Legislator Case Law & Legislation
1308/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal where second-instance court already rejected the contested argument on merits.

Case Number 1308/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by seven individuals against a second-instance judgment. The appellants argued that the lower court failed to examine a specific claim regarding an employment contract with the Attica Region, but the court found this argument had already been addressed and rejected in substance by the second-instance court. Consequently, the appeal was deemed inadmissible because the contested issue was not a new ground for review but a previously decided point.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(1), 576(2), 576(3)(a) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the second-instance court has already examined and rejected the contested argument on the merits, treating it as substantively baseless.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal substantive rejection second instance court merits examination Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 576(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Article 576(3)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 62 of Law 4139/2013
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1308 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1308/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Mαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Κωνσταντίνα Νάκου και Νικόλαο Πουλάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 10 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Κ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., 2)Σ. Χ. του Β., κατοίκου ..., 3)Φ. - Β. Θ. του Χ., κατοίκου ..., 4)Α. Γ. του Ε., κατοίκων ..., 5)Σ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., 6)Κ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 7)Ε. Β. του Σ., κατοίκου ... και 8)Α. Λ. του Α., κατοίκου .... Οι 2η και 4ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Αντωνέλλο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Μπαρμπούρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/12/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1463/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 3615/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15/6/2019 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος και υπό τον όρο ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης έλαβε χώρα εγκύρως, η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός τους, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 110/2020, ΑΠ 593/2016, ΑΠ 625/2015).

Ακόμη, με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ. α του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, ενώ με τη διάταξη του εδαφίου β του ιδίου άρθρου, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, ορίζεται ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Συνακόλουθα, αν οι αναιρεσείοντες είναι περισσότεροι και απολείπεται ή δε μετέχει προσηκόντως της συζήτησης ένας εξ αυτών σε περίπτωση απλής ομοδικίας, όπως επί αγωγής περισσοτέρων εργαζομένων προς επιδίκαση υπέρ εκάστου μισθολογικών αξιώσεων (ΑΠ 542/2020, ΑΠ 540/2020), η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς ομοδίκους που δεν έχουν κλητευθεί (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 415/2020, ΑΠ 306/2020, ΑΠ 573/2019).

Από, δε, τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ. γ' και δ' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου.

Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολιπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως ή εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση (ΑΠ 110/2020, ΑΠ 690/2016).

Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 306/2020). Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά.

Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α 201/22.12.2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της (ΟλΑΠ 39/2005, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 306/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, φέρεται για συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η από 15 Ιουνίου 2019 και με αριθ.

κατάθ. 6836/654/19.7.2019 αίτηση αναίρεσης των αναιρεσειόντων κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, που προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 12 Οκτωβρίου 2021 κατά την οποία αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (10 Μαΐου 2022). Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, που έλαβε χώρα κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο η δεύτερη αναιρεσείουσα Σ.

Χ. και ο τέταρτος αναιρεσείων Α. Γ., ούτε υποβλήθηκε ως προς τους διαδίκους αυτούς η κατά το άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες επέσπευσαν τη συζήτηση της ένδικης από 15.6.2019 αίτησης αναίρεσης, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη μετ'επικλήσεως από τους παρισταμένους αναιρεσείοντες, με αριθμ. 1230/19.5.2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφερείας του Εφετείου Αθηνών Ι.

Τ., από την οποία, επίσης, προκύπτει ότι κατόπιν παραγγελίας του Θεόδωρου Πιστιόλη, ως πληρεξούσιου δικηγόρου των αναιρεσειόντων, ακριβές αντίγραφο αυτής με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για την δικάσιμο της 12 Οκτωβρίου 2021, καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία, όπως προεκτέθηκε, η συζήτησή της αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη.

Από τα προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως α) με αριθμ. .../28.2.2018 ειδικό πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννας Φωτοπούλου προκύπτει ότι ο πρώτος αναιρεσείων Κ. Κ., ο τρίτος αναιρεσείων Φ.-Β. Θ., ο τέταρτος αναιρεσείων Α. Γ., ο πέμπτος αναιρεσείων Σ. Κ., η έκτη αναιρεσείουσα Κ. Μ. και η έβδομη αναιρεσείουσα Ε.

Β. χορήγησαν στους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Ι. Α. και Θ. Π. την ειδική εντολή, πληρεξουσιότητα και το δικαίωμα, όπως ενεργώντας, είτε μαζί, είτε χωριστά ο καθένας, να ασκήσουν για λογαριασμό τους αναίρεση κατά της αναιρεσιβαλλομένης με αριθμ. 3615/2017 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, να προσδιορίσουν δικάσιμο για την επίσπευση της συζήτησης και να παραστούν για λογαριασμό τους κατά τη δικάσιμο που θα ορισθεί ή κατά την μετ'αναβολή δικάσιμο ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου και β) με αριθμ. .../15.7.2021 ειδικό πληρεξούσιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Τόμπρα προκύπτει ότι η όγδοη αναιρεσείουσα Α.

Λ. χορήγησε στους ως άνω πληρεξουσίους δικηγόρους, την εντολή να παραστούν για λογαριασμό της στη συζήτηση της ένδικης από 15.6.2019 αίτησης αναίρεσης και αναγνώρισε ως έγκυρες τις εκ μέρους τους πράξεις άσκησης και προσδιορισμού αυτής. Ως προς τη δεύτερη αναιρεσείουσα Σ. Χ., η οποία, όπως προεκτέθηκε, δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης (10.5.2022), δεν αποδεικνύεται ότι αυτή είχε χορηγήσει πληρεξουσιότητα στο δικηγόρο Θεόδωρο Πιστιόλη, που υπέγραψε, για λογαριασμό όλων των αναιρεσειόντων, την παραγγελία προς επίδοση της ένδικης αίτησης αναίρεσης προς την αναιρεσίβλητη με κλήση προς συζήτηση για την προαναφερθείσα δικάσιμο, να επισπεύσει και για λογαριασμό της τη συζήτηση αυτής, αφού δεν προσκομίζεται έγγραφη περί τούτου εξουσιοδότηση της εν λόγω αναιρεσείουσας προς τον ως άνω δικηγόρο με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής της από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή ή συμβολαιογραφικό προς αυτόν πληρεξούσιο, ούτε αποδεικνύεται ότι αυτή κλητεύθηκε από την αναιρεσίβλητη, αλλά ούτε και από τους απλούς ομόδικούς της αναιρεσείοντες, για να παραστεί στη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

Κατά συνέπεια ακύρως η ως άνω δεύτερη αναιρεσείουσα επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε, δεν προκύπτει κλήτευσή της, προκειμένου να παραστεί κατά την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτή, καθότι συνδέεται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσείοντες και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτή.

Αντίθετα ως προς τον τέταρτο αναιρεσείοντα Α. Γ., που επίσης δεν εμφανίσθηκε, κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, αυτός, όπως προεκτέθηκε, είχε χορηγήσει πληρεξουσιότητα, στους δικηγόρους Ι. Α. και Θ. Π., από κοινού ή και χωριστά ο καθένας να καταθέσουν την ένδικη αίτηση αναίρεσης, την οποία υπέγραψε και κατέθεσε ο πρώτος εξ αυτών και να επισπεύσουν τη συζήτησή της, την οποία επέσπευσε με επιμέλεια και του ως άνω αναιρεσείοντα, όπως προεκτέθηκε, ο δεύτερος εξ αυτών, με παραγγελία προς επίδοση αυτής και με κλήση για συζήτησή της προς την αναιρεσίβλητη στην αρχική δικάσιμο (12.10.2021).

Αφού, δε, τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης για την ως άνω αρχική δικάσιμο επέσπευσε εγκύρως και ο απολιπόμενος τέταρτος αναιρεσείων και δεδομένου ότι η αναβολή της συζήτησής της, αιτήσει των αναιρεσειόντων, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και η εγγραφή της στο πινάκιο θεωρείται ως κλήτευση προς όλους τους διαδίκους (άρθρο 226 παρ.3 και 4 του ΚΠολΔ) το Δικαστήριο, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στο οικείο μέρος της μείζονος σκέψης που προηγήθηκε, πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης ως προς αυτόν, παρά την απουσία του.

Συνακόλουθα η υπό κρίση από 15 Ιουνίου 2019 και με αριθ. κατάθ. 6836/654/19.7.2019 αίτηση αναίρεσης των αναιρεσειόντων (πλην της δεύτερης αναιρεσείουσας) κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας και κατά της εκδοθείσας, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 3615/18.7.2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 4.11.2015 με αριθ.

καταθ. 6520/4.11.2015 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία με αριθμ. 1463/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 28.12.2009 με αριθμ. καταθ. 255181/7293/31.12.2009 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ) είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 651, 652 και 653 Α.Κ. προκύπτει ότι στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ως εργοδότης θεωρείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο αφενός δικαιούται να αξιώσει από τον εργαζόμενο την παροχή της συμφωνηθείσας εργασίας και αφετέρου υποχρεούται να καταβάλει σε αυτόν το συμφωνημένο μισθό.

Συνήθως ο εργοδότης είναι το πρόσωπο που συμβάλλεται με τον εργαζόμενο κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας, προσλαμβάνοντας αυτόν. Τούτο όμως δεν είναι πάντοτε απαραίτητο, αφού την άνω ιδιότητα του εργοδότη έχει το νομικό ή φυσικό πρόσωπο στην υπηρεσία του οποίου παρέχει την εργασία του ο μισθωτός.

Αν τυχόν υφίσταται αμφισβήτηση ως προς το πρόσωπο του εργοδότη, για τον προσδιορισμό της πιο πάνω ιδιότητας λαμβάνεται υπόψη πρώτα το πρόσωπο προς το συμφέρον του οποίου παρέχεται η εργασία και αυτός είναι ο φορέας της επιχείρησης όπου απασχολείται ο μισθωτός, και περαιτέρω το πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, που φέρει τις δαπάνες και τους κινδύνους της επιχείρησης (ΑΠ 186/2019, ΑΠ 10/2018, ΑΠ 1770/2017).

Όταν οι ρόλοι αυτοί είναι κατανεμημένοι σε περισσότερα του ενός πρόσωπα ή ασκούνται από περισσότερα του ενός πρόσωπα, αποτελεί ζήτημα πραγματικό αν την ιδιότητα του εργοδότη έχουν περισσότεροι του ενός ή αν εργοδότης είναι μόνο ένας, στο πρόσωπο του οποίου συγκεντρώνονται οι κυριότεροι από τους ως άνω ρόλους, ενώ τα υπόλοιπα πρόσωπα έχουν δευτερεύουσα και νομικώς μη αξιόλογη συμμετοχή στη σχέση που έχει αναπτυχθεί (ΑΠ 186/2019, ΑΠ 1770/2017, ΑΠ 1006/2017, ΑΠ 352/2016).

Εξ άλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων άρθρων 648, 361 και 651 του ΑΚ συνάγεται ότι είναι δυνατόν με συμφωνία ή συναίνεση του εργαζόμενου οι υπηρεσίες του τελευταίου να παρέχονται για ορισμένο χρόνο σε άλλο εργοδότη (δανεισμός εργασίας). Στην περίπτωση αυτή, εφόσον δεν υπάρχει ειδικότερη συμφωνία μεταξύ αρχικού εργοδότη, εργαζόμενου και τρίτου, η οποία να ρυθμίζει κατά τρόπο διαφορετικό τα εκατέρωθεν δικαιώματα και υποχρεώσεις, αντισυμβαλλόμενος παραμένει ο αρχικός εργοδότης.

Η εργασιακή σχέση εξακολουθεί να υφίσταται με τον αρχικό εργοδότη, στην εξουσία του οποίου ανήκει το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης, αυτός δε βαρύνεται συγχρόνως με όλες τις υποχρεώσεις από την σύμβαση εργασίας, δηλαδή την καταβολή του μισθού, των αποδοχών αδείας, επιδομάτων εορτών κλπ (ΑΠ 755/2020, ΑΠ 800/2014, ΑΠ 1010/2010).

Εξάλλου, με το άρθρο 16 του Ν. 1518/1985 (Α 30), όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση διατάξεών του με το άρθρο 13 του Ν. 2503/1997 (Α 107) ορίζεται ότι " 1. Σύμφωνα με τη νομοθεσία για τις ανώνυμες εταιρείες και τις διατάξεις αυτού του άρθρου, μπορεί να συσταθεί ανώνυμη εταιρία με κύριους σκοπούς α. την τεχνική υποστήριξη των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης α` και β` βαθμού, της Κεντρικής Ένωσης και των Τοπικών Ενώσεων Δήμων και Κοινοτήτων, της Ένωσης Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων Ελλάδας, των επιχειρήσεών τους και των άλλων νομικών προσώπων που συνιστούν ή συμμετέχουν και ιδιαίτερα τη διενέργεια ερευνών, την εκπόνηση μελετών και εκδόσεων, την παροχή πληροφοριών και συμβουλών, την οργάνωση των φορέων αυτών και την επιμόρφωση των στελεχών τους.

β. την ενθάρρυνση τοπικών παραγωγικών πρωτοβουλιών, την εκπαίδευση συμβούλων της τοπικής ανάπτυξης και την τεχνική υποστήριξη τοπικών αναπτυξιακών προγραμμάτων που ενδιαφέρουν την τοπική αυτοδιοίκηση, γ. την ανάληψη από φορείς του δημόσιου τομέα ερευνών, μελετών, επιμορφωτικών και άλλων προγραμμάτων, που έχουν σχέση με την τοπική αυτοδιοίκηση και δ.

τη συνεργασία με αρχές και οργανισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης για ζητήματα τοπικής και περιφερειακής ανάπτυξης. Δ. τη συνεργασία με αρχές και οργανισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης για ζητήματα τοπικής και περιφερειακής ανάπτυξης. 2.... 3. Στους φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης που μετέχουν στην εταιρία συμπεριλαμβάνονται οπωσδήποτε η Κεντρική Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδας (Κ.Ε.Δ.Κ.Ε) και η Ένωση Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων Ελλάδας (Ε.Ν.Α.Ε.) .

Στους φορείς του δημόσιου τομέα που μετέχουν στην εταιρεία περιλαμβάνεται οπωσδήποτε το Ελληνικό Δημόσιο, που το ποσοστό συμμετοχής του στο μετοχικό κεφάλαιο και ο τρόπος εκπροσώπησής τους στη γενική συνέλευση καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εσωτερικών. Η συμμετοχή των λοιπών φορέων του δημόσιου τομέα αποφασίζεται από το όργανο διοίκησης κάθε φορέα. 4....5...

Το καταστατικό της εταιρείας δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, σύμφωνα με τη νομοθεσία για τις ανώνυμες εταιρείες, η δε επ` αυτής εποπτεία ασκείται, σύμφωνα με τους κανόνες της νομοθεσίας αυτής (όπως η παρ. 5 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 127 παρ. 1 Ν. 4483/2017 ΦΕΚ Α 107).......6....7...8...9....10...". Κατ' εξουσιοδότηση των ως άνω διατάξεων, ιδρύθηκε η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." το, δε, καταστατικό της που καταρτίσθηκε με την υπ' αριθμ. .../29.4.1985 πράξη του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Τζαβέλα, όπως τροποποιήθηκε με την υπ' αριθμ. .../7.5.1985 πράξη αυτού, εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. .../8.5.1985 απόφαση του Νομάρχη Διαμερίσματος Αθηνών (ΦΕΚ 1241/9.5.1985 τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ).

Σκοπός της ως άνω εταιρείας είναι η παροχή επιστημονικής και τεχνικής υποστήριξης σε φορείς της Αυτοδιοίκησης καθώς και σε φορείς του Δημοσίου και του Κοινωνικού τομέα. Αποτελεί δε τον θεσμοθετημένο επιστημονικό και τεχνικό σύμβουλο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης α' και β' βαθμού, καθώς και των φορέων της Κεντρικής Διοίκησης και της Περιφερειακής Διοίκησης για τη διαμόρφωση και υλοποίηση ολοκληρωμένων στρατηγικών και πολιτικών σε θέματα που αφορούν στην Τοπική Αυτοδιοίκηση και στην Τοπική Ανάπτυξη (ΑΠ 17/2012).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1281/2020, ΑΠ 319/2017).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 269/2020, ΑΠ 1361/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της τα εξής "...Μετά την ισχύ του ν.2910/2001 "για την είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στην Ελληνική Επικράτεια και την κτήση της Ελληνικής ιθαγένειας με πολιτογράφηση και άλλες διατάξεις" καταρτίστηκε από το Υπουργείο Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης πρόγραμμα με τον τίτλο "Πληροφοριακό Σύστημα Καταγραφής και Διαχείρισης Μεταναστών" με σκοπό την άμεση και αποτελεσματική διαχείριση των πληροφοριών που αφορούν τις διοικητικές διαδικασίες (εκδόσεις εγκρίσεων, έλεγχος δικαιολογητικών κλπ) νομιμοποίησης των μεταναστών, ώστε με την ταχύτερη ενημέρωση των συναρμόδιων υπηρεσιών να επιτυγχάνεται η ασφαλής τακτοποίηση των σχετικών ζητημάτων.

Στο πλαίσιο του προγράμματος αυτού καταρτίστηκε την 1-11-2002 μεταξύ του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, της Κ.Ε.Δ.Κ.Ε. και της εναγομένης, ήδη εφεσίβλητης (ήδη αναιρεσίβλητης), προγραμματική σύμβαση με αντικείμενο την εισαγωγή και τον έλεγχο των στοιχείων των φακέλων των μεταναστών στο σχετικό πληροφοριακό σύστημα, τη μεταφορά δεδομένων από ενδεχόμενες προγενέστερες σε άλλα προγράμματα- βάσεις δεδομένων και την πρόσληψη, εκπαίδευση και παρακολούθηση συνεργατών που θα συμμετέχουν στο έργο των υπηρεσιών αυτού.

Η εναγομένη με τη σύμβαση αυτή ανέλαβε, στα πλαίσια της τεχνικής υποστήριξης του προγράμματος, την οικονομική διαχείριση αυτού, την υλοποίηση των προαναφερόμενων ενεργειών και την υποχρέωση να συμμετέχει στην επιτροπή παρακολούθησης του προγράμματος. Η ισχύς της σύμβασης συμφωνήθηκε μέχρι 31-12-2003. Επειδή όμως ο σκοπός για τον οποίο καταρτίστηκε η σύμβαση, λόγω του μεγάλου όγκου μεταναστών που υπήρχαν στη χώρα δεν κατέστη δυνατόν να εκπληρωθεί μέσα στην άνω προθεσμία υπογράφηκε νέα συμφωνία στις 6-2-2004 με το ίδιο αντικείμενο και με ισχύ μέχρι 31-7-2004.

Υπό τις ίδιες, ως άνω, περιστάσεις, μεταξύ των άνω συμβαλλομένων συνήφθησαν οι από 1.9.2004, 3.3.2005, 24.2.2006, 5.3.2007, 14.3.2008 και 26.2.2009 προγραμματικές συμβάσεις, λαμβάνοντας υπόψη ότι μεσολάβησε η ψήφιση του ν.3386/95 για τους όρους εισόδου, διαμονής και κοινωνικής ένταξης υπηκόων τρίτων χωρών στην Ελληνική Επικράτεια, με τον οποίο αντικαταστάθηκε ο ν.2910/01.

Ειδικότερα, με την από 1.9.2004 σύμβαση, η οποία θα ίσχυε έως 28.2.2005, στο πλαίσιο υποστήριξης του προγράμματος "Πληροφοριακό Σύστημα Καταγραφής και Διαχείρισης Μεταναστών" οι συμβαλλόμενοι ανέλαβαν να συνεργαστούν για να υποστηριχθούν οι εμπλεκόμενες υπηρεσίες του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Μεταρρύθμισης και των 13 περιφερειών στους τομείς αρμοδιότητάς τους.

Η εναγόμενη, ως επιστημονική σύμβουλος της τοπικής αυτοδιοίκησης και της κεντρικής διοίκησης σε θέματα τοπικής αυτοδιοίκησης, ανέλαβε την οικονομική διαχείριση του προγράμματος, την υποστήριξη της κεντρικής διοίκησης και των περιφερειών για την υλοποίηση του άνω αντικειμένου και τη συμμετοχή της στην Επιτροπή Παρακολούθησης, η οποία θα είχε ως έργο το συντονισμό όλων των απαιτούμενων εργασιών.

Οι πόροι για την πραγματοποίηση των εν λόγω εργασιών θα προέρχονταν από το άνω Υπουργείο και θα καταβάλλονταν στην εναγόμενη τμηματικά, κατά την πιστοποίηση της προόδου του έργου, ενώ η εναγόμενη θα δικαιούταν 3% επί του άνω ποσού για την κάλυψη των δαπανών υλοποίησης του αντικειμένου της σύμβασης. Ακολούθως, καταρτίστηκε νέα προγραμματική σύμβαση μεταξύ των άνω συμβαλλομένων στις 3.3.2005, ισχύος έως 31.12.2005, στο πλαίσιο υποστήριξης του προγράμματος "Πληροφοριακό Σύστημα Καταγραφής και Διαχείρισης Μεταναστών" (....).

Ακολούθως, οι άνω συμβαλλόμενοι στις 24.2.2006 συνήψαν νέα προγραμματική σύμβαση, ισχύος έως 31.12.2006, στο πλαίσιο υποστήριξης του προγράμματος "Πληροφοριακό Σύστημα Καταγραφής και Διαχείρισης Μεταναστών" (....). Περαιτέρω, την 5.3.2007 καταρτίστηκε νέα προγραμματική σύμβαση μεταξύ των άνω συμβαλλομένων, ισχύος έως 31.12.2007, στο πλαίσιο υποστήριξης του προγράμματος "Πληροφοριακό Σύστημα Καταγραφής και Διαχείρισης Μεταναστών" (....).

Περαιτέρω, την 14.3.2008 καταρτίστηκε νέα προγραμματική σύμβαση μεταξύ των άνω συμβαλλομένων, ισχύος έως 31.12.2008, στο πλαίσιο του ίδιου, ως άνω προγράμματος (....). Τέλος, στις 26.2.2009 καταρτίστηκε νέα προγραμματική σύμβαση μεταξύ των άνω συμβαλλομένων, ισχύος έως 31.12.2009, στο πλαίσιο του ιδίου, ως άνω, προγράμματος, ενώ το Υπουργείο και η εναγόμενη ανέλαβαν τις ίδιες, ως άνω, υποχρεώσεις, κατά τα διαλαμβανόμενα στις από 5.3.2007 και 14.3.2008 συμβάσεις.

Οι πόροι για την πραγματοποίηση των εν λόγω εργασιών θα προέρχονταν από το άνω Υπουργείο και θα καταβάλλονταν στην εναγόμενη τμηματικά, κατά την πιστοποίηση της προόδου του έργου, αυτή δε (εναγόμενη) θα δικαιούταν 4% επί του άνω ποσού για την κάλυψη των δαπανών υλοποίησης του αντικειμένου της σύμβασης και ορίστηκαν καταληκτικές ημερομηνίες για την εκπαίδευση του προσωπικού στο εφαρμοζόμενο από το Υπουργείο και της Περιφέρειες σύστημα, για την διεκπεραίωση εκκρεμών αιτήσεων εκδόσεως αδειών κάθε είδους, για τη διεκπεραίωση αιτήσεων απονομής ελληνικής ιθαγένειας και για την υποστήριξη του Υπουργείου στο πρόγραμμα υλοποίησης του αντικειμένου της σύμβασης.

Στο πλαίσιο των ανωτέρω προγραμμάτων, οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες) συνήψαν επάλληλες συμβάσεις έργου ορισμένης διάρκειας με την εναγόμενη και παρείχαν τις υπηρεσίες τους στη Διεύθυνση Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Αθηνών της Περιφέρειας Αττικής, υπό τις οδηγίες και των έλεγχο της Π. Τ., ως προϊσταμένης του Τμήματος Γραμματείας της εν λόγω Διεύθυνσης.

Επίσης, με επάλληλες αποφάσεις του αρμοδίου Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης εγκρίθηκε η καταβολή των συμφωνηθέντων δυνάμει των άνω προγραμματικών συμβάσεων ποσών στην εναγόμενη με χρέωση του οικείου προϋπολογισμού εξόδων του εν λόγω Υπουργείου. Ειδικότερα: 1) Ο 1ος ενάγων, Κ.

Κ. (ήδη πρώτος αναιρεσείων) συνήψε με την εναγόμενη τα από 13.2.2006, 6.3.2007, 17.3.2008 και 3.3.2009 ιδιωτικά συμφωνητικά, ισχύος έως 31.12.2006, 31.12.2007, 31.12.08 και 31.12.2009, αντίστοιχα, δυνάμει των οποίων συμφωνήθηκε ότι ο ενάγων θα παρείχε τις υπηρεσίες του στη Διεύθυνση Αστικής Κατάστασης Αλλοδαπών της Περιφέρειας Αττικής, σύμφωνα με τις εντολές και τις κατευθύνσεις και υπό την εποπτεία της άνω Διεύθυνσης, καθώς και στον τόπο που θα του υποδεικνυόταν από την άνω Περιφέρεια, ενώ, κατά τα συμφωνηθέντα, η εναγόμενη ανέλαβε έναντι του ενάγοντος μόνο την υποχρέωση καταβολής της συμφωνηθείσας αμοιβής του και εφόσον η Περιφέρεια ενέκρινε προηγουμένως την ορθή εκτέλεση του έργου από τον ενάγοντα. 2) η 2η ενάγουσα (....). 3) Ο 3ος ενάγων Φ.- Β.

Θ. (ήδη τρίτος αναιρεσείων) συνήψε με την εναγόμενη τα από 3.3.2005, 7.2.2006, 6.3.2007, 17.3.2008 και 3.3.2009 ιδιωτικά συμφωνητικά, ισχύος έως 31.12.2005, 31.12.2006, 31.12.2007 31.12.2008 και 31.12.2009, αντίστοιχα, δυνάμει των οποίων συμφωνήθηκε ότι ο ενάγων θα παρείχε τις υπηρεσίες του στην Περιφέρεια Αττικής δυνάμει της συμβάσεως και στη Διεύθυνση Αστικής Κατάστασης Αλλοδαπών της Περιφέρειας Αττικής δυνάμει των λοιπών συμβάσεων, σύμφωνα με τις εντολές και τις κατευθύνσεις και υπό την εποπτεία της άνω Διεύθυνσης, καθώς και στον τόπο που θα του υποδεικνυόταν από την άνω Περιφέρεια, ενώ, κατά τα συμφωνηθέντα, η εναγόμενη ανέλαβε έναντι του ενάγοντος μόνο την υποχρέωση καταβολής της συμφωνηθείσας αμοιβής του και εφόσον η Περιφέρεια ενέκρινε προηγουμένως την εκ μέρους του ορθή εκτέλεση του έργου που ανέλαβε. 4) 0 4ος ενάγων, Α.

Γ. (ήδη τέταρτος αναιρεσείων) συνήψε με την εναγόμενη τα από 1.9.2004, 3.3.2005, 7.2.2006, 6.3.2007 και 7.4.2008 ιδιωτικά συμφωνητικά, ισχύος έως 31.1.2005, 31.12.2005, 31.12.2006, 31.12.2007 και 31.12.2008, αντίστοιχα, δυνάμει των οποίων συμφωνήθηκε ότι ο ενάγων θα παρείχε τις υπηρεσίες του στην Περιφέρεια Αττικής δυνάμει των δύο πρώτων συμβάσεων και στη Διεύθυνση Αστικής Κατάστασης Αλλοδαπών της Περιφέρειας Αττικής δυνάμει των λοιπών συμβάσεων, σύμφωνα με τις εντολές και τις κατευθύνσεις και υπό την εποπτεία της άνω Διεύθυνσης, καθώς και στον τόπο που θα του υποδεικνυόταν από την άνω Περιφέρεια, ενώ, κατά τα συμφωνηθέντα, η εναγόμενη ανέλαβε έναντι του ενάγοντος μόνο την υποχρέωση καταβολής της συμφωνηθείσας αμοιβής του και εφόσον η Περιφέρεια ενέκρινε προηγουμένως την ορθή εκτέλεση του έργου. 5) Ο 5ος ενάγων, Σ.

Κ. (ήδη πέμπτος αναιρεσείων) συνήψε με την εναγόμενη τα από 12.1.2004, 1.9.2004, 3.3.2005, 3.9.2007, 17.3.2008 και 3.3.2009 ιδιωτικά συμφωνητικά, ισχύος έως 30.6.2004 (το 1°, το οποίο παρατάθηκε έως 31.7.2004), 31.1.2005, 31.12.2005 (το 3°, το οποίο λύθηκε πρόωρα στις 1.11.2005), 31.12.2007, 31.12.2008 και 31.12.2009, αντίστοιχα, δυνάμει των οποίων συμφωνήθηκε ότι ο ενάγων θα παρείχε τις υπηρεσίες του στην Περιφέρεια Αττικής δυνάμει των τριών πρώτων συμβάσεων και στη Διεύθυνση Αστικής Κατάστασης Αλλοδαπών της Περιφέρειας Αττικής δυνάμει των λοιπών συμβάσεων, σύμφωνα με τις εντολές και τις κατευθύνσεις και υπό την εποπτεία της άνω Διεύθυνσης, καθώς και στον τόπο που θα του υποδεικνυόταν από την άνω Περιφέρεια, ενώ, κατά τα συμφωνηθέντα, η εναγόμενη ανέλαβε έναντι του ενάγοντος μόνο την υποχρέωση καταβολής της συμφωνηθείσας αμοιβής του και εφόσον η Περιφέρεια ενέκρινε προηγουμένως την ορθή εκτέλεση του έργου από αυτόν. 6) Η 6η ενάγουσα, Κ.

Μ. (ήδη έκτη αναιρεσείουσα), συνήψε με την εναγόμενη τα από 12.1.2004, 1.9.2004, 3.3.2005, 7.2.2006 6.3.2007, 17.3.2008 και 3.3.2009 ιδιωτικά συμφωνητικά, ισχύος έως 30.6.2004 (το 1°, το οποίο παρατάθηκε έως 31.7.2004), 31.1.2005, 31.12.2005, 31.12.2006, 31.12.2007 31.12.2008 και 31.12.2009, αντίστοιχα, δυνάμει των οποίων συμφωνήθηκε ότι η ενάγουσα θα παρείχε τις υπηρεσίες της στην Περιφέρεια Αττικής δυνάμει των τριών πρώτων συμβάσεων και στη Διεύθυνση Αστικής Κατάστασης Αλλοδαπών της Περιφέρειας Αττικής δυνάμει των λοιπών συμβάσεων, σύμφωνα με τις εντολές και τις κατευθύνσεις και υπό την εποπτεία της άνω Διεύθυνσης, καθώς και στον τόπο που θα της υποδεικνυόταν από την άνω Περιφέρεια, ενώ, κατά τα συμφωνηθέντα, η εναγόμενη ανέλαβε έναντι της ενάγουσας μόνο την υποχρέωση καταβολής της συμφωνηθείσας αμοιβής της και εφόσον η Περιφέρεια ενέκρινε προηγουμένως την ορθή εκτέλεση του έργου από αυτή. 7) Η 7η ενάγουσα, Ε.

Β. (ήδη έβδομη αναιρεσείουσα) συνήψε με την εναγόμενη το από 12.1.2004 ιδιωτικό συμφωνητικό, ισχύος έως 30.6.2014, το οποίο παρατάθηκε έως 31.7.2014, δυνάμει του οποίου συμφωνήθηκε ότι η ενάγουσα θα παρείχε τις υπηρεσίες της στην Περιφέρεια Αττικής δυνάμει των τριών πρώτων συμβάσεων και στη Διεύθυνση Αστικής Κατάστασης Αλλοδαπών της Περιφέρειας Αττικής δυνάμει των λοιπών συμβάσεων, σύμφωνα με τις εντολές και τις κατευθύνσεις και υπό την εποπτεία της άνω Διεύθυνσης, καθώς και στον τόπο που θα της υποδεικνυόταν από την άνω Περιφέρεια, ενώ, κατά τα συμφωνηθέντα, η εναγόμενη ανέλαβε έναντι της ενάγουσας μόνο την υποχρέωση καταβολής της συμφωνηθείσας αμοιβής της. 8) Η 8η ενάγουσα, Α.

Λ. (ήδη όγδοη αναιρεσείουσα) συνήψε με την εναγόμενη τα από 5.7.2007, 17.3.2008 και 3.3.2009 ιδιωτικά συμφωνητικά, ισχύος έως 31.12.2007, 31.12.2008 και 31.12.2009, αντίστοιχα, δυνάμει των οποίων συμφωνήθηκε ότι η ενάγουσα θα παρείχε τις υπηρεσίες της στη Διεύθυνση Αστικής Κατάστασης Αλλοδαπών της Περιφέρειας Αττικής σύμφωνα με τις εντολές και τις κατευθύνσεις και υπό την εποπτεία της άνω Διεύθυνσης, καθώς και στον τόπο που θα της υποδεικνυόταν από την άνω Περιφέρεια, ενώ, κατά τα συμφωνηθέντα, η εναγόμενη ανέλαβε έναντι της ενάγουσας μόνο την υποχρέωση καταβολής της συμφωνηθείσας αμοιβής της και εφόσον η Περιφέρεια ενέκρινε προηγουμένως την ορθή εκτέλεση του έργου από αυτή.

Επισημαίνεται ότι δυνάμει των προαναφερθέντων από 12.1.2004 ιδιωτικών συμφωνητικών, η καταβολή των συμφωνηθέντων ποσών στους ενάγοντες θα ελάμβανε χώρα με τη συμπλήρωση σχετικού δελτίου προόδου του εκεί οριζομένου στελέχους της εναγόμενης, υπευθύνου του έργου, υπό την επίβλεψη του οποίου θα εκτελείτο το έργο και ο οποίος θα υποδείκνυε τον τόπο παροχής των υπηρεσιών των εναγόντων, ενόψει όμως των υποχρεώσεων που ανέλαβε η εναγόμενη δυνάμει των προεκτεθεισών προγραμματικών συμβάσεων (που συνίσταντο κυρίως σε οικονομική διαχείριση του προγράμματος) και της τοποθέτησης των εναγόντων σε υπηρεσίες της Περιφέρειας Αττικής για την υποστήριξη του υπ' αυτών εκτελούμενου έργου της διαχείρισης θεμάτων μεταναστών, κατά τα ως άνω, οι συνθήκες υπό τις οποίες παρείχαν τις υπηρεσίες τους οι ενάγοντες δυνάμει των από 12.1.2004 συμβάσεων δεν διαφοροποιήθηκαν ουσιαστικά σε σχέση με τις, ως άνω, μεταγενέστερες συμβάσεις.

Κατόπιν όλων αυτών, ενόψει του, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, περιεχομένου των επιδίκων ιδιωτικών συμφωνητικών και των προγραμματικών συμβάσεων, της πραγματικής απασχόλησης των εναγόντων στις άνω υπηρεσίες της Περιφέρειας Αττικής, υπό τις εντολές και κατευθύνσεις των αρμοδίων οργάνων της τελευταίας, συνάγεται ότι, ακόμη και υπό την εκδοχή ότι οι ενάγοντες απασχολήθηκαν στην πραγματικότητα υπό περιστάσεις εξαρτημένης εργασίας και όχι σύμβασης έργου, η εναγόμενη δεν απέκτησε την ιδιότητα της εργοδότριας αυτών, αφού με βάση τα παραπάνω ουδέποτε τους απασχόλησε σε υπηρεσίες της σύμφωνα με τις ανάγκες της και ουδέν όφελος προσπορίστηκε σ' αυτήν από την παροχή των υπηρεσιών τους, ενώ ουδέποτε καθόρισε με δική της πρωτοβουλία τις συνθήκες παροχής των υπηρεσιών των εναγόντων, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, ο ρόλος της εναγόμενης δυνάμει των άνω προγραμματικών συμβάσεων ήταν συμβουλευτικός-υποστηρικτικός των αντισυμβαλλομένων της ενόψει των δικών τους υπηρεσιακών αναγκών για την προσήκουσα εκτέλεση του προγράμματος, που ήταν αντικείμενο των προγραμματικών συμβάσεων, ενώ η ίδια ως κύριο έργο είχε την οικονομική διαχείριση του προγράμματος αυτού (γεγονός το οποίο, από μόνο του δεν θεμελιώνει την ιδιότητα του εργοδότη), ενεργώντας κατ' ουσίαν για λογαριασμό και προς όφελος των αντισυμβαλλομένων της στις άνω προγραμματικές συμβάσεις, χωρίς, όμως, οι περιστάσεις αυτές να επαρκούν για να της αποδώσουν την ιδιότητα εργοδότριας.

Επομένως η αγωγή, τόσο κατά την κύρια όσο και κατά την επικουρική βάση της, κρίνεται απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχτηκε τα ίδια, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι ενάγοντες με τους συναφείς πρώτο και δεύτερο λόγους της έφεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα (...)".

Στην προκειμένη περίπτωση με το πρώτο εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι με την κρίση της ότι η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία δεν απέκτησε την ιδιότητα της εργοδότριας αυτών παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 648 και 651 του ΑΚ.

Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι η αναιρεσίβλητη αποτελούσε τον αρχικό τους εργοδότη, ότι την ιδιότητα αυτή της αναιρεσίβλητης δεν μπορεί να υποκαταστήσει το γεγονός ότι η εργασία τους παρεχόταν στην Περιφέρεια Αττικής δεδομένου ότι η αντίδικος τους είχε προσλάβει και τους πλήρωνε κάθε μήνα και ότι α) υπό την πρώτη ερμηνευτική εκδοχή, ότι η αναιρεσίβλητη τους προσέλαβε και στη συνέχεια συνήψε συμβάσεις δανεισμού εργασίας με τις Διευθύνσεις Αλλοδαπών και Μετανάστευσης της Περιφερείας Αττικής, η ως άνω Περιφέρεια αποτέλεσε το δευτερογενή εργοδότη τους και ότι αρχικός τους εργοδότης τους παρέμεινε η αναιρεσίβλητη και β) υπό τη δεύτερη ερμηνευτική εκδοχή, ότι οι προγραμματικές συμβάσεις νομικών προσώπων στα οποία συμπεριλαμβάνεται το Δημόσιο και η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία αποτελούν ομάδα κοινωνίας δικαιώματος που από κοινού διαχειρίζεται τα θέματα των συμβάσεων εργασίας τους, αυτά ως κοινοπρακτούντα νομικά πρόσωπα τυγχάνουν συνυπεύθυνοι εργοδότες αυτών (αναιρεσειόντων) και ενέχονται από κοινού και εις ολόκληρον για τις εργοδοτικές τους υποχρεώσεις που αναφύονται από τις συμβάσεις εργασίας τους.

Ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με το να κρίνει ότι, ενόψει του περιεχομένου των ιδιωτικών συμφωνητικών που είχαν συνάψει οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, της πραγματικής απασχόλησης αυτών στις υπηρεσίες της Περιφέρειας Αττικής, υπό τις εντολές και κατευθύνσεις των αρμοδίων οργάνων της τελευταίας, συνάγεται ότι, ακόμη και υπό την εκδοχή ότι οι ενάγοντες απασχολήθηκαν στην πραγματικότητα υπό περιστάσεις εξαρτημένης εργασίας και όχι σύμβασης έργου, η εναγόμενη δεν απέκτησε την ιδιότητα της εργοδότριας αυτών, αφού ουδέποτε τους απασχόλησε σε υπηρεσίες της σύμφωνα με τις ανάγκες της και ουδέν όφελος προσπορίστηκε σ' αυτήν από την παροχή των υπηρεσιών τους, ενώ ουδέποτε καθόρισε με δική της πρωτοβουλία τις συνθήκες παροχής των υπηρεσιών των εναγόντων, καθόσον ο ρόλος της εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας, δυνάμει των προγραμματικών συμβάσεων που συνήφθησαν μεταξύ αυτής, του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Κοινοτήτων Ελλάδος (Κ.Ε.Δ.Κ.Ε.) ήταν συμβουλευτικός - υποστηρικτικός των αντισυμβαλλομένων της ενόψει των δικών τους υπηρεσιακών αναγκών για την προσήκουσα εκτέλεση του προγράμματος, ενεργώντας κατ' ουσίαν για λογαριασμό και προς όφελος των αντισυμβαλλομένων της στις άνω προγραμματικές συμβάσεις και ότι η ίδια ως κύριο έργο είχε την οικονομική διαχείριση του προγράμματος αυτού, χωρίς, όμως, οι περιστάσεις αυτές να επαρκούν για να της αποδώσουν την ιδιότητα της εργοδότριας των εναγόντων, ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 651, 652 και 653 του ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε, ευθέως, αφού σύμφωνα με τα ανελέγκτως γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά, η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, δεν είχε την ιδιότητα του εργοδότη των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων και ως εκ τούτου το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.

Περαιτέρω, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η εναγόμενη δεν απέκτησε την ιδιότητα της εργοδότριας των εναγόντων διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ως άνω κρίσιμο ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα δέχθηκε ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ουδέποτε απασχόλησε τους ενάγοντες σε υπηρεσίες της για κάλυψη αναγκών της, δεν προσπορίσθηκε όφελος σ' αυτήν από την παροχή των υπηρεσιών τους, δεν καθόριζε με δική της πρωτοβουλία τις συνθήκες παροχής των υπηρεσιών των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, ότι ενεργούσε για λογαριασμό και προς όφελος των αντισυμβαλλομένων της στα πλαίσια των προγραμματικών συμβάσεων που είχε συνάψει με αυτούς (Δημόσιο και ΚΕΔΚΕ) και ότι είχε ως κύριο έργο την οικονομική διαχείριση του προγράμματος που δεν αρκούσε για τη θεμελίωση της ιδιότητας αυτής ως εργοδότριας των εναγόντων, αιτιολογίες που είναι επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων που εφαρμόστηκαν και επομένως, δεν στέρησε αυτή νόμιμης βάσης.

Οι δε εκτιθέμενες στον ως άνω λόγο αναίρεσης ερμηνευτικές εκδοχές των αναιρεσειόντων α) ότι η αναιρεσίβλητη συνεβλήθη συμβατικά μαζί τους ως αρχικός εργοδότης και ότι στη συνέχεια συνήψε συμβάσεις δανεισμού εργασίας με τις αρμόδιες διευθύνσεις της Περιφέρειας Αττικής που αποτέλεσε το δευτερογενή εργοδότη τους, β) ότι στα πλαίσια των προγραμματικών συμβάσεων που συνήψε η αναιρεσίβλητη με σειρά νομικών προσώπων, τα συμβληθέντα νομικά πρόσωπα τύγχαναν συνεργοδότες αυτών (αναιρεσειόντων), συνιστούν επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, για τον τρόπο με τον οποίο έπρεπε, κατά την άποψή τους, να ερμηνευθούν οι συμβάσεις που είχαν συνάψει με την αναιρεσίβλητη, βάσει των οποίων παρείχαν τις υπηρεσίες τους στην Περιφέρεια Αττικής και έχουν ως αφετηρία τον ισχυρισμό αυτών (αναιρεσειόντων) ότι σε αμφότερες τις ως άνω ερμηνευτικές εκδοχές, εργοδότης αυτών είναι η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, ισχυρισμό που το Εφετείο τον απέρριψε κατ' ουσία με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν, εφόσον έκρινε ότι η αναιρεσίβλητη δεν ήταν εργοδότρια των αναιρεσειόντων.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" που αφέθηκε αδίκαστη νοείται όχι οποιαδήποτε αίτηση, υποβληθείσα από τους διαδίκους, κατά τη διαδρομή της δίκης, αλλά μόνο εκείνη που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (ΑΠ 1137/2020, ΑΠ 427/2020, ΑΠ 17/2017).

Τέτοια αίτηση είναι, ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης και κάθε ενδίκου μέσου, όπως η έφεση (ΑΠ 427/2020, ΑΠ 1294/2018, ΑΠ 54/2017), όχι όμως, και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων, ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 427/2020, ΑΠ 54/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι άφησε αδίκαστη την αίτησή τους να αναγνωρισθεί ότι η σχέση με την οποία απασχολήθηκαν είχε τα χαρακτηριστικά σχέσης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου προκειμένου να διακριβωθεί ο εργοδότης τους που υποχρεούται να τους καταβάλει τους μισθούς τους και τα επιδόματα εορτών και αδείας.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) του δικογράφου της από 28.12.2009 αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, προκύπτει ότι οι ενάγοντες ισχυρίσθηκαν ότι οι συμβάσεις τους κατ' επίφαση χαρακτηρίσθηκαν από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ως συμβάσεις μίσθωσης έργου, ενώ στην πραγματικότητα η εργασιακή τους σχέση με την εναγόμενη είχε τα χαρακτηριστικά της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και ζητούσαν να υποχρεωθεί η εναγόμενη να τους καταβάλει για δεδουλευμένους μισθούς και επιδόματα εορτών και αδείας τα αναγραφόμενα για έκαστο ποσά.

Όπως, όμως, προεκτέθηκε, αφού το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία δεν είχε την ιδιότητα της εργοδότριας των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, ορθά δεν εξέτασε κατ' ουσία τον ισχυρισμό τους ότι οι συμβάσεις τους δεν ήταν συμβάσεις μίσθωσης έργου αλλά συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, καθόσον μετά την κατ' ουσία απόρριψη του ισχυρισμού τους ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ήταν εργοδότης τους, κατέστη αλυσιτελής πλέον η εξέταση της σχέσης (σύμβασης έργου ή εργασίας) με την οποία οι αναιρεσείοντες παρείχαν τις υπηρεσίες τους στην Περιφέρεια Αττικής.

Επομένως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη, με τον ως άνω δεύτερο λόγο αναίρεσης, εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια και συνεπώς είναι απορριπτέος ως κατ' ουσία αβάσιμος ο περί του αντιθέτου ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης. Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996 ΑΠ 1446/2019).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 790/2020, ΑΠ 667/2018). Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1446/2019, ΑΠ 76/2016).

Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ του πράγματος προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 85/2020, ΑΠ 667/2018, ΑΠ 76/2016), έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης (ΑΠ 1108/2020, ΑΠ 771/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν εξέτασε το δεύτερο λόγο της έφεσής τους που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης με τον οποίο ισχυρίσθηκαν ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία συνήψε σύμβαση δανεισμού με τις Διευθύνσεις Αλλοδαπών και Μετανάστευσης της Περιφερείας Αττικής και ότι επιτρεπτά τους δάνεισε σ' αυτή και ότι, στα πλαίσια των ως άνω συμβάσεων δανεισμού, η εναγόμενη, ως αρχική εργοδότριά τους, υποχρεούται να τους καταβάλει τους δεδουλευμένους μισθούς τους και τα επιδόματα εορτών και αδείας.

Ο ως άνω τρίτος λόγος αναίρεσης είναι είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, εξέτασε το δεύτερο λόγο έφεσης των εναγόντων και τον απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμο (12ο φύλλο). Σε κάθε, δε, περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ως προς τον περιεχόμενο, στο δεύτερο λόγο έφεσης, επιμέρους ισχυρισμό των εναγόντων ότι στα πλαίσια σύμβασης δανεισμού τους η εναγόμενη, ως αρχική εργοδότρια τους, δάνεισε αυτούς στην Περιφέρεια Αττικής, προκειμένου να παρέχουν σ' αυτή τις υπηρεσίες τους, τον απέρριψε κατ' ουσία, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν, εφόσον έκρινε ότι η αναιρεσίβλητη δεν ήταν εργοδότρια των αναιρεσειόντων.

Επομένως και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι πρώτος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος, έκτη, έβδομη και όγδοη αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 15 Ιουνίου 2019 και με αριθ. κατάθ. 6836/654/19.7.2019 αίτηση αναίρεσης ως προς τη δεύτερη αναιρεσείουσα Σ. Χ..

Απορρίπτει την από 15 Ιουνίου 2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 3615/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τους πρώτο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτη, έβδομη και όγδοη αναιρεσείοντες.

Καταδικάζει τους πρώτο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτη, έβδομη και όγδοη αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ