Legislator Case Law & Legislation
1297/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal claiming violation of common sense regarding property division and access.

Case Number 1297/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the first-instance court's decision on property ownership. The appellant argued the lower court erred by failing to apply common sense when ruling that the appellant lacked immediate access to his land despite building a fence in 1969. The court rejected this claim because the alleged error concerned the evaluation of evidence rather than the interpretation of legal rules or their application to facts.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on a violation of common sense is inadmissible if it pertains to the evaluation of evidence rather than the interpretation or application of substantive law.

Keywords

AI generated
appeal admissibility common sense doctrine evaluation of evidence property access substantive law violation

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1297 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1297/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παρασκευή Καλαϊτζή, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Μουλιανιτάκη, Σοφία Πολύζου-Θεοχαρίδη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., κατοίκου ..., προσωρινά διαμένοντος στο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Διαμάντω Κωνσταντινούδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ά. χήρας Δ. Κ. Κ., το γένος Φ. Κ., κατοίκου ..., 2) Μ. Κ. Κ., του Δ. και Ά., κατοίκου ..., 3) Π. Κ. Κ., κατοίκου ... οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Ζαχαριάδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-7-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σκύδρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 211/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 269/2014 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-12-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Σοφία Πολύζου-Θεοχαρίδη, ανέγνωσε την από 27-1-2020 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Ζαμπέτας Στράτα, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 19-12-2014 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 269/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, που δέχθηκε την έφεση των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων και εξαφάνισε την 211/2012 απόφαση του Ειρηνοδικείου Σκύδρας και στη συνέχεια δέχθηκε την αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και, συνεπώς, είναι παραδεκτή [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔικ], πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔικ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν το δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει ένα ουσιαστικό κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν τον εφάρμοσε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 36/1988). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 99/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων σ' αυτό, από τους διαδίκους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση ως προς την ουσία της υπόθεσης, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Κατά την οριστική διανομή του συνοικισμού ...

του έτους 1952, που κυρώθηκε με το ν.δ 2535/1953 και δημοσιεύθηκε στο με αριθμό 225 (τεύχος Α' ) της 27-07-1953 φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, παραχωρήθηκε μεταξύ άλλων στον αποβιώσαντα, κατά το έτος 1945 Δ. Π. Κ. Κ. ως οικοπεδικός κλήρος το με αριθμό … οικόπεδο, το οποίο βρίσκεται στο … ΟΤ του δημοτικού διαμερίσματος ..., έχει εμβαδό 1.994 τμ και συνορεύει προς Βορά με το με αριθμό ...

οικόπεδο, προς Νότο με δημοτική οδό, προς Ανατολάς με το με αριθμό … οικόπεδο και προς Δυσμάς με δημοτική οδό, εκδοθέντος προς τούτο του με αριθμό …/…-08-1975 τίτλου κυριότητας της Διεύθυνσης γεωργίας Ν. Πέλλας, που μεταγράφηκε νόμιμα την 24-11-1979. Μετά τον επισυμβάντα, κατά το έτος 1945, θάνατο του ως άνω αρχικού κληρούχου, τα τέκνα του Π.

και Β. Κ. Κ. διένειμαν άτυπα το εν λόγω οικόπεδο και έλαβαν ο μεν πρώτος ένα διαιρετό τμήμα αυτού, εμβαδού 997 τμ, το οποίο εμφαίνεται υπό τα στοιχεία Α-Β-Ι-Κ-Α στο από 26-11-2012 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ι. Κ. και συνορεύει προς Βορά επί πλευράς 24,50 γρ.μ. με το με αριθμό … οικόπεδο, προς Νότο επί πλευράς 29,04 γρ.μ.

με το υπόλοιπο τμήμα του μείζονος οικοπέδου, προς Ανατολάς επί πλευράς 43,86 γρ.μ. με το με αριθμό … οικόπεδο και προς Δυσμάς επί πλευράς 36,60 γρ.μ. με δημοτική οδό, ο δε δεύτερος το έτερο διαιρετό τμήμα, εμβαδού 997 τμ, που βρίσκεται στη νότια πλευρά του μείζονος οικοπέδου και εμφαίνεται υπό τα στοιχεία Κ-Ι-Γ-Δ-Κ στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα.

Ο πρώτος εξ αυτών, πατέρας του δικαιοπαρόχου των εκκαλουσών και του εφεσιβλήτου, κατά το έτος 1968, ανήγειρε στη βόρεια πλευρά του ως άνω διαιρετού τμήματος της ιδιοκτησίας του ισόγεια οικία, εμβαδού 90 τμ., στην οποία διέμενε με τη σύζυγό του μέχρι το έτος 1981 και κατά το έτος 1975 ανήγειρε μια αποθήκη εμβαδού 50 τμ., την οποία χρησιμοποίησε ως κατοικία από το έτος 1981, μέχρι τον κατά τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2005, επισυμβάντα θάνατό του, ενώ έκτοτε εξακολουθούσε να χρησιμοποιεί αυτή ως κατοικία η σύζυγός του Μ.

χήρα Π. Κ. Κ. (βλ. ιδίως τις με αριθμούς …/…-01-1975 και …/…-03-1975 άδειες οικοδομήσεως της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών Ν. Πέλλας, όπου εμφαίνεται το εμβαδό της οικίας και της αποθήκης). Ο ίδιος κατά το έτος 1969, κατασκεύασε περίφραξη από σιδηροπασσάλους και συρματόπλεγμα, κατά μήκος της νότιας πλευράς της ως άνω οικίας, που διαχώριζε αυτή με το υπόλοιπο τμήμα της ιδιοκτησίας του, προς το σκοπό της διατήρησης της καθαριότητας του περιβάλλοντος χώρου της οικίας του με την αποτροπή της εισόδου εντός αυτού των οικόσιτων ζώων, ενώ κατά το έτος 1975, κατασκεύασε στο νότιο τμήμα της ιδιοκτησίας του σταύλο εμβαδού 80 τμ, όπου εξέτρεφε αγελάδες και κεραμοσκεπή αποθήκη, εμβαδού 70 τμ.

Επίσης ο ανωτέρω, κατά το έτος 1975, κατασκεύασε περίφραξη από σίδηρο και συρματόπλεγμα κατά μήκος της δυτικής πλευράς του εν λόγω τμήματος του οικοπέδου του, αρχόμενη από την βόρεια πλευρά αυτού, ενώ στο υπόλοιπο τμήμα της ιδιοκτησίας του, το οποίο διαχωριζόταν από την προαναφερόμενη περίφραξη της νότιας πλευράς της οικίας του, εισερχόταν δια περιφράξεως, που συνορεύει με την δημοτική οδό, χωρίς να έχει απευθείας επικοινωνία με αυτό από την οικία του και τον περιβάλλοντα χώρο της, αλλά αντίθετα για να επικοινωνήσει με το εν λόγω τμήμα έπρεπε να εξέλθει στη δημοτική οδό και από εκεί δια μέσου των δύο ως άνω θυρών να εισέλθει σ' αυτό.

Ο ανωτέρω, μετά τη σύναψη την 15-09-1977 του γάμου του υιού του Δ. Κ. Κ. με την πρώτη εκκαλούσα Ά., το γένος Φ. Κ. και την ανακύψασα εξ αυτού ανάγκη για την εγκατάσταση της οικογενείας του, υπέβαλε αρμοδίως την από 19-01-1979 αίτησή του και εκδόθηκε στο όνομά του η με αριθμό …/…-05-1979 άδεια οικοδομήσεως της Νομαρχίας Πέλλας, για την ανέγερση διώροφης οικοδομής, εμβαδού 125,40 τμ εκάστου ορόφου, επί τμήματος του οικοπέδου του εμβαδού 400 τμ, που βρίσκεται στη νότια πλευρά της όλης διαιρετής έκτασης των 997 τμ και συνορεύει προς Βορά επί πλευράς α-β 27,46 γρ.μ.

με την υπόλοιπη ιδιοκτησία του Π. Κ. Κ., προς Νότο επί πλευράς ι-κ 29,04 γρ.μ. με την ιδιοκτησία Β. Κ., προς Ανατολάς επί πλευράς β-ι 13,10 γρ.μ. με την ιδιοκτησία Γ. Ι. και προς Δυσμάς επί πλευράς κ-α 12,80 γρ.μ. με δημοτική οδό, όπως τούτο εμφαίνεται υπό τα στοιχεία α-β-ι-κ-α στο άνω τοπογραφικό διάγραμμα. Όμως στην ανωτέρω άδεια οικοδομήσεως εμφανίζεται η εν λόγω οικοδομή ως ανεγειρόμενη στο μείζον αρχικό οικόπεδο και όχι μόνο στο τμήμα αυτού, εμβαδού 400 τμ.

Ο ανωτέρω αρχικός κληρούχος παρέδωσε τη νομή του εν λόγω οικοπεδικού τμήματος των 400 τμ με την υφισταμένη επ' αυτού οικία, τον σταύλο και την αποθήκη στον προαναφερόμενο υιό του Δ. Κ. Κ., ο οποίος μετά την αποπεράτωση, κατά το έτος 1981, της οικίας με δαπάνες του, εγκαταστάθηκε σ' αυτή προς οίκηση μαζί με την πρώτη εκκαλούσα σύζυγό του και τις λοιπές εκκαλούσες θυγατέρες του, οι οποίες είχαν ήδη γεννηθεί την 02-08-1978 και τη 14-05-1980 αντίστοιχα.

Ο εν λόγω δικαιοπάροχος των εκκαλουσών, προκειμένου ν' αποκτήσει τίτλο κυριότητας, άσκησε κατά των α. Π. Κ., β. Β. Κ., γ. Ε. συζ. Δ. Μ. και δ. Π. Κ., τέκνων και εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος το έτος 1945, ως άνω αρχικού κληρούχου, την από 17-12-1984 με αριθμό κατάθεσης 13/1985 αγωγή του, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί κύριος του ως άνω οικοπεδικού τμήματος των 400 τμ, του οποίου την κυριότητα απέκτησε με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ως νεμόμενος αυτό με διάνοια κυρίου επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, από το έτος 1969 μέχρι το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, προσμετρώντας στον ίδιο χρόνο της χρησικτησίας και εκείνο του δικαιοπαρόχου πατέρα του, από το έτος 1953 μέχρι το έτος 1969.

Επ' αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 62/1985 απόφαση του Ειρηνοδικείου Σκύδρας, σύμφωνα με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνωρίσθηκε ο ανωτέρω δικαιοπάροχος των εκκαλουσών Δ. Κ. Κ. κύριος του ως άνω διαιρετού τμήματος του με αριθμό … οικοπέδου, εμβαδού 400 τμ, η δε απόφαση αυτή μεταγράφηκε νόμιμα την 24-11-1989 στο οικείο βιβλίο μεταγραφών.

Οι εκκαλούσες μετά τον επισυμβάντα στις 03-12-2009 θάνατο του ως άνω συζύγου και πατέρα τους, κληρονόμησαν απ' αυτόν εξ αδιαθέτου, κατά ποσοστό 25% αδιαιρέτως η πρώτη και 37,50% αδιαιρέτως έκαστη των λοιπών, την δε κληρονομία αυτού αποδέχθηκαν ρητώς, κατόπιν της με αριθμό …/…-07-2011 πράξεως της συμβολαιογράφου Γιαννιτσών Λεμονιάς Βουζιάνα, που μεταγράφηκε νόμιμα την 25-11-2011, καταστάσες πλέον συγκυρίες αυτού, κατά το εν λόγω ιδανικό μερίδιο έκαστη.

Περαιτέρω, ο αρχικός κληρούχος την 02-01-1982, παραχώρησε συνεπεία άτυπης δωρεάς, στον εφεσίβλητο υιό του το βόρειο τμήμα του ως άνω οικοπέδου του μέχρι την υπάρχουσα από το έτος 1969 ως άνω περίφραξη με την υφισταμένη επ' αυτού οικία, εμβαδού 90 τμ και την αποθήκη εμβαδού 50 τμ, το οποίο μέχρι τότε χρησιμοποιούσε ο ίδιος και συγχρόνως του παρέδωσε τη νομή επ' αυτού, το δε τμήμα αυτό του οικοπέδου έχει εμβαδό 394,24 τμ.

εμφαίνεται υπό τα στοιχεία Α-Β-Θ-Η-Ζ-Ε-Α στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα και συνορεύει προς Βορά επί πλευράς A-B 24,50 γρ.μ. με το με αριθμό … οικόπεδο, προς Νότο επί πλευρών Θ-Η, Η-Ζ και Ζ-Ε μήκους 5,05, 1,71 και 21,23 γρ.μ. αντίστοιχα, με την επίδικη έκταση, προς Ανατολάς επί πλευράς Β-Θ 22,89 γρ.μ. με το με αριθμό … οικόπεδο και προς Δυσμάς επί πλευράς Ε-Α 14,95 γρ.μ.

με τη δημοτική οδό. Έκτοτε ο εφεσίβλητος ασκούσε τη νομή επί του εν λόγω οικοπεδικού τμήματος είτε αυτοπροσώπως, είτε δια των γονέων του, ως αντιπροσώπων του στη νομή, που χρησιμοποιούσαν πλέον την αποθήκη ως κατοικία, αφού ο ίδιος, κατά το έτος 1995, μετανάστευσε στην …, όπου διαμένει μόνιμα, επισκεπτόμενος ωστόσο την εν λόγω οικία του σε τακτά χρονικά διαστήματα.

Εξάλλου, μεταξύ των ως άνω ιδιοκτησιών των διαδίκων παρεμβάλλεται η επίδικη έκταση, εμβαδού 238,46 τμ., η οποία εμφαίνεται υπό τα στοιχεία Ε-Ζ-Η-Θ-β-α-Ε στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα και συνορεύει προς Βορά επί πλευρών Ε-Ζ, Ζ-Η και Η-Θ μήκους 21,23, 1,71 και 5,045 γρ.μ. αντίστοιχα με την ως άνω ιδιοκτησία του εφεσιβλήτου, προς Νότο επί πλευράς β-α 27,46 γρ.μ.

με την εν λόγω ιδιοκτησία των εκκαλουσών, προς Ανατολάς επί πλευράς Θ-β 7,87 γρ.μ. με το με αριθμό … οικόπεδο και προς Δυσμάς επί πλευράς α-Ε 8,85 γρ.μ. με δημοτική οδό. Την επίδικη αυτή έκταση ο δικαιοπάροχος των εκκαλουσών Δ. Κ. Κ. νεμόταν συνεχώς με διανοία κυρίου από την εγκατάστασή του, κατά το έτος 1981 στην οικοπεδική έκταση των 400 τμ και στην υφιστάμενη επ' αυτής οικία, στον σταύλο και στην αποθήκη και μέχρι το χρόνο του θανάτου του (03-12-2009), ασκώντας επ' αυτής όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής.

Συγκεκριμένα, η εν λόγω έκταση (επίδικη) αποτελούσε καθ' όλη τη διάρκεια του εν λόγω χρονικού διαστήματος τον αύλειο χώρο της οικίας του, χρησιμοποιώντας μάλιστα αυτή για την καλλιέργεια καλλωπιστικών φυτών και οπωροκηπευτικών και μεριμνώντας ανελλιπώς για την καθαριότητα και την περιποίησή της. Επίσης, ο ίδιος κατασκεύασε εντός του επιδίκου υπόστεγο, το οποίο χρησιμοποιούσε για την στάθμευση του αυτοκινήτου του, διερχόμενος προηγουμένως με αυτό καθ' όλο το μήκος του, καθώς επίσης, ασκούσε εντός αυτού το επάγγελμα του μηχανολόγου αυτοκινήτων, χρησιμοποιώντας το επίδικο για την επισκευή των αυτοκινήτων τρίτων προσώπων, μάλιστα δε μέσα σ' αυτό μεγάλωσαν οι θυγατέρες του, παίζοντας διάφορα παιχνίδια και διαμέσου αυτού εισέρχονταν ο ίδιος και η οικογένειά του στην οικία τους, αφού η πόρτα της περίφραξης βρίσκεται στην πρόσοψη αυτού.

Στην βόρεια πλευρά του επιδίκου υφίσταται η προαναφερόμενη μόνιμη και σταθερή περίφραξη, η οποία διαχωρίζει την ιδιοκτησία των εκκαλουσών από εκείνη του εφεσίβλητου, μάλιστα δε η περίφραξη αυτή ουδέποτε μετακινήθηκε, αλλά αντίθετα καθ' όλη τη διάρκεια του ως άνω χρονικού διαστήματος διατηρήθηκε ακριβώς στα αρχικά όρια, χωρίς ποτέ ο εφεσίβλητος και οι αντιπρόσωποί στη νομή γονείς του, να ανοίξουν οποιαδήποτε πόρτα για την άμεση επικοινωνία και πρόσβαση του προς το επίδικο.

Ο ανωτέρω ασκούσε επ' αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του ως άνω πράξεις νομής υπό τα όμματα τόσο του εφεσίβλητου, όσο και των εν λόγω αντιπροσώπων του στη νομή, κατά την διάρκεια της απουσίας του στην αλλοδαπή, χωρίς ποτέ να διαμαρτυρηθούν και να προβάλλουν οποιαδήποτε σχετική αντίρρηση ή εναντίωση.

Ο δικαιοπάροχος των εναγουσών δεν συμπεριέλαβε την επίδικη έκταση στην προαναφερόμενη αγωγή του, διότι ο ίδιος κατά το χρόνο ασκήσεως αυτής με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, συνεπεία μη συμπληρώσεως εικοσαετίας στη νομή της. Μετά τα θάνατο του τελευταίου (03-12-2009) οι εκκαλούσες, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, διαδέχθηκαν αυτόν στη νομή του επιδίκου (άρθρο 983 ΑΚ) και έκτοτε νέμονταν τούτο οι ίδιες με διάνοια συγκυρίων μέχρι το χρόνο ασκήσεως της αγωγής (Αύγουστος 2011), επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, ασκώντας επ' αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του ως άνω πράξεις νομής και επιπλέον, κατά το έτος 2010, τοποθέτησαν με δική τους δαπάνη μια μεταλλική πόρτα στην είσοδο του επιδίκου τμήματος.

Έτσι, οι εκκαλούσες κατέστησαν συγκυρίες αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, κατά ποσοστό η πρώτη 25% αδιαιρέτως και έκαστη των λοιπών, κατά ποσοστό 37,50% αδιαιρέτως, ως συννεμόμενες τούτο με διάνοια συγκυρίων επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας από την 03-12-2009 μέχρι τον Αύγουστο του έτους 2011, προσμετρώντας στον ίδιο χρόνο χρησικτησίας εκείνο του εν λόγω δικαιοπαρόχου τους από το έτος 1981 μέχρι την 02-12-2009 (άρθρο 1051 ΑΚ).

Μετά ταύτα, ο εφεσίβλητος άσκησε αρμοδίως την από 22-01-2003 με αριθμό κατάθεσης 19/2003 αγωγή κατά των α. Π. Κ. Κ., β. Β. Κ. και γ. Π. συζ. Γ. Κ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικού κληρούχου, που αμφισβητούσαν την κυριότητά του επί του κατωτέρω περιγραφομένου ακινήτου, σύμφωνα με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί κύριος διαιρετού τμήματος του μείζονος οικοπέδου, εμβαδού 572,28 τμ, ήτοι της άνω μνημονευομένης ιδιοκτησίας του, εμβαδού 394,24 τμ, στην οποία συμπεριέλαβε και τμήμα της επίδικης έκτασης, εμβαδού 178,04 τμ, που εμφαίνεται υπό τα στοιχεία Ε-Ζ-Η-Θ-Μ-Λ-Ε στο άνω τοπογραφικό διάγραμμα, ως νεμόμενος τούτο με διάνοια κυρίου επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας από την 02-01-1982 μέχρι το χρόνο ασκήσεως της αγωγής (04-02-2003).

Επ' αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 125/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Σκύδρας, κατά την οποία η αγωγή έγινε δεκτή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν και αναγνωρίσθηκε ο εφεσίβλητος κύριος του προαναφερομένου διαιρετού τμήματος του μείζονος οικοπέδου, εμβαδού 572,28 τμ, η δε απόφαση αυτή μεταγράφηκε νόμιμα την 27-11-2003 στο οικείο βιβλίο μεταγραφών.

Όμως, ο εφεσίβλητος, μολονότι γνώριζε ότι ο δικαιοπάροχος των εκκαλουσών χρησιδέσποζε την επίδικη έκταση, ασκώντας επ' αυτής τις ανωτέρω πράξεις νομής και ότι είχε καταστεί ήδη κύριος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, δεν απηύθυνε ενσυνείδητα την αγωγή του και κατ' αυτού, προκειμένου να εκβιάσει την δημιουργηθείσα επ' αυτής ως άνω πραγματική κατάσταση, αλλά αντίθετα απηύθυνε αυτή μόνο κατά του πατέρα του και των θείων του, οι οποίοι δεν αμφισβητούσαν στην πραγματικότητα την κυριότητά του, προκειμένου μα προκαταλάβει τον δικαιοπάροχο των εκκαλουσών και αδελφό του Δ.

Κ. Κ., καθόσον αφορά στην κυριότητα του επί του επιδίκου. Η ανωτέρω δε με αριθμό 125/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Σκύδρας δεν αποτελεί δεδικασμένο, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 325 ΚΠολΔ, κατά του δικαιοπαρόχου των εκκαλουσών και κατ' αυτών των ιδίων, καθόσον ο πρώτος δεν υπήρξε διάδικος στη δίκη εκείνη και οι δεύτερες δεν έγιναν διάδοχες αυτού, ως διαδίκου κατά την διάρκεια της δίκης ή μετά το τέλος της και επιπλέον δεν νέμονται αυτές ούτε κατέχουν την επίδικη έκταση στο όνομα κάποιου διαδίκου.

Μάλιστα οι εκκαλούσες, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 586 επ. ΚΠολΔ, έχουν δικαίωμα να ασκήσουν τριτανακοπή κατά της εν λόγω απόφασης, ενώ από το νόμο δεν ορίζεται προθεσμία προς άσκησή της τριτανακοπής και συνεπώς μπορεί να ασκηθεί αυτή οποτεδήποτε, δηλαδή και μετά την πάροδο της εικοσαετίας από την έκδοση της τριτανακοπτόμενης απόφασης, αφού δεν ισχύει επ' αυτής ότι το δικαίωμα προς άσκηση ενδίκων μέσων παραγράφεται σε περίπτωση μη κοινοποίησης της απόφασης μετά πάροδο εικοσαετίας, γιατί το άρθρο 249 ΑΚ αναφέρεται στις αξιώσεις του ιδιωτικού δικαίου και όχι σε δικαιώματα, τα οποία εντάσσονται και ρυθμίζονται από το δημόσιο δίκαιο, όπως είναι και το δικαίωμα προς άσκηση τριτανακοπής, που έχει το χαρακτήρα δημοσίου δικαίου δικαιώματος, διότι σκοπεί την παροχή δικαστικής προστασίας και δεν ταυτίζεται προς την αξίωση του άρθρου 247 ΑΚ (ΑΠ 681/1990 Δ/νη 31, 319, ΑΠ 1245/1981 ΝοΒ 30.807).

Τέλος ο εφεσίβλητος κατά μήνα Ιούλιο του έτους 2011, προκάλεσε έριδες και προσπάθησε να εισέλθει στην επίδικη έκταση, με σκοπό να μετατοπίσει την ως άνω παλιά περίφραξη, αμφισβητώντας με τον τρόπο αυτό την συγκυριότητα των εκκαλουσών επ' αυτής". Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1α του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που συνίσταται ότι εσφαλμένα αυτή ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 974, 976, 1045 και 1051 ΑΚ διότι δεχόμενη ότι συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις απόκτησης κυριότητας του επιδίκου τμήματος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας εκ μέρους του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων Δ.

Κ. Κ. αλλά και αυτών των ιδίων, αγνόησε παντελώς ότι ο δικαιοπάροχος πατέρας του ουδέποτε παρέδωσε τη νομή επί του επιδίκου, αντιθέτως οι πράξεις νομής ασκούνταν και για λογαριασμό του αναιρεσείοντος στο επίδικο από τον δικαιοπάροχο πατέρα του μέχρι και τον χρόνο θανάτου του, ο οποίος το έτος 1981 ήταν μόλις 55 ετών (κατοικούσε στην εντός αυτού οικία, έκτισε υπόστεγο, είχε τα ζώα του, κατασκεύασε με δικές της δαπάνες η μητέρα του κούνια...).

Ειδικότερα δε εσφαλμένα δέχθηκε και ότι ο δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος, του μεταβίβασε ατύπως μόνο διαιρετό τμήμα εμβαδού 394,24 τ.μ. (και όχι 572,28 τ.μ.) ότι την επίδικη έκταση χρησιδέσποζε, ασκώντας σ' αυτήν πράξεις νομής ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων, ότι ο δικαιοπάροχος των τελευταίων εγκαταστάθηκε στη νομή του επιδίκου το έτος 1981 και όχι το έτος 1969, όπως αναφερόταν στην αγωγή, ότι αυτός (δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων) ασκούσε από το έτος 1981 υπό τα όμματα του αναιρεσείοντος αλλά και των αντιπροσώπων του στη νομή, στην επίδικη έκταση όλες τις προσιδιάζουσες στην φύση της πράξεις νομής, ότι ο δικαιοπάροχος των διαδίκων και στη συνέχεια ο αναιρεσείων εισερχόταν στο επίδικο από την δημοτική οδό, χωρίς να έχει απευθείας επικοινωνία με αυτό από την οικία του και τον περιβάλλοντα χώρο, ενώ εσφαλμένα επίσης δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν οι πράξεις νομής που επικαλούνταν οι αναιρεσίβλητες, η αποβολή του δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος από τη νομή του επιδίκου το έτος 1981 και στη συνέχεια του ιδίου, ότι η επίδικη έκταση ήταν ο αύλειος χώρος της οικίας των αναιρεσιβλήτων και τέλος δεν αιτιολογεί πως ενώ το αρχικό ακίνητο ήταν 997 τ.μ αυτός (αναιρεσείων) έγινε κύριος διαιρετού τμήματος 394,24 τ.μ, ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων κύριος διαιρετού τμήματος εμβαδού 400 τ.μ με δικαστική απόφαση και διαιρετού τμήματος 238,46 τ.μ με έκτακτη χρησικτησία, τα οποία όμως προστιθέμενα υπερβαίνουν κατά 35,4 τ.μ την αρχική έκταση των 997 τ.μ.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί, υπό την επίκληση της ευθείας παραβίασης των πιο πάνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου πλήττεται η περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) ότι συγκύριες του επιδίκου ακινήτου έχουν καταστεί οι αναιρεσίβλητες με έκτακτη χρησικτησία, με προσμέτρηση στον χρόνο νομής τους του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου τους.

Σύμφωνα με το άρθρο 560 αριθμ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλ. τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ. της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 945/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας προκειμένου να ανεύρει την αληθή έννοια των διατάξεων των άρθρων 974 και 976 ΑΚ, διότι σε σύγκρουση με αυτά, παρότι έκανε δεκτό ότι το έτος 1969 κατασκεύασε ο δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος περίφραξη για την προστασία της κατοικίας του από τα οικόσιτα ζώα και τις αγελάδες που εξέτρεφε, ταυτόχρονα δέχθηκε εσφαλμένα ότι δεν είχε άμεση πρόσβαση στην ένδικη έκταση γιατί δεν υπήρχε πόρτα στην περίφραξη, παραλείποντας να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας σύμφωνα με τα οποία κανένας νοήμων και λογικός άνθρωπος δεν θα προέβαινε σε μία τέτοια ενέργεια ήτοι στον διαχωρισμό της ιδιοκτησίας του σε δύο τμήματα με την κατασκευή εσωτερικής περιφράξεως για συγκεκριμένους λόγους και μάλιστα μέσα σε μια έκταση η οποία ήταν αποκλειστικά δική του, χωρίς να έχει εύκολη και άμεση πρόσβαση, παραβιάζοντας έτσι το δίδαγμα αυτό της κοινής πείρας και την έννοια της νομής επί του επιδίκου, όπως ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 974 ΑΚ καθώς επίσης ότι ουδόλως έλαβε υπόψη της το γεγονός ότι ο πατέρας του και δικαιοπάροχος του Π.

Κ. Κ. κατά το έτος 1981 ήταν σε ηλικία 55 ετών, δηλαδή πολύ νέος ακόμη για να σταματήσει να εργάζεται ως γεωργός και κτηνοτρόφος, παραβιάζοντας έτσι το δίδαγμα αυτό της κοινής πείρας, σύμφωνα με το οποίο είναι λογικό ένας άνθρωπος ηλικίας 55 ετών να μην παραδίδει την νομή της ιδιοκτησίας του την οποία χρησιμοποιεί για τις ανάγκες της εργασίας του και το βιοπορισμό του.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι η επικαλουμένη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορά την ερμηνεία διατάξεων κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτές των πραγματικών περιστατικών αλλά την εκτίμηση των αποδείξεων για τις οποίες κρίνουν ανελέγκτως τα δικαστήρια της ουσίας.

Ενόψει τούτων και εφόσον δεν υφίσταται προς έρευνα άλλος λόγος, η κρινόμενη αναίρεση πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ.3 ΚΠολΔ), και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-12-2014 αίτηση του Β. Κ. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 269/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2020.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ