Supreme Court allows appeal against insurance liability judgment due to erroneous application of statute of limitations rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court accepted the appellant's appeal against a final insurance liability judgment, ruling that the lower court incorrectly applied the statute of limitations provisions. The appellant argued that the dismissal of a prior claim as premature did not constitute a formal rejection under the relevant civil code article, thereby preventing the statute of limitations from being interrupted. The court agreed, finding the lower court's interpretation of the legal requirements for interrupting the limitation period erroneous and thus allowing the appeal to proceed for a retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 263, 559, 577 of the Code of Civil Procedure; The dismissal of a claim as premature does not constitute a formal rejection under Article 263 of the Civil Code, meaning the statute of limitations is not interrupted by such a decision, and the lower court's erroneous application of this rule warrants an appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 554 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 554/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Ζ. του Χ., κατοίκου …, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Μιχαλίτση.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλειών με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΙΣ - ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΜΙΝΕΤΤΑ", που εδρεύει στη Ν. Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Κανέτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 02.07.2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2672/2014 μη οριστική και 962/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5632/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18.03.2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[1] Η κρινόμενη από 18.03.2019 (αρ. κατ. 2947/244/2019) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 5632/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο καθώς και από την σύμβαση ασφάλισης του έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ’ ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
[2] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998 και ΟλΑΠ 28/1998).
Κατά την διάταξη του άρθρου 929 του ΑΚ «σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του» και κατά την διάταξη του άρθρου 298 του ίδιου Κώδικα «η αποζημίωση περιλαμβάνει την μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) καθώς και το διαφυγόν κέρδος.
Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί». Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται, ότι, σε περίπτωση παράνομης και υπαίτιας βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, η αποζημίωση, εκτός από την θετική ζημία, δηλαδή τη μείωση της περιουσίας, περιλαμβάνει και την αποθετική τοιαύτη (διαφυγόν κέρδος).
Την έννοια του διαφυγόντος κέρδους, η οποία αποτελεί έννοια νομική και όρο εφαρμογής του άρθρου 298 του ΑΚ, παρέχει η διάταξη αυτή κατά την οποία «(ως τοιούτο) λογίζεται το κέρδος εκείνο, που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις, και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί» (ΑΠ 1155/2007).
Προκύπτει, επίσης, ότι το διαφυγόν κέρδος αποτελεί ζημία, η οποία θα επέλθει στο μέλλον και κατ’ ανάγκην συνδέεται με την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων. Δεν εμφανίζει την βεβαιότητα της θετικής ζημίας, όταν αυτή έχει ήδη επέλθει. Για την απόδειξή της, που είναι δύσκολη για τον ζημιωθέντα συγκριτικά με την επελθούσα θετική ζημία, ο νόμος αρκείται σε απλή πιθανολόγηση.
Έτσι, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 298 εδ. β’ του ΑΚ έχει ουσιαστικό μεν χαρακτήρα, εφόσον καθορίζει τα στοιχεία της αξιώσεως αποζημιώσεως, αλλά και δικονομικό χαρακτήρα, εφόσον επιτρέπει στον δικαστή να αρκεσθεί σε απλή πιθανολόγηση (ΑΠ 1306/2003). Εν όψει αυτών, στην περίπτωση που από την εκτίμηση των αποδείξεων προκύψει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι η ζημία του ενάγοντος που εμφανιζόταν κατά την αγωγή ως πιθανή κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, είναι απλώς ενδεχόμενη, η αγωγή απορρίπτεται ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη ως προς το στοιχείο της πιθανότητας του διαφυγόντος κέρδους, με την έννοια που προαναφέρθηκε.
Για να επιδικαστεί αποζημίωση για την μελλοντική ζημία θα πρέπει να είναι δυνατός ο προσδιορισμός αυτής κατά τον χρόνο της αποφάσεως, είτε εφάπαξ, είτε κατά χρονικές περιόδους. Όταν, όμως, αυτή δεν είναι απλώς μέλλουσα, αλλά η πραγμάτωσή της εξαρτάται και από άλλους αστάθμητους παράγοντες, οι οποίοι είναι ενδεχόμενο να επέλθουν στο μέλλον και των οποίων η τυχόν μέλλουσα πραγματοποίηση είναι αδύνατο να προβλεφθεί, κατά τους κανόνες της κοινής πείρας, τότε δεν επιδικάζεται, ως πρόωρη, και επιδικάζεται μόνο όταν γεννηθεί (ΑΠ 325/2016, ΑΠ 1105/2015, ΑΠ 2156/2013, AΠ 869/2013, AΠ 601/2010, ΑΠ 2076/2006, ΑΠ 122/2006).
Δυνατός πρέπει να είναι και ο προσδιορισμός της ζημιάς σε περίπτωση μελλοντικής θετικής ζημίας.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημίωσης για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και όσο η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξίωσης αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υποχρέου προς αποζημίωση (ΑΠ 1907/2007). Γνώση της ζημίας για την έναρξη της παραγραφής νοείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της πράξεως, όχι όμως και της εκτάσεως της ζημίας ή του ποσού της αποζημιώσεως. Έτσι, ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής τρέχει και καταλαμβάνει όλες τις μερικότερες ζημίες του παθόντος, δηλαδή εκείνες, που έχουν επέλθει ή μέλλουν να επέλθουν, εκτός από εκείνες που δεν είναι προβλεπτή η επέλευσή τους κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Συνεπώς, το γεγονός ότι ο παθών δεν μπορεί ακόμη να προσδιορίσει ακριβώς το μέγεθος της ζημίας, δεν εμποδίζει την έναρξη της παραγραφής. Αυτό ισχύει μόνο για εκείνες τις επιζήμιες συνέπειες, που μπορούν κατά την αντίληψη των συναλλαγών να προβλεφθούν το χρόνο που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας γενικά ως δυνατή συνέπεια της άδικης πράξης.
Αν, όμως, μεταγενέστερα γεννήθηκαν ή έγιναν αντιληπτές επιζήμιες συνέπειες, οι οποίες προηγουμένως ήταν απρόβλεπτες και απροσδόκητες, αρχίζει για την αξίωση προς αποκατάσταση αυτών νέα αυτοτελής παραγραφή, αφότου ο παθών έλαβε γνώση αυτών και της αιτιώδους συναφείας τους με την αδικοπραξία (ΑΠ 747/2018 ΑΠ 940/2001).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 261 εδ. α’ του ΑΚ, που ορίζει ότι η παραγραφή διακόπτεται με την έγερση της αγωγής, σε συνδυασμό με το άρθρο 221 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής για μέρος μόνον της αποζημιώσεως, η επίδοσή της διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία (ΟλΑΠ 23/1994), αρχίζει δε και πάλι η παραγραφή από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ’ άλλον τρόπο περάτωση της δίκης, κατά δε την διάταξη του άρθρου 263 του ΑΚ «κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς.
Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή». Κατά την έννοια της τελευταίας ως άνω διατάξεως αυτή εφαρμόζεται όταν η απόρριψη της αγωγής γίνεται για λόγους τυπικούς. Απόρριψη της αγωγής για τυπικούς λόγους υπάρχει σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία η παροχή δικαστικής προστασίας ματαιώνεται για λόγο που δεν ανάγεται στη νομική ή ουσιαστική βασιμότητα της υπό διάγνωση απαιτήσεως.
Τέτοιοι λόγοι μπορεί να είναι η μη συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, η έλλειψη της ικανότητας δικαστικής παραστάσεως, η αοριστία της αγωγής και γενικότερα οι λόγοι εκείνοι, οι οποίοι ερευνώνται πριν από την αξιολόγηση της υπάρξεως και του περιεχομένου της ουσιαστικής αξιώσεως και των οποίων η θετική ή αρνητική συνδρομή παρεμποδίζει τη διάγνωσή της, καθ’ όσον στις περιπτώσεις αυτές είναι πρόδηλο ότι είναι αντικειμενικώς δυνατόν με τη νέα αγωγή να διορθωθεί το τυπικό σφάλμα της απορριφθείσας προηγουμένης αγωγής.
Πρόβλημα ανακύπτει στην περίπτωση, κατά την οποία μία αγωγή απορρίπτεται ως προώρως ασκουμένη, δηλαδή εάν η απόρριψη αυτής θεωρείται, γενομένη για τυπικούς ή ουσιαστικούς λόγους. Συνήθως τέτοια απόρριψη γίνεται όταν νεαρής ηλικίας πρόσωπο τραυματίζεται σοβαρώς από αδικοπραξία τρίτου και αξιώνεται αποζημίωση για διαφυγόντα εισοδήματα για μεγάλο χρονικό διάστημα υπερβαίνον συνήθως τα δέκα έτη αλλά και για μέλλουσα θετική ζημία.
Σε μια τέτοια περίπτωση με την συνδρομή των προϋποθέσεων του νόμου η αγωγή του παθόντος γίνεται δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της για τα πρώτα έτη και για τα υπόλοιπα απορρίπτεται ως προώρως ασκουμένη. Σημειώνεται ότι η τελεσίδικη απόφαση, με την οποία απορρίπτεται η αγωγή ως προώρως ασκηθείσα, δεν παράγει δεδικασμένο, διότι με τέτοια απόφαση δεν τέμνεται η διαφορά (βλ.
ΑΠ 2153/2013, ΑΠ 2076/2006, ΑΠ 122/2006). Εξ άλλου, η απόρριψη της αγωγής ως προώρως ασκουμένης δεν αποτελεί απόρριψη της αγωγής για τυπικούς λόγους. Τούτο δε καθ’ όσον κάτι τέτοιο θα προϋπέθετε ότι είναι αντικειμενικώς δυνατή η εντός εξαμήνου από την προηγουμένη απόρριψη ως πρόωρης έγερση νέας αγωγής, γεγονός, δηλαδή, που δεν είναι δυνατόν στην συγκεκριμένη περίπτωση.
Ως νέα έγερση της αγωγής νοείται η υποβολή νέου αιτήματος παροχής δικαστικής προστασίας από τον ίδιο ενάγοντα ή σε περίπτωση που μεσολαβήσει νόμιμη καθολική ή ειδική διαδοχή από το διάδοχό του κατά του ιδίου εναγομένου ή των διαδόχων εκείνου, που βασίζεται στην ίδια με την προηγούμενη νομική και ιστορική αιτία.
Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στην προηγούμενη δίκη είναι τα ίδια με αυτά που συνθέτουν το πραγματικό της νομικής διατάξεως που πρόκειται να εφαρμοσθεί στη νέα δίκη (ΑΠ 1445/2018, ΑΠ 39/2007).
Τέλος σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 268 εδ. α' ΑΚ, κατά την οποία "κάθε αξίωση, που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή δημόσιο έγγραφο εκτελεστό, παραγράφεται μετά από είκοσι έτη και αν ακόμη η αξίωση καθ’ εαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή, σε περίπτωση βεβαιώσεως με τελεσίδικη απόφαση της υπάρξεως αξιώσεως για θετική ζημία, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, επέρχεται κατ’αρχήν επιμήκυνση της πενταετούς παραγραφής του άρθρου 937 παρ. 1α' ΑΚ σε εικοσαετή, αρχόμενη από την τελεσιδικία και ως προς το μέρος της όλης αξιώσεως αποζημιώσεως, της αναγόμενης σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση.
Και τούτο, γιατί και το μέρος αυτό της αξιώσεως, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί (εμμέσως) στην περίπτωση αυτή με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση -η οποία είναι αναγκαία- για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημιώσεως του παθόντος γενικώς για κάθε ζημία από την αδικοπραξία.
Η επιμήκυνση όμως του χρόνου της παραγραφής, κατά τους όρους του άρθρου 268 ΑΚ, προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη αξιώσεως, που δεν έχει υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα παραγραφή, δεδομένου ότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξιώσεως δεν επιφέρει αναβίωση της αξιώσεως και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεσθεί, λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε, χωρίς διακοπή κατ' άρθρο 261 ΑΚ (ΟλΑΠ 24/2003, ΟλΑΠ 38/1996).
[3] Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ.1 αρθ 559 ΚΠολΔ ισχυριζόμενος ότι με την απόρριψη των ασκούμενων με την κρινόμενη αγωγή ενδίκων αξιώσεων του – που αφορούν αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη και δαπάνες για διενέργεια φυσιοθεραπείας, οι οποίες πηγάζουν από τη στην αγωγή αναφερομένη σε βάρος του αδικοπραξία (τροχαίο ατύχημα), το οποίο έλαβε χώρα την 08.03.2003, κατ’ αποδοχή της προταθείσας από την εναγομένη και απορριφθείσας πρωτοδίκως αλλά επαναφερθείσας με σχετικό λόγο έφεσης ένστασης παραγραφής των αξιώσεων του αυτών για τον λόγο ότι καίτοι ασκήθηκαν με την προηγούμενη από 23.03.2007 αγωγή του, απορρίφθηκαν με την επ’ αυτής εκδοθείσα με αρ. 4553/11 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που δημοσιεύτηκε την 07.09.2011 ως προώρως ασκηθείσες, η δε κρινόμενη αγωγή δεν ασκήθηκε εντός εξαμήνου σύμφωνα με το άρθ. 263 ΑΚ και κατά συνέπεια έχουν υποπέσει σε παραγραφή – παραβίασε τις διατάξεις των αρθ.263, 298 και 929 ΑΚ, αφού η απόρριψη της αγωγής του ως προώρως ασκηθείσας δεν συνιστά τυπικό λόγο απόρριψης, ώστε, προκειμένου να επέλθει διακοπή της παραγραφής, να υποχρεούται στην εντός εξαμήνου άσκηση αυτής.
[4] Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (ΚΠολΔ 561 παρ. 2) προκύπτουν τα ακόλουθα:
Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την από 22.07.2004 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 283/23-7-2004 προγενέστερη (πρώτη) αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, ζήτησε μεταξύ άλλων να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη, αλλά και ο Α. Χ. (πρώτος εναγόμενος - ήδη μη διάδικος) να του καταβάλουν, έκαστος εις ολόκληρον, ως απώλεια εισοδήματος συνεπεία τραυματισμού του σε τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα, που έλαβε χώρα την 08.03.2003), για το χρονικό διάστημα των επομένων 16 μηνών από τον χρόνο του ατυχήματος, δηλαδή μέχρι 31.07.2004 το ποσό των 11.200 ευρώ.
Επί της αγωγής αυτής το Εφετείο Λάρισας με την υπ’ αριθμό 288/2008 τελεσίδικη απόφασή του, που εκδόθηκε στις 16.04.2008 επί των από 03.01.2005 και 16.11.2006 ασκηθεισών κατά της πρωτόδικης απόφασης εφέσεων, αφού δέχτηκε ότι το ένδικο τροχαίο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου οδηγού του ασφαλισμένου για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην δεύτερη εναγόμενη αυτοκινήτου, δέχθηκε στην συνέχεια το ως άνω αγωγικό κονδύλιο, επιδικάζοντας στον ενάγοντα το ποσό των 11.200 ευρώ ως απώλεια εισοδήματος, που αντιστοιχεί στις αποδοχές του παραπάνω χρονικού διαστήματος των 16 επομένων του ατυχήματος μηνών, δηλαδή μέχρι 31.07.2004.
Μετά την έκδοση της προαναφερόμενης αποφάσεως ο ενάγων άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την δεύτερη από 23.03.2007 με αριθμό κατάθεσης 79270/34665/2007 αγωγή του κατά των αυτών παραπάνω εναγομένων η οποία επιδόθηκε στην εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, που ενδιαφέρει εν προκειμένω στις 29.06.2007 σύμφωνα με την υπ’ αρ. .../29-6-2007 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ιωάννη Παπανδρέου στο δε τότε εναγόμενο Α. Χ., που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη στις 07.05.2007 σύμφωνα με την υπ’ αριθ. .../7-5-2009 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Πρωτοδικείου Βόλου Βασιλείου Τσίκου, με την οποία ζήτησε μεταξύ άλλων να υποχρεωθεί η εναγόμενη ήδη αναιρεσίβλητη να του καταβάλει αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη (απώλεια εισοδήματος) τα ποσά που αναφέρονται σε αυτή για το χρονικό διάστημα από 01.08.2004 μέχρι 31.03.2050 και αποζημίωση για δαπάνες διενέργειας φυσιοθεραπειών τα ομοίως στην αγωγή αναφερόμενα ποσά για το χρονικό διάστημα από 23.03.2007 μέχρι την συμπλήρωση του 66ου έτους της ηλικίας του.
Επί της παραπάνω από 23.03.2007 αγωγής που ασκήθηκε εντός πενταετίας από το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα εκδόθηκε η με αρ.1847/2009 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου με την οποία αυτή έγινε μερικά δεκτή και αναγνωρίστηκε ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των 266,60 ευρώ μηνιαία για το χρονικό διάστημα από 02.04.2007 μέχρι 02.04.2012 ως αποζημίωση για δαπάνες φυσιοθεραπείας και το ποσό των 933,33 ευρώ μηνιαία ως απώλεια εισοδήματος για το χρονικό διάστημα από 01.08.2004 μέχρι 31.07.2012, απέρριψε δε κατά τα λοιπά την αγωγή όσον αφορά τα κονδύλια αυτά και για το λοιπό αιτούμενο χρονικό διάστημα ως προώρως ασκηθείσα.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η με αρ. 4553/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που δημοσιεύτηκε την 07.09.2011 και με την οποία απορρίφθηκε η έφεση και επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση.
Με την ένδικη από 02.07.2013 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 96425/3685/2013 τρίτη αγωγή του, ομοίου περιεχομένου με την δεύτερη αγωγή, στηριζόμενη στην αυτή νομική και ιστορική αιτία ο ενάγων ήδη αναιρεσείων ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι (ο μη διάδικος Α. Χ. και η ήδη αναιρεσίβλητη) να του καταβάλουν αποζημίωση για απώλεια εισοδήματος και δαπάνες διενέργειας φυσιοθεραπείας συνεπεία του τραυματισμού του κατά το προαναφερθέν τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα, για το χρονικό διάστημα αντίστοιχα, από 01.08.2012 έως και την 31.03.2050 και από 02.07.2013 μέχρι την συμπλήρωση του 72ου έτους της ζωής του (ως προς τα οποία είχε απορριφθεί η προηγούμενη από 23.03.2007 αγωγή ως προώρως ασκηθείσα και ειδικότερα για τα χρονικά διαστήματα από 01.08.2012 έως 31.03.2050 και από 02.07.2013 μέχρι τη συμπλήρωση του 66ου έτους της ηλικίας της ζωής του, αντίστοιχα), τα αναφερόμενα σ' αυτήν ποσά.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την με αρ. 2672/2014 εν μέρει οριστική απόφαση και την με αρ. 962/2017 οριστική απόφαση του δέχτηκε μερικά ως βάσιμη στην ουσία της την αγωγή.
Κατά των παραπάνω αποφάσεων (οριστικής συνεκκαλουμένης και της μη οριστικής) ασκήθηκε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών από την αναιρεσίβλητη η από 06.07.2017 έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και η οποία κρίνοντας επί της προβληθείσας από την εκκαλούσα αναιρεσίβλητη ένστασης πενταετούς παραγραφής της αξιώσεώς του για την προαναφερθείσα αποζημίωση (δαπάνες φυσιοθεραπείας και διαφυγόντα εισοδήματα), δέχθηκε τα ακόλουθα:
«| Με την υπ’ αριθμόν 203/2005 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, η οποία εκδόθηκε επί της από 22.04.2004 προγενέστερης (πρώτης) αγωγής του ενάγοντος και έχει ήδη καταστεί τελεσίδικη με την υπ’ αριθμόν 288/2008 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, κρίθηκαν ως προς τους διαδίκους με δύναμη δεδικασμένου (άρθρο 321 του ΚΠολΔ) τα ακόλουθα:
(Α) Ότι ο ενάγων τραυματίσθηκε στις 08.03.2003 και περί ώρα 06:05 από αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) του πρώτου εναγομένου Α. Χ.. όπως ειδικότερα η αμέλεια του τελευταίου προσδιορίζεται στην πιο πάνω απόφαση, όταν ο ίδιος ο ενάγων οδηγώντας την υπ’ αριθμόν κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα ιδιοκτησίας του αδελφού του Θ. Ζ.. από τον οποίο είχε προστηθεί στην οδήγηση και κινούμενος επί της Εθνικής οδού Βόλου-Λάρισας με κατεύθυνση προς Βόλο κατέχοντας το άκρο δεξιό τμήμα αυτής με αναμμένα τα φώτα πορείας και φορώντας προστατευτικό κράνος, στο ύψος της χιλιομετρικής θέσης 4+000 της παραπάνω οδού δέχθηκε σφοδρή πρόσκρουση στον οπίσθιο τροχό της μοτοσικλέτας από το εμπρόσθιο δεξιό μέρος του υπ’ αριθμόν κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσεως επιβατικού αυτοκινήτου που κινούνταν επί της ίδιας οδού προς την ίδια με αυτόν κατεύθυνση και όπισθεν της μοτοσυκλέτας. ιδιοκτησίας του προαναφερθέντος Α. Χ.. το οποίο οδηγούσε ο τελευταίος ευρισκόμενος σε κατάσταση μέθης με μεγάλη ταχύτητα, ενώ το οδόστρωμα ήταν ολισθηρό λόγω ψιλής βροχής και φωτισμού νύχτας και ήταν ασφαλισμένο κατά το χρόνο εκείνο ως προς την ευθύνη για τις προκαλούμενες κατά την λειτουργία του υλικές ζημιές και σωματικές βλάβες προς τρίτους στην δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία•
(Β) Ότι εξ αιτίας του τραυματισμού του ο ενάγων, ο οποίος μεταφέρθηκε αμέσως στην χειρουργική κλινική του Αχιλλοπουλείου Νοσοκομείου Βόλου και στη συνέχεια - στις 14.03.2003 - στην ορθοπεδική κλινική του αυτού νοσοκομείου υπέστη, όπως προέκυπτε από τα τότε επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα ιατρικά πιστοποιητικά, κάταγμα βραχιονίου και κνήμης, διαγνώσθηκε αυχεναλγία και έγινε εξωτερική οστεοσύνθεση. ενώ στις 22.04.2003 από την η λεκτροφυσιο λογική εξέταση διαπιστώθηκε πλήρης ενεργός απονεύρωση των μυών του αριστερού άνω άκρου ιδίως του 1ου μεσοστέου και του κερκιδικού καμπτήρος του καρπού ως και σιγή του εύστοιχου κερκιδικού νεύρου μετά χαμηλών δυναμικών του μέσου και ωλένιου και ότι στις 23.04.2003 εισήχθη στην Α' Παθολογική Κλινική του ίδιου νοσοκομείου καθώς υπέστη επιληπτικές κρίσεις μετά από μετατραυματική κάκωση και έλαβε εξιτήριο στις 29.04.2003.
[...]
(Ζ) Ότι στις 18.05.2004 η πρωτοβάθμια υγειονομική Επιτροπή Ν.Α. Μαγνησίας έκρινε τον ενάγοντα ανάπηρο σε ποσοστό 67% λόγω της μετατραυματικής επιληψίας και της πάρεσης του αριστερού βραχιονίου πλέγματος και ότι αυτή η κατάσταση της υγείας του ενάγοντος διαπιστώθηκε και στη συνέχεια από σειρά επισκέψεών του στο νοσοκομείο Λάρισας (01.07.2005), στην Α/βάθμια Υγειονομική Επιτροπή Μαγνησίας (14.09.2005), στο νοσοκομείο «ΚΑΤ» Αττικής (13.11.2006 και 02.10.2007) και κρίθηκε πλέον εφ’ όρου ζωής ανάπηρος και ότι με βάση τα προαναφερθέντα, ενόψει του ότι η κατάσταση της υγείας του προκύπτει από τα προσκομιζόμενα πιστοποιητικά δημόσιων νοσηλευτικών ιδρυμάτων δεν είναι απαραίτητη η διεξαγωγή ιατρικής πραγματογνωμοσύνης.
(Η) Ότι ο ενάγων, ο οποίος πριν από το χρόνο του ατυχήματος εργαζόταν στην εφημερίδα "...", που εδρεύει στην Βιομηχανική Περιοχή Βόλου, καθημερινά από ώρα 05:00 π.μ. μέχρι ώρας 13:00 με καθήκοντα μεταξύ άλλων τη διανομή κατ οίκον και στα κατά τόπους πρακτορεία και περίπτερα της περιοχής του Βόλου, των καθημερινών φύλλων και την επιστροφή τους στις εγκαταστάσεις της εφημερίδας, αμειβόμενος με το ποσό των 700 ευρώ μηνιαίως, εξ αιτίας του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα, κατέστη πλήρως ανίκανος προς εργασία «τουλάχιστον για το επόμενο χρονικό διάστημα των 16 μηνών (ήτοι έως τις 31.07.2004)» κατά το οποίο απώλεσε τα εισοδήματα από την άνω εργασία του συνολικού ποσού 11.200 ευρώ. χωρίς να αναιρείται η μετά πιθανότητας προσδοκία αυτού να εργασθεί κατά το διάστημα αυτό από το γεγονός ότι ο ενάγων είχε πολύ πρόσφατα προσληφθεί, δεν είχε υπογραφεί η ατομική σύμβαση εργασίας και δεν είχε ασφαλισθεί.
(Θ) Ότι ο ενάγων, ο οποίος κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν ηλικίας 19 ετών. Είχε ολοκληρώσει το στάδιο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και είχε αρχίσει την επαγγελματική του δραστηριότητα, έχει καταστεί μονίμως εφ’ όρου ζωής ανάπηρος, εμφανίζει δε μετατραυματική επιληψία και η κατάσταση αυτή επηρεάζει το επαγγελματικό του μέλλον, την κοινωνική και οικονομική του εξέλιξη καθόσον αδυνατεί να εργασθεί, έχει παραμορφωθεί το σώμα του και η γενική του εμφάνιση με άμεση συνέπεια την δυσχέρεια επικοινωνίας και συναναστροφής με άλλους ανθρώπους και την κοινωνική του απομόνωση λόγω του συνεχούς φόβου να υποστεί επεισόδιο μετατραυματικής επιληψίας, και
(Ι) ότι εξαιτίας του ένδικου τραυματισμού του, πέραν της θετικής ζημίας, υπέστη και ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως.
Επιδικάσθηκε δε σε αυτόν τελεσιδίκως, με βάση την προαναφερθείσα (πρώτη) αγωγή του το συνολικό ποσό των 128.641,10, στο οποίο περιλαμβάνεται το ποσό των 60.000 ευρώ που του επιδικάσθηκε ως αποζημίωση κατά το άρθρο 931 του ΑΚ λόγω της μόνιμης και εφ’ όρου ζωής αναπηρίας του και το ποσό των 40.000 ευρώ που του επιδικάσθηκε ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι για την περαιτέρω θετική και αποθετική ζημία του από την αυτή αιτία ο ενάγων – ισχυριζόμενος και πάλι ότι από το πιο πάνω ατύχημα κατέστη ανάπηρος εφ’ όρου ζωής και ότι η αδικοπραξία του πρώτου εναγομένου αναδίδει εξακολουθητικές συνέπειες και μετά την άσκηση της πρώτης αγωγής του καθόσον δεν μπορούσε να προβλεφθεί κατά την άσκηση εκείνης η διαρκώς επιδεινούμενη κατάσταση της υγείας του – άσκησε κατά των εδώ εναγομένων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 23.03.2007 (δεύτερη κατά σειρά) αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 1847/2009 οριστική απόφαση του άνω Δικαστηρίου, η οποία κατέστη τελεσίδικη μετά την απόρριψή της κατ’ αυτή εφέσεως του ενάγοντος με την υπ' αριθμόν 4553/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (Εφετείου Αθηνών) που δημοσιεύτηκε στις 07.09.2011, με την οποία έγινε δεκτό ότι ο ενάγων:
(α) λόγω της προαναφερθείσας μετατραυματικής πάρεσης του αριστερού βραχιονίου πλέγματος, η οποία είναι και μόνιμη, είναι αναγκαίο να υποβληθεί σε 80 φυσικοθεραπείες ετησίως και για μία πενταετία από την άσκηση της πιο πάνω αγωγής, ήτοι κατά το χρονικό διάστημα από τις 02.04.2007 έως τις 02.04.2012 και για τούτο επιδικάσθηκε στη συνέχεια σε αυτόν το ποσό των 3.200 ευρώ ετησίως και μηνιαίως το ποσό των 266.60 ευρώ ως αποζημίωση για δαπάνες φυσικοθεραπειών για το διάστημα αυτό, και
(β) ότι λόγω της μόνιμης αναπηρίας του συνέχισε και θα συνεχίσει να είναι ανίκανος προς παροχή της πιο πάνω εργασίας του και για το επόμενο χρονικό διάστημα των οκτώ (8) ετών, ήτοι από την 01.08.2004 έως τις 31.07.2012, με αποτέλεσμα να απωλέσει τις αποδοχές που θα αποκόμιζε μετά πιθανότητας κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων αν δεν είχε μεσολαβήσει ο τραυματισμός του κατά το ένδικο ατύχημα, το ύψος των οποίων για το διάστημα αυτό κρίθηκε ότι ανερχόταν, όχι στο ποσό των 700 ευρώ όπως είχε κριθεί με την υπ’ αριθμόν 288/2008 απόφαση του Εφετείου Λάρισας για το επίδικο με την πρώτη αγωγή του χρονικό διάστημα των 16 μηνών από τον τραυματισμό του, αλλά στο ποσό των 800 ευρώ μηνιαίως και ετησίως το ποσό των 9.600 ευρώ, το οποίο, αν συνυπολογισθούν τα δώρα Χριστουγέννων (800 ευρώ) και Πάσχα (400 ευρώ) καθώς και το επίδομα αδείας (400 ευρώ), ανέρχεται σε 11.200 ευρώ ετησίως και μηνιαίως σε 933,33 ευρώ.
Του επιδικάσθηκε δε τελεσιδίκως με βάση την προαναφερθείσα δεύτερη αγωγή του – με την οποία αυτός ζητούσε, μεταξύ άλλων, δαπάνες Φυσικοθεραπειών για το χρονικό διάστημα από την άσκηση της αγωγής αυτής έως τις 24.03.2051 και διαφυγόντα εισοδήματα για το χρονικό διάστημα από την 01.08.2004 έως τις 31.03.2050 – αποζημίωση για τις παραπάνω αιτίες:
(α) ποσού 266,60 ευρώ μηνιαίως για φυσικοθεραπείες για, το χρονικό διάστημα από τις 02.04.2007 και για πέντε έτη (ήτοι έως τις 02.04.2012) και
(β) ποσού 933,33 ευρώ μηνιαίως λόγω απώλειας εισοδήματος για το χρονικό διάστημα από την 01.08.2004 έως τις 31.07.2012,
ενώ κρίθηκε ότι η αγωγή του αυτή (δεύτερη) ασκήθηκε πρόωρα για το μετέπειτα χρονικό διάστημα, ήτοι από τις 02.04.2007 και έως την συμπλήρωση του 66ου έτους της ηλικίας του όσον αφορά τις φυσικοθεραπείες και έως την συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του όσον αφορά την απώλεια εισοδήματος, διότι, όπως αναφέρεται στην άνω απόφαση «δεν μπορεί να προσδιορισθεί από τώρα η έκταση της σχετικής ζημίας του ενάγοντος».
Τα όσα κρίθηκαν με τις αποφάσεις αυτές, μεταξύ των οποίων και τα ζητήματα της αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου - οδηγού του αυτοκινήτου στην πρόκληση του ατυχήματος, του χρόνου πρόκλησης του ατυχήματος, του είδους των σωματικών βλαβών τις οποίες υπέστη ο ενάγων, της εξελικτικής πορείας της καταστάσεως της υγείας του, της όλης πορείας της θεραπείας του, της περιέλευσης του ενάγοντος σε κατάσταση μόνιμης αναπηρίας εφ’ όρου ζωής και της εξ αυτής πλήρους ανικανότητάς του προς εργασία, που συνδέεται αιτιωδώς με τον ένδικο τραυματισμό του, καθώς και το δικαίωμα του ενάγοντος να αξιώσει και να λάβει τα επιδικασθέντα με αυτές και προαναφερόμενα χρηματικά ποσά (ΑΠ 1012/2004, ΕλλΔνη 2007.186) έχουν περιβληθεί την ισχύ δεδικασμένου, το οποίο ισχύει μεταξύ των διαδίκων και για την προκειμένη δίκη και δεσμεύει το Δικαστήριο τούτο για τα προαναφερθέντα ζητήματα.
Ο ενάγων με την υπό κρίση (τρίτη) αγωγή του ζητεί να του επιδικασθεί ως αποζημίωση για την ίδια αιτία (δηλαδή για δαπάνες φυσικοθεραπείας και απώλεια εισοδήματος), για το παραπάνω μετέπειτα χρονικό διάστημα. Η ένδικη αξίωση του ενάγοντος, η ασκούμενη δηλαδή με την υπό κρίσιν αγωγή, γεννήθηκε στις 08.03.2003, οπότε τελέσθηκε η αδικοπραξία εξαιτίας της οποίας επήλθε ο κατά τα άνω σοβαρός τραυματισμός του και η υπό κρίσιν αγωγή, η οποία στηρίζεται εκτός από τις διατάξεις του ν.489/1976 και στις διατάξεις περί σωρευτικής αναδοχής χρέους (άρθρα 477 και 937 του ΑΚ, 43 παρ. 6 του ΚΟΚ), επιδόθηκε στην δεύτερη εναγομένη στις 31.07.2013 (βλ.
την ομόχρονη επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Ιωάννη Παπανδρέου επί του κοινοποιηθέντος αντιγράφου της). Ήδη όμως, από τον χρόνο του ατυχήματος, συνεπεία του οποίου ο ενάγων υπέστη βαρύτατο τραυματισμό και κατέστη μονίμως ανάπηρος εφ’ όρου ζωής και λόγω της αναπηρίας του παντελώς ανίκανος προς εργασία, μέχρι την βεβαίωση της υπάρξεως των ένδικων αξιώσεων, η οποία (βεβαίωση) έγινε με την προαναφερθείσα 288/2008 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, η οποία έκρινε τελεσιδίκως επί της προγενέστερης - από 22.07.2004 - αγωγής του ενάγοντος και δημοσιεύθηκε στις 16.04.2008 παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας με αποτέλεσμα να έχουν υποκύψει οι αξιώσεις αυτές, κατά το μέρος τους που δεν είχαν προηγουμένως ασκηθεί, στην βραχυχρόνια πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 του ΑΚ που απορρέει από τη σχέση της σωρευτικής αναδοχής χρέους και μπορεί πλέον να προτείνει η δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία (ΟλΑΠ 715/1978 ΝοΒ 27.538, ΑΠ 2156/2013, ΑΠ 317/2013, ΑΠ 1612/2007 ΤΝΠ του ΔΣΑ, ΑΠ 516/2005 Επι.Δικ.Ι.Α. 2006.228), αφού ο χρόνος παραγραφής για το σύνολο της ζημίας άρχισε να τρέχει ενιαίως από το χρόνο που συνέβη το ατύχημα, κατά το οποίο ο ενάγων έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και των υπόχρεων προς αποζημίωση, οι δε συνέπειες της αδικοπραξίας και η μόνιμη αναπηρία του εφ’ όρου ζωής και ακολούθως η έκταση της ζημίας ήταν προβλεπτή και προβλέφθηκε, αλλά και υπολογίσθηκε στο σύνολο της, τόσο από τον ίδιο κατά το χρόνο ασκήσεως της πιο πάνω αγωγής του όσο και από το Εφετείο Λάρισας κατά το χρόνο εκδόσεως της άνω αποφάσεώς του.
Μάλιστα, στην ίδια μόνιμη και εφ’ όρου ζωής αναπηρία του στήριζε ο ενάγων και το αίτημά του για καταψήφιση της υποχρεώσεως των εναγομένων να του καταβάλουν αποζημίωση κατά το άρθρο 931 του ΑΚ. Η επίδοση των προγενέστερων αγωγών του ενάγοντος, παρά όσα για το αντίθετο ισχυρίζεται ο τελευταίος με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προς αντίκρουση της εφέσεως της δεύτερης εναγομένης, διέκοψε την παραγραφή για το μέρος μόνον της όλης αξιώσεως προς αποζημίωση που ασκήθηκε με τις αγωγές εκείνες, ως προς το οποίο και δημιούργησε εκκρεμοδικία (ΟλΑΠ 44/1996), όχι όμως και για το μέρος της αξιώσεως για περαιτέρω χρόνο που ήταν προβλεπτή.
Η δε δημοσίευση της υπ’ αριθμόν 288/2008 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας, με την οποία και επιδικάσθηκε μέρος της όλης αξιώσεως αποζημιώσεως για δαπάνες και απώλεια εισοδημάτων, δεν επέφερε, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στις προηγούμενες νομικές σκέψεις, επιμήκυνση του χρόνου παραγραφής σε εικοσαετή, κατά το άρθρο 268 του ΑΚ ως προς το μέρος της αξιώσεως για ζημία που αφορούσε περαιτέρω χρονικό διάστημα και ήταν προβλεπτή, αφού η τελεσιδικία της αποφάσεως αυτής στις 16.04.2008.
που είναι η πρώτη κατά σειρά, επήλθε μετά την πάροδο πέντε ετών από το χρόνο του ατυχήματος, δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή η εικοσαετής παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως, κατά την έννοια του άρθρου 268 του ΑΚ, την ύπαρξη αξιώσεως που δεν έχει υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια (πενταετή) παραγραφή.
Ούτε με την υπ’ αριθμόν 4553/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών επιμηκύνθηκε ο χρόνος παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων σε εικοσαετή αφού με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι ο ενάγων δικαιούται και του επιδικάσθηκε αποζημίωση: (α) για δαπάνες φυσικοθεραπειών για το (ορισμένο) χρονικό διάστημα από τις 02.04.2007 έως τις 02.04.2012 και (β) για απώλεια εισοδήματος για το (ορισμένο) χρονικό διάστημα από την 01.08.2004 έως τις 31.07.2012, ενώ με την ίδια απόφαση απορρίφθηκε ως προώρως ασκηθείσα η αξιούμενη από αυτόν αποζημίωση για το μετά τις 02.04.2012 χρονικό διάστημα όσον αφορά την ανάγκη διενέργειας φυσικοθεραπειών και για το μετά τις 31.07.2012 χρονικό διάστημα όσον αφορά την ανικανότητα προς εργασία, χωρίς να βεβαιώνεται η παραπάνω αξίωσή του προς αποζημίωση για τα περαιτέρω χρονικά διαστήματα.
Έτσι, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στις ίδιες πιο πάνω νομικές σκέψεις, η έκδοση της υπ’ αριθμόν 4553/2011 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου δεν επέφερε και αυτή επιμήκυνση του χρόνου της πενταετούς παραγραφής σε εικοσαετή για το μέρος αυτό των αξιώσεων, οι οποίες μπορούσαν να προβλεφθούν και προβλέφθηκαν κατά τα προαναφερθέντα ενόψει της επικαλούμενης μόνιμης και εφ' όρου ζωής αναπηρίας του ενάγοντος και οι οποίες αποτελούν αντικείμενο της υπό κρίσιν αγωγής του. Εξάλλου, η τελεσίδικη απόρριψη της αγωγής για το λόγο ότι αυτή ασκήθηκε πρόωρα αποτελεί λόγο μη ουσιαστικό με την έννοια της διατάξεως του άρθρου 263 του ΑΚ (ΑΠ 234/2015 ΤΝΠ-ΔΣΑ, ΑΠ 377/2009 ΤΝΠ-ΔΣΑ, ΑΠ 2076/2006 ΤΝΠ-ΔΣΑ). Κατά συνέπεια, η παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση τέτοιας αγωγής θεωρείται κατά το πιο πάνω άρθρο 263 του ΑΚ σαν να μη διακόπηκε, εκτός αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, οπότε η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή.
Στην προκειμένη περίπτωση η βεβαίωση της καθόλου αξιώσεως της ενάγοντος με την υπ’ αριθμόν 4553/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έλαβε χώρα κατά τη δημοσίευση της στις 07.09.2011, το αίτημα της δεύτερης - από 23.03.2007 - αγωγής για δαπάνες φυσικοθεραπείας για το μετά τις 31.07.2012 χρονικό διάστημα και για απώλεια εισοδημάτων για το μετά τις 31.07.2012 χρονικό διάστημα απορρίφθηκε με την απόφαση αυτή για τυπικούς λόγους (ως πρόωρο) και η υπό κρίσιν αγωγή, πανομοιότυπη με τη δεύτερη, ασκήθηκε με την επίδοσή της στη δεύτερη εναγομένη στις 31.07.2013, δηλαδή μετά την παρέλευση της εκ του άρθρου 263 εδ. β' του ΑΚ εξάμηνης προθεσμίας από τη δημοσίευση στις 07.09.2011 της υπ’ αριθμόν 4553/2011 τελεσίδικης αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Άρα, δεν ήταν εφικτή η λειτουργία του άρθρου 268 εδ. α’ του ΑΚ προκειμένου να αρχίσει νέα παραγραφή του παραπάνω μέρους των ένδικων αξιώσεων του ενάγοντος ως εικοσαετής, διότι η παραπάνω τελεσιδικία δεν επιφέρει αναβίωση των αποσβεσθεισών λόγω παραγραφής μεταγενέστερων αξιώσεών του (βλ. για την άσκηση της νέας αγωγής και τον υπολογισμό της 6μηνης προθεσμίας από την τελεσιδικία ΑΠ 1258/2009 ΝοΒ 2002.1275, ΑΠ 1258/2000 ΤΝΠ - ΝΟΜΟΣ).
Συνεπώς, εφόσον η υπό κρίσιν αγωγή ασκήθηκε στις 31.07.2013, ήτοι μετά την πάροδο πενταετίας από το ατύχημα, σε κάθε πάντως περίπτωση μετά την παρέλευση της εκ του άρθρου 263 εδ. β’ του ΑΚ εξάμηνης προθεσμίας από τη δημοσίευση στις 07.09.2011 της υπ’ αριθμόν 4553/2011 τελεσίδικης αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου (Εφετείου Αθηνών), πρέπει, αφού απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η αντένσταση, όπως εκτιμάται, του ενάγοντος περί διακοπής της παραγραφής με την άσκηση της δεύτερης πιο πάνω αγωγής του, με τις επιχειρηθείσες στο πλαίσιο της δίκης εκείνης διαδικαστικές πράξεις, άλλως επιμήκυνσης της παραγραφής σε εικοσαετή το έτος 2011 κατά το άρθρο 268 του ΑΚ με την υπ’ αριθμόν 4553/07.09.2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και με τις επικαλούμενες στις προτάσεις του εκθέσεις επιδόσεως, να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν η προβληθείσα από τη δεύτερη εναγομένη νόμιμη ένσταση περί παραγραφής των ένδικων αξιώσεων του ενάγοντος και κατόπιν τούτου, να απορριφθεί η αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με τις εκκαλούμενες αποφάσεις του απέρριψε την ένσταση περί παραγραφής, την οποία παραδεκτώς και ορισμένως πρότεινε η δεύτερη εναγομένη με προφορική δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και καταχώρησή της στα πρακτικά του Δικαστηρίου εκείνου και επαναφέρει νόμιμα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με την έφεσή της, κάνοντας δεκτό: α) ότι με την υπ’ αριθμόν 5443 2011 τελεσίδικη απόφαση «κρίθηκε ουσιαστικά ότι η αξίωση του ενάγοντος για μελλοντικές φυσικοθεραπείες για το από τις 02.04.2012 έως τις 31.03.2051 χρονικό διάστημα δεν έχει ακόμη γεννηθεί», β) ότι ως προς την αξίωση απώλειας εισοδημάτων για το χρονικό διάστημα από την 01.08.2012 έως τις 31.03.2050 επήλθε επιμήκυνση της πενταετούς παραγραφής σε εικοσαετή κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 268 του ΑΚ και γ) ότι δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 263 του ΑΚ για την άσκηση της υπό κρίσιν αγωγής εντός εξαμήνου από τη δημοσίευση της υπ’ αριθμόν 4553/2011 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, έσφαλε κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου και κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις και. επομένως, οι σχετικοί λόγοι της εφέσεως όπως αναλύονται στο δικόγραφο της. με τους οποίους αποδίδεται στις εκκαλούμενες η πλημμέλεια αυτή, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί |».
Όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, κατά παραδοχή της προβληθείσας από την πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ένστασης παραγραφής και μετά από απόρριψη της προβληθείσας από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα αντένστασης διακοπής της παραγραφής, έκρινε ότι οι ένδικες αξιώσεις αποζημιώσεως του ενάγοντος (1) για δαπάνες φυσικοθεραπειών για το μετά τις 02.04.2012 χρονικό διάστημα και (2) για απώλεια εισοδήματος, λόγω της ανικανότητάς του για εργασία για το μετά τις 31.07.2012 χρονικό διάστημα που ασκήθηκαν με την επιδοθείσα στη δεύτερη εναγόμενη στις 31.07.2013, τρίτη κατά σειρά , αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είχαν υποπέσει στην προβλεπόμενη από το άρθρο 937 ΑΚ πενταετή παραγραφή, δεδομένου ότι η αγωγή αυτή , ασκήθηκε μετά την πάροδο πενταετίας από το ατύχημα, και επί πλέον ο ενάγων δεν επανήγειρε αυτήν εντός έξι μηνών από τη δημοσίευση της υπ’ αριθμ. 4553/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατ' έφεση, επί της προγενέστερης, δεύτερης κατά σειρά από 23.03.2007 αγωγής, και με την οποία είχαν απορριφθεί για τυπικό λόγο, όπως έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση, και δη ως προώρως ασκηθείσες οι ίδιες ως άνω αξιώσεις αποζημιώσεως του ενάγοντος (1) για δαπάνες φυσικοθεραπειών, για το μετά τις 02.04.2012 και μέχρι την 31.03.2051 χρονικό διάστημα και (2) για απώλεια εισοδήματος, λόγω της ανικανότητάς του για εργασία για το μετά τις 31.07.2012 και μέχρι 31.03.2050 χρονικό διάστημα, αν και: (α) η παραγραφή των αξιώσεων αυτών είχε διακοπεί, όπως ισχυρίστηκε παραδεκτώς, κατ’ αντένσταση, ο αναιρεσείων , με την ασκηθείσα, πριν από την πάροδο πενταετίας από το ατύχημα προγενέστερη, δεύτερη κατά σειρά από 23.03.2007 αγωγή, που όπως προαναφέρθηκε επιδόθηκε στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία και ήδη αναιρεσίβλητη στις 29.06.2007, εντός πενταετίας από το ένδικο ατύχημα (08.03.2003), επανάσκηση της οποίας, καθόσον αφορά στις προαναφερόμενες αξιώσεις του ενάγοντος, που είχαν ασκηθεί το πρώτον με την αγωγή αυτή (από 23.03.2007) συνιστά η ένδικη αγωγή, άρχισε δε πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επ' αυτής, και συγκεκριμένα από τη δημοσίευση της εκδοθείσας κατ' έφεση επί της αγωγής αυτής στις 07.09.2011 υπ’ αριθμ. 4553/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών νέα πενταετής παραγραφή, η οποία δεν είχε συμπληρωθεί κατά την άσκηση στις 31.07.2013 της ένδικης τρίτης κατά σειρά αγωγής, και (β) οι ασκηθείσες με τη δεύτερη αγωγή προαναφερόμενες αξιώσεις του ενάγοντος, που επανασκήθηκαν με την ένδικη τρίτη κατά σειρά αγωγή , είχαν απορριφθεί ως προώρως ασκηθείσες και όχι για τυπικό λόγο κατά την έννοια του άρθρου 263 ΑΚ , όπως έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση και συνεπώς ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν δεν είχε υποχρέωση να επανεγείρει την ένδικη αγωγή του για τις αξιώσεις αυτές εντός του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ εξαμήνου από την προηγούμενη τελεσίδικη απόρριψη της από 23.03.2007 αγωγής του με την υπ’ αριθμ. 4553/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, των ως άνω αξιώσεων ως πρόωρων, προκειμένου να θεωρηθεί διακοπείσα η παραγραφή με την άσκηση της δεύτερης αγωγής.
Κρίνοντας, επομένως, το Εφετείο ότι η απόρριψη της αγωγής, ως προώρως ασκηθείσας, συνιστά απόρριψη αυτής για τυπικούς λόγους και ότι, συνακολούθως, ο ενάγων έπρεπε να επανεγείρει την αγωγή του εντός έξι (6) μηνών από την τελεσιδικία της απορριπτικής αποφάσεως, εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, εφόσον κατά τα προεκτεθέντα, η απόρριψη της αγωγής ως προώρως ασκηθείσας, δεν αποτελεί τυπικό λόγο απορρίψεως αυτής κατά την έννοια του άρθρου 263 ΑΚ. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια αυτή, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει πλέον η έρευνα το πρώτου λόγου αναίρεσης από τον αρ. 1 αρθ 559 ΚΠολΔ σύμφωνα με τον οποίο το δικαστήριο κατά παράβαση των διατάξεων που εφαρμόστηκαν δέχτηκε, ότι δεν επήλθε επιμήκυνση της παραγραφής με την έκδοση της με αρ. 288/2008 απόφασης του Εφετείου Λάρισας, αφού ανεξαρτήτως της βασιμότητας του ή μη, καθίσταται αλυσιτελής η εξέτασή του, εξαιτίας της αναιρετικής εμβέλειας του πιο πάνω λόγου της αναίρεσης (που έγινε δεκτός) στο σύνολο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον Δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του καταβληθέντος εκ μέρους του παράβολου, εν όψει της νίκης του (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 01.01.2016).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5632/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ