Legislator Case Law & Legislation
1308/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for insufficient reasoning and rejects fee reduction for public legal entity. The appeal was rejected due to inadequate reasoning and the entity's ineligibility for fee reduction. The court ruled that the legal entity does not qualify for fee reduction despite public status. The appeal was dismissed for insufficient reasoning and the entity's ineligibility for fee reduction. The court ruled that the legal entity does not qualify for fee reduction despite public status.

Case Number 1308/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a public legal entity against a lower court judgment. The appellant argued the judgment lacked sufficient reasoning regarding legal interpretation and failed to justify the refusal of a lawyer fee reduction. The court held that the reasoning was adequate and the entity was ineligible for fee reduction as its services are not provided by the State Legal Service.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The appeal must be rejected if the judgment contains sufficient reasoning, and a public legal entity is ineligible for lawyer fee reduction unless its services are provided by the State Legal Service.

Keywords

AI generated
insufficient reasoning public legal entity lawyer fee reduction State Legal Service appeal dismissal legal costs legal interpretation

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 28(4) of Law 2579/1998
Article 22 of Law 3693/1957
Article 5 of Law 1738/1987
Article 69(2) last paragraph of Law 4182/2013

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1308 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1308/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Μυρσίνη Παπαχίου, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαΐου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου και φορέα υποδοχής του 1ου Νοσοκομείου ΙΚΑ ΕΤΑΜ Αθήνας.

Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λύτρα.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ..." και τον διακριτικό τίτλο "... S.A.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα.

Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Μιχαλοπούλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-7-2012 αγωγή της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... A.E.", που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3550/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 1137/2019 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-10-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.

ΑΠ 27/1998, ΑΠ 538/2012). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

ΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 68 Κ.Πολ.Δ., το οποίο ορίζει ότι "δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον", συνάγεται ότι ένδικη προστασία παρέχεται υπέρ ή κατ' εκείνων μόνον των προσώπων, τα οποία κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος αποτελούν τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης ή μετέχουν κατά το ουσιαστικό δίκαιο στη διαχείριση αυτής της σχέσης (ΑΠ 1091/2020).

Η νομιμοποίηση του διαδίκου, όπως και το έννομο συμφέρον, αποτελούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας, ειδικότερα δε, η νομιμοποίηση του διαδίκου απορρέει κατά κανόνα αμέσως από το νόμο και κυρίως από διατάξεις του ουσιαστικού ή κάποτε και του δικονομικού δικαίου. Εκείνος, ο οποίος εμφανίζεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο δικαιούχος ή υπόχρεος νομιμοποιείται κατ' αρχήν ως ενάγων ή εναγόμενος, αντίστοιχα.

Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 25/2008, ΑΠ 1979/2017, ΑΠ 1006/2017).

Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 17 του ν. 3918/2011 συστάθηκε, ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, ο Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας, (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) και εντάχθηκαν σ' αυτόν ο Κλάδος Υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.), με τις μονάδες υγείας του και το Κέντρο Διάγνωσης Ιατρικής της Εργασίας του Ι.Κ.Α., οι κλάδοι υγείας του "Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων", (Ο.Γ.Α.) και του "Οργανισμού Ασφάλισης Ελεύθερων Επαγγελματιών" (Ο.Α.Ε.Ε.), καθώς και ο "Οργανισμός Περίθαλψης Ασφαλισμένων του Δημοσίου" (Ο.Π.Α.Δ.), ως προς τις παροχές σε είδος.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 29 παρ. 3 του ως άνω ν. 3918/2011, οι συμβάσεις των εντασσόμενων στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. φορέων εξακολουθούν να ισχύουν έναντι αυτού. Εξάλλου, το άρθρο 32 του ν. 3918/2011 ορίζει ότι "1. Οι Υπηρεσίες Νοσοκομειακής Υποστήριξης του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ εντάσσονται από την 1.6.2011 στο Εθνικό Σύστημα Υγείας. Το 1ο Νοσοκομείο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ Αθήνας εντάσσεται στο ...

Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο Αττικής ... ".... ". 2. Μετά την ένταξη οι ανωτέρω Υπηρεσίες Νοσοκομειακής Υποστήριξης λειτουργούν ως αντίστοιχα παραρτήματα των ανωτέρω νοσοκομείων στα οποία εντάσσονται (φορείς υποδοχής). ... 5. Συμβάσεις που έχουν καταρτιστεί με συμβαλλόμενους το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και τρίτους (εκμισθωτές, προμηθευτές κλπ.), καθώς και με ιατρούς και οδοντιάτρους απασχολούμενους με σχέση μίσθωσης έργου, εξακολουθούν να ισχύουν έως τη λήξη τους και παράγουν δικαιώματα και υποχρεώσεις έναντι των φορέων υποδοχής που υπεισέρχονται αυτοδικαίως σε αυτές. 6.

Εκκρεμείς δίκες που αφορούν τις εντασσόμενες Υπηρεσίες συνεχίζονται αυτοδικαίως στο όνομα και για λογαριασμό του νοσοκομείου, στο οποίο εντάσσονται... ". Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι, τα νοσοκομεία αυτά όχι μόνο υποχρεούνται να συνεχίσουν την εκτέλεση συμβάσεων που είχε συνάψει το Ίδρυμα, για τις ανάγκες των νοσοκομειακών μονάδων του και παρέμεναν σε ισχύ κατά τον χρόνο ένταξης της νοσοκομειακής μονάδας σε Νοσοκομείο του Ε.Σ.Υ.

αλλά υπεισέρχονται και στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που τυχόν απορρέουν από λήξασες συμβάσεις του Ιδρύματος και είτε συνεχίζουν ως διάδοχοι του αρχικώς υποχρέου Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. τη δίκη που άνοιξε πριν από την ένταξη είτε νομιμοποιούνται παθητικώς ως μόνοι διάδικοι στη δίκη που άνοιξε μετά την ένταξη, λόγω της διαδοχής τους στις υποχρεώσεις από τη σύμβαση του αρχικώς υποχρέου Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. (ΣτΕ 2856/2020, ΣτΕ2855/2020, ΑΠ703/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, η ενάγουσα - εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 23-7-2012 αγωγή, με την οποία ζήτησε, κατά τις περί πωλήσεως διατάξεις, την επιδίκαση του τιμήματος των διαδοχικών προμηθειών υγειονομικών αναλωσίμων και ιατροτεχνολογικών υλικών, που αυτή παρέδωσε στο 1ο νοσοκομείο ΙΚΑ ΕΤΑΜ, καθολικός διάδοχος του οποίου κατέστη το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ, σε εκτέλεση μεταξύ τους διαδοχικών συμβάσεων προμηθείας, άλλως κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, άλλως κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, με το νόμιμο τόκο κατά τις στην αγωγή διακρίσεις.

Το ως άνω πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 3550/2017 απόφασή του δέχθηκε την αγωγή, κατά ένα μέρος κατά την κυρία βάση της και κατά τα λοιπά ως προς την εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της, ενώ απέρριψε εκείνη της αδικοπραξίας. Κατά της άνω αποφάσεως το εναγόμενο νοσοκομείο άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με την 1137/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την οποία το εναγόμενο προσβάλλει με την υπό κρίση από 14-10-2019 αίτηση αναίρεσης.

Με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, αναιρετικό λόγο το αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση (κατά τη νοηματική του εκτίμηση) για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 32 παρ.1, 5 και 6 του ν. 3918/2011, έκρινε ότι νομιμοποιείται παθητικά στη δίκη, καίτοι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι επίδικες συμβάσεις είχαν ήδη λήξει πριν την ένταξη σε αυτό του 1ου Νοσοκομείου Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δέχθηκε ανελέγκτως, σε σχέση με τον αναιρετικό αυτό λόγο, ότι η αναιρεσίβλητη είχε συνάψει με το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., κατά τα έτη 2006 ως 2010, για την κάλυψη αναγκών του 1ου Νοσοκομείου Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. Αθήνας, τις αναλυτικώς διαλαμβανόμενες σ' αυτή συμβάσεις πωλήσεως (προμηθειών), σε εκτέλεση των οποίων παρέδωσε προσηκόντως τα πωληθέντα προϊόντα, και ότι μετά την ένταξη από 1.6.2011 του ως άνω Νοσοκομείου (1ο Νοσοκομείο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.

Αθηνών) στο Νοσοκομείο του Ε.Σ.Υ. "... Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο Αττικής", σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 32 του ν. 3918/2011, το τελευταίο υπεισήλθε στις απορρέουσες από τις άνω συμβάσεις υποχρεώσεις του αρχικώς συμβληθέντος Ιδρύματος για την εξόφληση των εν λόγω προμηθειών και ότι ως φορέας πλέον της υποχρέωσης αυτής νομιμοποιείται παθητικώς στη σχετική δίκη που ανοίχθηκε μετά την ένταξη, ανεξαρτήτως του ότι κατά την ημερομηνία ένταξης στο Νοσοκομείο υποδοχής είχε λήξει η ισχύς των επιδίκων συμβάσεων, εφόσον η διαδοχή στις συμβατικές υποχρεώσεις του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.

δεν περιορίζεται στις εκκρεμείς συμβάσεις. Επί πλέον δέχθηκε ότι "ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι τα επίδικα τιμολόγια (των ως άνω παραδοθεντων προϊόντων) αφορούσαν ασφαλισμένους άλλων ταμείων και όχι του ΙΚΑ δεν ασκεί έννομη επιρροή αφού δεν αμφισβητείται το γεγονός ότι αντισυμβαλλόμενος της ενάγουσας στις επίδικες συμβάσεις ήταν το Νοσοκομείο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Αθήνας".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης και υποχρέωσε το αναιρεσείον να καταβάλει σ' αυτήν το μνημονευόμενο στην αγωγή ποσό με το νόμιμο τόκο κατά τις στην απόφαση διακρίσεις. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο δηλαδή ότι για τις ένδικες αξιώσεις της αναιρεσίβλητης, που προέκυπταν από συμβάσεις του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., οι οποίες είχαν ήδη λήξει πριν την ένταξη του 1ου Νοσοκομείο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.

Αθηνών στο αναιρεσείον, το τελευταίο είναι υπόχρεο ως καθολικός διάδοχος του αρχικώς υποχρέου Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. και, συνεπώς, νομιμοποιείται παθητικώς ως διάδικος στη δίκη επί της ένδικης αγωγής, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, δεδομένου ότι, εφόσον η αγωγή της αναιρεσίβλητης ασκήθηκε στις 30-7-2012, ήτοι μετά το χρόνο ένταξης του 1ου Νοσοκομείου Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.

Αθηνών στο αναιρεσείον "... Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο Αττικής" (1-6-2011) και εφόσον, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του, η επίδικη διαφορά γεννήθηκε από την εκτέλεση συμβάσεων παροχής υπηρεσιών, που είχε συνάψει με την αναιρεσίβλητη το ως άνω Ίδρυμα (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.) για τις ανάγκες του άνω νοσοκομείου, το αναιρεσείον, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, υπεισήλθε στις υποχρεώσεις, που απέρρεαν από τις ανωτέρω συμβάσεις του αρχικώς υπόχρεου Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.

και νομιμοποιείται παθητικώς ως διάδικος, στη δίκη επί της αγωγής της αναιρεσίβλητης, ως οιονεί καθολικός διάδοχος του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., ανεξαρτήτως του ότι κατά την ημερομηνία ένταξης στο Νοσοκομείο υποδοχής είχε λήξει η ισχύς των επιδίκων συμβάσεων, αφού η διαδοχή στις συμβατικές υποχρεώσεις του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.

δεν περιορίζεται στις εκκρεμείς συμβάσεις. Επομένως, ο ως άνω λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Σύμφωνα με τα άρθρα 82 παρ.1, 83 παρ. 1, του ν.2362/1995 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού", (όπως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το άρθρο 177 παρ. 1ν. 4270/2014) για κάθε σύμβαση του Δημοσίου που συνεπάγεται έσοδο ή δαπάνη αυτού, αν δεν ορίζεται διαφορετικά με ειδική διάταξη, προηγείται η προβλεπόμενη από τις κατά περίπτωση ισχύουσες διατάξεις διαδικασία ανοικτού ή κλειστού διαγωνισμού, επιτρέπεται όμως κατ' εξαίρεση η με απευθείας ανάθεση σύναψη σύμβασης προμήθειας προϊόντων, παροχής υπηρεσιών ή εκτέλεσης έργων για ετήσια δαπάνη μέχρι του ποσού 1.500.000 δραχμών ποσό που δύναται να αναπροσαρμόζεται με απόφαση του υπουργού Οικονομικών.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 85 εδ.α του ίδιου νόμου "η καθ' οιονδήποτε τρόπο παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 79 ως 84 του παρόντος νόμου επάγεται απόλυτη ακυρότητα της συμβάσεως". Κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης του άρθρου 83 παρ. 1 του άνω νόμου εκδόθηκε η 2/45564/0026/2001ΑΥΟ (ΦΕΚ Β1066) με έναρξη ισχύος από 1-1-2002 με την οποία η ετήσια δαπάνη για απευθείας ανάθεση αναπροσαρμόσθηκε στο ποσό των 15.000 ευρώ συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ και εν συνεχεία με την 35130/739/9-8-2010 ΥΑ αναπροσαρμόστηκε στο ποσό των 20.000 ευρώ άνευ ΦΠΑ.

Αντίστοιχη ρύθμιση περιλαμβάνεται και στις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη συμβάσεων προμηθειών των ΝΠΔΔ (μεταξύ των οποίων και το ΙΚΑ) ως προς τις οποίες απαιτείται η τήρηση της διαδικασίας που προβλέπεται στο π.δ 394/1996 "περί κανονισμού προμηθειών του δημοσίου" το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 ν. 2286/1995 (ήτοι προκήρυξη σχετικού διαγωνισμού, προσφορές, αξιολόγηση αυτών ή απευθείας ανάθεση και υπογραφή από τα συμβαλλόμενα μέρη εγγράφως).

Κατ' εξουσιοδότηση δε των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 12 εδ.γ' και παρ. 13 του ν.2286/1995 εκδόθηκε η Π1/7446/31-1-2002 ΥΑ (ΦΕΚ Β' 112) που καθόρισε την ετήσια συνολική δαπάνη των προμηθειών μεταξύ άλλων και των νπδδ, για τις οποίες η σύναψη των σχετικών συμβάσεων διενεργείται με διαδικασίες διαπραγμάτευσης (εξαιρετική ή με απευθείας ανάθεση) μέχρι του ποσού των 15.000 ευρώ με ΦΠΑ, ενώ με την Π1/3305/3-11-2010 ΥΑ (ΦΕΚ Β' 1789) αναπροσάρμόστηκε στο ποσό των 20.000 ευρώ.

Κατά το άρθρο 1 του ν. 2286/1995, εξ άλλου, οι συμβάσεις από επαχθή αιτία για την προμήθεια αγαθών που ενεργούνται από φορείς του δημόσιου τομέα, στον οποίο περιλαμβάνονται και τα Ν.Π.Δ.Δ., οφείλουν να καταρτίζονται εγγράφως. Γενικότερα ορίζεται με τις διατάξεις του άρθρου 41 του ν.δ/τος 496/1974 "περί Κώδικος Λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ." ότι κάθε σύμβαση για λογαριασμό Ν.Π.Δ.Δ., που έχει αντικείμενο άνω των 10.000 δραχμών [ήδη 2.500 ευρώ με την υπ` αριθμ. 2/42053/0094 απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών (ΦΕΚ Β' 1033/7-8-2002)] ή δημιουργεί υποχρεώσεις διαρκείας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, υποβάλλεται στον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου, η πρόταση όμως για την κατάρτιση της σύμβασης και η αποδοχή της μπορούν να γίνουν και με χωριστά έγγραφα, αίρεται δε η ακυρότητα που προκαλείται από την έλλειψη έγγραφης αποδοχής, αν εκπληρωθεί η σύμβαση.

Από τις διατάξεις αυτές, που αποσκοπούν στην εξυπηρέτηση του γενικότερου συμφέροντος, σε συνδυασμό και με τις αντίστοιχες διατάξεις του άρθρ. 80 του ν. 2362/1995 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού", συνάγεται ότι ο τύπος του ιδιωτικού εγγράφου, που απαιτείται για τις καταρτιζόμενες για λογαριασμό Ν.Π.Δ.Δ. ή αναλόγως του Δημοσίου ως άνω συμβάσεις, είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός, γι` αυτό και η έλλειψή του καθιστά κατά τα άρθρ. 158 και 159 παρ.1 του ΑΚ άκυρη τη σύμβαση, με συνέπεια να θεωρείται αυτή κατά το άρθρ. 180 του ίδιου Κώδικα ως μη γενόμενη, αίρεται δε η ακυρότητα σε περίπτωση εκτέλεσης της σύμβασης μόνον όταν για τη σύμβαση προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση, χωρίς να επακολουθήσει και έγγραφη αποδοχή, όχι όμως και όταν δεν τηρήθηκε καθόλου ο έγγραφος τύπος για την πρόταση και την αποδοχή (ΟλΑΠ 862/1984, ΑΠ 3/2020, AΠ 1382/2017).

Eξάλλου, κατά το άρθρο 904 παρ. 1 ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Κατά δε το άρθρο 908 εδ.

α του ιδίου Κώδικα ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε από αυτό. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι, σε περίπτωση που εκτελείται και παραδίδεται έργο ή παρέχονται υπηρεσίες ή εργασίες με άκυρη σύμβαση, "ο αντισυμβαλλόμενος" του παρέχοντος, που δέχεται το έργο ή τις υπηρεσίες στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης, η οποία συνιστά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια την οποία απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται, σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης της παροχής που έλαβε χώρα χωρίς νόμιμη αιτία, στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου ή της παρασχεθείσας εργασίας ή υπηρεσίας και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, αν την εκτέλεση του ίδιου έργου ή της εργασίας ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες (ΑΠ 1442/2014, ΑΠ 1462/2012, ΑΠ 1378/2011).

Ο ισχυρισμός ότι ο πλουτισμός δεν σώζεται συνιστά ένσταση του εναγομένου στηριζόμενη στο άρθρο 909 Α.Κ. (ΑΠ 1316/2011, ΑΠ 1468/2010) και, συνεπώς, εναπόκειται στο λήπτη του πλουτισμού να επικαλεσθεί ως εναγόμενος και να αποδείξει κατά το άρθρ. 338 παρ. 1 ΚΠολΔ το γεγονός της απώλειας ή της μείωσης του αρχικού πλουτισμού του (ΟλΑΠ 294/1981, ΑΠ 791/2012, ΑΠ 1484/2008).

Ο παραπάνω γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και για το Δημόσιο και τα Ν.Π.Δ.Δ., αφού γι` αυτά δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (ΑΠ 1358/2015, ΑΠ 543/2015).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 21του Ν.Δ της 26.6/10/7.1944 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 109 του ΕισΝΑΚ "ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως, πλην αν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου". Επίσης και η διάταξη του αρθρ. 7 § 2 του ν.δ/τος 496/1974, (που αποτελεί κανόνα ουσιαστικού δικαίου ΑΠ 15/2020) και είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ (ΟλΑΠ 3/2006, ΑΠ 1917/2007), ορίζει ότι ο νόμιμος και ο τόκος υπερημερίας για κάθε οφειλή Ν.Π.Δ.Δ.

είναι 6% ετησίως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά με σύμβαση ή ειδικό νόμο, αρχίζει δε από την επίδοση σχετικής αγωγής. Εξ άλλου, με ειδικό νόμο και συγκεκριμένα με το π.δ/γμα 166/2003, με το οποίο ενσωματώθηκε από 5.6.2003 στην ελληνική νομοθεσία η Οδηγία 2000/35 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29.6.2000, ορίζεται διαφορετικά ο τόκος για οφειλές που έχουν χαρακτήρα αμοιβής από εμπορική συναλλαγή, δηλαδή συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων ή μεταξύ επιχειρήσεων και δημοσίων αρχών, η οποία συνεπάγεται την παράδοση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών έναντι αμοιβής (άρθρ. 1-3 π.δ/τος 166/2003).

Έτσι κατά το άρθρ. 4§2 του ως άνω π.δ/τος, που ήδη καταργήθηκε με την υποπαράγραφο Ζ. 14 της παραγράφου Ζ του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013, αλλά οι διατάξεις του παρέμειναν σε ισχύ για τις συμβάσεις που υπογράφτηκαν κατά τη διάρκεια της ισχύος του, ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι αν δεν συμφωνήθηκε ορισμένη ημέρα ή προθεσμία πληρωμής της αμοιβής, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος χωρίς να απαιτείται όχληση και οφείλει τόκους, στην περίπτωση ειδικότερα που παρέλαβε το τιμολόγιο μέχρι το χρόνο της παραλαβής των αγαθών ή της παροχής των υπηρεσιών ή μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας αποδοχής ή ελέγχου των παραλαμβανόμενων αγαθών ή υπηρεσιών, εφόσον βέβαια προβλέπεται τέτοια διαδικασία, μόλις περάσουν 30 ημέρες από την παραλαβή των αγαθών ή την παροχή των υπηρεσιών ή από την ολοκλήρωση της διαδικασίας αποδοχής ή ελέγχου των παραλαμβανόμενων αγαθών ή υπηρεσιών, ενώ αν πρόκειται για συμβάσεις μεταξύ επιχειρήσεων και δημοσίων αρχών η προθεσμία των 30 ημερών αυξάνεται σε 60 ημέρες.

Με το ίδιο άρθρο 4 του π.δ/τος 166/2003 ορίζεται περαιτέρω ότι ο δανειστής δικαιούται τόκους εφόσον (α) έχει εκπληρώσει τις συμβατικές και νόμιμες υποχρεώσεις του και (β) δεν έχει εισπράξει εγκαίρως το οφειλόμενο ποσό, εκτός εάν δεν υπάρχει ευθύνη του οφειλέτη για την καθυστέρηση (§3) και ότι το ύψος του τόκου υπερημερίας, που είναι υποχρεωμένος να καταβάλει ο οφειλέτης, υπολογίζεται με βάση το επιτόκιο που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στην πιο πρόσφατη κυρία πράξη αναχρηματοδότησης, η οποία πραγματοποιείται πριν από την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου (επιτόκιο αναφοράς), προσαυξημένο κατά επτά εκατοστιαίες μονάδες (περιθώριο), εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στη σύμβαση, το δε επιτόκιο αναφοράς, που ισχύει στην πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου, εφαρμόζεται και για τους επόμενους έξι μήνες (§4) .

Στο πεδίο εφαρμογής του π.δ 166/2003 εμπίπτουν και οι συμβάσεις προμήθειας που καταρτίσθηκαν μεταξύ επιχείρησης και δημόσιας αρχής, απ` ευθείας, χωρίς δηλαδή τις διατυπώσεις και τη διαδικασία του π.δ. 370/1995, οι οποίες διέπονται από το ιδιωτικό δίκαιο. Τέτοιες συμβάσεις είναι και εκείνες που συνάπτει δημόσιο νοσηλευτικό ίδρυμα (ν.π.δ.δ.), το οποίο συγκαταλέγεται στις αναθέτουσες αρχές του π.δ. 370/1995 (άρθρο 2), εφόσον πληρούν κατά τα λοιπά τις προϋποθέσεις εγκυρότητάς τους.

Και επί των συμβάσεων αυτών το ύψος του οφειλόμενου επιτοκίου ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 4 του π. δ. 166/2003, η οποία, ως νεότερη, ειδικότερη και εδραζόμενη σε Κοινοτική Οδηγία (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος) διάταξη, υπερισχύει της διάταξης του άρθρου 7 του ν. δ. 495/1976 (ΑΠ1212/2020, ΑΠ 1213/2015, ΑΠ 1492/2017, ΑΠ 1382/2017).Τέλος σύμφωνα με το άρθρο 45 του ν.4607/2019 (περί της τοκοφορίας των οφειλών του Δημοσίου) που ισχύει από 24/4/2019: "1.

Το ύψος του νόμιμου επιτοκίου και του επιτοκίου υπερημερίας κάθε οφειλής του Δημοσίου ισούται προς το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ..., που ισχύει κατά την ημερομηνία άσκησης του ένδικου βοηθήματος, πλέον τριών (3,00) εκατοστιαίων μονάδων ετησίως... 2...3...3.

Οι παράγραφοι 1 και 2 εφαρμόζονται και σε όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις, σε οποιοδήποτε βαθμό και στάδιο, για το μέρος κατά το οποίο οι αξιώσεις για τόκο ανάγονται και υπολογίζονται σε χρόνο μετά την πρώτη του επόμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του παρόντος".

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... A.E", η οποία στη συνέχεια άλλαξε την επωνυμία της σε "... A.E" και τελικώς συγχωνεύθηκε δι' απορροφήσεως με την ενάγουσα εταιρεία (αναιρεσίβλητη), δυνάμει της .../2016 απόφασης του Αντιπεριφερειάρχη Βορείου Τομέα Αθηνών, νομίμως δημοσιευθείσα στο ΓΕΜΗ Αθηνών από την 27-5-2016, είχε ως αντικείμενο την πώληση ιατρικών υλικών και προϊόντων.

Στα πλαίσια της επιχειρηματικής της δραστηριότητας προμήθευε το 1ο Νοσοκομείο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Αθήνας/ ΙΚΑ Α' Θεραπευτήριο Πεντέλης κατόπιν σχετικών τηλεφωνικών παραγγελιών των αρμοδίων υπαλλήλων του με προϊόντα υγειονομικής φύσεως απαραίτητων για την παροχή ιατρικής περίθαλψης των σ' αυτό νοσηλευομένων.

Έτσι, χωρίς την κατάρτιση έγγραφης σύμβασης προμήθειας και χωρίς τη διενέργεια διαγωνισμού πώλησε και παρέδωσε, εκδίδοντας τα σχετικά τιμολόγια, υγειονομικά προϊόντα στο 1ο Νοσοκομείο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Αθήνας/ΙΚΑ Α' Θεραπευτήριο Πεντέλης το οποίο εντάχθηκε στο εναγόμενο και ήδη εκκαλούν νοσοκομείο μετά από αντίστοιχες παραγγελίες συνολικής αξίας 258.888,98 ευρώ και εξέδωσε τα παρακάτω αναφερόμενα τιμολόγια πώλησης (στην αξία συμπεριλαμβάνεται ο ΦΠΑ): 1...2...κ.ο.κ (παρατίθενται 324 τιμολόγια πώλησης κατ' αριθμό, ημερομηνία έκδοσης την 13-2-2006 για το πρώτο και την 26-5-2010 για το 324ο και τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά)...

Η ενάγουσα παρέδωσε και το 1ο Νοσοκομείο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Αθήνας / ΙΚΑ Α' Θεραπευτήριο Πεντέλης παρέλαβε ανεπιφύλακτα το υγειονομικό υλικό όπως αυτό αναλυτικά αναγράφεται κατ' είδος, ποσότητα και τιμή μονάδος στα παραπάνω 324 φορολογικά παραστατικά (τιμολόγια πώλησης-δελτία αποστολής), ενώ ως χρόνος πληρωμής εκάστου τιμολογίου είχε συμφωνηθεί η 90η ημέρα από την ημερομηνία εκδόσεως εκάστου εξ αυτών.

Μάλιστα η παράδοση των εμπορευμάτων γινόταν κατά κύριο λόγο αυθημερόν στους προστηθέντες υπαλλήλους του 1 ου Νοσοκομείου ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, οι οποίοι και έθεταν την υπογραφή τους στο εκάστοτε παραστατικό. Το εναγόμενο δεν προσκόμισε έγγραφα από τα οποία να προκύπτει αμφισβήτηση ή διαμαρτυρία προς την ενάγουσα περί μη παραλαβής των πωληθέντων προϊόντων.

Περαιτέρω το εναγόμενο επικαλείται ότι από τα παραπάνω τιμολόγια έχουν εξοφληθεί από το 1ο Νοσοκομείο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ δυνάμει των ... εντολών πληρωμής (παρατίθενται) τα (ακολουθεί η παράθεση 17 τιμολογίων κατ' αριθμό, ημερομηνία έκδοσης του 1ου εξ αυτών η 16-12-2008 και του τελευταίου η 10-6-2009 καθώς και τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά)...

Η ενάγουσα αρνείται τον σχετικό ισχυρισμό...Ωστόσο ...δεν αποδεικνύεται η εξόφληση αυτών των τιμολογίων καθώς δεν...επιβεβαιώνεται ότι εν τέλει εγκρίθηκαν και εκτελέσθηκαν οι εντολές πληρωμής (παρατίθενται κατ' αριθμό και ημερομηνία 3 εντολές) από τις αρμόδιες αρχές σημειουμένου ότι (σ' αυτές) δεν αναγράφεται ο αριθμός των τιμολογίων που αφορούν ώστε να προκύπτει ότι στα ποσά που αναφέρονται σ' αυτές περιλαμβάνονται και τα φερόμενα ως εξοφληθέντα τιμολόγια.

Τούτων δοθέντων η σχετική ένσταση του εναγόμενου είναι απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη. Βάσει των ανωτέρω... το εναγόμενο οφείλει στην ενάγουσα ολόκληρο το ποσό που αντιστοιχεί στο τίμημα των ανωτέρω προϊόντων το οποίο ανέρχεται στο ποσό των 258.888,98 ευρώ. Επιπρόσθετα από τις επίδικες συμβάσεις πώλησης έγκυρες είναι εκείνες που αφορούν τα έτη 2006 και 2007 κατά τα οποία η ετήσια δαπάνη του νοσοκομείου από τις επίδικες συμβάσεις δεν υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, καθόσον αυτές λόγω ποσού δύνανται να συναφθούν με απευθείας ανάθεση χωρίς τη διενέργεια μειοδοτικού διαγωνισμού, ενώ ως προς αυτές δεν απαιτείτο η τήρηση εγγράφου τύπου καθώς τα εκδοθέντα βάσει αυτών τιμολόγια δεν υπερβαίνουν το ποσό των 2.500 ευρώ έκαστο.

Το συνολικό ποσό των εγκύρων συμβάσεων ανέρχεται στο ποσό των 8.556,80 ευρώ, το οποίο το εναγόμενο πρέπει να υποχρεωθεί να αποδώσει στην ενάγουσα με το νόμιμο τόκο που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 4 του π.δ 166/2003 από την επομένη ημέρα της παρέλευσης ενενήντα ημερών από την ημερομηνία έκδοσης κάθε τιμολογίου, απορριπτομένου του λόγου έφεσης για επιτόκιο 6%.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως των ετών 2008, 2009 και 2010 για τις οποίες εκδόθηκαν αντίστοιχα 281 τιμολόγια συνολικού ύψους 250.332,18 ευρώ είναι άκυρες λόγω του ότι κατά τα ανωτέρω έτη η ετήσια δαπάνη από τις ένδικες συμβάσεις πώλησης υπερέβαινε το ποσό των 15.000 ευρώ στο οποίο ανέρχεται η ετήσια ανώτερη επιτρεπόμενη δαπάνη για την κατάρτιση συμβάσεων από το ΙΚΑ ως ΝΠΔΔ με απευθείας ανάθεση χωρίς τη διενέργεια διαγωνισμού κατά παράβαση των διατάξεων 82 παρ. 1, 83 παρ.1 ν.2362/1995, 12 ν.2286/1995.

Ο επιμερισμός δε της ετήσιας αυτής δαπάνης σε επιμέρους μικρότερες με τα προαναφερόμενα τιμολόγια οδηγεί σε καταστρατήγηση των ως άνω νομίμων διαδικασιών ανάθεσης και αντιστρατεύεται το περιεχόμενο των διατάξεων αυτών οι οποίες έχουν ως σκοπό τη διασφάλιση του υγιούς ανταγωνισμού και του δημόσιου συμφέροντος.

Από τις συμβάσεις αυτές των ετών 2008 έως 2010 δύναται να γεννηθεί μόνο αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού. Αποδείχθηκε δε, ότι το 1ο Νοσοκομείο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Αθήνας στις υποχρεώσεις του οποίου υπεισήλθε το εναγόμενο ΝΠΔΔ πλούτισε αδικαιολόγητα με ζημία της ενάγουσας λαμβάνοντας από την ενάγουσα δυνάμει άκυρων συμβάσεων πώλησης εμπορεύματα αντίστοιχης αξίας χωρίς να καταβάλει αντάλλαγμα για την απόκτησή τους εξοικονομώντας αντίστοιχης αξίας δαπάνη για την απόκτησή τους δυνάμει έγκυρων συμβάσεων πώλησης.

Βάσει τούτων ο δικαιοπάροχος του εναγόμενου ωφελήθηκε κατά το ποσό των 250.332,18 ευρώ και επομένως πρέπει να γίνει δεκτή επικουρική βάση περί αδικαιολόγητου πλουτισμού για τις εν λόγω συμβάσεις και το εναγόμενο να υποχρεωθεί να αποδώσει στην αντίδικό του το ποσό αυτό ως ωφέλεια που προσπορίστηκε με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση του τόκου καθοριζόμενου σε ποσοστό 6%." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που κρίνοντας ομοίως είχε κάνει δεκτή την αγωγή της αναιρεσίβλητης.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι για τις έγκυρες συμβάσεις που καταρτίστηκαν κατά τα έτη 2006 και 2007, δηλαδή υπό την ισχύ του π.δ. 166/2003, για τις οποίες εκδόθηκαν τιμολόγια συνολικής αξίας 8.556,80 ευρώ, η αναιρεσίβλητη δικαιούται τόκους όχι το πρώτον από την επίδοση της ένδικης αγωγής σε ποσοστό μόνον 6% επί του ποσού της απαίτησής της κατά του αναιρεσείοντος νοσοκομείου, που αποτελεί Ν.Π.Δ.Δ., αλλά "από την επομένη ημέρα της παρέλευσης ενενήντα ημερών από την ημερομηνία έκδοσης κάθε τιμολογίου", δηλαδή σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 4 του π.δ. 166/2003 και με επιτόκιο το προβλεπόμενο στο άρθρο αυτό επιτόκιο, και απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, που επιδίκασε το ποσό του τιμήματος των πωληθέντων, με τις ανωτέρω συμβάσεις, ειδών με το ως άνω επιτόκιο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 3 και και 4 του π.δ/τος 166/2003, οι οποίες ήσαν εφαρμοστέες, και δεν παραβίασε, όπως αβασίμως υποστηρίζει το αναιρεσείον, τις διατάξεις των άρθρων 21ν.δ26.6/10.7.1944 και 7 παρ. 2 π.δ496/1974 που προβλέπουν τόκο υπερημερίας 6% για το δημόσιο και τα νπδδ, οι οποίες δεν ήσαν εφαρμοστέες στην προκείμενη περίπτωση.

Όσον αφορά δε το άρθρο 45 του ν. 4607/2019 επισημαίνεται ότι η επίκλησή του είναι αλυσιτελής ενόψει του ότι πρόκειται για διάταξη που εκδόθηκε και ισχύει μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (27-2-2019).

Συνεπώς, ο πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με την επίκληση παραβίασης των πιο πάνω διατάξεων, στηριζόμενο στην αναληθή προϋπόθεση ότι οι επίμαχες ως άνω συμβάσεις ήταν άκυρες , ενώ το Εφετείο δέχθηκε ότι αυτές ήταν έγκυρες, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (Α.Π. 62/2002), όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και εαν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.

Α.Π. 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Α.Π. 185/2002). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.

Α.Π. 12/1997, ΑΠ559/2020) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ. Α.Π. 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

Α.Π. 2/1989, Α.Π.282/2012).

Εν προκειμένω με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο κατά το πρώτο μέρος του (κατά την ορθή νοηματική του εκτίμηση) το αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του περί ακυρότητας των συμβάσεων προμηθείας για τις οποίες εκδόθηκαν τα επικαλούμενα και παρατιθέμενα από αυτό παραστατικά (τιμολόγια πώλησης) με ημερομηνίες από 29/9/2008 ως και 26-5-2010. Από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης όμως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι τα μνημονευόμενα σ' αυτή παραστατικά (τιμολόγια πώλησης), στα οποία συμπεριλαμβάνονται και τα επικαλούμενα από το αναιρεσείον με α.α: ... τιμολόγια που εκδόθηκαν κατά τα έτη 2008 ως 2010 αφορούν συμβάσεις προμηθείας του ίδιου χρονικού διαστήματος οι οποίες ήσαν άκυρες γιατί το αντικείμενό τους υπερέβαινε το ποσό των 2.500 ευρώ και η ετήσια γι' αυτές δαπάνη το ποσό των 15.000 ευρώ.

Συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απαράδεκτος ως αλυσιτελής. Με τον ίδιο ως άνω λόγο, κατά το τρίτο μέρος αυτού, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεώς του, καθόσον τα παραδοθέντα προϊόντα αφορούσαν άλλους ασφαλισμένους και όχι δικούς του. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, δεδομένου ότι ο ισχυρισμός περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως δεν συνιστά "πράγμα" (αυτοτελή ισχυρισμό), αλλά άρνηση της αγωγής, σε κάθε δε περίπτωση είναι αβάσιμος, αφού, από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον άνω ισχυρισμό και τον απέρριψε.

Κατά τις διατάξεις περί παραγραφής του άρθρου 40 παράγραφος 6 του Α.Ν. 1846/1951 "περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων", που ίσχυαν αρχικώς, όσο και μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 15 παρ. 2 του Ν. 4476/1965, και ήδη ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους εκ νέου με το άρθρο 7 του Ν. 825/1978 "Πάσαι αι αξιώσεις εκ παροχών εις χρήμα της ασφαλίσεως ασθενείας παραγράφονται μετά εξ μήνας αφ' ης κατέστησαν απαιτηταί.

Απαιτηταί δόσεις συντάξεων μη εισπραχθείσαι δι' οιονδήποτε λόγον εντός έτους παραγράφονται. Η ετήσια παραγραφή άρχεται από του τέλους του μηνός ον αφορά η υπό πληρωμήν σύνταξις. Πάσα άλλη οιαδήποτε κατά του Ι.Κ.Α. απαίτησις παραγράφεται μετά πενταετίαν".. Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, προκειμένου περί απαιτήσεων κατά του ΙΚΑ που απορρέουν από σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν διακρίνει, έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση αυτή οι ειδικές περί παραγραφής διατάξεις του άρθρου 40 παρ. 6 του α.ν. 1846/1951, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει, σύμφωνα με τις οποίες οι εν γένει απαιτήσεις κατά του ΙΚΑ υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή (βλ.

ΣτΕ 1327/2009). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ εξ άλλου είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 73/2016, ΑΠ 168/2015).

Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Ολ.ΑΠ 15/2000, ΑΠ 93/2020, ΑΠ 168/2015, ΑΠ 1620/2005).

Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 978/2020, ΑΠ 64/2017, ΑΠ 14/2017, ΑΠ 259/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον ίδιο ως άνω δεύτερο, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγο της αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του περί παραγραφής "καθόσον οι προφορικές συμβάσεις προμήθειας αφορούν τα έτη 2006-2010 , η αγωγή ασκήθηκε μετά την πενταετία αφού επιδόθηκε την 1-8-2012 και συνεπώς οι σχετικές αξιώσεις για τις οποίες εκδόθηκαν σε προγενέστερο χρονικό σημείο τα επικαλούμενα τιμολόγια είναι παραγεγραμμένες".

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι προεχόντως απαράδεκτος διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός θεμελιωτικός τούτου ισχυρισμός προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με όσα στην οικεία μείζονα σκέψη αναφέρθηκαν. Σε κάθε περίπτωση τυγχάνει απαράδεκτος καθόσον όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικού εγγράφου της εφέσεως (ΚΠολΔ 561 παρ.2), ο ισχυρισμός στον οποίο θεμελιώνεται (περί παραγραφής της αξιώσεως της αναιρεσίβλητης) δεν προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας.

Και τούτο ασχέτως αν λαμβάνεται υπ` όψη και αυτεπάγγελτα, καθόσον αυτός δεν αφορά στη δημόσια τάξη ώστε να εμπίπτει στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2ΚΠολΔ (ΑΠ 524/2019, ΑΠ 1153/2014, ΑΠ 473/2012). Πέραν των ανωτέρω είναι και αόριστος, εφόσον δεν μνημονεύεται ο χρόνος γέννησης των αντιστοίχων αξιώσεων και δη ο χρόνος παράδοσης των επί μέρους προϊόντων για τα οποία εκδόθηκαν τα επικαλούμενα τιμολόγια που ενσωμάτωναν το αντίστοιχο τίμημα πώλησης (ΑΠ 992/2017).

Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Κατά την έννοια της διατάξεως ταύτης, για την ίδρυση του σχετικού λόγου αναιρέσεως"αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.

Α.Π. 2/2008). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθησαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα (ΑΠ1437/2017). Με βάση τα ανωτέρω ο τρίτος αναιρετικός λόγος με τον οποίο το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη με την αιτίαση ότι "δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε και ειδικότερα τις παρατιθέμενες σελίδες της ένδικης αγωγής όπου διαλαμβάνονται άκυρα παραστατικά" είναι απαράδεκτος καθόσον η αγωγή αποτελεί διαδικαστικό έγγραφο και όχι αποδεικτικό μέσο.

Σε κάθε περίπτωση είναι και αβάσιμος, διότι από την βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι 'στην περί των πραγμάτων κρίση του κατέληξε αφού έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι σε συνδυασμό με τις σκέψεις και το σύνολο των αποδεικτικών αναλύσεων που περιέχει το αιτιολογικό της ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλά αντιθέτως καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος ελήφθησαν υπόψη και το σύνολο των εγγράφων (τιμολογίων πωλήσεων) που έχουν ενσωματωθεί στην ένδικη αγωγή.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).

Εν προκειμένω το αναιρεσείον με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως παραπονείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση " δεν έχει νόμιμη βάση διότι έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" περιοριζόμενο στη διατύπωση του πραγματικού του αντίστοιχου κανόνα που ελέγχει τη συναφή πλημμέλεια (άρθρο 559 αρ. 19ΚΠολΔ) χωρίς να παραθέτει ποιο το κατά την εκδοχή του ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, δηλαδή ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση (ποια στοιχεία αναγκαία για την επάρκεια των αιτιολογιών της λείπουν) ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού εφόσον δεν προσδιορίζει ποιες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις παραβιάστηκαν εκ πλαγίου. Ως εκ τούτου τυγχάνει απαράδεκτος. Τέλος το αναιρεσείον με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο επικαλείται πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ χωρίς όμως την παράθεση αντίστοιχων πραγματικών περιστατικών που να τον θεμελιώνουν .

Συνεπώς και ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος ως αόριστος. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα πρέπει η υπό κρίση αναίρεση να απορριφθεί. Οι διατάξεις των άρθρων 28 παρ. 4 του ν. 2579/1998, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 285 του ν. 2717/1999, 22 του ν. 3693/1957, 5 του ν. 1738/1987 και της Κ.Υ.Α 134423/1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, περί μειώσεως της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου και περί συμψηφισμού της δικαστικής δαπάνης σε περίπτωση κοινής υπαιτιότητας ή μερικής νίκης και ήττας, έχουν εφαρμογή μόνο στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, η νομική υπηρεσία των οποίων διεξάγεται από το Ν.Σ.Κ. (ΑΠ 68/2019).

Συνεπώς, το γεγονός ότι ορισμένο ν.π.δ.δ. ή ν.π.ι.δ. απολαύει, βάσει διατάξεως νόμου, των απαλλαγών, ατελειών και προνομίων του δημοσίου, δεν δικαιολογεί την εφαρμογή των άνω περί δικαστικής δαπάνης διατάξεων (ΑΠ 198/2021, ΑΠ1066/2020, ΑΠ 68/2019, ΑΠ 611/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον "..." αποτελεί ν.π.δ.δ., η νομική του υπηρεσία όμως δεν ασκείται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους. Επομένως μολονότι εφαρμόζονται σε αυτό οι διατάξεις περί δικών και προθεσμιών του Δημοσίου σύμφωνα με το άρθρο 69 παρ. 2 εδάφιο τελευταίο του ν. 4182/2013, δεν εφαρμόζονται οι ανωτέρω διατάξεις για μείωση ή συμψηφισμό της δικαστικής δαπάνης. Μετά τις ανωτέρω σκέψεις πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσείον λόγω της ήττας του στα οριζόμενα στο διατακτικό δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής(άρθρα 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-10-2019 αίτηση του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "..." για αναίρεση της 1137/2019 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2021 .

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ήδη Αντιπρόεδρος Αρείου Πάγου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 09 Νοεμβρίου 2021 .

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ