Supreme Court dismisses appeal claiming appellate court misinterpreted seizure reports and contract value.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the plaintiffs against the final judgment of the Thessaloniki Court of Appeal. The plaintiffs argued that the appellate court distorted seizure reports and incorrectly assessed the property's value in a donation contract. The court found these claims baseless because the appellate court properly considered all evidence without relying exclusively on the disputed documents.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the misinterpretation of legal rules or documents is inadmissible if the appellate court correctly evaluated the entire evidentiary record without relying exclusively on the contested materials.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1304 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1304/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού - Εισηγήτρια, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Δ. Κ. του Σ., 2) Ε. συζύγου Σ. Κ., το γένος Α. Α., κατοίκων …, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρύσανθο Κετίκογλου και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS A.E." και τον διακριτικό τίτλο "EUROBANK ERGASIAS", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/10/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7516/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 292/2017 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 6/10/2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπόκειται προς κρίση η από 6-10-2017 αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 292/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο, αφού δέχτηκε την από 24-6-2014 έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 7516/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλoνίκης, που είχε απορρίψει την από 13-10-2011 αγωγή της περί διάρρηξης της αναφερόμενης στο δικόγραφό της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας μεταξύ των εναγομένων και ήδη αναιρεσειουσών ως καταδολιευτικής, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, δίκασε επί της άνω αγωγής και δέχτηκε αυτή ως ουσιαστικά βάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).
Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει ,όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις, στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε ( ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 2053/2014). Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 130/2009, ΑΠ 1438/2009).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1204/2008, ΑΠ 319/2017).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 939 έως 942 ΑΚ προκύπτει, ότι για τη γέννηση της αξίωσης προς διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας απαιτείται η συνδρομή των κατωτέρω προϋποθέσεων α) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη, η οποία πρέπει να είναι γεννημένη κατά το χρόνο, που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, με την έννοια ότι τα παραγωγικά γεγονότα αυτής πρέπει να έχουν συντελεστεί κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης, χωρίς να απαιτείται να έχει βεβαιωθεί δικαστικά ή να είναι εξοπλισμένη με εκτελεστό τίτλο, ούτε δυνάμει αυτού ο δανειστής να έχει προβεί σε δικαστική καταδίωξη του οφειλέτη, β) απαλλοτρίωση από τον οφειλέτη περιουσιακού στοιχείου, γ) πρόθεση βλάβης των δανειστών, κατά το χρόνο που γίνεται η απαλλοτρίωση, η οποία (πρόθεση) θεωρείται ότι υπάρχει, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει, ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία που του απομένει να μην αρκεί για την ικανοποίηση του δανειστή, η πρόθεση δε αυτή εξακολουθεί να υφίσταται και όταν άλλος, εις ολόκληρον οφειλέτης, διαθέτει επαρκή περιουσία για την ικανοποίηση του δανειστή, καθόσον ο καταδολιευτικός χαρακτήρας της απαλλοτρίωσης κρίνεται από στοιχεία που συντρέχουν αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο του απαλλοτριούντος και δεν επηρεάζεται από την οικονομική κατάσταση των λοιπών συνοφειλετών, όπως άλλωστε συνάγεται και από τη διάταξη του άρθρου 486 ΑΚ, δ) γνώση του τρίτου, υπέρ του οποίου η απαλλοτρίωση, κατά τον ίδιο χρόνο πραγματοποίησής της, ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του, η οποία (γνώση) όμως δεν απαιτείται, αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία και ε) αφερεγγυότητα του οφειλέτη, δημιουργούμενη εξαιτίας της απαλλοτρίωσης, η οποία συντρέχει, όταν η υπολειπόμενη εμφανής περιουσία τούτου δεν επαρκεί για την ικανοποίηση του δανειστή, η οποία (αφερεγγυότητα) πρέπει να υπάρχει και κατά το χρόνο άσκησης της σχετικής αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης του δανειστή.
Περαιτέρω, μεταξύ των στοιχείων, που πρέπει να περιέχει η αγωγή διάρρηξης για το κατ' άρθρο 216 ΚΠολΔ ποσοτικό και ποιοτικό ορισμένο της, όσο και η δικαστική απόφαση, αφενός κατά το σχηματισμό της κρίσης του δικαστηρίου για τη νομική επάρκεια της αγωγής και τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου με τα στοιχεία εκείνα, που ορίζει ο νόμος για τη θεμελίωσή του αγωγικού δικαιώματος (νομική αοριστία), αφ' ετέρου δε κατά το σχηματισμό της κρίσης του για την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, σε συνδυασμό με πλήρεις αιτιολογίες ως προς τη συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε, για τον προσδιορισμό του αναγκαίου μέτρου της διάρρηξης, είναι τα παραπάνω αναφερόμενα στοιχεία υπό α-ε, αλλά και το ποσό της απαίτησης του ενάγοντος δανειστή, που πρέπει να ικανοποιηθεί, καθώς και η αξία του περιουσιακού στοιχείου που απαλλοτριώθηκε κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, διότι η διάρρηξη δεν είναι αναγκαίως ολική, αλλά επέρχεται μόνον κατά το μέρος που ζημιώνεται ο δανειστής.
Έτσι, σε περίπτωση, που αντικείμενο της καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης είναι μόνο ένα (ενιαίο) περιουσιακό στοιχείο, η διάρρηξη περιορίζεται στο ποσοστό του εκείνο, η αξία του οποίου καλύπτει την απαίτηση του δανειστή, ενώ σε περίπτωση, που αντικείμενο της είναι περισσότερα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, η διάρρηξη περιορίζεται σε όσα (και σε εκείνα που) απαιτούνται για την ικανοποίηση της απαίτησης του δανειστή.
Ενόψει δε του ότι η εξεύρεση αυτού του μέρους εξαρτάται από τη σχέση του ποσού της απαίτησης, που πρέπει να ικανοποιηθεί προς το ποσό της αξίας κάθε περιουσιακού στοιχείου που απαλλοτριώθηκε κατά την άσκηση της αγωγής, πρέπει, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, τα ποσά αυτά να αναφέρονται, τόσο στην αγωγή, όσο και στη δικαστική απόφαση (ΟλΑΠ 15/2012, ΑΠ 822/2017, ΑΠ 1902/2013, ΑΠ 1800/2008, ΑΠ 1677/2008, ΑΠ 1654/2008, ΑΠ 2200/2017, ΑΠ 1112/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το εφετείο δέχτηκε, σε σχέση με την ουσία της υπόθεσης, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την αναιρετική διαδικασία, τα ακόλουθα: " Με την υπ' αριθμ. ………../…- 1-2006 σύμβαση δανείου, το ταυτάριθμο προσάρτημα της I και την από 16-4-2007 πρόσθετη πράξη τροποποίησης αυτής, που συνήψαν στη Θεσσαλονίκη η ενάγουσα και η ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "ΣΤ.
Κ. - ΣΤ. Κ. Ο. Ε" και το διακριτικό τίτλο "STOCK MARKET", η πρώτη χορήγησε στη δεύτερη δάνειο "πίστωση" ποσού 390.000 ευρώ, για επισκευή επαγγελματικής στέγης, σύμφωνα με τους αναφερόμενους ειδικότερα στη σύμβαση όρους και συμφωνίες. Συγκεκριμένα η οφειλέτρια ανέλαβε την υποχρέωση να αποπληρώσει το δάνειο σε 180 συνεχείς μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, από τις οποίες η πρώτη θα καταβαλόταν την 1-5-2006 και καθεμία από τις επόμενες την αντίστοιχη ημέρα κάθε μήνα.
Στην ως άνω σύμβαση συμβλήθηκε ως εγγυήτρια, από κοινού με τέσσερις ακόμα εγγυητές, η πρώτη εναγομένη, η οποία με τον όγδοο όρο της σύμβασης εγγυήθηκε την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση κάθε απαίτησης της ενάγουσας από το ως άνω δάνειο, καθώς και την εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεων που ανέλαβε η οφειλέτρια από τη σύμβαση δανείου, ενεχόμενη σε ολόκληρο με την τελευταία ως αυτοφειλέτρια, παραιτούμενη ανεπιφύλακτα από το ευεργέτημα της δίζησης, καθώς και από τα δικαιώματα που απορρέουν από τα άρθρα 852 επ.
ΑΚ. Το ως άνω ποσό του δανείου εκταμιεύθηκε από την ενάγουσα στο σύνολο του, προς εξυπηρέτηση δε αυτού τηρήθηκε ο υπ' αριθμ. …-…-…-… λογαριασμός. Στις 17-12-2010 η ενάγουσα έκλεισε τον λογαριασμό οριστικά, επειδή η οφειλέτρια εταιρεία δεν τηρούσε τις υποχρεώσεις της από τη δανειακή σύμβαση και κατήγγειλε τη σύμβαση.
Κατά την ήμερα του κλεισίματος του λογαριασμού, αυτός εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο 336.523, 05 ευρώ. Στη συνέχεια, με την από 17-12-2010 εξώδικη καταγγελία-πρόσκληση και δήλωση της ενάγουσας, που επιδόθηκε στην οφειλέτρια εταιρεία με την υπ' αριθμ. 4126Γ'/27-12-2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Ν.
Μ., γνωστοποιήθηκε στην οφειλέτρια εταιρεία το κλείσιμο του λογαριασμού και η καταγγελία της σύμβασης. Ακολούθως, μετά από σχετική αίτηση της ενάγουσας, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 22344/2011 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η οφειλέτρια και οι εγγυητές, μεταξύ των οποίων και η πρώτη εναγομένη, υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην ενάγουσα εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 336.523,05 ευρώ για κεφάλαιο, πλέον τόκων υπερημερίας και δικαστικών εξόδων.
Αντίγραφο εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού της ανωτέρω διαταγής πληρωμής με επιταγή προς πληρωμή συνολικού ποσού 330.809,87 ευρώ, λόγω καταβολής μέρους της απαίτησης την 17-3-2011, επιδόθηκε στην πρώτη εναγομένη την 2-9-2011. Επίσης, αποδείχθηκε ότι πρώτη εναγομένη είχε την ψιλή κυριότητα ενός αυτοτελούς και διηρημένου διαμερίσματος, εμβαδού καθαρού 88,19 τ.μ.
και μικτού 113,83 τ.μ., που βρίσκεται στο δεύτερο όροφο μιας οικοδομής στην οδό ... της ..., αποτελείται από τρία δωμάτια, σαλόνι, κουζίνα και λουτροαποχωρητήριο και έχει ποσοστό συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο και στους λοιπούς κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους, μέρη και εγκαταστάσεις της οικοδομής 11,77% εξ αδιαιρέτου.
Με το υπ' αριθμ. …/…-10-2008 συμβόλαιο δωρεάς της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Χριστίνας Δόλγερα, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό …, η πρώτη εναγομένη μεταβίβασε λόγω δωρεάς την κατά ως άνω ψιλή κυριότητα του ακινήτου στη δεύτερη εναγομένη μητέρα της.
Η αντικειμενική αξία της παραπάνω απαλλοτρίωσης, όπως αυτή αναγράφεται στο ως άνω συμβόλαιο, ανερχόταν στο ποσό των 58.337,69 ευρώ, ενώ η εμπορική αξία αυτής, ανερχόταν, κατά τον κρίσιμο χρόνο της άσκησης της αγωγής, στο ποσό των 100.000 ευρώ. Εξάλλου, κατά το χρόνο της προαναφερόμενης μεταβίβασης της ψιλής κυριότητας του επιδίκου ακινήτου, που αποτελεί χαριστική δικαιοπραξία, η πρώτη εναγομένη ενήργησε με πρόθεση βλάβης της δανείστριας αντιδίκου της, αφού γνώριζε ότι υπάρχει χρεωστικό υπόλοιπο από τη λειτουργία της ως άνω δανειακής σύμβασης, την οποία εγγυήθηκε ανεπιφύλακτα και εις ολόκληρον με την πρωτοφειλέτρια.
Το γεγονός ότι από την έναρξη καταβολής της πρώτης μηνιαίας τοκοχρεωλυτικής δόσης, που έλαβε χώρα στις 2-5-2006, και μέχρι και τις 22-10-2008, οπότε έλαβε χώρα η επίδικη απαλλοτρίωση, καταβαλλόταν κανονικά και ανελλιπώς στην ενάγουσα κάθε μήνα τουλάχιστον το ποσό των 2166 ευρώ, που αποτελούσε το ελάχιστο ποσό έκαστης μηνιαίας τοκοχρεωλυτικής δόσης, από τις 180 συνεχείς μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις που όφειλε η πιστούχος να καταβάλει, δεν αίρει το στοιχείο της γνώσης, αφού η πρώτη εναγομένη, ως εγγυήτρια, γνώριζε την κίνηση του δανειακού λογαριασμού, το χρεωστικό υπόλοιπο του οποίου ανερχόταν στις 10-10-2008, ήτοι λίγες ημέρες πριν από την επίδικη απαλλοτρίωση, στο ποσό των 349.752, 89 ευρώ.
Συνεπώς, γνώριζε κατά το χρόνο της επίδικης απαλλοτρίωσης ότι απαλλοτριώνει προς βλάβη της ενάγουσας δανείστριας, έστω και αν η απαίτηση της τελευταίας εξυπηρετείτο μέχρι τότε κανονικά, αφού είχαν συντελεστεί μέχρι τότε τα παραγωγικά γεγονότα αυτής (καταβολή του δανείου, σύναψη της σύμβασης εγγύησης) και ήδη η απαίτηση είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής.
Η γνώση αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η ανωτέρω πιστούχος από τις 22-10-2008, οπότε και έλαβε χώρα η επίδικη μεταβίβαση, μέχρι τις 31-5-2010, οπότε και έλαβε χώρα η τελευταία από αυτήν καταβολή, δηλαδή επί δεκαεννέα και πλέον μήνες, συνέχιζε και εξοφλεί το επίδικο δάνειο και ήταν ενήμερη της κίνησης του λογαριασμού της, καταβάλλοντας ανελλιπώς κάθε μήνα κατ' ελάχιστο το ποσό των 2.166 ευρώ και κατά μέσο όρο το ποσό των 2.500 ευρώ και πλέον, χωρίς η ενάγουσα να διαμαρτυρηθεί για οποιαδήποτε καθυστέρηση, καθόσον εξακολουθούσε να παραμένει ανεξόφλητο υπόλοιπο ύψους 326.317,62 ευρώ.
Ακόμη, το γεγονός ότι η πρώτη εναγομένη, κατά τον παραπάνω χρόνο της επίδικης μεταβίβασης (22-10-2008), ήταν συγκύρια κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου του υπ' αριθμ. … κληροτεμαχίου, Β' κατηγορίας, συνολικής έκτασης 8100 τ.μ., που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή του αγροκτήματος ... του Δήμου … Νομού …, μετά των επ' αυτού κτισμάτων (το υπόλοιπο ποσοστό 75% ανήκε στην αδελφή της Ε.
Κ., επίσης εγγυήτρια του επιδίκου δανείου και στον Σ. Κ.) επί του οποίου η ενάγουσα ενέγραψε προσημείωση υποθήκης για το ποσό των 507.000 ευρώ, δεν αίρει τη γνώση της πρώτης εναγομένης, ότι με την επίδικη απαλλοτρίωση θα έβλαπτε την ενάγουσα, καθόσον η αξία του ακινήτου αυτού, που ήδη κατασχέθηκε και κατακυρώθηκε στην ενάγουσα, δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας (507.000 Χ 1/4 =126.750 ευρώ αξία ποσοστού της πρώτης εναγομένης έναντι απαίτησης 326.317,62 ευρώ), ενώ, όπως προαναφέρθηκε, η ύπαρξη ικανής περιουσίας των συνεγγυητών δεν αίρει την ευθύνη της πρώτης εναγομένης, η οποία είναι αυτοτελής.
Άλλωστε, το ως άνω ακίνητο ήδη εκπλειστηριάσθηκε και ειδικότερα α) το ποσοστό του 75%, που ανήκε στους συνοφειλέτες της πρώτης εναγομένης Ε. Κ. (25%) και Σ. Κ. (50%), εκπλειστηριάσθηκε στις 21-9-2011, δυνάμει της υπ' αριθμ. 2541/1-6-2011 Α' επαναληπτικής περίληψης της υπ' αριθμ. …./…-4-2011 κατασχετήριας έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Νικολάου Μαγείρου, με επισπεύδουσα την ενάγουσα, εκτελεστό τίτλο την υπ' αριθμ. 8251/2011 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, συνολικού ποσού 257.946,71 ευρώ νομιμοτόκως, με αξία 420.000 ευρώ και τιμή πρώτης προσφοράς 300.000 ευρώ και β) "το ποσοστό 25%, που ανήκε στην πρώτη εναγομένη, εκπλειστηριάσθηκε την 15-12-2010, δυνάμει της υπ' αριθμ.
…/…-9-2010 Β' επαναληπτικής περίληψης της υπ' αριθμ. …/…-5- 2010 κατασχετήριας έκθεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Χ. Ρ., με επισπεύδοντα τον Α. Σ., ο οποίος είχε επιβάλει κατάσχεση στο ως άνω ποσοστό της άνω εναγομένης για ποσό 20.000 ευρώ, ενώ η ενάγουσα αναγγέλθηκε στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο για την ένδικη απαίτηση της, συνολικού ποσού 336.523,05 ευρώ.
Συνεπώς, η πρώτη εναγομένη γνώριζε ότι με την απαλλοτρίωση του επίδικου περιουσιακού της στοιχείου, αξίας 100.000 ευρώ, θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία που της απέμενε να μην αρκεί για την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας δανείστριας της. Εξάλλου, δεν τίθεται θέμα εξέτασης της γνώσης του καταδολιευτικού σκοπού της ως άνω μεταβίβασης εκ μέρους της δεύτερης εναγομένης, στην οποία μεταβιβάστηκε το επίδικο ακίνητο λόγο δωρεάς, καθώς η μεταβίβαση αυτή αποτελεί χαριστική δικαιοπραξία, και η γνώση της δεύτερης εναγομένης ότι η πρώτη εναγομένη απαλλοτρίωσε με σκοπό τη βλάβη της ενάγουσας, δεν απαιτείται για τη διάρρηξη της αναφερόμενης δικαιοπραξίας...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές στο σύνολό τους και όχι όσες αποσπασματικά, κατ' επιλογήν των αναιρεσειουσών, διαλαμβάνονται στην κρινόμενη αίτησή τους, το εφετείο δέχτηκε την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει την αγωγή της περί διάρρηξης της αναφερόμενης απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας μεταξύ των εναγομένων και ήδη αναιρεσειουσών ως καταδολιευτικής, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, δίκασε επί της άνω αγωγής, δέχτηκε αυτή ως ουσιαστικά βάσιμη και απήγγειλε τη διάρρηξη της άνω σύμβασης δωρεάς της ψιλής κυριότητας του ακινήτου ως καταδολιευτικής.
Έτσι που έκρινε το εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 939 του ΑΚ και δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, εφ' όσον από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων αυτών που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις προαπαιτηθείσες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν ως προς το νόμιμο χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, ως προς τη συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων προς διάρρηξη της επίδικης καταδολιευτικής δικαιοπραξίας και ειδικότερα σε σχέση προς τις προβαλλόμενες αιτιάσεις, ως προς τα ουσιώδη στοιχεία α) του ποσού της απαίτησης της αναιρεσίβλητης, β) της αξίας του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και γ) της αφερεγγυότητας της πρώτης αναιρεσείουσας, αρκούν οι παραδοχές της αιτιολογίας του εφετείου:
α) ότι η απαίτηση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, απορρέουσα από σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, στην οποία συμβλήθηκε η πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ως εγγυήτρια, από κοινού με τέσσερις ακόμα εγγυητές, για την οποία εκδόθηκε η αναφερομένη υπ' αριθ. 22344/2011 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για ποσό 336.523,05 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, ανέρχεται στο ποσό των 326.317,62 ευρώ, μετά από καταβολές, που έλαβαν χώρα μέχρι την άσκηση της αγωγής, β) ότι η εμπορική αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, για το οποίο και διατάχθηκε η διάρρηξη της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας, ανέρχεται, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, στο ποσό των 100.000,00 ευρώ και γ) ότι η υπολειπόμενη εμφανής περιουσία της πρώτης εναγομένης, και δη το ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου του υπ' αριθ. 646 κληροτεμαχίου, Β' κατηγορίας, συνολικής έκτασης 8.100 τ.μ., που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή του αγροκτήματος ...
του Δήμου .. Νομού … μετά των επ' αυτού κτισμάτων, αξίας του ποσοστού αυτού 126.750,00 ευρώ (507.000 x 1/4), δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση της άνω απαίτησης της ενάγουσας δανείστριας και ήδη αναιρεσίβλητης, ποσού 326.317,62 ευρώ, ενώ η ύπαρξη ικανής περιουσίας των συνεγγυητών δεν αίρει την ευθύνη της πρώτης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, που είναι αυτοτελής.
Επομένως, ο ανωτέρω πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες μέμφονται το εφετείο, ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άνω άρθρου 939 ΑΚ και παραβίασε εκ πλαγίου αυτές είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά τις λοιπές αιτιάσεις, που προβάλλονται σχετικά με τον υπολογισμό της πραγματικής απαίτησης της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με τις οποίες το εφετείο δέχτηκε ότι η απαίτησή της, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (13-11-2011), ανερχόταν σε 336.523,05 ευρώ και απήγγειλε τη διάρρηξη ολόκληρης της μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας, ενώ, κατά τις ίδιες παραδοχές της, πριν την άσκηση της αγωγής είχαν διενεργηθεί δύο πλειστηριασμοί και συγκεκριμένα στις 15-10-2010 είχε εκπλειστηριασθεί το 25% εξ αδιαιρέτου του άνω αγροκτήματος, που ανήκε στην πρώτη αναιρεσείουσα και στον πλειστηριασμό είχε αναγγελθεί η αναιρεσίβλητη για την ικανοποίηση της επίδικης απαίτησής της και στις 21-9-2011 το 75% εξ αδιαιρέτου αυτού, που ανήκε στους συνοφειλέτες της πρώτης αναιρεσείουσας και ήταν επισπεύδουσα η ίδια η αναιρεσίβλητη, με αποτέλεσμα, ενόψει των παραδοχών αυτών, προφανώς η απαίτησή της, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, δεν ανερχόταν στο ποσό των 336.523,05 ευρώ, αλλά σε άλλο μικρότερο ποσό, διότι μπορεί να υπήρχαν αναγγελίες που προηγούνταν, είχε όμως εξοφληθεί τουλάχιστον τμήμα της οφειλής αν όχι ολόκληρη, αφού το πλειστηρίασμα από το άνω ακίνητο ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 390.000,00 ευρώ (89.000,00+301.000,00 αντιστοίχως) και συνεπώς η διάρρηξη της μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας δεν θα αφορούσε στο σύνολο του ακινήτου, είναι απαράδεκτος, προεχόντως, διότι υπό την επίκληση των διατάξεων των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλήττεται ουσιαστικά η επί της ουσίας ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ποσό της απαίτησης της αναιρεσίβλητης, το οποίο, άλλωστε, ούτε οι ίδιες οι αναιρεσείουσες προσδιορίζουν, μετά τις επικαλούμενες αναγγελίες της αναιρεσίβλητης για την ικανοποίηση της ένδικης απαίτησής της από το πλειστηρίασμα των άνω πλειστηριασμών και συγκεκριμένα, αν εξοφλήθηκε και κατά ποιο ποσό.
Μεταξύ των στοιχείων που πρέπει να περιέχει, για το ορισμένο και νόμω βάσιμο, η από τα άρθρα 939 επ ΑΚ αγωγή διάρρηξης, περιλαμβάνονται, όπως αναλυτικά έχει εκτεθεί στον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, πλην άλλων, το ποσό της απαίτησης του ενάγοντος δανειστή, που πρέπει να ικανοποιηθεί, καθώς και η αξία του περιουσιακού στοιχείου που απαλλοτριώθηκε κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, διότι η διάρρηξη δεν είναι αναγκαίως ολική, αλλά επέρχεται μόνον κατά το μέρος που ζημιώνεται ο δανειστής.
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110 παρ. ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (αγωγή, ανταγωγή) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο. Έτσι ο παραπάνω λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του γεγονότα, που δεν αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής, ένστασης κλπ και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως προς το νόμω βάσιμο αυτών ή αν δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα (ΑΠ 223/2013, ΑΠ 759/2006).
Δεν αποτελούν όμως "πράγματα" υπό την άνω έννοια οι ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής (απλή ή αιτιολογημένη) και γενικώς των αυτοτελών ισχυρισμών (ΑΠ 469/1984, ΑΠ 1413/2010). Επίσης, δεν ιδρύει το λόγο αυτό και η παράλειψη απάντησης σε ισχυρισμούς απαράδεκτους ή μη νόμιμους, καθόσον αυτοί, ως μη ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν αποτελούν πράγματα, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του αριθ. 8 (ΟλΑΠ 14/2004).
Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος του, οι αναιρεσείουσες, επικαλούμενες αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλουν την αιτίαση, ότι το εφετείο, παρά το νόμο, α) έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθόσον δέχτηκε ότι η εμπορική αξία του ακινήτου που απαλλοτριώθηκε ανερχόταν κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής στο ποσό των 100.000, 00 ευρώ, η οποία όμως δεν αναφερόταν στην αγωγή και β) ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από αυτές και που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι πριν την άσκηση της αγωγής είχαν διενεργηθεί δύο πλειστηριασμοί και συγκεκριμένα στις 15-10-2010 είχε εκπλειστηριασθεί το 25% εξ αδιαιρέτου του αγροκτήματος, που ανήκε στην πρώτη αναιρεσείουσα και στον πλειστηριασμό είχε αναγγελθεί η αναιρεσίβλητη για την ικανοποίηση της επίδικης απαίτησής της και στις 21-9-2011 το 75% εξ αδιαιρέτου αυτού, που ανήκε στους συνοφειλέτες της πρώτης αναιρεσείουσας και ήταν επισπεύδουσα η ίδια η αναιρεσίβλητη και ότι από το πλειστηρίασμα των άνω πλειστηριασμών, είχε εξοφληθεί τουλάχιστον τμήμα της απαίτησης των 336.523,05 ευρώ, με αποτέλεσμα, στις 13-11-2011 που ασκήθηκε η αγωγή, να μην είναι αυτή η πραγματική απαίτηση, αλλά διαφορετική και εντεύθεν η διάρρηξη της μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας έπρεπε να είναι όχι ολική, αλλά μερική.
Ο λόγος αυτός, κατά το υπό στοιχ. α σκέλος του, είναι αβάσιμος, διότι το εφετείο, δεχόμενο ότι η εμπορική αξία της ψιλής κυριότητας του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, κατά το χρόνο της άσκησης της αγωγής ανερχόταν στο ποσό των 100.000,00 ευρώ, δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν, καθόσον από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, επισκόπηση της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη είχε επικαλεσθεί στο δικόγραφό της το απαιτούμενο, για τη νομική βασιμότητα αυτής, στοιχείο της αξίας της ψιλής κυριότητας του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και συγκεκριμένα είχε αναβιβάσει αυτή στο ποσό 58.337,69 ευρώ, ταυτίζοντάς την με την αντικειμενική αξία αυτής.
Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος, κατά το υπό στοιχ. β σκέλος του είναι απαράδεκτος, διότι, ο προβαλλόμενος με το λόγο αυτό ισχυρισμός, αποτελών άρνηση του στοιχείου της αγωγής, που αφορά στο ποσό της απαίτησης της αναιρεσίβλητης, δεν ιδρύει τον από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Σε κάθε δε περίπτωση, εάν ήθελε εκτιμηθεί ως ένσταση εξόφλησης της απαίτησης αυτής, είναι αόριστος, αφού οι αναιρεσείουσες δεν επικαλούνται κατά συγκεκριμένο τρόπο, εάν είχε εξοφληθεί και κατά ποιο ποσό η απαίτηση αυτή της αναιρεσίβλητης, μετά τις αναγγελίες της για την ικανοποίηση της από το πλειστηρίασμα των αναφερομένων πλειστηριασμών και συνεπώς δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δεν αποτελεί πράγμα, κατά την έννοια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, οι λοιπές αιτιάσεις από τους αριθ. 11γ, 12 και 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που προβάλλονται με τον ίδιο παραπάνω δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, διότι οι αναιρεσείουσες δεν επικαλούνται συγκεκριμένες πλημμέλειες.
Τέλος, ο προβλεπόμενος από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, έγγραφο περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό, από εκείνο που αναφέρεται στο έγγραφο αυτό, όχι δε και όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας το περιεχόμενο του εγγράφου, όπως πράγματι έχει, άγεται σε κρίση διαφορετικά από εκείνη, την οποία θεωρεί ως ορθή ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση, η οποία ανάγεται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων.
Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα, στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτικό γεγονός (ΑΠ 1416/2017, ΑΠ 640/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείουσες με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλουν την ανωτέρω από τον αριθμ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παραμόρφωσε το περιεχόμενο των παρακάτω εγγράφων, ήτοι α) της υπ' αριθ. …./…-9-2010 Β' επαναληπτικής περίληψης και της υπ' αριθ.
…/…-5-2010 κατασχετήριας έκθεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης Χ. Ρ., β) της υπ' αριθ. …/…-6-2011 Α' επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης Ν. Μ. και γ) του υπ' αριθ. …/….-10-2008 συμβολαίου δωρεάς της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Χ.
Δόλγερα, καθόσον δέχτηκε ότι περιέχουν περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνουν και συγκεκριμένα σε σχέση με τα υπό στοιχ. α και β έγγραφα, διότι, ενώ σ' αυτά αναφερόταν πότε έγιναν οι πλειστηριασμοί του ακινήτου της ..., που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η απαίτηση της αναιρεσίβλητης μειώθηκε, υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, δεχόμενη το αντίθετο και σε σχέση με το υπό στοιχ.
γ συμβολαιογραφικό έγγραφο, διότι, ενώ σ' αυτό αναφερόταν, ότι η αντικειμενική αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου ανερχόταν στις 22-10-2008 στο ποσό των 58.337,69 ευρώ, δέχτηκε ότι ήταν η ίδια και κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής στις 13-11-2011, καθώς και ότι η αγοραία αξία του ανερχόταν στο ποσό των 100.000,00 ευρώ, παρόλον ότι δεν αναφερόταν η αξία αυτή στο άνω συμβόλαιο.
Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά του, σε σχέση με το ποσό της απαίτησης της αναιρεσίβλητης και της αξίας του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, συνεκτίμησε όλα τα αναφερόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα, καθώς και τα παραπάνω και δεν στήριξε σε αυτά, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, την κρίση του.
Επομένως, ο ανωτέρω λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τις αναιρεσείουσες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, σύμφωνα με το άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ και να καταδικαστούν οι τελευταίες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-10-2017 αίτηση των αναιρεσειουσών Δ. Κ. και Ε. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 292/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης παραβόλου.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15-4-2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υπογράφει η Πρόεδρος του Αρείου Πάγου ως Προϊσταμένη του καθόσον ο διευθύνων τη συζήτηση και όλα τα μέλη του Δικαστηρίου που αναφέρονται στην αρχή της παρούσης έπαψαν να είναι τοποθετημένα στο Δικαστήριο τούτο λόγω συνταξιοδότησης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Νοεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ