Appeal dismissed for non-appealable parties; remanded for retrial regarding liability based on employer-consultant relationship.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against two co-defendants but remanded the case for retrial regarding the remaining defendants. The appellant argued the lower court erred by considering evidence of an employer-consultant relationship not explicitly stated in the complaint. The court found this argument valid because the appellate court relied on facts outside the original complaint to establish liability.
Legislator headnote
AI generatedArticles 15 of Law 551/1915; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible unless it challenges a provision favorable to the appellant, and a retrial is required if the appellate court bases its decision on facts or evidence not contained in the original complaint.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 936 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Η αναίρεση, που απευθύνεται και κατά των ομοδίκων του αναιρεσείοντος, είναι απαράδεκτη, εκτός αν απόφαση διέλαβε κάποια διάταξη υπέρ αυτών, που να τον βλάπτει.
Η αγωγή που έχει περιεχόμενο αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης του θανατωθέντος σε ατύχημα εκ βιαίου συμβάντος, κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, εφόσον στρέφεται κατά του εργοδότου και αποδίδεται σ’ αυτόν και στους προστηθέντες από αυτόν, πταίσμα για την επέλευση του εργατικού ατυχήματος, υπάγεται στην καθύλην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου και δικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 663-676 ΚΠ0λΔ.
0 λόγος της αναίρεσης, για παραβίαση της διάταξης του άρθρου 15 του κ.ν.
551/1915, είναι απαράδεκτος.
Αν από την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής προκύψει, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του πραγματικούς ισχυρισμούς που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αν και δεν περιλαμβάνονταν στο δικόγραφο αυτής ή αντίθετα, δεν έλαβε υπόψη τέτοιους ισχυρισμούς, αν και περιλαμβανόταν, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 (και όχι 8) του ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι το δικαστήριο ή αξίωσε για την εφαρμογή της διατάξεως που εφάρμοσε, περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά τη διάταξη αυτή ή αρκέστηκε σε λιγότερα.
Αριθμός 936/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο, Χριστόφορο Κοσμίδη (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη) και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαΐου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Δ. συζ. Σ. Π., το γένος Σ. Π., κατοίκου ... και προσωρινά διαμένουσας στη ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Γκούβα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Η. Η. του Γ., 2) Α. συζ. Η. Η., το γένος Γ. Π., 3) Μ. Η. του Η., 4) Θ. Η. του Η., όλων κατοίκων περιοχής ..., 5) Θ. χας Μ. Η., κατοίκου ..., 6) Γ. Π. του Α., κατοίκου ..., 7) Ν. Μ. του Α., κατοίκου ... και 8) Σ. Π. του Π., κατοίκου .... Οι 1ος, 2η, 3ος και 4η των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αργυρώ Κουνέλη, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις. Ο 7ος αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Χλωρό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Οι 5η, 6ος και 8ος των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-11-2001 αγωγή των ήδη έξι πρώτων αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 299/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 130/2009 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-12-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 16-12-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος, (κατά το δεύτερο μέρος του), αληθώς από τον αρ. 1 και όχι 8 και 14 του άρθρου 559, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 135 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αν είναι άγνωστος ο τόπος ή η ακριβής διεύθυνση διαμονής εκείνου προς τον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση, εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 134 και συγχρόνως δημοσιεύεται σε δύο ημερήσιες εφημερίδες, από τις οποίες η μία πρέπει να εκδίδεται στην Αθήνα και η άλλη στην έδρα του δικαστηρίου, διαφορετικά και η άλλη πρέπει να εκδίδεται στην Αθήνα, ύστερα από υπόδειξη του εισαγγελέα στον οποίο γίνεται η επίδοση, περίληψη του δικογράφου που κοινοποιήθηκε.
Κατά δε το άρθρο 134 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, η επίδοση γίνεται προς τον εισαγγελέα του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη ή σ' αυτό που εξέδωσε την επιδιδόμενη απόφαση και για δίκες στο ειρηνοδικείο, στον εισαγγελέα του πρωτοδικείου, στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται το ειρηνοδικείο.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις υπ' αρ. 9036/30-9-2010 και 8918/3-9-2010 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Χίου, ..., την από 30-9-2010 απόδειξη παραλαβής δικογράφου του αρχιφύλακα ... και την από 30-9-2010 βεβαίωση παράδοσης συστημένης επιστολής στον υπάλληλο των ΕΛΤΑ Χίου, τις οποίες προσκομίζει η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, ακριβές αντίγραφο αυτής (αιτήσεως αναιρέσεως), και της κλήσεως προς εμφάνιση, κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 11-1-2011, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους έκτο (Γ.
Π.) και όγδοο (Σ. Π.), από τους αναιρεσίβλητους. Για την άγνωστης διαμονής πέμπτη (Θ. χήρα Μ. Η.), αναιρεσίβλητη, όπως προκύπτει από την 5840/17-9-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Πειραιώς ..., την οποία η αναιρεσείουσα προσκομίζει, η επίδοση αντιγράφου της αιτήσεως αναιρέσεως και της κλήσεως, προς εμφάνιση κατά την ίδια δικάσιμο, έγινε, εμπροθέσμως και παραδεκτώς, στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
Αυτός υπέδειξε να δημοσιευθεί περίληψη του δικογράφου, που του κοινοποιήθηκε, στις εφημερίδες "Αυγή" και "Ελεύθερη Ώρα". Η αναιρεσείουσα επιμελήθηκε για τη δημοσίευση περιλήψεως αυτού του δικογράφου στις παραπάνω εφημερίδες, στα φύλλα της 22 Σεπτεμβρίου 2010, δηλαδή πριν από ενενήντα ημέρες από τη συζήτηση της αναιρέσεως.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου, οι παραπάνω αναιρεσίβλητοι (Θ. χήρα Μ. Η., Γ. Π. και Σ. Π.), δεν εμφανίστηκαν κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής συνεδρίαση, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο, η οποία είναι νόμιμη, μετά από αναβολή από την αρχική και για την οποία δεν απαιτείτο η εκ νέου κλήτευσή των, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Επομένως, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία τους. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται κατ' εκείνων, που ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και μάλιστα αντίδικοι του αναιρεσείοντος και νίκησαν ή κατά των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους, όχι όμως και κατά των ομοδίκων του αναιρεσείοντος, όπως οι συνεναγόμενοι αυτού.
Έτσι, η αναίρεση, που απευθύνεται και κατά των ομοδίκων του αναιρεσείοντος, είναι, κατά το μέρος της αυτό, απαράδεκτη, διότι ο τελευταίος δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει, ως προς αυτούς, την απόφαση, εκτός αν διέλαβε κάποια διάταξη υπέρ αυτών, που να τον βλάπτει. Κατόπιν των ανωτέρω εκτιθεμένων, η αναίρεση, κατά το μέρος της, που απευθύνεται κατά των Ν.
Μ. και Σ. Π., που έλαβαν μέρος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ως συνεφεσίβλητοι της αναιρεσείουσας, στην έφεση των πρώτου, δεύτερης, τρίτου, τέταρτης, πέμπτης και έκτου των αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως και, συνεπώς, δεν ήταν αντίδικοι, αλλά ομόδικοι της αναιρεσείουσας, ως αρχικώς συνεναγόμενοι, είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, εφόσον η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει κάποια διάταξη ευνοϊκή γι' αυτούς (έβδομο και όγδοο αναιρεσιβλήτους), η οποία να την βλάπτει.
Η αγωγή που έχει περιεχόμενο αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης των μελών της οικογενείας του θανατωθέντος σε ατύχημα εκ βιαίου συμβάντος, που επήλθε σε εργάτη ή υπάλληλο των επιχειρήσεων του άρθρου 2 του Ν. 551/1915, κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, εφόσον στρέφεται κατά του εργοδότου και αποδίδεται σ' αυτόν και στους προστηθέντες από αυτόν, για τους οποίους ευθύνεται, πταίσμα για την επέλευση του εργατικού ατυχήματος, υπάγεται στην καθύλην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου και δικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 663-676 ΚΠολΔ, εφόσον αξιώνεται ποσό μεγαλύτερο από εκείνο που ορίζεται για την αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου, δοθέντος ότι πρόκειται περί αδικοπραξίας, που τελέσθηκε εξ αφορμής της εργασίας.
Στην προκείμενη περίπτωση με την ένδικη, αγωγή, οι με αυτήν ενάγοντες, επικαλούμενοι ότι ο Γ. Η. (γιός, αδελφός και εγγονός των) εργαζόμενος, κατόπιν καταρτισθείσης με το δεύτερο εναγόμενο εργολάβο οικοδομών συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας σε ανεγειρόμενη οικοδομή ιδιοκτησίας της πρώτης εναγομένης (αναιρεσείουσας), υπό την επίβλεψη του τρίτου εναγομένου πολιτικού μηχανικού, υπέστη κατά την εκτέλεση της εργασίας του ηλεκτροπληξία από την οποίαν επήλθε ο θάνατός του, οφειλόμενος στην προσδιοριζόμενη αµέλεια όλων των ανωτέρω, όπως αυτή για καθένα, ειδικότερα, προσδιορίζεται, ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και ειδικότερα "η πρώτη ως εργοδότρια αυτού, ο δεύτερος ως εργολάβος και ο τρίτος ως επιβλέπων μηχανικός", να καταβάλουν στους ενάγοντες, τα αναφερόμενα ποσά ως χρηµατική ικανοποίησή τους.
Η αγωγή αυτή, έχοντας τέτοιο περιεχόμενο και αίτηµα, υπάγεται σύµφωνα µε όσα προεκτέθηκαν στην καθύλην αρμοδιότητα του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Χίου, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, εφόσον οι ενάγοντες θεμελιώνουν την αξίωσή τους στην επικαλούμενη ιδιότητα της αναιρεσείουσας ως εργοδότου του θανόντος.
Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τις, από το άρθρο 559 αριθ. 5 και 14, αιτιάσεις του, ότι δηλαδή το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε την αναρμοδιότητα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, δεδομένου ότι ως προς την αναιρεσείουσα, κυρία του έργου, η διαφορά έπρεπε να εισαχθεί στο καθύλην αρμόδιο Δικαστήριο κατά την τακτική διαδικασία, είναι, σύμφωνα με τα παραπάνω, στο σύνολο του, αβάσιμος.
Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού και όχι του δικονομικού δικαίου. Η διάταξη του άρθρου 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912, καθιερώνει την υποχρέωση καταβολής του δικαστικού ενσήμου και το άρθρο 15 του κ.ν. 551/1915 ορίζει ότι "οι απαιτήσεις από εργατικό ατύχημα δεν υπόκεινται στο τέλος αυτό".
Μετά το ν.δ. 1544/1942 (άρθρο 7 παρ. 1, 2) σε περίπτωση μη καταβολής από τον ενάγοντα του οφειλομένου, κατά το άρθρο 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912 τέλους δικαστικού ενσήμου, δεν επέρχεται απαράδεκτο της αγωγής ή της συζήτησής της, αλλά ο ενάγων θεωρείται ότι δικάζεται ερήμην και γι' αυτό, σε περίπτωση παράβασης των σχετικών διατάξεων, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης, παρά μόνο αυτός που προβλέπεται από το άρθρο 559 αρ. 6 ΚΠολΔ και μόνο όταν ο διάδικος δικάστηκε ερήμην, όχι δε και για άλλη περίπτωση και μάλιστα αν αυτός δεν δικάστηκε ερήμην αλλά κατ' αντιμωλία.
Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι παραβίασε την παραπάνω διάταξη του άρθρου 15 του κ.ν. 551/1915, που εφάρμοσε ανάλογα ενώ δεν ήταν εφαρμοστέα, με το να μη θεωρήσει τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους ερήμην δικαζόμενους, μολονότι αυτοί, κατά τη συζήτηση της αγωγής τους, διωκούσης την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης εξ εργατικού ατυχήματος, στο Πρωτοδικείο, δεν είχαν καταβάλει το ανάλογο δικαστικό ένσημο, είναι απαράδεκτος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον, παράνομα, κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της ως άνω διατάξεως προϋποθέτει: 1) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του, 2) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ και 3) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας, που του είχε ανατεθεί, ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής.
Περαιτέρω, επί μισθώσεως έργου, πρόστηση του εργολάβου από τον εργοδότη, καταρχήν μεν, δεν υπάρχει, όμως υφίσταται πρόστηση όταν στη συγκεκριμένη περίπτωση ο εργοδότης ρητώς ή σιωπηρώς, ιδίως ως εκ της φύσεως του έργου, επιφύλαξε στον εαυτό του τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου και ειδικότερα το δικαίωμα παροχής οδηγιών στον εργολάβο.
Εξάλλου, το άρθρο 559 ΚΠολΔ, καθορίζει περιοριστικά τους λόγους αναιρέσεως και δεν περιλαμβάνει σ' αυτούς και την εσφαλμένη εκτίμηση δικογράφων, μεταξύ των οποίων και η αγωγή, το δε άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ δεν καθιερώνει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, αλλά επιτρέπει την εξέταση, αν από την εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικού εγγράφου, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από τους αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ.
Έτσι, αν από την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής προκύψει, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του πραγματικούς ισχυρισμούς που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αν και δεν περιλαμβάνονταν στο δικόγραφο αυτής ή αντίθετα, δεν έλαβε υπόψη τέτοιους ισχυρισμούς, αν και περιλαμβανόταν, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 (και όχι 8) του ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι το δικαστήριο ή αξίωσε για την εφαρμογή της διατάξεως που εφάρμοσε, περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά τη διάταξη αυτή ή αρκέστηκε σε λιγότερα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι αναιρεσίβλητοι (ενάγοντες) ζήτησαν την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης από το θάνατο του οικείου τους, που προκλήθηκε από εργατικό ατύχημα. Το Εφετείο δέχθηκε ότι ο θάνατος του παθόντος, που επήλθε από βίαιο συμβάν, κατά τον χρόνο παροχής της εργασίας του, οφείλεται σε υπαίτιες παραλείψεις του εργολάβου, πραγματικού εργοδότη του θανόντος, ο οποίος τον προσέλαβε και του πολιτικού μηχανικού και εποπτεύοντος την εκτέλεση του ως άνω έργου, για λογαριασμό της κυρίας του έργου (αναιρεσείουσας) και προστηθέντος από αυτήν στην επίβλεψη εκτελέσεώς του, για τις πράξεις και παραλείψεις του οποίου ευθύνεται από κοινού και εκείνη.
Με το δεύτερο, (κατά το δεύτερο μέρος του), αληθώς από τον αρ. 1 και όχι 8 και 14 του άρθρου 559, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και ειδικότερα τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη σχέση προστήσεως μεταξύ της αναιρεσείουσας και του πολιτικού μηχανικού, δίχως αυτά να αναφέρονται στην αγωγή και εξ αιτίας αυτού δεν κήρυξε απαράδεκτη αυτήν.
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της, στην οποία παραδεκτά προβαίνει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, προκειμένου οι αναιρεσίβλητοι να θεμελιώσουν ευθύνη της αναιρεσείουσας, κυρίας του έργου, επικαλούνται μόνο ότι η πρώτη εναγόμενη ευθύνεται ως εργοδότης του έργου και υπεύθυνη για τη λήψη των απαιτούμενων μέτρων ασφαλείας, ο δεύτερος ως εργολάβος και υπεύθυνος για τη λήψη των μέτρων ασφαλείας και ο τρίτος, ως επιβλέπων μηχανικός, υπεύθυνος για την καθοδήγηση των κυρίας του έργου και του εργολάβου, για τη λήψη των απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας, δίχως να επικαλούνται και πραγματικά περιστατικά τα οποία να θεμελιώνουν σχέση προστήσεως, (την οποία έστω και ως νομική έννοια δεν αναφέρουν στο δικόγραφο), μεταξύ της αναιρεσείουσας κυρίας του έργου και του πολιτικού μηχανικού, στην ύπαρξη της οποίας και μόνο, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, το Εφετείο, εξαφανίζοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία η ευθύνη της θεμελιώθηκε στη σχέση προστήσεως μεταξύ αυτής και του δεύτερου εναγομένου εργολάβου του έργου, στήριξε την κρίση του και δέχθηκε στη συνέχεια ότι η υποχρέωσή της για την καταβολή της επιδικασθείσας σε βάρος της χρηματικής ικανοποίησης στηρίζεται στη σχέση προστήσεως, μεταξύ αυτής και του επιβλέποντος πολιτικού μηχανικού.
Επομένως ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά από αυτά, πρέπει, κατά παραδοχή του παραπάνω λόγου αναίρεσης, από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ως βάσιμου, παρελκούσης δε της έρευνας των λοιπών, ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, ως προς όλους τους αναιρεσίβλητους, πλην των εβδόμου και ογδόου, να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο Δικαστήριο, που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθ. 580 § 3 ΚΠολΔ), και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα και η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα μόνο του παραστάντος εβδόμου αναιρεσιβλήτου, αφού ο όγδοος, λόγω της μη παράστασης του, δεν υποβλήθηκε σε δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 30-12-2009, αίτηση αναιρέσεως, ως προς τους αναιρεσίβλητους Ν. Μ. και Σ. Π.. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του παραστάντος αναιρεσίβλητου, Ν. Μ., τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Αναιρεί την υπ' αριθ. 130/2009 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο, ως άνω, Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους ίδιους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουνίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ