Legislator Case Law & Legislation
945/2018 AI generated

Appeal dismissed because common sense teachings were violated during evidence assessment, not legal interpretation.

Case Number 945/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Court of First Instance's judgment regarding agricultural liability. The appellants argued that the lower court violated common sense teachings by concluding that only part of the crop was damaged by weather, despite evidence suggesting total loss. The court ruled that this specific allegation concerned the factual evaluation of evidence rather than the correct application or interpretation of legal rules.

Legislator headnote

AI generated

Article 560, paragraph 1, item b of the Code of Civil Procedure; Article 914 of the Civil Code: A violation of common sense teachings is inadmissible as a ground for appeal when it concerns the assessment of evidence and the evaluation of factual circumstances rather than the interpretation of legal norms or their application to the case.

Keywords

AI generated
common sense teachings violation of common sense assessment of evidence factual circumstances legal interpretation admissibility of appeal agricultural liability

Cited Legislation

AI generated
Article 560, paragraph 1, item b of the Code of Civil Procedure
Article 914 of the Civil Code
Article 495, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure, paragraph 2

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court of Greece, Case 2075/2007

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 945 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 945/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ι. Π. του Λ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Σταθόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Μ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μίγγο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/4/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6521/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4662/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25/6/2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 25/2/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι τρίτος και τέταρτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε επί των υπ’ αριθμ. καταθέσεως ...2013 εφέσεων των αναιρεσειόντων και του αναιρεσίβλητου αντίστοιχα κατά της υπ’ αριθμ. 6521/2013 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, δυνάμει της οποίας έγινε εν μέρει δεκτή η υπ’ αριθμ. καταθέσεως .../2008 αγωγή του τελευταίου.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 § 1, 577 § 3 και 578 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 560 αριθμ. 1), πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ’ ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει, επίσης, να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο η εκδοχή του αναιρεσείοντος για την έννοια της διατάξεως που φέρεται, ότι παραβιάστηκε, ούτε το κατά την άποψη του τελευταίου πραγματικό μέρος της υποθέσεως και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται, ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει να αναφέρονται με σαφήνεια και πληρότητα και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε το δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσης του, για το βάσιμο ή μη της αγωγής.

Διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται όχι από την ορθότητα του αιτιολογικού της προσβαλλομένης αποφάσεως, αλλά από εκείνη του διατακτικού της (ΚΠολΔ 578), τούτο δε συνάπτεται, σε σχέση λογικής ακολουθίας, προς τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, έτσι ώστε η έκθεση των τελευταίων στο αναιρετήριο να είναι απαραίτητη, προκειμένου να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό.

Η αοριστία δε του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος (Ολομ. ΑΠ 1/2016, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010). Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, με το να δεχθεί εν μέρει την ένδικη αγωγή, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 6, 14 § 5 Ν. 2251/1994 και 914 επ.

ΑΚ (1ος λόγος), 4 και 7 του από 25-1-2000 Κανονισμού Πιστοποίησης Συστημάτων Ολοκληρωμένης Διαχείρισης του ... (2ος λόγος), 18 § 1 του Κανονισμού (ΕΚ) 396/2005 και την υπ’ αριθμ. 352654/10-5-1995 απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Γεωργίας (3ος και 4ος λόγοι). Οι ερευνώμενοι, όμως, αυτοί λόγοι είναι απορριπτέοι, προεχόντως, ως αόριστοι, εφόσον δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, παρά μόνο αποσπασματικά και επιλεκτικά, όλες οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας και υπό τα οποία και συντελέστηκαν οι φερόμενες παραβιάσεις του νόμου και δεν εξειδικεύεται το υπαγωγικό σφάλμα του δικαστηρίου, δηλαδή αν η παραβίαση της καθεμιάς από τις προμνημονευόμενες ουσιαστικές διατάξεις οφείλεται σε ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή της, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν οι αιτιάσεις που προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό.

Σύμφωνα με το άρθρο 560 αριθμ. 1 εδ. β’ ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλ.

τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ.

της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 2075/2007). Με τον πέμπτο λόγο του αναιρετηρίου, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 560 αριθμ. 1 εδ. β’ ΚΠολΔ. πλημμέλεια ότι το Εφετείο, με τις συγκεκριμένες παραδοχές του, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας. Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι "...η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για να θεμελιώσει αδικοπρακτική ευθύνη σε βάρος μας κατ’ άρθρο 914 ΑΚ παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, και οδηγήθηκε στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι μέρος της παραγωγής έμεινε ανέπαφη και ότι για αυτήν την παραγωγή, που δήθεν έμεινε ανέπαφη, η τιμή της μειώθηκε από τη δήθεν χρήση του δικού μας φυτοπροστατευτικού προϊόντος.

Μάλιστα, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναφέρει ότι τμήμα της παραγωγής δεν υπέστη καμία ζημία παρά τις ακραίες καιρικές συνθήκες. Αντίθετα, εάν είχε λάβει υπόψη της, με ορθό τρόπο τα διδάγματα της κοινής πείρας, έπρεπε να οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι η μείωση της τιμής των σταφυλιών του ενάγοντα οφείλεται στην ποσοτική και ποιοτική καταστροφή τους από τα καιρικά φαινόμενα που ανεξαρτήτως άλλων γεγονότων ήταν από μόνη της (η καταστροφή) αναγκαίο και επαρκές ζημιογόνο γεγονός, ώστε να μειωθεί η τιμή τους, αφού οι "υπερβολικές βροχοπτώσεις", που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, επηρεάζουν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, το σύνολο της παραγωγής και όχι μέρος της.

Ούτε είναι δυνατό τα ακραία, κατά την προσβαλλόμενη, καιρικά φαινόμενα να αφήσουν άθικτο ένα τμήμα της αγροτικής παραγωγής". Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι, όπως από το προδιαληφθέν περιεχόμενο του σαφώς προκύπτει, η προβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια αναφέρεται, ευθέως, στην παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων και όχι την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ’ αυτούς πραγματικών γεγονότων.

Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστούν οι τελευταίοι λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 21 Μαΐου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

(και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου)