1302/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1302/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ως αιτιολογία δε που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1302 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1302/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Νακοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Λ. Λ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χαριτίνη Σωτηριάδη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 6-2-2020 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-11-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3894/2014 μη οριστική και 2932/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3115/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-6-2017 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Χρήστο Βρυνιώτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπόκειται προς κρίση η από 30-6-2017 και με ειδ.αριθμό κατάθεσης 489/17 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ.681 Α ΚΠολΔ) υπ'αριθμ.3115/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο αφού συνεκδίκασε την από 7-1-2015 έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου μαζί με την από 12-12-2015 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Groupama Φοίνιξ ΑΕΑΕ", οι οποίες (εφέσεις) στρέφονταν κατά της 2932/2015 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου συμπροσβαλλομένης και της 3894/2014 αποφάσεως μη οριστικής αποφάσεως του ιδίου προαναφερομένου δικαστηρίου, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία τις πιο πάνω εφέσεις, εξαφάνισε την 2932/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και δικάζονται επί της ουσίας την υπόθεση δέχθηκε εν μέρει την από 21-11-2013 ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης (αναιρεσείουσας) να καταβάλλει στον ενάγοντα (αναιρεσίβλητο) το συνολικό ποσό των εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ με το νόμιμο τόκο.
Ήδη η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία ασκεί αναίρεση, όπως αναφέρθηκε, αιτούμενη, με την κρινόμενη αίτησή της και για τους λόγους που αναφέρει σ'αυτή, την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασής του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (υπ'αριθμ.3115/2016). Η αναίρεση είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλομένων λόγων της.
Σύμφωνα με τη διάταξη του αριθμ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές ή αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα ήτοι αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε την υπόθεση κατ' ουσίαν η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας.
Εξ'άλλου ο προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως αιτιολογία δε που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.
Στοιχειοθετείται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, βάσει των οποίων και μόνο ελέγχεται η έλλειψη ή μη νόμιμης βάσης αυτής, δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη διάταξη ουσιαστικού νόμου, Αντίθετα, ο σχετικός λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όταν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει κρίση για την ουσία της υπόθεσης με διατύπωση σχετικού αποδεικτικού πορίσματος ή όταν πρόκειται για ασάφειες ή ελλείψεις που αφορούν απορριπτικό σκεπτικό αγωγής ή ένστασης ως μη νόμιμης ή ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού, καθώς και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια και βεβαιότητα, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος (ΟλΑΠ 3/97 και 13/95).
Περαιτέρω, ελλείψεις αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, όταν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Εξάλλου, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση αποδείξεων, δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή, μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Με την 3749/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι η ένδικη σύγκρουση που έγινε στις 7/8/2001 και περί ώρα 11.15 στην ... μεταξύ του με αριθμό κυκλοφορίας ...
αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο Ι. Χ. και το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Groupama Φοίνιξ Α.Ε.Α.Ε." και του με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο πατέρας του ενάγοντος Θ. Λ., επί του οποίου επέβαινε ο τελευταίος (Λ. Λ.) με την μητέρα του Ε. Μ. και ο Λ. Λ. του Α.
οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι. Χ.. Ότι εξαιτίας της σύγκρουσης υπέστη πολλαπλά κατάγματα της βάσης του κρανίου του σφηνοειδούς και αριστερού ζυγωματικού τόξου, για την αντιμετώπιση των οποίων νοσηλεύθηκε στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του Νοσοκομείου Παίδων "Αγλαΐα Κυριακού", από την ημέρα του ατυχήματος έως τις 12/8/2001, επιπλέον δε αυτός υπέστη κάταγμα του αριστερού μηριαίου και κάταγμα τριτημορίου και κνήμης.
Αντίθετα το δεδικασμένο που απορρέει από την πιο πάνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών δεν καλύπτει την αγωγική αξίωση του ενάγοντος με την κρινόμενη αγωγή περί αποζημιώσεως κατ' άρθρο 931 ΑΚ. Ειδικότερα η τελευταία αγωγική αξίωση του ενάγοντος λόγω μόνιμης αναπηρίας αποτελεί αίτημα, που για πρώτη φορά προβάλλεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και ως εκ τούτου δεν τίθεται θέμα δεδικασμένου, απορρέοντος από την πιο πάνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Περαιτέρω, με την ίδια απόφαση του Εφετείου Αθηνών επιδικάσθηκε τελεσίδικα στον ενάγοντα το ποσό των 11.738,81 ευρώ για χρηματική του ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας του τραυματισμού του από το ένδικο ατύχημα. Για τη διαμόρφωση της πιο πάνω κρίσης του το Εφετείο έλαβε υπόψη του το είδος του τραυματισμού, που υπέστη ο ενάγων από το ένδικο ατύχημα και ειδικότερα τα πολλαπλά κατάγματα της βάσης του κρανίου, του σφηνοειδούς και του αριστερού ζυγωματικού τόξου και τα κατάγματα του αριστερού μηριαίου και της κνήμης, όπως και τη σωματική και ψυχική ταλαιπωρία, λόγω του πιο πάνω τραυματισμού του.
Όπως, όμως προκύπτει από την 143/2015 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ιατρού χειρούργου οφθαλμιάτρου Γ. Σ., ο ενάγων υπέστη χειροτέρευση της κατάστασης της υγείας του, όσον αφορά την όραση του, η οποία συνιστά απρόβλεπτη εξέλιξη των συνεπειών, που αναμένονταν από τον ένδικο τραυματισμό του, διότι η μερική ατροφία των οπτικών νεύρων, η πτύχωση του αμφιβληστροειδούς του αριστερού οφθαλμού είναι όλα λίαν βραδείας εξέλιξης αλλά και άγνωστης τελικής πρόγνωσης.
Στο ίδιο περίπου συμπέρασμα, όσον αφορά το απρόβλεπτο της εξέλιξης της υγείας των οφθαλμών του ενάγοντος καταλήγει και η ιατρός χειρούργος οφθαλμίατρος Α. Κ., τεχνική σύμβουλος της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας. Αναφέρει ότι η κατάσταση των οφθαλμών του ενάγοντος, λόγω του νεαρού της ηλικίας του κατά το ένδικο ατύχημα ήταν δυσμενής, επιδεινούμενη σταδιακά και ήταν αδύνατον να γίνουν προγνώσεις από οποιονδήποτε οφθαλμίατρο, λόγω του ότι είναι άγνωστη η εξέλιξη της πορείας των οπτικών νεύρων, που υπέστησαν βλάβη, ώστε να μην μπορεί να υπολογισθεί το μέγεθος της βλάβης και ο χρόνος επούλωσης της βλάβης των οπτικών νεύρων, αφού είναι άγνωστος ο ρυθμός ανάπτυξης του παιδιού.
Επομένως, δεν υφίσταται δεδικασμένο στην περίπτωση της αγωγικής αξίωσης της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, η οποία ζητείται εκ νέου με μεταγενέστερη αγωγή, εφόσον ήταν εντελώς απρόβλεπτη η δυσμενής εξέλιξη της υγείας του ενάγοντος, οι δε συνέπειες της αδικοπραξίας εκδηλώθηκαν μεταγενέστερα χωρίς να μπορούν να προβλεφθούν από το Δικαστήριο, το οποίο επιδίκασε την προηγούμενη χρηματική ικανοποίηση.
Επομένως, ο ενάγων νομίμως ζητεί περαιτέρω χρηματική ικανοποίηση, αφού η σημερινή κατάσταση της υγείας του οριστικοποιήθηκε με την ενηλικίωση του κατά το έτος 2013 (βλ. και το από 29/11/2013 πιστοποιητικό του χειρουργού οφθαλμιάτρου Α. Ψ.). Επίσης δεν παραγράφονται οι αξιώσεις, που αφορούν χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης και της αποζημίωσης του άρθρου 931 ΑΚ διότι από το έτος 2013, που ο ενήλικος πλέον ενάγων έλαβε γνώση της μη αναστρέψιμης κατάστασης της υγείας του μέχρι και την επίδοση της κρινόμενης αγωγής, που έγινε στις 4/2/2014 δεν παρήλθε η διετής παραγραφή, που αφορούσε τα αυτοκινητικά ατυχήματα.
Συνεπώς, η εκκαλούμενη απόφαση, που έκρινε κατά τον ίδιο τρόπο για τις πιο πάνω αιτίες ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, είναι δε αβάσιμα και απορριπτέα, όσα διαφορετικά υποστηρίζονται με τους πρώτο και δεύτερο λόγους εφέσεως της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Groupama Φοίνιξ Α.Ε.Α.Ε.".
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων ηλικίας έξι ετών κατά τον χρόνο του ατυχήματος ήταν σωματικά αρτιμελής έχοντας τις συνήθεις συναναστροφές και δραστηριότητες ενός υγιούς ατόμου της ηλικίας του, ανταποκρινόταν πλήρως στις καθημερινές του ανάγκες. Σήμερα, μετά την ενηλικίωση του και σε ηλικία πλέον 20 ετών ο δεξιός οφθαλμός του έχει όραση 10/10 με διόρθωση (γυαλί) - 1,50 D ενώ βυθοσκοπικά η οπτική θηλή εμφανίζει ελαφρό αποχρωματισμό και ατροφία του οπτικού νεύρου.
Ο αριστερός οφθαλμός του έχει όραση 2-3/10 με διόρθωση (γυαλί) - 2,00-0,75 60° D, ενώ βυθοσκοπικά η οπτική θηλή εμφανίζει μερικό αποχρωματισμό ατροφία του οπτικού νεύρου. Βάσει αυτής της κατάστασης της υγείας του έχει καταστεί ανάπηρος δια βίου με ποσοστό αναπηρίας τουλάχιστον 20%. Η πιο άνω αναπηρία του θα είναι βλαπτική εφόρου ζωής, ασκεί δε αρνητική επίδραση στην επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική του εξέλιξη, λαμβανομένου υπόψη ότι τα πιο πάνω προβλήματα έχουν επιδράσει και θα επιδρούν στο ψυχικό του κόσμο, αφού ο ίδιος αισθάνεται μειονεκτικά απέναντι στα υγιή άτομα της ηλικίας του.
Επίσης, οι προαναφερθείσες βλάβες στον αριστερό οφθαλμό του θα επηρεάσουν δυσμενώς την επαγγελματική του δραστηριότητα, την κοινωνική και προσωπική του ζωή, αφού πλέον δεν θα έχει δυνατότητα να φοιτήσει σε σχολές, ώστε να ασκήσει επαγγέλματα που απαιτούν καλή όραση και από τους δύο οφθαλμούς. Πρέπει, κατά συνέπεια, εξαιτίας της αναπηρίας του ενάγοντος αλλά και της άμεσης επίδρασης αυτής στο μέλλον του να του επιδικαστεί, ως εύλογη αποζημίωση κατ' άρθρο 931 ΑΚ το ποσό των 30.000 ευρώ.
Η εκκαλούμενη όμως απόφαση επιδικάζοντας στον ενάγοντα για την πιο πάνω αιτία μεγαλύτερο ποσό, εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε, όπως εν μέρει βάσιμα υποστηρίζει με τον τρίτο λόγο της εφέσεώς της η ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Groupama Φοίνιξ Α.Ε.Α.Ε.", απορριπτομένου όμως του πρώτου λόγου εφέσεως του Λ.
Λ.. Επιπλέον σύμφωνα με τις συνθήκες που συνέβη το ένδικο ατύχημα, την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, του είδους και της έκτασης του τραυματισμού του ενάγοντος, του χρόνου, που αυτός απαιτήθηκε να παραμείνει για νοσηλεία, την ψυχική και σωματική ταλαιπωρία, που υπέστη λόγω του τραυματισμού του, της ηλικίας του, του βαθμού της μόνιμης αναπηρίας του, καθώς και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων πλευρών, φυσικών προσώπων το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να του επιδικασθεί το ποσό των 30.000 ευρώ, ως χρηματική ταυ ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που υπέστη.
Συνεπώς, η εκκαλουμένη απόφαση επιδικάζοντας στον ενάγοντα για την πιο πάνω αιτία μικρότερο ποσό εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε όπως εν μέρει βάσιμα υποστηρίζει ο εκκαλών Λ. Λ. δεύτερο λόγο της εφέσεώς του, απορριπτομένου όμως του τετάρτου λόγου εφέσεως της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Groupama Φοίνιξ Α.Ε.Α.Ε.".
Περαιτέρω ο ενάγων με την από 5/7/2002 αγωγή του εκτός των-άλλων ζητούσε- και αποζημίωση, λόγω στέρησης διατροφής για το χρονικό διάστημα, από την ημέρα του ενδίκου ατυχήματος μέχρι και την συμπλήρωση του εικοστού πέμπτου έτους της ηλικίας του. Με την 3749/2004 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει το εκεί αναφερόμενο ποσό μέχρι την ενηλικίωσή του, ενώ για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα έκρινε την αγωγή αόριστη.
Ήδη ο ενάγων με την κρινόμενη αγωγή του ζητεί να του επιδικασθεί, ως αποζημίωση για την ίδια αιτία, δηλαδή λόγω στέρησης διατροφής, λόγω θανάτου της μητέρας του στο ένδικο ατύχημα για το διάστημα από την ενηλικίωσή του έως τη συμπλήρωση του εικοστού πέμπτου έτους της ηλικίας του. Η συγκεκριμένη αξίωση του ενάγοντος, που ασκείται με την από 21/11/2013 αγωγή γεννήθηκε στις 8/8/2001, οπότε τελέσθηκε η αδικοπραξία, εξαιτίας της οποίας επήλθε ο θάνατος της μητέρας του.
Η κρινόμενη αγωγή επιδόθηκε στην εναγομένη στις 4/2/2014, δηλαδή μετά την πάροδο διετίας από την επομένη του ενδίκου ατυχήματος. Έτσι η περιεχόμενη, στην αγωγή αξίωση αποζημίωσης του ενάγοντος, που ήταν προβλεπτή, αφού ήδη την είχε επίσης ζητήσει με την από 5/7/2002 προηγούμενη αγωγή του έχει παραγραφεί, εφόσον από την επομένη του δυστυχήματος 8/8/2001 μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας, όπως προαναφέρθηκε.
Εξάλλου η 1275/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της πρώτης αγωγής του ενάγοντος για αποζημίωση κατά της ίδιας εναγομένης, δεν ωφελεί, αφού η παραγραφή εκείνης της αξίωσης συμπληρώθηκε μετά διετία στις 8/8/2003 ενώ η ίδια πιο πάνω απόφαση (1275/2003) κατέστη τελεσίδικη στις 25/5/2004.
Κατά συνέπεια, αφού η αρχική διετής παραγραφή είχε συμπληρωθεί πριν την τελεσιδικία της πιο πάνω απόφασης, είναι ανέφικτη η λειτουργία του άρθρου 268 εδ. α' του ΑΚ, ώστε να επέλθει η επιμήκυνση της διετούς παραγραφής σε εικοσαετή.
Συνεπώς η εκκαλούμενη απόφαση που έκρινε κατά τον ίδιο τρόπο για την πιο πάνω αιτία, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε, είναι δε αβάσιμα και απορριπτέα, όσα διαφορετικά υποστηρίζονται με τον τρίτο λόγο εφέσεως του Λ. Λ.. Κατ' ακολουθία των προαναφερθέντων, πρέπει να γίνουν δεκτές και ως ουσία βάσιμες οι κρινόμενες εφέσεις και να εξαφανισθεί η 2932/2015 εκκαλούμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στη συνέχεια αφού κρατηθεί και εκδικασθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η από 21/11/2013 αγωγή του Λ. Λ., ώστε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 60.000 ευρώ (30.000 +30.000) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, συνολικά εκτιμώμενου από το Δικαστήριο, η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναφορικά με το απρόβλεπτο της επιδείνωσης της υγείας του αναιρεσιβλήτου και την προβληθείσα απ'αυτήν ένσταση παραγραφής των αγωγικών αξιώσεών του, για πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (άρθρο 932 ΑΚ) και αποζημίωσης, κατ'άρθρο 931 ΑΚ (παραβίασης με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 241, 247, 251, 261α, 298, 914, 937 ΑΚ, 221 παρ.2 ΚΠολΔ και 10 παρ.1 και 2 του ν.3357/2007 έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης.
Το Εφετείο, δέχθηκε αναφορικά με τα ζητήματα που αφορούν οι ως άνω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι "δεν υφίσταται δεδικασμένο στην περίπτωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης η οποία ζητείται εκ νέου με μεταγενέστερη αγωγή, εφόσον ήταν εντελώς απρόβλεπτη η δυσμενής εξέλιξη της υγείας του ενάγοντος, οι δε συνέπειες της αδικοπραξίας εκδηλώθηκαν μεταγενέστερα χωρίς να μπορούν να προβλεφθούν από το Δικαστήριο, το οποίο επεδίκασε περαιτέρω χρηματική ικανοποίηση....Επομένως ο ενάγων νομίμως ζητεί περαιτέρω χρηματική ικανοποίηση αφού η σημερινή κατάσταση της υγείας του οριστικοποιήθηκε με την ενηλικίωσή του κατά το έτος 2013 (βλ και το από 29-11-2013 πιστοποιητικό του χειρουργού Οφθαλμιάτρου Α.Ψ.).
Επίσης δεν παραγράφονται οι αξιώσεις που αφορούν χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης και αποζημίωσης του άρθρου 931 ΑΚ, διότι ο ενήλικος πλέον ενάγων έλαβε γνώση της μη αναστρέψιμης κατάστασης της υγείας του το έτος 2013 και μέχρι και την 4-2-2014 δεν παρήλθε η διετής παραγραφή των άνω αγωγικών αξιώσεών του.
Πρέπει να σημειωθεί ότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου, όσον αφορά το απρόβλεπτο της εξέλιξής της υγείας των οφθαλμών του ενάγοντος, στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και η ιατρός Χειρούργος Οφθαλμίατρος Α. Κ., τεχνική σύμβουλος της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, αναφέροντας ότι η κατάσταση των οφθαλμών του ενάγοντος, λόγω του νεαρού της ηλικίας του κατά το ένδικο ατύχημα ήταν δυσμενής επιδεινούμενη σταδιακά και ήταν αδύνατον να γίνουν προγνώσεις από οποιανδήποτε οφθαλμίατρο, λόγω του ότι είναι άγνωστη η εξέλιξη της πορείας των οπτικών νεύρων, που υπέστησαν βλάβη, ώστε να μη μπορεί να υπολογισθεί το μέγεθος της βλάβης και ο χρόνος επούλωσης της βλάβης των οπτικών νεύρων, αφού είναι άγνωστος ο ρυθμός ανάπτυξης ενός παιδιού.
Με τις αναφερόμενες παραδοχές, η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, περιέχει επαρκείς σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα, σε σχέση με την οριστική γνώση του ενάγοντος της μη αναστρέψιμης κατάστασης της υγείας των οφθαλμών του (το έτος 2013), το απρόβλεπτο της επιδείνωσης της κατάστασης αυτής και εντεύθεν την απόρριψη της ένστασης παραγραφής των ενδίκων απαιτήσεών του και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις που ήδη αναφέρθηκαν.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Οι λοιπές μερικότερες αιτιάσεις, που περιέχονται στον άνω λόγο, ως αναφερόμενες σε εκτίμηση αποδείξεων, επί των οποίων, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (αρθ.561 αριθμ.1 ΚΠολΔ) είναι, για το λόγο αυτό, απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Κατά το άρθρο 10 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 17 παρ.2 ν.2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής καθιερώνεται λόγος αναίρεσης, για πράγματα που δέχθηκε ως αληθυινά το δικαστήριο, όταν αυτό δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη η δεν έχει προσκομισθεί καμία απόδειξη (ΑΠ 259/2014).
Εξάλλου ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 11 περ. γ ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι, το Δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή, στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 2/2008) οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο. Καμία ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ' αρκεί η μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, ενώ στο πλαίσιο της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων, κατ' άρθρο 340 ΚΠολΔ, το Δικαστήριο μπορεί να προσδώσει μεγαλύτερη βαρύτητα και αξιοπιστία σε κάποια αποδεικτικά μέσα απ' ότι σε άλλα η δε εκτίμηση αυτή, κατά το άρθρο 561 ΚΠολΔ δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Μόνο από την γενική ή και ρητή ακόμα αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη διατύπωση δεν καθίσταται "αδιστάκτως" βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο λόγος του άρθρου 11γ του παραπάνω άρθρου.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, προβάλλει την από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς, ως αληθινούς, χωρίς απόδειξη και ειδικότερα ότι: "Ο ενάγων υπέστη χειροτέρευση της κατάστασης της υγείας του, όσον αφορά την όρασή του, η οποία συνιστά απρόβλεπτη εξέλιξη των συνεπειών που αναμένονται από τον ένδικο τραυματισμό του.
Ο άνω λόγος πρέπει να απορριφθεί α)ως απαράδεκτος, γιατί αποδίδει στην απόφαση εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα πλήττει την ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και β)σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος, διότι το Δικαστήριο ήχθη στο άνω αποδεικτικό πόρισμά του, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού (ένορκη εξέταση μάρτυρα, την υπ'αριθμ… /…-4-2015 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος με την ίδια απόφαση πραγματογνώμονος Γ.
Σ., χειρούργου Οφθαλμιάτρου καθώς και όλων των εγγράφων που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Περαιτέρω με το δεύτερο σκέλος του ίδιου ως άνω λόγου. Προβάλλεται η αιτίαση από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ επειδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος τα αποδεικτικά μέσα που είχε νομίμως επικαλεσθεί και προσκομίσει η αναιρεσείουσα εταιρεία προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού της, ότι η βλάβη στον οφθαλμό του αναιρεσιβλήτου ήταν ήδη, γνωστή από το έτος 2001 και πάντως δεν προκλήθηκε απρόβλεπτη επιδείνωση της υγείας του, το έτος 2013 και ειδικότερα:
Την ένορκη κατάθεση του πατέρα του αναιρεσιβλήτου, που περιέχεται στα πρακτικά της υπ'αριθμ.3894/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 21-11-2001 εξέταση που έγινε στην Οφθαλμολογική κλινική του νοσοκομείου Α. Κυριακού, την από 21-4-2003 εξέταση στο ίδιο προαναφερόμενο νοσοκομείο (οφθαλμολογική κλινική), τα ευρήματα κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του αναιρεσιβλήτου, από 7-8-2001 έως 28-8-2001 και την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Οφθαλμιάτρου - πραγματογνώμονος ιατρού Σ..
Από τη ρητή όμως αναφορά στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση της βεβαιώσεως, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο της απόφασης δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο πόρισμά του έλαβε υπόψη και τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει η αναιρεσείουσα και επομένως ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Οι προβαλλόμενες από την αναιρεσείουσα αιτιάσεις, ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που κατέληξε η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι απαράδεκτες καθώς με την επίκλησή τους, πλήττεται η ανέλεγκτη κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο. Ενόψει τούτων δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις καθώς και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 14/2004). "Πράγμα" αποτελεί και ο λόγος εφέσεως, με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικό με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με αρνητικό ισχυρισμό της αγωγής ή με επιχειρήματα, ενώ δεν στοιχειοθετείται ο λόγος, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης. Εξάλλου τα αποδεικτικά μέσα πρέπει μεν να αναφέρονται σε απόδειξη ισχυρισμών αλλά δεν αποτελούν ισχυρισμούς, ήτοι κατά την απαιτούμενη κατά την εν λόγω διάταξη έννοια.
Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η, από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 8 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την ένορκη κατάθεση του πατέρα του αναιρεσιβλήτου που περιέχεται στα πρακτικά της υπ'αριθμ.3894/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το ότι αναφέρεται στην αγωγή του ότι παρακολουθείται από οφθαλμίατρο ήδη από 28-1-2002, την από 29-11-2013 ιατρική γνωμάτευση του Ιατρού Α.Ψ. στην οποία αναφέρεται ότι από το έτος 2001 ο αναιρεσίβλητος έχει υποστεί μετατραυματική ατροφία των οπτικών νεύρων και ότι η κατάσταση της υγείας του έκτοτε και μέχρι την άσκηση της αγωγής του παρέμεινε σταθερή καθώς και την 143/2015 πραγματογνωμοσύνη του Γ.Σ.. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν αφορά σε "πράγματα" με την εκτιθέμενη στη νομική σκέψη έννοια αλλά σε αποδεικτικά μέσα τα οποία αναφέρονται σε απόδειξη ισχυρισμών αλλά δεν αποτελούν ισχυρισμούς. Εξάλλου από το όλο περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι η προβληθείσα ένσταση παραγραφής λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 ψήφισμα της Ζ'Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας.
Με τη νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Η αρχή αυτή υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους που επιτελεί κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου αλλά, και πριν από τη ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.
Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος, η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει" και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μία δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Συγκεκριμένα πρέπει τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια, να συνιστούν μέτρο το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμεν να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό, για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται και αναλογικά υπό στενή έννοια δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια, να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.
Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).
Εξάλλου, η αρχή αυτή ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.
Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας, πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη.
Από τα ανωτέρω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο πρέπει να τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια, όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης, σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με τη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μη παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Περαιτέρω, από το άρθρο 932 του ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διατάξεως είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς από το άλλο μέρος να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ψυχική οδύνη που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της εννοίας του "εύλογου", εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι ιδίως οι συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, η ηλικία του θανόντος, ο βαθμός υπαιτιότητας στην πρόκληση του ατυχήματος και τον εξ'αυτού θανάσιμου τραυματισμού, του βαθμού συγγένειας που συνέδεε τον κάθε ενάγοντα με τον θανόντα, της ψυχικής ταλαιπωρίας και θλίψης τους και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών (εκτός της ασφαλιστικής εταιρείας της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική).
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν το δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 του ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις), αλλά κατ'εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης αν έθετε ο ίδιος του κανόνα αποκατάστασης της ψυχικής οδύνης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 του ΑΚ και, μέσω αυτού από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης, λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ'αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζομένου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρ.2 παρ.1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων, για τους λόγους που ήδη αναφέρθηκαν.
Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρ. 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αριθμούς 1, η 19), η αρχή της αναλογικότητας (αρθρ.2 παρ.1 και 25 του Συντάγματος), υπό την προεκτεθείσα έννοια αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 9/2015).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ με την οποία ορίζεται: "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση αποζημιώσεως, αν επιδρά στο μέλλον του", προκύπτει ότι σκοπός αυτής είναι η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός ευλόγου χρηματικού ποσού, ακριβώς λόγω της αναπηρίας και παραμορφώσεως, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν είναι δυνατόν να προσδιορισθεί.
Το ποσό του επιδικαζόμενου ευλόγου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμορφώσεως αφενός και την ηλικία του παθόντος αφετέρου καθώς και με συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση αναπηρίας ή παραμορφώσεώς του. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας πρόσθετης εκ του άρθρου 931 του ΑΚ χρηματικής παροχής, αποφασίζεται (κατ'αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα) με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται, όμως σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζομένου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ.1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Και τούτo διότι, μια απόφαση με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές η υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, ευτελίζει στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον παθόντα) το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Άλλωστε την αρχή αυτή υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο το οποίο αποστερεί ένα άτομο από το θεμελιακό του δικαίωμα όπως από την ιδιοκτησία της (πρβλ. ΟλΑΠ 9/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναφορικώς με τα επιδικασθέντα κεφάλαια της πρόσθετης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης (ΑΚ 932) και της αποζημίωσης κατ'άρθρο 931 ΑΚ, αντίστοιχα, τα οποία (επιδικασθέντα ποσά) θεωρεί υπερβολικά κατά παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας (άρθρ.5 παρ.1 και 25 του Συντάγματος).
Η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε αναφορικά με την από το άρθρο 931 ΑΚ αξίωση του αναιρεσιβλήτου τα ακόλουθα: "...Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων ηλικίας έξι ετών κατά τον χρόνο του ατυχήματος, ήταν σωματικά αρτιμελής έχοντας τις συνήθεις συναναστροφές και δραστηριότητες ενός υγιούς ατόμου....Σήμερα μετά την ενηλικιωσή του και σε ηλικία πλέον 20 ετών, ο δεξιός οφθαλμός του έχει όραση 10/10 με διόρθωση (γυαλί) - 1,50Ρ ενώ βυθοσκοπικό η οπτική θηλύ εμφανίζει ελαφρό αποχρωματισμό ατροφία του οπτικού νεύρου.
Ο αριστερός οφθαλμός του έχει όραση 2-3/10 με διόρθωση (γυαλί) - 2,00 - 0,75 60ο D, ενώ βυθοσκοπικά η οπτική θηλή εμφανίζει μερικό αποχρωματισμό ατροφία του οπτικού νεύρου. Βάσει αυτής της κατάστασης της υγείας του έχει καταστεί ανάπηρος δια βίου με ποσοστό αναπηρίας τουλάχιστον 20%. Η πιο πάνω αναπηρία του θα είναι βλαπτική εφ' όρου ζωής ασκεί δε αρνητική επίδραση στην επαγγελματική οικονομική και κοινωνική του εξέλιξη λαμβανομένου υπόψη ότι τα πιο πάνω προβλήματα έχουν επιδράσει και θα επιδρούν στον ψυχικό του κόσμο, αφού ο ίδιος αισθάνεται μειονεκτικά απέναντι στα υγιή άτομα της ηλικίας του.
Επίσης οι προαναφερθείσες βλάβες στον αριστερό οφθαλμό του, θα επηρεάσουν δυσμενώς την επαγγελματική του δραστηριότητα, την κοινωνική και προσωπική του ζωή, αφού πλέον δεν έχει δυνατότητα να φοιτήσει σε σχολές, ώστε να ασκήσει επαγγέλματα που απαιτούν καλή όραση και από τους δύο οφθαλμούς. Πρέπει κατά συνέπεια εξαιτίας της αναπηρίας του ενάγοντος αλλά και της άμεσης επίδρασης αυτής στο μέλλον να του επιδικαστεί ως εύλογη αποζημίωση, κατ' άρθρο 931 ΑΚ το ποσό των 30.000 ευρώ".
Περαιτέρω το Εφετείο ως προς την πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση του ενάγοντος δέχθηκε τα ακόλουθα: "Επιπλέον σύμφωνα με τις συνθήκες που συνέβη το ένδικο ατύχημα, την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου του είδους και της έκτασης του τραυματισμού του ενάγοντος του χρόνου που αυτός απαιτήθηκε να παραμείνει για νοσηλεία, την ψυχική και σωματική ταλαιπωρία που υπέστη λόγω του τραυματισμού του, της ηλικίας του, του βαθμού της μόνιμης αναπηρίας του, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των εκ των διαδίκων πλευρών φυσικών προσώπων, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να του επιδικασθεί το ποσό των 30.000 ευρώ.
Με τις κρίσεις και παραδοχές του αυτές το Εφετείο που καθόρισε και επεδίκασε στον αναιρεσίβλητο την αποζημίωση κατ' άρθρο 931 ΑΚ καθώς και την πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση, στα άνω ποσά (30.000 και 30.000 € αντίστοιχα, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, ούτε παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας αφού τα επιδικασθέντα στον αναιρεσίβλητο άνω ποσά, κατά την κοινή πείρα, δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση δεν είναι καταφανώς ανώτερα από τα επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις, ώστε η κρίση του Εφετείου για την επιδίκασή τους να παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας ή να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας. Επομένως οι άνω λόγοι αναίρεσης (4ος και 5ος) πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 30-6-2017 και με αριθμό κατάθεσης 489/2017 αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα, για την άσκησή της, στο δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 εδ. ε' ΚΠολΔ και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσια δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις (αρθρ.176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-6-2017 και με ειδ. αριθμ. κατάθεσης 489/2017 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 3115/2016 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα, για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ