ. 150.000.000 κάθε πρώτη του μηνός, το οποίο μαζί με το κατατιθέμενο την 16η ημέρα κάθε μήνα υπόλοιπο ποσό των 130.000.000 δρχ., θα υπερκάλυπτε με τους τόκους του το λειτουργικό κόστος της Τράπεζας, προσδιοριζόμενο από την ίδια σε δρχ. 600 ανά επιταγή.
Η εναγομένη όμως, χωρίς την προηγούμενη απόφαση του ΔΕ/ΟΛΠ, εκμεταλλευόμενη το γεγονός, ότι δεν ήταν δυνατόν να ανατεθεί η συγκεκριμένη εργασία άμεσα σε άλλη Τράπεζα, τον Ιούλιο 1997, αποφάσισε μονομερώς να προβαίνει στην παρακράτηση του ποσού των δρχ. 600, ανά εξοφλημένη επιταγή σε βάρος του ΟΛΠ, συνεχίζοντας την παράνομη, υπαίτια και αντισυμβατική αυτή συμπεριφορά της, παρά τις έντονες διαμαρτυρίες του τελευταίου (ΟΛΠ), μέχρι τον Απρίλιο του 1999, μολονότι το ίδιο χρονικό διάστημα παρακρατούσε, κατά τα συμφωνηθέντα, ως προμήθεια, τους νόμιμους τόκους που απέφερε το εκάστοτε προκαταβληθέν μηνιαίως ποσό έως το χρόνο της εκάστοτε μηνιαίας πληρωμής των συντάξεων και ανέρχονται στο συνολικό ποσό των δρχ. 27.460.057, υπολογιζόμενο με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο καταθέσεων της Τράπεζας της Ελλάδος.
Ισχυριζομένη, περαιτέρω, η ενάγουσα, ότι, κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, (Ιούλιο 1997-Απρίλιο 1999), στη διάρκεια του οποίου το σύνολο των εξοφλημένων επιταγών από την εναγομένη στους συνταξιούχους της ανέρχεται σε 53.144 "τεμάχια", η τελευταία (εναγομένη) παρακράτησε επιπλέον παρανόμως, υπαιτίως και αντισυμβατικώς από τον τηρούμενο σε αυτή λογαριασμό της, τροφοδοτούμενο από τον προαναφερόμενο λογαριασμό ταμειακής διαχείρισης αυτής στην ΕΤΕ, το ποσό των δρχ. 600 πλέον ΦΠΑ 18% ανά εξοφλημένη επιταγή συνταξιούχου της και συνολικά το ποσό των δρχ. 37.625.952 (53.144 χ 600=31.886.400+ΦΠΑ 5.739.552 δρχ.) σε βάρος του ΟΛΠ και όχι των συνταξιούχων, με αποτέλεσμα να προκαλέσει σε αυτή (ενάγουσα) αντίστοιχη ισόποση περιουσιακή ζημία, ζήτησε, κατόπιν τούτων, να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλλει, ως αποζημίωση, το ανωτέρω ποσό των δρχ. 37.625.962, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφλησή του.
Η αγωγή, με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα, είναι επαρκώς ορισμένη και δεν απαιτούνται για την πληρότητα (ποσοτική) αυτής περισσότερα στοιχεία. Επομένως, το εφετείο, που έκρινε ορισμένη την αγωγή, δεν παρέλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα και απαράδεκτο, για αυτό και ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δικ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή αν δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.ΑΠ 1/1998, Ελλ.Δνη 1999, 270, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).
Δηλαδή, ο λόγος αυτός της αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006, Ελλ.Δνη 2006, 1324).
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντίφασης των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η παραβίαση (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 130/2009, ΑΠ 1438/2009).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, σχετικά με την ουσιαστική διερεύνηση της βασιμότητας της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης, κατά το ενδιαφέρον για τη βασιμότητα των ερευνώμενων λόγων αναίρεσης κεφάλαιό της, διαβεβαιώνοντας ότι έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νομίμως, με επίκληση, προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχτηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης τα ακόλουθα: "Δυνάμει σύμβασης που καταρτίσθηκε το 1974 μεταξύ των διαδίκων, η αρχικώς εναγόμενη τράπεζα, στη θέση της οποίας στη δικονομική και ουσιαστική θέση της οποίας υπεισήλθε λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση η τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "‘ ...
Τράπεζα ΑΕ" ανέλαβε την πληρωμή των συνταξίμων αποδοχών των συνταξιούχων της ενάγουσας έναντι αμοιβής της συνισταμένης στην παρακράτηση, από τον λογαριασμό που τηρούσε σ’ αυτήν η ενάγουσα, αρχικώς μεν δύο (2) δραχμών, μεταγενεστέρως δε, τριών (3) δρχ. ανά εξοφλούμενη επιταγή. Στην συνέχεια, και κατόπιν της υπ’ αριθμ. ...
πράξης του διοικητικού συμβουλίου της ενάγουσας, η τελευταία αποδέχθηκε τροποποιητική των όρων της ως άνω σύμβασης πρόταση της αρχικώς εναγόμενης και συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων, ως προμήθειά της, αντί των τριών δρχ. ανά εξοφλούμενη επιταγή, η παρακράτηση των νομίμων τόκων που απέφερε το ποσό της εκ δρχ. 40.000.000 συμφωνημένης προκαταβολής μέρους των συνταξίμων αποδοχών από την 1η έκαστου μηνός, που το προκατέβαλε η ενάγουσα μέχρι την 25η του αυτού μηνός, οπότε το εισέπρατταν οι συνταξιούχοι, ως επίσης και των τόκων που απέφερε το εκάστοτε υπόλοιπο ποσό των συνταξίμων αποδοχών, από την 16η εκάστου μηνός, που το προκατέβαλε η ενάγουσα μέχρι την 25η του αυτού μηνός, οπότε το εισέπρατταν οι συνταξιούχοι.
Ακολούθως, με τις υπ’ αριθμ. ... και ...-1-1994 πράξεις του διοικητικού συμβουλίου της ενάγουσας, έγιναν αποδεκτές σχετικές προτάσεις της αρχικώς εναγομένης και αναπροσαρμόσθηκε το ποσό της από την ενάγουσα και την 1η εκάστου μηνός προκαταβολής στην εναγομένη μέρους των συνταξίμων αποδοχών από εκείνο των 40.000.000 δρχ.
σε εκείνο των 80.000.000 αρχικώς και στη συνέχεια των 120.000.000 δρχ. Τον Οκτώβριο του 1996 η αρχικώς εναγομένη πρότεινε εναλλακτικά, είτε νέα αναπροσαρμογή του ποσού της προκαταβολής και συγκεκριμένα προκαταβολή του συνόλου των συνταξίμων αποδοχών, είτε καταβολή προμήθειας εκ 600 δρχ. ανά εξοφλούμενη επιταγή, προτάσεις τις οποίες δεν αποδέχθηκε η ενάγουσα.
Στη συνέχεια η αρχικώς εναγομένη από τον Ιούλιο του 1997 άρχισε παρανόμως και με πρόθεση των αρμοδίων οργάνων της, τα οποία γνώριζαν ότι καμία νεώτερη συμφωνία δεν είχε καταρτισθεί σχετικώς με καταβολή προμήθειας ανά εξοφλούμενη επιταγή, να παρακρατεί από τον τηρούμενο σ’ αυτήν λογαριασμό της ενάγουσας το ποσό των 600 δρχ.
ανά εξοφλούμενη επιταγή πλέον του επ’ αυτού ΦΠΑ εκ ποσοστού 18% και η τακτική αυτή της εναγομένης συνεχίστηκε μέχρι και τον Απρίλιο του 1999. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα αυτό η αρχικώς εναγόμενη εξόφλησε 53.144 επιταγές συνταξιούχων της ενάγουσας και παρακράτησε για τον σκοπό αυτό αντισυμβατικά από τον τηρούμενο σ’ αυτήν λογαριασμό της το ποσό των 37.652.952 δρχ. (53.144 επιταγές Χ 600 δρχ.=31.886.400 + ΦΠΑ 5.739.552 δρχ.).
κατά το οποίο προκάλεσε ισόποση περιουσιακή ζημία στην ενάγουσα. Τα πιο πάνω απορρέουν από τη σαφή και αξιόπιστη κατάθεση του μάρτυρος της ενάγουσας, που έχει ιδίαν αντίληψη, ως υπαλλήλου της στο τμήμα των πληρωμών, ο οποίος κατέθεσε ότι η αρχικώς εναγομένη αυθαιρέτως και αφού οι προτάσεις της περί αναπροσαρμογής του ποσού της προκαταβολής στο ύψος των 180.000.000 δρχ.
δεν έγιναν αποδεκτές στο σύνολό τους από την ενάγουσα, η οποία αντιπρότεινε προκαταβολή ύψους 150.000.000 δρχ., κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο του 1997 μέχρι και τον Απρίλιο του 1999, άρχισε να παρακρατεί 600 δρχ. ανά εξοφλούμενη επιταγή συνταξιούχου και ότι για τον λόγο αυτόν αναγκάσθηκε η ενάγουσα να καταβάλει επί πλέον ποσά στον τηρούμενο στην αρχικώς εναγομένη για την πληρωμή των συντάξεων λογαριασμό και ότι οι εξοφληθείσες επιταγές κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα ανέρχονται σε 54.000 περίπου.
Η κατάθεση αυτή ενισχύεται και από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, κυρίως δε: α) την υπ’ αριθμ....-1-1994 πράξη του διοικητικού συμβουλίου του ΟΛΠ, από την οποία προκύπτει η τελευταία συμφωνημένη αναπροσαρμογή της μηνιαίας πρώτης δόσης των προκαταβολών στην εναγομένη από 80.000.000 δρχ. σε 120.000.000 δρχ., β) την από 29-10-96 επιστολή της αρχικώς εναγομένης προς την ενάγουσα, από την οποία προκύπτει η εναλλακτική πρόταση της πρώτης, σχετικώς με την προμήθειά της, προς την δεύτερη, δηλ.
είτε προκαταβολή του συνόλου των συνταξίμων αποδοχών, είτε καταβολή 600 δρχ. ανά εξοφλούμενη επιταγή, γ) την υπ’ αριθμ. πρωτ. ...8-1-1997 απορριπτική και συνάμα τροποποιητική της πρότασης (προτείνει αναπροσαρμογή της προκαταβολής από 120.000.000 δρχ. σε 150.000.000 δρχ.) απάντηση του ΟΛΠ προς την αρχικώς εναγομένη, δ) την από 6-3-97 απαντητική επιστολή της τελευταίας προς την ενάγουσα, με την οποία εμμένει στην πρότασή της περί προκαταβολής του συνόλου των συνταξίμων αποδοχών και προειδοποιεί ότι, σε περίπτωση τελικής απόρριψής της, θα προβεί μονομερώς στην είσπραξη 600 δρχ.
πλέον ΦΠΑ ανά εξοφλούμενη επιταγή....Εν όψει τούτων, η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή, ως βάσιμη κατ’ ουσίαν και πρέπει να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 110.500,22 ευρώ (37.625.952 δρχ.) με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής". ‘ Ηδη, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο της αίτησής της, κατ’ επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αποδίδει στο εφετείο τις πλημμέλειες, ότι η προσβαλλόμενη απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης, καθόσον έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα "ως προς το πώς προκλήθηκε η οιαδήποτε ζημία στην αναιρεσίβλητη, η οποία χρήζει αποκαταστάσεως, πως μειώθηκε κατ’ άρθρο 298 ΑΚ η υπάρχουσα περιουσία της, ώστε να μπορεί να εγείρει αγωγή αποζημίωσης", καθώς και "ως προς το με ποίον τρόπο και αν προκλήθηκε στην αναιρεσίβλητη η μείωση της υπάρχουσας περιουσίας της, που χρήζει αποζημιώσεως", υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, για τη θεμελίωση των ως άνω αιτιάσεων ότι "η προσβαλλόμενη απόφαση ενώ αρχικώς κρίνει ότι, μεταξύ της ΟΛΠ Α.Ε.
και της Εμπορικής Τραπέζης, είχε συμφωνηθεί να προκαταβάλει η πρώτη στη δεύτερη αυτών έναντι των οφειλόμενων συντάξεων το ποσό των 120.000.000 δρχ. την 1η εκάστου μηνός, και την 16η εκάστου μηνός να καταβάλει το εκάστοτε υπόλοιπο ποσό των συνταξίμων αποδοχών, τις οποίες στη συνέχεια εισέπρατταν οι συνταξιούχοι μέχρι την 25η εκάστου μηνός, μετέπειτα κρίνει ότι η Εμπορική Τράπεζα από τον Ιούλιο του 1997 άρχισε παρανόμως και με πρόθεση των αρμοδίων οργάνων της, να παρακρατεί από τον τηρούμενο σε αυτή λογαριασμό της ενάγουσας το ποσό των 600 δρχ.
ανά εξοφλούμενη επιταγή πλέον του επ’ αυτού Φ.Π.Α., και ότι παρακράτησε για το σκοπό αυτό αντισυμβατικά από τον τηρούμενο σε αυτήν λογαριασμό της ΟΛΠ Α.Ε. το ποσό των 37.652.952 δρχ., κατά το οποίο προκάλεσε ισόποση περιουσιακή ζημία στην ενάγουσα. Δεν εξηγεί πως αφού η ΟΛΠ Α.Ε. κατέβαλε ένα σταθερό ποσό "έναντι" 120.000.000 δρχ.
την 1η του μηνός, και το υπόλοιπο των συνταξίμων αποδοχών την 16η του μηνός, χωρίς να καταβάλει επιπλέον ποσό για προμήθεια της Εμπορικής (αφού στην προμήθεια η ΟΛΠ Α.Ε. δήθεν σθεναρώς ανθίστατο), και οι συντάξεις εισπράττονταν την 25η εκάστου μηνός, μπορεί λογικώς να προκύψει κάποιο υπόλοιπο από το οποίο να παρακρατήσει η Εμπορική Τράπεζα την προμήθειά της, και να προκαλέσει την "ισόποση" περιουσιακή ζημία στην ΟΛΠ Α.Ε.".
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού, για τη θεμελίωσή του, δεν περιέχονται στο αναιρετήριο τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη στοιχεία, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο, ενόψει των ως άνω παραδοχών του, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του περί του τρόπου πρόκλησης ζημίας και μείωσης της περιουσίας της αναιρεσίβλητης από τις περιγραφόμενες σε αυτή ενέργειες της αναιρεσείουσας, χωρίς να απαιτούνται προς τούτο άλλες επιπλέον αιτιολογίες.
Παράλληλα, ο ίδιος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, κατά τις λοιπές αιτιάσεις του, καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και στην αξιολόγηση των αποδείξεων, καθώς και σε επιχειρήματα και κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση, απλώς, των αποδείξεων και δεν ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ).
Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο της αίτησης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 περ. α’ του ΚΠολΔ, ήτοι της λήψης υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν, ισχυριζόμενη, ότι το εφετείο με το να δεχθεί, πως η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη "αναγκάσθηκε να καταβάλει επιπλέον ποσά στον τηρούμενο στην αρχικώς εναγομένη για την πληρωμή των συντάξεων λογαριασμό", έλαβε υπόψη της θεμελιωτικά της αγωγής γεγονότα, που δεν περιέχονται σε αυτή, ήτοι μη προταθέντα ισχυρισμό με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, τα οποία, όπως αναφέρεται σε αυτή, συμπέρανε "από τη σαφή και αξιόπιστη κατάθεση του μάρτυρος της ενάγουσας", χωρίς όμως η αναιρεσίβλητη να έχει προτείνει τέτοιο ισχυρισμό στην αγωγή της.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι τα επικαλούμενα ως άνω περιστατικά δεν αποτελούν "πράγμα", υπό την έννοια του άρθρου 559 αρ 8 ΚΠολΔ, δηλαδή αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης, που συγκροτεί την ιστορική βάση της αγωγής της, αλλά είναι διευκρινιστικά του ισχυρισμού της, ότι τα αρμόδια όργανα της αρχικώς εναγομένης, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, παρακράτησαν αντισυμβατικά και παράνομα, από τον τηρούμενο σε αυτή λογαριασμό της, το ποσό των 600 δραχμών ανά εξοφλούμενη επιταγή πλέον του επ’ αυτού Φ.Π.Α., όπως προαναφέρθηκε και δέχθηκε το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα οποία κατατέθηκαν από το μάρτυρα της ενάγουσας (ΑΠ 1530/2008).
Κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., για το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως, πρέπει ο ισχυρισμός, επί του οποίου στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον αυτού και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της προτάσεως αυτής, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναιρέσεως του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως ή ότι οι ισχυρισμοί που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο είναι αναγκαίως και δημόσιας τάξης.
Αλλά και στις περιπτώσεις των ως άνω με στοιχ. β και γ εξαιρέσεων, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής τους αυτής.
Ειδικώς δε, η έννοια της δημόσιας τάξης περιλαμβάνει τους κανόνες με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στη Χώρα γενική περί δικαίου συνείδηση. (Ολ.
ΑΠ 15/2000, ΑΠ 1137/2014, ΑΠ 24/2015, ΑΠ 826/2015, ΑΠ 224/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, με το μοναδικό πρόσθετο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου του, η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο, δεχόμενο την αγωγή κατά το προαναφερόμενο μέρος της, αντί να απορρίψει αυτή κατ’ άρθρο 272 Κ.Πολ.Δ περί ερημοδικίας ενάγοντος, όπως ίσχυε τότε, αφού η αναιρεσίβλητη, ως ενάγουσα, δεν παρέστη νομίμως στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αλλά και ενώπιόν του, τόσο εξ’ αιτίας των μη χαρτοσημασμένων προτάσεών της, όσο και της μη καταβολής του απαιτούμενου δικαστικού ενσήμου και της μη προσκομιδής του γραμματίου προκαταβολής εισφορών του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 (παρ. 1,2), (20 παρ. 1) του Σ, του άρθρου (6 παρ. 1) της ΕΣΔΑ και του άρθρου 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το Ν. 2462/1997, καθόσον, με την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 1, 2 α.ν. 1559/1950, 28 παρ. 4 ν.2579/1998, σε συνδυασμό με το άρθρο 2 ν.2688/1999, οι οποίες θεσπίζουν και υπέρ της αναιρεσίβλητης τα προνόμια της ατέλειας του Δημοσίου, αναγνώρισε υπέρ αυτής (αναιρεσίβλητης) άκρως ευνοϊκή μεταχείριση, απαλλάσσοντας αυτή από την καταβολή όλων των τελών για τη διεξαγωγή της δίκης, με αποτέλεσμα να τεθεί σε θέση πλεονεκτικότερη από την ίδια (αναιρεσείουσα), χωρίς να δικαιολογείται τούτο από λόγους δημόσιου συμφέροντος.
Ο πρόσθετος αυτός λόγος αναίρεσης και υπό την επίκληση των εξαιρέσεων του άρθρου 562 παρ. 2 στοιχ. β’ και γ’ ΚΠολΔ, δηλαδή περί σφάλματος που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή ισχυρισμού που αφορά στη δημόσια τάξη, είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, γιατί δεν αναφέρεται σε αυτόν, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν τον προαναφερόμενο ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου της ουσίας, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη μείζονα σκέψη της παρούσας.
Σε κάθε περίπτωση, όμως από τις επικαλούμενες παραλείψεις της αναιρεσίβλητης (μη καταβολή δικαστικού ενσήμου κλπ) και τις αντίστοιχες παραβιάσεις του Εφετείου, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης, παρά μόνο αυτός που προβλέπεται από το άρθρο 559 αρ. 6 ΚΠολΔ και μόνο όταν ο διάδικος δικάστηκε ερήμην, όχι δε και για άλλη περίπτωση και μάλιστα, αν αυτός δεν δικάστηκε ερήμην αλλά κατ’ αντιμωλία, όπως στη συγκεκριμένη υπόθεση (ΑΠ 936/2011, ΑΠ 901/2013, ΑΠ 1909/2006).
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση από 12-7-2015 αίτηση με τον από 16-1-2017 πρόσθετο αυτής λόγο, να απορριφθεί και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν.4055/2012, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. ...2015 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης.
Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις πρέπει, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 189, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό (Ολ. ΑΠ 5/2011).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-7-2015 αίτηση της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον από 16-1-2017 πρόσθετο λόγο αυτής για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 6009/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιουλίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
& νυν ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ