Legislator Case Law & Legislation
1305/2008 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on overtime pay and leave compensation, remanding case for retrial by new judges.

Case Number 1305/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding labor termination and compensation. The court found the lower court's reasoning on the timing of the contract termination flawed regarding the statutory leave period. Consequently, the judgment was annulled in part concerning overtime and leave payments, and the case was remanded for retrial before a newly constituted panel.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11), 106, 335, 338, 341, 346, 591, 670 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may annul a lower court decision in part if the reasoning regarding the timing of contract termination and statutory leave entitlements is legally flawed, necessitating a retrial on specific compensation claims.

Keywords

AI generated
labor contract termination statutory annual leave overtime compensation leave pay entitlement partial annulment retrial by new judges Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 559(11), 106, 335, 338, 341, 346, 591, 670 of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1305 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1305/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Παπανικολάου.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ GAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΟΡΩΣΙΚΗ - ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τις πληρεξούσιες δικηγόρους της Αικατερίνη Ήμελλου και Έμμα Αντωνιάδου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-9-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1760/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 9673/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-10-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη, διάβασε την από 8-10-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι, δεύτερος, εν μέρει ο τρίτος και ο τέταρτος εκ των λόγων της αναιρέσεως και να απορριφθούν ο πρώτος και εν μέρει ο τρίτος. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιες της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αρ. 11, 106, 335, 338, 341, 346, 591 και 670 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικαστήριο και στις ειδικές διαδικασίες, αν δεν υπάρχει σ' αυτές αντίθετη ειδική διάταξη προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική πεποίθηση του περί της αληθείας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για την απόδειξη των ως άνω ισχυρισμών.

Η επίκληση των αποδεικτικών μέσων πρέπει να γίνεται κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση και δεν αρκεί η επίκληση αυτών σε προηγούμενες συζητήσεις και η αναφορά σε εκείνες (Ολ. ΑΠ 9/2000) ή η δια συρραφής ενσωμάτωση προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων στις οποίες μνημονεύεται το έγγραφο (Ολ ΑΠ 30/1997, ΑΠ 746/2007, 1603/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη, όπως προκύπτει από τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλέστηκε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, τόσο την κατάθεση του μάρτυρα της ....., που περιέχεται στα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όσο και τις ένορκες βεβαιώσεις με αριθμούς ...., .....

και ...., .... που δόθηκαν ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Ηλία Ήμελου και του συμβολαιογράφου Φλώρινας Αναστασίου Χατζηχρήστου αντίστοιχα. Επομένως, το Εφετείο παραδεκτά έλαβε υπόψη του τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, αφού η νόμιμη επίκληση αυτών αρκεί για να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεδομένου ότι εμπεριέχεται το αίτημα για την συνεκτίμηση τους με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, αληθώς από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.

γ' ( και όχι από τον αριθ. 9 του ίδιου άρθρου) του Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμος.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 434/1976, οι μισθωτοί που απασχολούνται νομίμως πέρα από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια της ημερησίας εργασίας, δικαιούνται αμοιβής για κάθε ώρα τέτοιας απασχολήσεως ίσης προς το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο αυξημένο τουλάχιστον: α) κατά 25% για τις μέχρι 60 ώρες.

β) κατά 50% για τις πέραν των 60 και μέχρι 120 ωρών και γ) κατά 75% για τις πέραν των 120 ωρών ετησίως, ενώ οι μισθωτοί που παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία δικαιούνται από την πρώτη ώρα, πέρα από τον πλουτισμό που αποκόμισε ο εργοδότης χωρίς νόμιμη αιτία και πρόσθετη αποζημίωση προς 100% του καταβαλλόμενου ημερομισθίου τους.

Κατά το άρθρο 6 της από 14-2-1984 Εθνικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας, που δημοσιεύθηκε στην Ε.τ Κ., με την 11770/20-2-1984 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ β'81/20-2-1984), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίστηκε από 1-1-1984 σε 40 ώρες, για την απασχόληση δε πέρα από το συμβατικό (συλλογικό) αυτό εβδομαδιαίο ωράριο έως τη συμπλήρωση του νομίμου ανώτατου ωραρίου εβδομαδιαίας εργασίας (υπερεργασία) καταβάλλεται αμοιβή σύμφωνα με το άρθρο 9 της 1/1982 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχτηκε εκτελεστή με την 12425/10-3-1982 απόφαση του ίδιου Υπουργού και κυρώθηκε με το άρθρο 29 του ν. 1346/1983 και επομένως ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% (ΑΠ. 455/2007, 418/2004, 1207/2002).

Περαιτέρω, με το άρθρο 4 του ν. 2874/2000 όπως ίσχυε πριν την αντικατάσταση του με το άρθρο 1 του ν. 3385/2005, και άρχισε να ισχύει από 1-4-2001, καταργήθηκε η υπερεργασιακή απασχόληση και ο εργοδότης διατηρεί την ευχέρεια ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχόλησης του μισθωτού (ο οποίος αντίστοιχα υποχρεούται να παρέχει την εργασία του) για τρεις ώρες τη βδομάδα, πέρα του συμβατικού ωραρίου (41η, 42η και 43η ώρα), ενώ η πέρα των 43 ωρών απασχόληση θεωρείται υπερωριακή ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης και οι υπερωριακά απασχολούμενοι μισθωτοί δικαιούνται για κάθε ώρα ιδιόρρυθμης και νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης μέχρι τη συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως, αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%, για την πέρα δε των 120 ωρών απασχόληση εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 435/1976.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση σχετικά με την υπερωριακή απασχόληση του αναιρεσείοντος για τα έτη 2002 και 2003 δέχτηκε τα εξής: "Στ) Για το έτος 2002 πραγματοποίησε την παρακάτω υπερωριακή εργασία: 959,27 ώρες (234,24 τον Ιανουάριο, 64,65 το Φεβρουάριο, 64,65 το Μάρτιο, 64,65 τον Απρίλιο, 69,73 το Μάϊο και τον Ιούνιο, 65,31 τον Ιούλιο, 65,19 τον Αύγουστο, Σεπτέμβριο, Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο).

Από αυτές οι 240 υπολογίζονται ως ιδιόρρυθμη και δικαιούται ως αμοιβή 4176 ευρώ (υπολογίζοντας το ωρομίσθιο με προσαύξηση 50%). Για 719,27 ώρες δικαιούται ως αμοιβή 20.858,83 ευρώ (υπολογίζοντας το ωρομίσθιο με προσαύξηση 150%) Ζ) Για το έτος 2003 πραγματοποίησε την παρακάτω υπερωριακή εργασία: 438,46 ώρες (62,64 τον Ιανουάριο, το Φεβρουάριο, το Μάρτιο, τον Απρίλιο το Μάιο 162,64 τον Ιούνιο και 62,64 τον Ιούλιο).

Από αυτές οι 120 ώρες υπολογίζονται ως ιδιόρρυθμη και δικαιούται ως αμοιβή 2,228 ευρώ .....Για 318,46 ώρες δικαιούται ως αμοιβή 9.856 ευρώ....". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις αναφορικά με τον καθορισμό των ωρών της ιδιόρρυθμης υπερωρίας του αναιρεσείοντος, οι οποίες ανέρχονται, για μεν το έτος 2002 σε 156 (52 εβδομάδες επί 3 ώρες εβδομαδιαίως, για δε το έτος 2003 σε 91 (30,5 εβδομάδες επί 3 ώρες εβδομαδιαίως), υπολογίζοντας εσφαλμένα αυτές σε 240 και 120 ώρες αντίστοιχα.

Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 9 περ. γ' Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αδίκαστη αίτηση. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οιαδήποτε νόμιμη μορφή της, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης.

Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ενδίκου μέσου. Αλλά δεν ιδρύεται ο παρών λόγος, όταν προβάλλεται ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστους λόγους εφέσεως για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Εξάλλου, πράγματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8, είναι και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ ΑΠ 25/2002, Ολ.

ΑΠ 11/1996). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΑΝ 539/1945 όπως αντικαταστάθηκε με από το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 1346/1983, για να αποκτήσει ο εργαζόμενος το δικαίωμα της ετήσιας άδειας με πλήρεις αποδοχές, χρειάζονται δύο βασικές προϋποθέσεις, δηλαδή η ύπαρξη σχέσεως εξαρτημένης εργασίας και η συμπλήρωση δωδεκάμηνης συνεχούς απασχολήσεως στην υπόχρεη επιχείρηση, που θεωρείται βασικός χρόνος δημιουργίας του δικαιώματος.

Αν όμως ο εργοδότης δεν χορήγησε τη ζητηθείσα άδεια έως το τέλος του ημερολογιακού έτους, ο μισθωτός δικαιούται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 ΝΔ 3755/1957, να αξιώσει την πληρωμή των αποδοχών της άδειας στο διπλάσιο, καθώς και το επίδομα αδείας. Για τη θεμελίωση όμως της αξιώσεως του διπλασιασμού των αποδοχών της άδειας που έχει το χαρακτήρα ποινής δεν αρκεί απλώς η μη χορήγηση της άδειας έως το τέλος του ημερολογιακού έτους, αλλά χρειάζεται και υπαιτιότητα του εργοδότη έστω και σε βαθμό ελαφράς αμέλειας (άρθρο 330 ΑΚ), η οποία υπάρχει όταν ο μισθωτός ζήτησε την άδεια και ο εργοδότης τον εξανάγκασε να εργαστεί κατά το χρόνο κατά τον οποίο θα έπρεπε να λάβει αυτή.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, σχετικά με το θέμα των αδειών αναψυχής του αναιρεσείοντος δέχτηκε τα εξής: "Όσον αφορά τη ζητούμενη με την αγωγή προσαύξηση κατά 100% της αποζημίωσης για τις άδειες αναψυχής των ενδίκων ετών που δεν έλαβε αν και τις ζητούσε από την εναγομένη, αποδείχτηκε ότι άδειες έλαβε τα έτη 2001 και τα έτη 2003 και μάλιστα 24 ημέρες το πρώτο και 27 ημέρες το δεύτερο μετά από αίτηση του που έγινε δεκτή για το διάστημα που ζητούσε.

Ως προς τα λοιπά έτη αποδείχτηκε ότι δεν έλαβε άδεια από δική του επιθυμία και προκειμένου να μεγιστοποιήσει τις αποδοχές του, όχι επειδή αρνήθηκε τη σχετική χορήγηση η εναγομένη. Η σχετική αξίωση του ενάγοντος επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, εφόσον δεν αποδείχτηκε το στοιχείο της υπαιτιότητας στην εργοδότιδα, στοιχείο απαραίτητο για τη γένεση της αξιώσεως αυτής.....

Όσα επομένως υποστηρίζονται με τους σχετικούς λόγους της έφεσης κρίνονται αβάσιμα". Όμως, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της έφεσης του αναιρεσείοντος στον έκτο λόγο της αναφέρονται τα εξής: "Γιατί λαθεμένα το αποδεικτικό υλικό εκτίμησε και λαθεμένα το νόμο εφάρμοσε που δέχτηκε ότι η εφεσίβλητη μου χορήγησε την ετήσια άδεια ανάπαυσης μου και μου κατέβαλε τις αποδοχές αδείας και μου απέρριψε σαν αβάσιμο από νομική και ουσιαστική άποψη το σχετικό κονδύλιο της αγωγής μου, ενώ έπρεπε να δεχτεί ότι ουδέποτε μου χορηγήθηκε η ετήσια άδεια ανάπαυσης μου και δεν μου καταβλήθηκε κανένα ποσό για αποδοχές αδείας και συνεπώς έπρεπε να μου επιδικάσει το κονδύλιο αυτό σαν βάσιμο από νομική και ουσιαστική άποψη".

Ενώ από το δικόγραφο της αγωγής προκύπτει, ότι ο αναιρεσείων ισχυριζόμενος ότι δεν του είχε χορηγηθεί άδεια αναπαύσεως παρά το ότι το ζητούσε για τα έτη 1998-2003, ούτε αποδοχές αδείας, παρά μόνο το επίδομα αδείας, ζητούσε να του επιδικαστούν τα αναφερόμενα ποσά για αποδοχές αδείας των πιο πάνω ετών, με προσαύξηση 100% επ' αυτών λόγω της υπαιτιότητας της εναγομένης.

Συνεπώς με βάση τις πιο πάνω παραδοχές του το Εφετείο, υπέπεσε στην πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αρ. 8 και 9, αφού αφενός παρέλειψε να ερευνήσει τον πιο πάνω λόγο εφέσεως και ως προς το σκέλος του που αφορούσε την μη καταβολή των αποδοχών αδείας για τα ένδικα έτη, για την οποία καταβολή ουδέν αναφέρει, αφετέρου αν και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση δεν αποφάνθηκε για το σχετικό κονδύλιο της αγωγής που αφορούσε την μη καταβολή των αποδοχών αδείας.

Εξάλλου, ενώ κατά τα παραπάνω δέχτηκε ότι ο ενάγων έλαβε αυτούσια την άδεια αναπαύσεως για τα έτη 2001 και 2003 και κατά συνέπεια απουσίασε 24 και 27 ημέρες αντίστοιχα από την εργασία του, για τα ίδια έτη δέχεται ότι εργάστηκε όλους τους μήνες και μάλιστα ότι πραγματοποίησε υπερωριακή εργασία, για το έτος 2001 (70,25 τον Ιανουάριο, 82,95 τον Φεβρουάριο, 82,73 τον Μάρτιο, 66,35 τον Απρίλιο, 66,35 τον Μάιο, 66,35 τον Ιούνιο, 40,47 τον Ιούλιο και 70,65 τους μήνες Αύγουστο, Σεπτέμβριο, Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο).

Τα ίδια δε δέχτηκε και για το έτος 2003, όπως ειδικότερα αναφέρεται στην προηγούμενη σκέψη. Επομένως, το εφετείο με την κρίση του αυτή, παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις αφού διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες στο παραπάνω θέμα, με αποτέλεσμα να στερήσει την απόφαση του νόμιμης βάσης ως προς το θέμα αυτό.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 8, 9 και 19 του Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

IV. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 6 του ν. 539/1945, με την οποία ορίζεται ότι "απαγορεύεται στον εργοδότη να απολύσει τον εργαζόμενο κατά τη διάρκεια της χορηγηθείσας σ' αυτόν άδειας αναψυχής", προκύπτει ότι η απαγόρευση που καθιερώνεται με αυτήν, ρητώς αναφερόμενη στο χρονικό διάστημα εντός του οποίου ο μισθωτός κάνει χρήση της χορηγηθείσας σ' αυτόν άδειας, διατελών σε ανάπαυση προς ανανέωση των σωματικών και πνευματικών του δυνάμεων, δεν εκτείνεται σε χρόνο προγενέστερο της ενάρξεως της άδειας αυτής, έστω και αν αυτή έχει ήδη προγραμματιστεί και συνεπώς η καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως δεν είναι άκυρη εκ μόνου του λόγου ότι έγινε αυτή πριν τον προγραμματισμένο χρόνο της άδειας, ακόμη και αν η έναρξη αυτής απέχει ελάχιστα εκείνου της καταγγελίας.

Εξάλλου το διαπλαστικό δικαίωμα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ασκείται ως μονομερής δικαιοπραξία με δήλωση της σχετικής βουλήσεως, που παράγει τη νομική της ενέργεια από τότε που θα περιέλθει σε εκείνον στον οποίο απευθύνεται (άρθρο 167 ΑΚ, 1 ν. 2118/1920, 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955), υπό την έννοια ότι αυτός μπορούσε να λάβει γνώση και έπρεπε να λάβει γνώση του περιεχομένου της.

Εάν δε ο λήπτης για λόγους που αφορούν τον ίδιο βράδυνε να λάβει γνώση της εν λόγω δηλώσεως δεν αίρονται τα αποτελέσματα που απορρέουν από αυτήν και συνεπώς η καταγγελία της αναφερόμενης σ' αυτήν συμβάσεως θεωρείται ότι είναι έγκυρη. Τέλος, κατά το άρθρο 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 2556/1997, η καταγγελία της εργασιακής σχέσεως θεωρείται έγκυρη εφόσον έχει γίνει εγγράφως, έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση και έχει καταχωρηθεί η απασχόληση του απολυόμενου στο τηρούμενο για το ΙΚΑ μισθολόγιο ή έχει ασφαλιστεί ο απολυόμενος.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι τυπική δικαιοπραξία, αφού αυτή επί ποινή ακυρότητας πρέπει να γίνει εγγράφως, δηλαδή η δήλωση βουλήσεως του εργοδότη περί καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως πρέπει να περιβληθεί τον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου.

Δεν απαιτείται όμως όπως το έγγραφο της καταγγελίας επιδοθεί στο μισθωτό προς τον οποίο απευθύνεται με δικαστικό επιμελητή, αλλά αρκεί να εγχειριστεί σ' αυτόν ώστε να μπορεί να λάβει γνώση του περιεχομένου του. Η απόδειξη δε της εγχειρίσεως μπορεί να γίνει οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο, ήτοι με έγγραφη απόδειξη παραλαβής, ομολογία ή μάρτυρες, οι οποίοι βεβαιώνουν την παράδοση του εγγράφου στον υπό απόλυση μισθωτό.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχτηκε τα εξής: "...Η ένδικη εργασιακή σχέση έληξε δυνάμει της από 31-7-2003 έγγραφης καταγγελίας εκ μέρους της εργοδότριας εναγομένης. Συγκεκριμένα, ο ενάγων με την από 22-7-2003 αίτηση του είχε ζητήσει να λάβει την κανονική ετήσια άδεια του, η οποία του χορηγήθηκε για το διάστημα από 1-8-2003 μέχρι 25-8-2003.

Στις 31-7-2003 προσήλθε στην εργασία του, οπότε τον κάλεσε η λογίστρια του έργου ...... να παραλάβει την με την ίδια ημερομηνία απόλυση του, καθώς και να εισπράξει την προβλεπόμενη νόμιμη αποζημίωση, πλην όμως αυτός αρνήθηκε και αποχώρησε από τον τόπο της εργασίας. Στη συνέχεια την επομένη με εξώδικο έγγραφο του κοινοποιήθηκε η άνω καταγγελία και η εναγομένη προέβη στη δημόσια κατάθεση της οφειλόμενης αποζημίωσης, την οποία ο ενάγων εισέπραξε αργότερα.

Συνεπώς η καταγγελία της ένδικης εργασιακής σχέσης έλαβε χώρα σε χρόνο προγενέστερο της ενάρξεως της κανονικής άδειας του, εφόσον ο ενάγων θα τελούσε σε κανονική άδεια από 1-8-2003 και ως εκ τούτου δεν πάσχει είναι έγκυρη και ισχυρή, αν και κατά την καταγγελία είχε προγραμματιστεί να δοθεί η άδεια, όσα δε υποστηρίζονται με τον 8ο λόγο της έφεσης κρίνονται αβάσιμα κατ' ουσίαν".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς το χρόνο και τις συνθήκες καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου, αφού όπως αναφέρεται στις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ο αναιρεσείων αν και έλαβε γνώση της καταγγελίας και κλήθηκε να παραλάβει το έγγραφο αυτής καθώς και τη νόμιμη αποζημίωση του την 31-1-2003, αυτός αρνήθηκε να τα παραλάβει και αποχώρησε από την εργασία του.

Επομένως, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο χρόνος καταγγελίας απείχε ελάχιστα από το χρόνο ενάρξεως της άδειας (1-8-2003), εφόσον ο αναιρεσείων μπορούσε να λάβει γνώση του περιεχομένου της καταγγελίας και για λόγους που αφορούν τον ίδιο παρέλειψε να λάβει γνώσει της εν λόγω δηλώσεως, δεν αίρονται τα αποτελέσματα που απορρέουν από αυτήν και ο τέταρτος λόγος από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ.

με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει κατά παραδοχή των, δευτέρου και τρίτου, λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα παραπάνω κεφάλαια της, δηλαδή κατά το μέρος που αφορά τα κονδύλια της αγωγής για την αποζημίωση λόγω υπερεργασίας και υπερωριακής εργασίας, καθώς και το κονδύλιο για αποδοχές αδείας και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 9673/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό μέρη της.

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση, κατά τα αντίστοιχα μέρη της, στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Ιουνίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ