Legislator Case Law & Legislation
1290/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for failure to raise arbitration objection at first instance.

Case Number 1290/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Single Court of Appeal in Nafplion. The appellant argued that the lower court failed to reject her civil claim because it improperly accepted an objection regarding arbitration jurisdiction. The court ruled that the objection was inadmissible because it was not raised as a specific plea during the appeal proceedings, violating procedural requirements for introducing new claims.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 562, 563, 577 of the Code of Civil Procedure; An objection to arbitration jurisdiction must be raised as a specific plea during the appeal; failure to do so renders the objection inadmissible and the appeal unfounded.

Keywords

AI generated
arbitration jurisdiction objection inadmissibility appeal procedure procedural default civil procedure code supreme court dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 528 of the Code of Civil Procedure
Article 867 of the Code of Civil Procedure
Article 263 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 562 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1290 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1290/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Β. Δ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δήμητρα Δραμυτινού, που ανακάλεσε την από 15/11/2023 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Ν. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Στεφανοπούλου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/12/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 79/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 161/2019 εν μέρει οριστική και 61/2022 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/5/2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Με την από 10.05.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 61/2022 τελεσίδικη απόφαση του Moνομελούς Εφετείου Ναυπλίου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, και δέχθηκε εν μέρει την από 8-12-2015 αγωγή του ενάγοντος-εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου σε βάρος της εναγομένης-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, από αδικοπραξία.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ). Επίσης, με την αίτηση αναίρεσης, παραδεκτώς συμπροσβάλλεται με την άνω με αριθ.61/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου και η με αριθ.161/2019 μη οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία, αφού, μετά την τύποις και κατ' ουσίαν αποδοχή της από 25-5-2017 έφεσης της αναιρεσείουσας, εξαφανίστηκε η εκδοθείσα ερήμην της εναγομένης-εκκαλούσας-αναιρεσείουσας, πρωτόδικη με αριθ.79/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου και κρατήθηκε η υπόθεση για να δικαστεί, αναβλήθηκε η έκδοση απόφασης επί της ουσίας αυτής μέχρι να περατωθεί αμετάκλητα η σε βάρος της εναγομένης εκκαλούσας-αναιρεσείουσας ποινική διαδικασία, καθόσον οι πρώτος και τρίτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης αναφέρονται, αντίστοιχα, στην εξαφάνιση της εκκαλουμένης με την τελευταία, μη οριστική απόφαση και στη μη κήρυξη απαραδέκτου της αγωγής.

2.Κατά το άρθρο 528 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 44 παρ. 2 του νόμου 3994/2011, "αν ασκηθεί έφεση από τον διάδικο που δικάστηκε ερήμην, η εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, ανεξάρτητα από τη διαδικασία που τηρήθηκε.

Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως". Με το ανωτέρω περιεχόμενο, επαναφέρθηκε η διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το ν. 2915/2001, προσαρμοσμένη στο καθεστώς της μιας και μοναδικής συζήτησης και έχει τα αποτελέσματα της καταργηθείσας ανακοπής ερημοδικίας.

Η εμπρόθεσμη και παραδεκτή άσκηση έφεσης του δικασθέντος ερήμην πρωτοδίκως επιφέρει την εξαφάνιση της ερήμην απόφασης, χωρίς να απαιτείται να ευδοκιμήσει κάποιος λόγος έφεσης, αλλά αρκεί η "τυπική" παραδοχή της, κατά το άρθρο 532 ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα η υπόθεση να αναδικάζεται από το εφετείο που μετατρέπεται, στην περίπτωση αυτή, ουσιαστικά, σε πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 229/2020, ΑΠ 579/2018, ΑΠ 495/2017), ανεξάρτητα από τη διαδικασία που τηρήθηκε σε πρώτο βαθμό και αν ο διάδικος δικάσθηκε σαν να ήταν παρών (ΑΠ 1015/2005).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997).

Υπό την έννοια αυτή, "πράγματα" που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης είναι και οι λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 25/2003, AΠ 229/2020). Γι` αυτό, η παραδοχή από το εφετείο ανύπαρκτου λόγου έφεσης, η επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης ή η μη λήψη υπόψη λόγου έφεσης, συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναίρεσης (ΑΠ 285/2023,ΑΠ 782/2019, ΑΠ 1255/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ'άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, άσκησε κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας την από 8.12.2015 αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, με την οποία ζήτησε 1/ να αναγνωριστεί ότι η αφανής εταιρεία που συνέστησαν λύθηκε με την επιδοθείσα στις 8.9.2015 από 2.9.2015 εξώδικη δήλωσή του, 2/ να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει σε αυτόν (ενάγοντα) το χρηματικό ποσό των 50.000 ευρώ, α)ως αποδοτέα εισφορά του στην εταιρεία, με το νόμιμο τόκο του ποσού αυτού από την επομένη της καταγγελίας της αφανούς εταιρείας και μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως, άλλως β) ως αποζημίωση για την θετική περιουσιακή ζημία που υπέστη τούτος (ενάγων) εξαιτίας της σε βάρος του αδικοπραξίας της απάτης εκ μέρους της εναγόμενης, με το νόμιμο τόκο του ποσού αυτού από την επομένη της επιδόσεως της ένδικης αγωγής και μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως, άλλως γ)κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει σε αυτόν (ενάγοντα) το χρηματικό ποσό των 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίησή του λόγω της ηθικής βλάβης του από την εν λόγω αδικοπραξία της εναγόμενης, με το νόμιμο τόκο του ποσού αυτού από την επομένη της επιδόσεως της ένδικης αγωγής και μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως.

Η αγωγή αυτή συζητήθηκε την 1.2.2017 κατά την τακτική διαδικασία, ερήμην της εναγομένης, και ακολούθως εκδόθηκε η υπ` αριθ. 79/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτο το υπ' αριθ. 1 κύριο αναγνωριστικό αίτημα της αγωγής, για αναγνώριση της λύσης της εταιρίας ελλείψει εννόμου συμφέροντος του ενάγοντος, απορρίφθηκε ως μη νόμιμο το υπ' αριθ. 2 α' κύριο αίτημα της αγωγής, να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το χρηματικό ποσό των 50.000 ευρώ, ως αποδοτέα εισφορά του στην εταιρεία, επειδή δεν αναφέρεται ότι διενεργήθηκε και περατώθηκε η εκκαθάριση της εταιρίας και απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η επικουρικότερη βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ενώ κατά τα λοιπά έγινε δεκτή εν μέρει η ένδικη αγωγή, κατά την επικουρική βάση της από την αδικοπραξία της απάτης, λόγω της πλασματικής δικαστικής ομολογίας των οικείων περιστατικών ένεκα της ερημοδικίας της εναγόμενης και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση της τελευταίας να καταβάλει στον ενάγοντα ως αποζημίωση για την περιουσιακή του ζημία το ποσό των 50.000 ευρώ και ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη το ποσό των 2.000 ευρώ.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση η ερημοδικασθείσα εναγομένη, με την οποία, ισχυριζόμενη ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έπρεπε να απορρίψει την αγωγή προεχόντως ως αόριστη, άλλως ως νόμω αβάσιμη, άλλως, επικαλούμενη κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ως ουσιαστικά αβάσιμη, ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεσή της, να εξαφανιστεί η ερήμην της εκδοθείσα εκκαλούμενη απόφαση και να απορριφθεί στο σύνολό της η εναντίον της αγωγή.

Η έφεση αυτή συζητήθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, το οποίο, με την συμπροσβαλλόμενη υπ` αριθ. 161/2019 απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και κατ` ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με το άρθρο 528 ΚΠολΔ, ως προς το εκκληθέν μέρος αυτής και δη μόνον κατά τα κεφάλαια της αγωγής που έγιναν δεκτά, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση ως προς το ίδιο μέρος και ανέβαλε τη συζήτηση της υπόθεσης μέχρι να περατωθεί αμετάκλητα η σε βάρος της εναγομένης-αναιρεσείουσας ποινική διαδικασία.

Από όλα τα ανωτέρω προκύπτει ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε νόμιμα και εμπρόθεσμα έφεση κατά της υπ' αριθ. 79/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που εκδόθηκε ερήμην της, με λόγους έφεσης ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο όχι ορθώς και νομίμως έκανε δεκτή την ένδικη αγωγή ως ομολογημένη λόγω της ερημοδικίας της και την υποχρέωσε να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 52.000 ευρώ, ενώ έπρεπε να την απορρίψει προεχόντως ως αόριστη, άλλως ως νόμω, άλλως ως ουσία αβάσιμη.

Αφού, συνεπώς, η αναιρεσείουσα ζήτησε την εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης και την απόρριψη της παραπάνω αγωγής, στο σύνολό της, ορθώς, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, το Εφετείο εξαφάνισε, άνευ ετέρου, την πρωτοβάθμια απόφαση κατά το μέρος που είχε κάνει δεκτή την παραπάνω αγωγή, ως προς το οποίο και είχε εκκληθεί.

Εξάλλου, η αναιρεσείουσα δεν είχε έννομο συμφέρον να ζητήσει την απόρριψη της αγωγής, ως αόριστης κατά το μέρος που αυτή απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη, αφού θα καθίστατο δυσμενέστερη η θέση της. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.8 (και όχι από τον αριθ.19) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον σχετικό λόγο της εφέσεως της αναιρεσείουσας, με τον οποίο ζήτησε την εξαφάνιση της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και ως προς τα μη εκκληθέντα κεφάλαια αυτής, είναι αβάσιμος.

3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 393 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως η διάταξη αυτή ίσχυε κατά τον χρόνο της συζήτησης της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (1-2-2017), συμβάσεις και συλλογικές πράξεις δεν μπορούν να αποδειχθούν με μάρτυρες, εφόσον η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τις 30.000 ευρώ. Δεν εμπίπτουν στον περιορισμό του παρόντος άρθρου οι ενοχές από αδικοπραξία (ΑΠ 2/2000).Σύμφωνα δε με το άρθρο 395 ΚΠολΔ, όταν η απόδειξη με μάρτυρες αποκλείεται, δεν επιτρέπεται ούτε και η απόδειξη με δικαστικά τεκμήρια.

Εξάλλου,ο από το άρθρο 559 αρ.11 περ.α ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, της λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που ο νόμος δεν επιτρέπει, ιδρύεται όταν λαμβάνεται υπόψη αποδεικτικό μέσο άλλο από εκείνα που καθορίζονται στα άρθρα 339 και 340 παρ. 1 του ΚΠολΔ, είτε για άμεση είτε για έμμεση απόδειξη, καθώς και όταν η χρήση του νόμιμου αποδεικτικού μέσου δεν είναι επιτρεπτή στη συγκεκριμένη περίπτωση λόγω της φύσης της υπόθεσης, ενόψει και των περιορισμών των άρθρων 393-394 ΚΠολΔ (ΑΠ 1298/1990) ή προβλέπεται απόδειξη μόνο με συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο (ΟλΑΠ 8/1987).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια(κατ'ορθή εκτίμηση και όχι από τον αριθ.12), με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει και συγκεκριμένα ότι, για την απόδειξη της βασιμότητας της αγωγής και δη την απόδειξη της καταβολής του ποσού των 50.000 ευρώ από τον αναιρεσίβλητο στην αναιρεσείουσα και τον σύζυγό της, δηλαδή ποσού που υπερβαίνει τις 30.000,00 ευρώ, δέχθηκε την εμμάρτυρη απόδειξη και δη έλαβε υπόψη τις ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, που δόθηκαν στα πλαίσια άλλης δίκης.

Όμως, το αποδεικτικό μέσο των μαρτύρων ήταν εν προκειμένω επιτρεπτό, διότι το αντικείμενο απόδειξης, δηλονότι η αδικοπραξία και η εξ αυτής προκληθείσα ζημία, δεν εμπίπτει στην κατά το άρθρο 393 ΚΠολΔ απαγόρευση της χρήσης αυτού.

Συνεπώς το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της ζημίας του αναιρεσιβλήτου, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο μη επιτρεπόμενο από το νόμο, δηλονότι τις ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων που δόθηκαν στα πλαίσια άλλης δίκης και λαμβάνονται υπόψη για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Επομένως ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος.

4. Κατά τη διάταξη του άρθρου 218 παρ.1 ΚΠολΔ στο ίδιο δικόγραφο της αγωγής μπορούν να ενωθούν περισσότερες αιτήσεις του ίδιου ενάγοντος κατά του ίδιου εναγομένου, οι οποίες πηγάζουν από την ίδια ή διαφορετική αιτία, αφορούν το ίδιο ή διαφορετικό αντικείμενο και στηρίζονται στον ίδιο ή διαφορετικό λόγο, εφόσον συντρέχουν οι αναφερόμενες στο ίδιο άρθρο προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων είναι η μη αντιφατικότητα των αγωγών, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, αν ενωθούν περισσότερες αιτήσεις χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 1, διατάσσεται, ύστερα από αίτηση ή και αυτεπαγγέλτως, ο χωρισμός και στην περίπτωση καθ' ύλην ή κατά τόπον αναρμοδιότητας, εφαρμόζονται τα άρθρα 46 και 47.

Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει σαφώς, ότι αν στο ίδιο δικόγραφο αγωγής ενωθούν περισσότερες αιτήσεις, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 1, του άρθρου 218 Κ.Πολ.Δ., η τοιαύτη σώρευση αγωγών δεν επάγεται απαράδεκτο ή ακυρότητα (ΑΠ 1358/2018,ΑΠ 25/2016,ΑΠ 1196/2015,ΑΠ 448/2011,ΑΠ 1987/2008, ΑΠ 14/2007, ΑΠ 631/2006), αλλά απλώς διατάσσεται ύστερα από αίτηση ή και αυτεπαγγέλτως ο χωρισμός και εάν το δικαστήριο είναι καθ' ύλην ή κατά τόπον αναρμόδιο, παραπέμπει την ή τις αγωγές στο καθ' ύλην ή κατά τόπον αρμόδιο δικαστήριο, χωρίς σε καμία περίπτωση, να απορρίπτει την αγωγή ως άκυρη ή απαράδεκτη.

Επομένως, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση των πιο πάνω διατάξεων, διατάξει ή όχι τον χωρισμό των περισσοτέρων αυτών αιτήσεων, δεν παρέχεται λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης (ΑΠ 217/2005).

Αναφέρεται, αποκλειστικά, σε εκπτώσεις, ακυρότητες και δικαιώματα από το δικονομικό, αποκλειστικά, δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001,ΟλΑΠ 12/2000, ΑΠ 2001/2009). Δικονομικές ακυρότητες είναι όσες αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, που απαγγέλλονται για παράβαση διατάξεων, οι οποίες ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τόπο των διαδικαστικών πράξεων (ΑΠ 94/2018,ΑΠ 373/2004), δηλαδή οι ακυρότητες, κατά την έννοια των άρθρων 159-161 ΚΠολΔ (ΑΠ 94/2018,ΑΠ 17/2000).Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του Ν. 4842/2021 και εφαρμόζεται και επί εκκρεμών ενδίκων μέσων, κατ'άρθρο 116 παρ.2 εδ.

β του ως άνω νόμου, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη ή το δεδικασμένο.

Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται τόσο το περιεχόμενο του, όσο και ο νόμιμος τρόπος που προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 686/2021). Το γεγονός δε ότι ο σχετικός ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν σημαίνει και ότι ο κανόνας είναι δημοσίας τάξεως, διότι ναι μεν η εφαρμογή του νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως, αφού στην έννοια της δημοσίας τάξεως περιλαμβάνονται οι κανόνες με τους οποίους η πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του εννόμου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές και κοινωνικές η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα γενική περί δικαίου συνείδηση.

Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι παραδεκτοί το πρώτο στον Άρειο Πάγο εφόσον τα πραγματικά περιστατικά που τους στηρίζουν προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και αυτό προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 93/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται, τόσο στην προσβαλλόμενη 61/2022 απόφαση όσο και στην συμπροσβαλλομένη 161/2019 απόφαση, η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο το δικόγραφο της ένδικης αγωγής για το λόγο ότι σωρεύονταν σ' αυτό αντιφατικές αγωγές από ενδοσυμβατική ευθύνη και από αδικοπρακτική ευθύνη λόγω απάτης.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος διότι η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίζεται ότι προέβαλε νόμιμα τον ανωτέρω ισχυρισμό στο δικαστήριο της ουσίας, με λόγο έφεσης. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, η ένωση αντιφασκουσών αγωγών στο ίδιο δικόγραφο, δεν επιφέρει ακυρότητα του δικογράφου, αφού στην περίπτωση αυτή διατάσσεται από το δικαστήριο ο χωρισμός τους, χωρισμός όμως ο οποίος δεν διατάχθηκε στην συγκεκριμένη περίπτωση από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αφού, εξαιτίας της απόρριψης της βάσης της αγωγής από την ενδοσυμβατική ευθύνη, εξέλιπε πλέον ο νομικός λόγος του χωρισμού των παραλλήλως και κυρίως σωρευόμενων στο ίδιο αγωγικό δικόγραφο πιο πάνω αντιφασκουσών κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας βάσεων (ενδοσυμβατικής και αδικοπρακτικής).

5.Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν αποφάνθηκε επί των λόγων της εφέσεώς της, αλλά έκρινε επί των λόγων της αγωγής, την οποία δέχθηκε αν και δεν αποδείχθηκε αδίκημα σε βάρος της.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ενόψει του ότι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, για την εξαφάνιση πρωτόδικης απόφασης, η οποία εκδόθηκε ερήμην του εκκαλούντος διαδίκου, δεν απαιτείται να ευδοκιμήσει προηγουμένως κάποιος λόγος της έφεσης, αλλά αρκεί η τυπική παραδοχή της, καθόσον αυτή έχει τα αποτελέσματα της καταργηθείσας αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας.

Το Εφετείο, στην προκειμένη περίπτωση, αφού έκρινε τυπικώς παραδεκτή την έφεση της ερήμην δικασθείσας στον πρώτο βαθμό εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία παραπονείτο, ως προς το μεταβιβασθέν κεφάλαιο της ευθύνης από αδικοπραξία, ότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, έγινε δεκτή η εναντίον της αγωγή του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε στη συνέχεια την εκκαλουμένη απόφαση και ερεύνησε το ορισμένο, νόμω και ουσία βάσιμο της αγωγής ως προς το ίδιο κεφάλαιο, την οποία έκανε δεκτή.

Περαιτέρω, ο λόγος αυτός με την αιτίαση ότι το Εφετείο "δέχθηκε ακρίτως ότι τελέστηκε απάτη", είναι απαράδεκτος, διότι τα ανωτέρω επικαλούμενα προς θεμελίωσή του δεν αποτελούν "πράγμα" κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 8 του 559 ΚΠολΔ, αλλά αρνητικούς ισχυρισμούς, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής από την αδικοπραξία και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση αυτής (ΑΠ 1182/2021).Τέλος, ο λόγος αυτός, κατά το σκέλος του με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς και τις ενστάσεις που προέβαλε με την έφεσή της, είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιοι ήταν οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί, που δεν λήφθηκαν υπόψη, καθώς και ποια ουσιώδη επιρροή είχαν οι ισχυρισμοί αυτοί στην έκβαση της δίκης.

6. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά, υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, χωρίς όμως να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά (ΟλΑΠ 23/2008).

Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 242/2023, ΑΠ 1208/2019, ΑΠ 779/2019,ΑΠ 222/2008,) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή, νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 242/2023, ΑΠ 1874/2008, ΑΠ 105/2005), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).

Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 242/2023,ΑΠ 1134/1993). Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ` αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 242/2023,ΑΠ 779/2019).

Δεν απαιτείται, εξάλλου, να γίνεται παράθεση ως προς το ποία αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή καθορισμός της βαρύτητας, που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή της σχέσης και της επιρροής ενός εκάστου αποδεικτικού μέσου στα προς απόδειξη θέματα, ενώ από την αναφορά ορισμένων εξ αυτών, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας τους, δεν συνάγεται αναγκαίως ότι τα υπόλοιπα δεν εκτιμήθηκαν.

Το ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι τούτο έχει και η μη αξιολόγηση του και σύγκριση του με τα άλλα αποδεικτικά μέσα δεν ιδρύει τον από τον αρ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο (ΑΠ 855/2022,ΑΠ 2103/2017). Απαιτείται, όμως, να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι όλα τα νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκαν για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος (ΟλΑΠ 2/2008,ΑΠ 242/2023, ΑΠ 500/2019).

Για την πληρότητα δε του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 242/2023,ΑΠ 793/2015, ΑΠ 567/1996, ΑΠ 1535/1995).

Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει ότι το ποσό που εδόθη στην αναιρεσείουσα από τον αναιρεσίβλητο ήταν 30.000 ευρώ και όχι 50.000 ευρώ, ήτοι το εταιρικό αφανούς εταιρείας για τις 20.000 ευρώ και την απόδειξη για τις 10.000 ευρώ.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι από την βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη εκτός των άλλων και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα, στα οποία συγκαταλέγονται και οι μαρτυρικές καταθέσεις, τα έγγραφα και οι απολογίες που λήφθηκαν στο πλαίσιο των ποινικών δικών και λαμβάνονται υπόψη για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ενόψει και της ειδικής και εκτενούς μνείας στην απόφαση του περιεχομένου των ως άνω εγγράφων, χωρίς να καθίσταται αναγκαία και η ειδική αξιολόγηση του περιεχομένου τους. 7.

Με τον έκτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.11γ (κατ'ορθή εκτίμηση και όχι από τον αριθ.20) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος της αναιρεσείουσας που εξετάσθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την υπ'αριθμ.161/2019 συμπροσβαλλόμενη απόφασή του πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και από την οποία προκύπτει ότι το ποσό που της εδόθη από τον αναιρεσίβλητο ήταν 30.000 ευρώ και όχι 50.000 ευρώ, όπως δέχθηκε το Εφετείο.Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι από την βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκε υπόψη εκτός των άλλων και η ένορκη κατάθεση του μάρτυρος που εξετάσθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας, σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του την ως άνω κατάθεση, την οποία, όπως προκύπτει από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ενώ η αναφορά στην προσβαλλόμενη υπ'αριθμ.61/2022 απόφαση ότι η ως άνω κατάθεση, περιέχεται στα ταυτάριθμα με αυτήν πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, και όχι στα πρακτικά της συμπροσβαλλόμενης υπ'αριθμ.161/2019 μη οριστικής αποφάσεως οφείλεται σε προφανή παραδρομή.

8. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εκτός των άλλων και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Δηλαδή, πρέπει να παραβιάζονται κανόνες, οι οποίοι ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και την γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρηση τους (ΑΠ 1399/2011, ΑΠ 159/2004).

Εσφαλμένη, κατ' ακρίβεια, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά, τα οποία δέχτηκε, ανέλεγκτα, το δικαστήριο της ουσίας υπάγονταν στον κανόνα αυτόν ή αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ' αυτόν (ΟλΑΠ 10/2011, 7/2006, 36/1988).

Για να είναι ορισμένος και, άρα, παραδεκτός, ο λόγος αυτός πρέπει: 1) να αναφέρεται στο δικόγραφο της αναίρεσης, και, μάλιστα, ενάριθμα, η συγκεκριμένη διάταξη του συγκεκριμένου, ουσιαστικού νόμου, που παραβιάστηκε (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 1399/2011, ΑΠ 1676/1998, ΑΠ 1658/1998, ΑΠ 1459/1997, ΑΠ 1148/1989,ΑΠ 1069/1983), καθώς και το περιεχόμενό της, 2) η νομική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, για την έννοια της διάταξης αυτής και 3) το ερμηνευτικό υπαγωγικό της σφάλμα (ΟλΑΠ 32/1996), επιπρόσθετα δε, αν η προσβαλλόμενη, με την αναίρεση, απόφαση, αποφάνθηκε για την ουσία της υπόθεσης, είναι αναγκαίο να αναφέρονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας για την θεμελίωση της κρίσης του για την βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 1399/2011, ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1353/2001).

Μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτού του αναιρετικού λόγου. Και τούτο, γιατί, μόνο κατ' αυτό τον τρόπο, μπορεί να κριθεί, αν η νομική πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΟλΑΠ 28/1998, ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 495/2010, ΑΠ 954/2008, ΑΠ 609/2008, ΑΠ 2173/2007, ΑΠ 1036/2000, ΑΠ 1353/2001).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 24/1992).

Για το ορισμένο δε και του λόγου αυτού, πρέπει να περιέχονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν περιορισμένες, μεμονωμένες, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 32/1996,ΑΠ 887/2019, ΑΠ 739/2011, ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 153/2008).Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 19 και 20 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχομένο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 14/2022,ΑΠ 967/2015).

9.Με τον έβδομο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 (και όχι από τον αριθ.8) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ με το να απορρίψει την προταθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση παραγραφής της αγωγικής αξιώσεως.Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ως άνω ουσιαστικού νόμου, ούτε εκτίθενται οι παραδοχές του δικαστηρίου υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση.

10. Με τον δέκατο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 13 εδ.ε του ΠΚ, δεχόμενο με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ότι η αναιρεσείουσα τέλεσε κατ'επάγγελμα την πράξη της απάτης. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος λόγω αοριστίας διότι, στο αναιρετήριο, όπως προκύπτει από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή του, δεν αναφέρεται ποιες επι πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η απόφαση, ούτε εκτίθενται, παντάπασι, οι κρίσιμες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση.

11.Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ` ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει ο αναιρεσείων προς απόδειξη νόμιμα προταθέντος ισχυρισμού που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, για την ίδρυση δε του λόγου αυτού πρέπει τα αποδεικτικά μέσα να είναι χρήσιμα για την απόδειξη των γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό που επιδρά στο διατακτικό της αποφάσεως. Εξάλλου, η ομολογία, ως αποδεικτικό μέσο, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ, προϋποθέτει την παραδοχή της αλήθειας στοιχείου κατά νόμο αυτοτελούς ισχυρισμού του αντιδίκου ή της αναλήθειας τέτοιου ισχυρισμού εκείνου που προβαίνει στην παραδοχή. Δεν θεμελιώνεται, όμως ο σχετικός λόγος, όταν με αυτόν προβάλλεται μη λήψη υπόψη εξώδικης ομολογίας και από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα έγγραφα, από τα οποία συνάγεται, κατά το λόγο αναιρέσεως, εξώδικη ομολογία (ΑΠ 297/2023,ΑΠ 38/2022,ΑΠ 297/2019, ΑΠ 1829/2017, ΑΠ 867/2011, ΑΠ 1456/2009).

12.Με τον όγδοο αναιρετικό λόγο, κατ'ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την εξώδικη ομολογία του αναιρεσιβλήτου, που περιέχεται στην προσκομισθείσα μετ'επικλήσεως από την αναιρεσείουσα από 2-9-2015 εξώδικη καταγγελία του, με την οποία αυτός (αναιρεσίβλητος) αποδέχεται την ύπαρξη της αφανούς εταιρείας και δηλώνει ότι πρέπει να τεθεί σε εκκαθάριση μετά την καταγγελία.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, αφού από την υπάρχουσα στην απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο αποδείχθηκαν μεταξύ άλλων και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα, προκειμένου να χρησιμεύσουν είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της αποφάσεως δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο, από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη και το ως άνω έγγραφο, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και το έγγραφο αυτό, από το οποίο προκύπτει, κατά την αιτίαση της αναιρεσείουσας, ομολογία του αναιρεσιβλήτου και κατέληξε από την αξιολόγηση αυτού του εγγράφου και των λοιπών αποδείξεων σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό. 13.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 264 ΚΠολΔ : "Αν η διαφορά υπάγεται σε διαιτησία, το δικαστήριο παραπέμπει την υπόθεση στη διαιτησία, διατηρούνται όμως οι συνέπειες της άσκησης της αγωγής. Αν πάψει να ισχύει η συμφωνία της διαιτησίας, η υπόθεση επαναφέρεται με κλήση". Από την διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι η έννομη συνέπεια της, κατόπιν έγκαιρης πρότασης της σχετικής ένστασης από τον εναγόμενο, υπαγωγής της διαφοράς στην διαιτησία (263 ΚΠολΔ), είναι η παραπομπή της υπόθεσης στην διαιτησία και όχι η απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, όπως θα συνέβαινε εάν δεν υπήρχε η, με την αμέσως παραπάνω διάταξη, ειδική νομοθετική πρόβλεψη.

Τούτο ισχύει ανεξαρτήτως αν πρόκειται για ημεδαπή ή αλλοδαπή ή διεθνή διαιτησία, διότι η διάταξη δεν διακρίνει. Η διαιτητική συμφωνία, αποτελεί ιδιαίτερη δικονομικού δικαίου συμφωνία, η οποία σαφώς διακρίνεται από την ουσιαστική κύρια σύμβαση και είναι ανεξάρτητη και αυτοτελής, χωρίς να επηρεάζεται από την πρώτη.

Επίσης, κατά τις εφαρμοστέες εν προκειμένω δικονομικές διατάξεις των άρθρων 263 περ. β`, 264, και 870 παρ.1 του ΚΠολΔ, για να κριθεί η δεκτικότητα της υποβολής της διαφοράς σε διαιτησία κατά τη συζήτηση, πρέπει, επί ποινή απαραδέκτου, να προτείνεται κατ` ένσταση η υπαγωγή της διαφοράς σε διαιτησία (αρθρ. 263 περ.

β` ΚΠολΔ). Η παραδοχή της αναβλητικής αυτής ένστασης και η παραπομπή της υπόθεσης σε διαιτησία προϋποθέτει, αφενός μεν την έγκαιρη προβολή της ένστασης και αφετέρου την εγκυρότητα της συμφωνίας υπαγωγής της διαφοράς σε διαιτησία, της οποίας το κύρος κρίνει παρεμπιπτόντως το πολιτικό Δικαστήριο, στο οποίο προτάθηκε εγκαίρως η σχετική ένσταση, εφόσον ο ενάγων αμφισβητεί το κύρος της συμφωνίας (ΑΠ 1400/2008, ΑΠ 950/1986).

Περαιτέρω, η κατά το άρθρο 867 ΚΠολΔ σύμβαση περί υπαγωγής της διαφοράς σε διαιτησία, όπως προαναφέρθηκε, είναι σύμβαση δικονομική (ΑΠ 1144/2017). Το δικαίωμα δε του διαδίκου να επικαλεστεί αυτή τη σύμβαση και να προτείνει την ένσταση περί υπαγωγής της διαφοράς σε διαιτησία (άρθρ. 263 ΚΠολΔ), αποτελεί άσκηση δικονομικού δικαιώματος (ΑΠ 608/2022).

Τέλος, κατά το άρθρο 528 ΚΠολΔ, όπως ήδη αναφέρθηκε, αν ασκηθεί έφεση από το διάδικο που δικάσθηκε ερήμην κατά την πρώτη συζήτηση η εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως.

Η προβολή των ισχυρισμών που αποτελούν ενστάσεις ή αντενστάσεις γίνεται μόνο με το εφετήριο ή το δικόγραφο των προσθέτων λόγων εφέσεως (ΑΠ 1075/2013). 14. Με τον ένατο αναιρετικό λόγο, κατ'ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή, κάνοντας δεκτή την σχετική ένσταση που προέβαλε περί υπαγωγής της διαφοράς σε διαιτησία, σύμφωνα με τον όρο 11 του συμφωνητικού συστάσεως της αφανούς εταιρείας.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι, από την παραδεκτή επισκόπηση του εφετηρίου, προκύπτει ότι δεν προβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός εκ μέρους της εκκαλούσας-αναιρεσείουσας με λόγο έφεσης, πράγμα που δεν αναφέρεται ούτε στο αναιρετήριο, ενώ δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Σε κάθε περίπτωση, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι και αβάσιμος, διότι έννομη συνέπεια της παραδοχής της ένστασης περί υπαγωγής της διαφοράς σε διαιτησία είναι η παραπομπή της υπόθεσης στη διαιτησία και όχι η απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης.

15. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 106, 176, 183, 189 αριθ.1, 191 αριθ.2 ΚΠολΔ),όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-Απορρίπτει την από 10-5-2022 αίτηση, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 61/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου και της συμπροσβαλλομένης υπ'αριθμ.161/2019 μη οριστικής απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου.

-Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο.

-Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Απριλίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Σεπτεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ