Legislator Case Law & Legislation
746/2007 AI generated

Supreme Court allows appeal against appellate court for considering evidence not properly cited in proceedings.

Case Number 746/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's request to annul the second-instance judgment for a procedural error. The appellate court had considered notarized certificates that the appellant failed to specifically cite during the appeal hearing, violating strict evidentiary rules. Consequently, the court annulled the lower decision and remanded the case for retrial before a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11)(b), 106, 237(1)(b), 524(1), 591(1)(b)(d), 346, 453(1), 671(1) last paragraph of the Code of Civil Procedure; Evidence not cited with clear and definite reference in proceedings is deemed uncited, requiring specific citation to establish validity.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure uncited evidence annulment of judgment notarized certificates procedural error remand for retrial specific citation

Cited Legislation

AI generated
Article 559(11)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 237(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 524(1) of the Code of Civil Procedure
Article 591(1)(b)(d) of the Code of Civil Procedure
Article 346 of the Code of Civil Procedure
Article 453(1) of the Code of Civil Procedure
Article 671(1) last paragraph of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 746 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 746/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ........, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίλαο Βερβενιώτη. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΒΙΑΦΟΝ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Χαλή βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1678/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 4090/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-7-2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 10-3-2006 έκθεση του Αρεοπαγίτη Ιωάννου Δαβίλλα, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β΄ ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ. 1 στοιχ. β΄, 524 παρ. 1, 591 παρ. 1 στοιχ.

β΄ και δ΄, 346, 453 παρ. 1 και 671 παρ. 1 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση αποδεικτικού μέσου (όπως είναι και οι κατά το άρθρο 671 παρ. 1 εδ.

τελευταίο ΚΠολΔ γινόμενες ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου) όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει, είτε με τις προτάσεις της συζητήσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είτε με αναφορά με τις προτάσεις αυτές σε συγκεκριμένο μέρος των προτάσεων προηγούμενης συζητήσεως που προσκομίζονται, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του αποδεικτικού μέσου, κατ΄ ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 240 ΚΠολΔ, η οποία, παρά το ότι αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", εν τούτοις έχει εφαρμογή και αναφορικά με την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου.

Δεν είναι, συνεπώς, νόμιμη η κατ΄ έφεση επίκληση αποδεικτικού μέσου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα κ.λ.π.) που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσκομίσει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων, όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του αποδεικτικού μέσου (Ολ ΑΠ 9/2000).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, για το σχηματισμό της κρίσεώς του ως προς το κατά ένα μέρος κατ΄ ουσίαν βάσιμο της ένδικης αγωγής του αναιρεσείοντος για επιδίκαση προσαυξήσεων λόγω υπερεργασίας και αποζημιώσεων λόγω υπερωριακής απασχολήσεως και διανυκτερεύσεων εκτός έδρας, έλαβε υπόψη, εκτός των άλλων αποδεικτικών στοιχείων, και α) τις υπ΄ αριθ. 13369, 13370, 13371 και 13372/24-9-2002 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών (στο αναιρετήριο, προφανώς από παραδρομή, οι τρεις τελευταίες ένορκες βεβαιώσεις αναφέρονται με τους εσφαλμένους αριθμούς 1370, 1371 και 1372, β) τις υπ΄ αριθ. 3214, 3215 και 3216/24-9-2002 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης και γ) τις υπ΄ αριθ. 604, 605 και 606/22-4-2003 και υπ΄ αριθ. 1216/25-9-2002 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Νέας Ιωνίας (τόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση όσο και στο αναιρετήριο, προφανώς από παραδρομή, η τελευταία ένορκη βεβαίωση αναφέρεται με τον εσφαλμένο αριθμό 12161), τις οποίες ρητώς μνημονεύει.

Των ένορκων όμως αυτών βεβαιώσεων, τις οποίες ούτε ο ήδη αναιρεσείων επικαλέστηκε στο Εφετείο, όπως προκύπτει από τις ενώπιον αυτού υποβληθείσες προτάσεις του κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση από την αναιρεσίβλητη κατά την εν λόγω συζήτηση στο Εφετείο, εφόσον τέτοια νόμιμη επίκληση δεν συνιστούν, σύμφωνα με τα παραπάνω, οι στη σελίδα 15 των προτάσεων αυτών φράσεις "προσκομίζω και επικαλούμαι όλα τα έγγραφα που προσκόμισα με τις πρωτόδικες προτάσεις μου, με την ίδια αρίθμηση και σειρά και που δεν επαναλαμβάνω για αποφυγή επαναλήψεων....

ακόμα προσκομίζω και επικαλούμαι... Β) τις πρωτόδικες προτάσεις μου με την προσθήκη - αντίκρουση των προτάσεων του αντιδίκου....". Και αυτό, γιατί με τις προαναφερόμενες προτάσεις της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Εφετείου, δεν γίνεται ειδική αναφορά, έστω και περιληπτικώς, στο συγκεκριμένο μέρος των πιο πάνω πρωτόδικων προτάσεων αυτής (αναιρεσίβλητης) και δη με την έννοια της επικλήσεως και κατά την κατ΄ έφεση δίκη των ως άνω ένορκων βεβαιώσεων, πολλώ μάλλον εφόσον στις παραπάνω κατ΄ έφεση υποβληθείσες προτάσεις της αναιρεσίβλητης γίνεται αναφορά για "προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα" και όχι και για ένορκες βεβαιώσεις του άρθρου 671 παρ. 1 εδ.

τελευταίο του ΚΠολΔ, οι οποίες αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, διακρινόμενο από τα έγγραφα (άρθρα 339 και 432 επ. ΚΠολΔ). Πέραν δε αυτών, της ως άνω υπ΄ αριθ. 13370/2002 ένορκης βεβαίωσης ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, την οποία έλαβε υπόψη το Εφετείο, δεν έγινε επίκληση ούτε με τις πρωτόδικες προτάσεις της αναιρεσίβλητης, όπως από αυτές προκύπτει.

¨Ετσι το Εφετείο, με το να λάβει υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν και υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β΄ ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια. Γι΄ αυτό, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του, με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλειά της αυτήν, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Σύμφωνα δε με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την εν λόγω απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που την εξέδωσαν.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ΄ αριθ. 4090/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.-

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.- Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ