Legislator Case Law & Legislation
608/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against arbitration agreement termination due to failure to prove arbitration tribunal acceptance.

Case Number 608/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeals' decision to refer the case to arbitration. The appellant argued that the arbitration agreement terminated because the tribunal never convened, but the court found this claim vague and unsupported by evidence presented at the second instance. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible for failing to substantiate the alleged procedural violation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 8 and 885 of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging the termination of an arbitration agreement due to the tribunal's failure to convene is inadmissible if the appellant fails to prove the tribunal's non-acceptance of appointment.

Keywords

AI generated
arbitration agreement termination arbitration tribunal acceptance inadmissible appeal procedural violation Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 para. 1 and 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure
Article 885 of the Code of Civil Procedure
Article 869 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 383 of the Civil Code
Article 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 562 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 608 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 608/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου και Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρυσαυγή Σπανού. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παραμυθιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-3-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1342/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 4203/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-12-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 21-12-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 4203/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση της εναγομένης-αναιρεσίβλητης εταιρείας κατά της υπ' αριθμ. 1342/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και το Εφετείο, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, παρέπεμψε αυτήν στη διαιτησία. Με την ανωτέρω απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου είχε απορριφθεί η ένσταση της εναγομένης περί υπαγωγής της διαφοράς στη διαιτησία και είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 8-3-2012 αγωγή της αναιρεσείουσας εταιρείας, υποχρεώθηκε δε η εναγομένη-αναιρεσίβλητη να της καταβάλει το ποσό των 252.921,10 ευρώ, ως αμοιβή αυτής για το έργο που ανέλαβε μετά από συμφωνία τους και εκτέλεσε. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 11/1996).

Αντιθέτως, δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 76/2016).

Περαιτέρω, η κατά το άρθρο 867 ΚΠολΔ σύμβαση περί υπαγωγής της διαφοράς σε διαιτησία είναι σύμβαση δικονομική (ΑΠ 1144/2017). Το δικαίωμα δε του διαδίκου να επικαλεστεί αυτή τη σύμβαση και να προτείνει την ένσταση περί υπαγωγής της διαφοράς σε διαιτησία (άρθρ. 263 ΚΠολΔ), αποτελεί άσκηση δικονομικού δικαιώματος, η οποία δεν υπόκειται στον από το άρθρο 281 ΑΚ περιορισμό, στον οποίο υπόκειται η άσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Επομένως, σε περίπτωση προβολής ένστασης περί υπαγωγής της διαφοράς σε διαιτησία, ο κατ' αντένσταση προβαλλόμενος ισχυρισμός περί καταχρηστικής άσκησης του παραπάνω δικονομικού δικαιώματος δεν είναι νόμιμος και συνακόλουθα δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, καθώς δεν αποτελεί ?πράγματα? υπό την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ.

Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, και κατά το πρώτο μέρος του, αιτιάται το Εφετείο για την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, καθώς όπως διατείνεται, δεν έλαβε υπόψη του την προβληθείσα, τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με την προσθήκη των προτάσεών της, όσο και ενώπιόν του με τις προτάσεις της, αντένσταση περί καταχρηστικής άσκησης της ένστασης περί υπαγωγής της διαφοράς σε διαιτησία, που πρότεινε η εναγομένη-εκκαλούσα πρωτοδίκως κατά της αγωγής της και επανέφερε και στο Εφετείο με λόγο έφεσης.

Υπό την επίκληση δε των ίδιων περιστατικών η αναιρεσείουσα αιτιάται το Εφετείο περί παράβασης του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, καθώς, όπως ισχυρίζεται με το πρώτο μέρος του δευτέρου λόγου αναίρεσης, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία δεν εφάρμοσε, παρά το γεγονός ότι πρότεινε κατ' αντένσταση τον ισχυρισμό περί καταχρηστικής άσκησης της ένστασης περί υπαγωγής της διαφοράς στη διαιτησία, που πρότεινε η εναγομένη-αναιρεσίβλητη.

Πλην, όμως, η αντένσταση αυτή, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις, είναι μη νόμιμη και συνεπώς δεν ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, συνακόλουθα δε, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δεν απάντησε στην αντένσταση αυτή, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. Δεν παραβίασε δε ούτε και τη διάταξη του ίδιου άρθρου από τον αριθμό 1, με τη μη εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η ανωτέρω αντένσταση είναι μη νόμιμη.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του, καθώς και ο δεύτερος λόγος κατά το πρώτο μέρος του, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου αναίρεσης, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και επομένως υπέπεσε στην πλημμέλεια της παράβαση του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ.

Ότι ειδικότερα, έγινε δεκτό από το Εφετείο ότι η αναιρεσίβλητη δεν υπαναχώρησε από τη συμφωνία υπαγωγής της διαφοράς τους στη διαιτησία, δεχόμενο συγκεκριμένα ότι "Από το περιεχόμενο των άνω εξωδίκων δηλώσεων προκύπτει ότι η εναγομένη-εκκαλούσα δεν υπαναχώρησε από τη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία περί υπαγωγής των διαφορών τους στη διαιτησία" και "Επομένως, η εναγομένη δεν καθυστέρησε υπαιτίως την έναρξη της διαιτητικής διαδικασίας, δεν επέδειξε παρελκυστική τακτική ως προς την έναρξη αυτής, δεν αρνήθηκε να συμμετάσχει σ' αυτήν, αφού όρισε διαιτητή από την πλευρά της και ουδέποτε υπαναχώρησε έστω και σιωπηρώς από τη ρήτρα της διαιτητικής διαδικασίας", ενώ τέτοιο ισχυρισμό περί υπαναχώρησης της αναιρεσίβλητης-εναγομένης από τη διαιτητική συμφωνία δεν προτάθηκε από κανέναν από τους διαδίκους.

Επί του λόγου αυτού της αναίρεσης πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρ. 261 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, με την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου απορρίφθηκε η ένσταση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας περί υπαγωγής της διαφοράς σε διαιτησία.

Ειδικότερα, κρίθηκε με την εν λόγω απόφαση ότι, ενόψει του παρατιθέμενου περιεχομένου των εξωδίκων δηλώσεων που αντάλλαξαν οι διάδικες πλευρές μεταξύ τους, η εναγομένη αρνήθηκε χωρίς λόγο να συμπράξει στην προκαλούμενη από την ενάγουσα διαιτησία, καθυστερώντας υπαιτίως την έναρξη αυτής και ότι για το λόγο αυτό δεν μπορεί να αξιωθεί από την ενάγουσα η εξακολούθηση της ισχύος της περί διαιτησίας συμφωνίας.

Δέχθηκε δε περαιτέρω το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι εξ αιτίας αυτής της συμπεριφοράς της εναγομένης, συντρέχει λόγος υπαναχώρησής της (της ενάγουσας) από τη διαιτητική συμφωνία, δικαίωμα το οποίο ασκήθηκε με την αγωγή της, απορρίπτοντας έτσι με το σκεπτικό αυτό την ένσταση της εναγομένης περί υπαγωγής της διαφοράς σε διαιτησία.

Κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη άσκησε έφεση, παραπονούμενη, όπως προκύπτει από την επισκόπησής της, για την κατ' ουσίαν απόρριψη της ανωτέρω ένστασής της. Το Εφετείο, όπως επίσης προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του και όπως ήδη αναφέρθηκε, δέχθηκε ότι η συμφωνία των διαδίκων περί διαιτησίας ήταν σε ισχύ και με βάση την παραδοχή αυτή, κάνοντας δεκτό το σχετικό λόγο της έφεσης της εναγομένης, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που είχε δεχθεί τα αντίθετα και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, την παρέπεμψε στη διαιτησία.

Προκειμένου δε να καταλήξει στην παραδοχή περί ισχύος της διαιτητικής συμφωνίας, αξιολόγησε τους ισχυρισμούς των διαδίκων, όπως αυτοί προέκυπταν από τις παρατιθέμενες στην απόφαση εξώδικες δηλώσεις που αντηλλάγησαν μεταξύ τους και την εν γένει συμπεριφορά τους πριν την άσκηση της αγωγής, με βάση την οποία έκρινε, σε αντίθεση με όσα δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι "η εναγομένη δεν καθυστέρησε υπαιτίως την έναρξη της διαιτητικής διαδικασίας..., δεν αρνήθηκε να συμμετάσχει σ' αυτήν...

και ουδέποτε υπαναχώρησε έστω και σιωπηρώς από τη ρήτρα της διαιτητικής διαδικασίας". Η παραδοχή της, δηλαδή, περί μη υπαναχώρησης της εναγομένης από τη διαιτητική συμφωνία, αποτελεί, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες παραδοχές του, ένα επί πλέον επιχείρημα του Εφετείου, που προέκυπτε από τις αποδείξεις, προκειμένου να στηρίξει την κρίση του περί ισχύος της διαιτητικής συμφωνίας.

Επομένως και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, η παραδοχή του Εφετείου περί μη υπαναχώρησης της εναγομένης από τη διαιτητική συμφωνία, δεν αποτελεί ?πράγματα? υπό την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον ανωτέρω λόγο αναίρεσής της είναι αβάσιμα.

Με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου της αναίρεσης και κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, καθώς παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 869 παρ. 2 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 383, 385 και 390 ΑΚ.

Ότι ειδικότερα, η αναιρεσίβλητη αρνήθηκε κακόπιστα και άνευ νομίμου αιτίας να συμπράξει στην έναρξη και διενέργεια της διαιτησίας, οπότε η ίδια είχε κατ' άρθρο 383 ΑΚ δικαίωμα υπαναχώρησης από τη συμφωνία περί υπαγωγής της ένδικης διαφοράς στη διαιτησία, το οποίο δικαίωμα υπαναχώρησης δήλωσε με την άσκηση της αγωγής της.

Ωστόσο, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι υπό την επίφαση της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πλήττεται ουσιαστικά η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου περί τις αποδείξεις (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 559 παρ.1 εδ. α' Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας, όταν κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων.

Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς, είτε να προκύπτει από αυτήν εμμέσως, όταν, δηλαδή, παρά την μη ρητή αναφορά της ή, ακόμη, και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει σε ερμηνεία της.

Μόνη η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δεν συνιστά παραβίασή τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της συμβάσεως τα ερμηνευτικά κριτήρια που προβλέπονται με αυτήν. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί, όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και εμμέσως, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για τη διαπίστωση της αληθούς εννοίας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Αντιθέτως, δεν παραβιάζονται οι ίδιοι κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του, ότι η ελεγχόμενη δήλωση βουλήσεως είναι σαφής, χωρίς κενά (ΑΠ 1597/2017, ΑΠ 1164/2015, ΑΠ115/2013). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, ότι το δικαστήριο της ουσίας, ενώ είχε διαπιστώσει ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, αλλιώς είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος (ΑΠ 875/2017, ΑΠ 1543/2004).

Εν προκειμένω, με το τρίτο σκέλος του δευτέρου λόγου της αίτησης αναίρεσης και υπό την επίκληση της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως, άλλως εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τις οποίες παρέλειψε να εφαρμόσει κατά την ερμηνεία του άρθρου 14 της από 10-6-2009 σύμβασης εργολαβίας και από την εφαρμογή των οποίων θα ανευρίσκετο η πραγματική βούληση των συμβαλλομένων μερών.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον για την έρευνα του αναιρετικού λόγου, μέρος της τα ακόλουθα: ?Με την από 10-6-2009 έγγραφη σύμβαση εργολαβίας, που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων και φέρει τις υπογραφές των νομίμων εκπροσώπων αμφοτέρων των μερών, η ενάγουσα ανέλαβε ως εργολάβος από την εναγομένη ως εργοδότρια αυτής, τις εργασίες κατασκευής και εγκατάστασης των μεταλλικών κατασκευών στο υπό κατασκευή πολυώροφο κτίριο με υπόγειους χώρους στάθμευσης επί οικοπέδου ιδιοκτησίας της εναγομένης, που βρίσκεται στην … επί της συμβολής των οδών ...

και ..., όπως αυτές περιγράφονται αναλυτικά στη, συνημμένη στη σύμβαση, τεχνική περιγραφή και με τους αναφερόμενους στο εργολαβικό σύμφωνο όρους. Ως εργολαβικό αντάλλαγμα συμφωνήθηκε το ποσό των 870.000 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. Το έργο κατά τη συμφωνία τους έπρεπε να αποπερατωθεί και να παραδοθεί μέχρι 15-9-2009, ενώ ορίστηκαν ενδιάμεσες προθεσμίες για την ολοκλήρωση επιμέρους τμημάτων του έργου.

Στο άρθρο 14 της σύμβασης με τίτλο Επίλυση Διαφορών, ρυθμίστηκε ο τρόπος επίλυσης των διαφορών που ανακύπτουν μεταξύ των διαδίκων από την εκτέλεση της συμφωνημένης υπεργολαβίας και ορίζονται τα ακόλουθα: "Κάθε διαφωνία ή διαφορά μεταξύ των εδώ συμβαλλομένων, αναφορικά με την εκτέλεση και ερμηνεία του παρόντος, θα επιλύεται διαιτητικά.

Ως διαιτητές θα ορίζονται ένας μηχανικός για κάθε συμβαλλόμενο μέρος. Οι διαιτητές ορίζονται εντός 10 ημερών από την έναρξη της σχετικής διαδικασίας. Σε περίπτωση διαφωνίας των διαιτητών, ως επιδιαιτητής ορίζεται από σήμερα κατόπιν κοινής συμφωνίας των συμβαλλομένων μερών ο Δρ. Μ. Δ., διπλωματούχος πολιτικός μηχανικός.

Η απόφαση της διαιτησίας είναι υποχρεωτική για όλα τα συμβαλλόμενα μέρη και αμετάκλητη από τη δημοσίευσή της. Η διαιτησία προκαλείται από κάθε συμβαλλόμενο μέρος με έγγραφο, το οποίο κοινοποιείται στο αντισυμβαλλόμενο μέρος με δικαστικό επιμελητή, στο οποίο καθορίζεται το βάσει διαιτησίας προς επίλυση θέμα και οι απόψεις του προσφεύγοντος στη διαιτησία μέρος.

Η δαπάνη της διαιτησίας προκαταβάλλεται από το μέρος που προσέφυγε σε αυτήν και βαρύνει αποκλειστικά το μέρος ου ηττήθηκε. Το συμβαλλόμενο μέρος που ηττήθηκε στη διαιτησία υποχρεούται επίσης να αποζημιώσει το αντισυμβαλλόμενο μέρος για κάθε ζημία του, που προκλήθηκε εκ της διαφωνίας και της προσφυγής στη διαιτησία".

Από τη γραμματική διατύπωση του άνω άρθρου προκύπτει με σαφήνεια χωρίς να καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι σε περίπτωση διαφωνίας των συμβαλλομένων μερών, οι διαφορές τους, που θα προέκυπταν από την ερμηνεία και την εκτέλεση της σχετικής σύμβασης θα υπάγονταν σε διαιτησία και όχι σε διαιτητική πραγματογνωμοσύνη για την επίλυση των τυχόν τεχνικών διαφορών.

Η εναγομένη με την από 7-4-2010 εξώδικη δήλωση - πρόσκλησή της, την οποία επέδωσε στην ενάγουσα στις 9-4-2010..., κήρυξε έκπτωτη την τελευταία ως προς το ανεκτέλεστο μέρος του ανατεθέντος σ' αυτήν έργου με την άνω σύμβαση, γιατί κατά τα αναφερόμενα στην εξώδικη δήλωσή της, α) η ενάγουσα δεν είχε αποπερατώσει και παραδώσει το έργο στο συμβατικό χρονοδιάγραμμα, καθυστερώντας υπαίτια την εκτέλεση ουσιώδους μέρους αυτού και β) τα εκτελεσθέντα μέρη του έργου έφεραν σωρεία ελλείψεων και κακοτεχνιών, τις οποίες παρά τις σχετικές διαβεβαιώσεις περί αποκατάστασης ουδέποτε η ενάγουσα αποκατέστησε.

Σε απάντηση του άνω εξωδίκου η ενάγουσα επέδωσε στις 15-4-2010 στην εναγομένη την από 13-4-2010 εξώδικη απάντηση - δήλωση - διαμαρτυρία - πρόσκληση, με την οποία, α) αρνήθηκε ότι έχει οποιαδήποτε ευθύνη για τις καθυστερήσεις στην αποπεράτωση των εργασιών, αποδίδοντας την ευθύνη της καθυστέρησης αποκλειστικά στην εναγομένη, β) αρνήθηκε ότι οι μέχρι τότε εκτελεσθείσες εργασίες έφεραν κακοτεχνίες και γ) εξέφρασε την αντίθεσή της στη στάση της εναγομένης να την κηρύξει έκπτωτη, ενώ είχε συμφωνηθεί κάθε διαφορά τους να επιλύεται διαιτητικά, δ) κάλεσε την εναγομένη να ορίσει άμεσα διαιτητή, ώστε με το δικό της διαιτητή Κ.

Γ., παρουσία και του άνω διαιτητή να επιλυθούν οι όποιες διαφορές μεταξύ τους και ε) επιφυλάχθηκε για την αποκατάσταση κάθε θετικής και αποθετικής της ζημίας εξ αιτίας της, από υπαιτιότητα της εναγομένης, μεγάλης καθυστέρησης αποπεράτωσης του όλου έργου με τις πρόσθετες εργασίες. Στη συνέχεια, η ενάγουσα επέδωσε στις 10-5-2010 στην εναγομένη, καθώς και στους άνω διαιτητή και επιδιαιτητή, την από 6-5-2010 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση, στην οποία κάνοντας επίκληση του άρθρου 14 της σύμβασης εργολαβίας που προέβλεπε ρήτρα διαιτησίας, κάλεσε τον επιδιαιτητή και το διαιτητή της πλευράς της να ορίσουν τόπο και χρόνο για τη διεξαγωγή της διαιτησίας, ορίζοντας τα προς επίλυση θέματα ως ακολούθως:

α) "Ποιο από τα συμβαλλόμενα μέρη ευθύνεται για τις καθυστερήσεις παράδοσης του έργου και για ποιο λόγο. Κατά την εταιρεία μας οι καθυστερήσεις οφείλονται αποκλειστικά στην εργοδότριά μας, για τους λόγους που αναφέρονται στο εξώδικό μας, που θα τους αποδείξουμε ενώπιον της διαιτησίας", β) "Ύπαρξη ή μη κακοτεχνιών στο έργο, και αν υπάρχουν, σε ποιον αποδίδονται.

Κατά την άποψή μας δεν υπάρχουν, είναι πρόσχημα της εργοδότιδάς μας για να αποφύγει την πληρωμή των πρόσθετων εργασιών", γ) "Αν η δηλωθείσα από την εργοδότιδά μας έκπτωση από το έργο, είναι παραδεκτή και νόμιμη ή όχι. Πιστεύουμε ότι απαραδέκτως η εργοδότιδά μας προχώρησε σ' αυτήν την ενέργεια, χωρίς να απευθυνθεί πρώτα στη διαιτησία, και ούτως ή άλλως, μη νόμιμα, αφού οι αιτιάσεις της είναι ψευδείς και κατασκευασμένες για να αποφύγει την πληρωμή του συμφωνηθέντος εργολαβικού ανταλλάγματος και των πρόσθετων εργασιών.

Σ' αυτή την περίπτωση, η έκπτωση εκλαμβάνεται ως αναίτια καταγγελία, με τις κατά νόμον συνέπειες για τον εργοδότη", δ) "Εκκαθάριση της εργολαβίας ωσάν να είναι το έργο αποπερατωμένο και καταδίκη της εργοδότιδάς μας στο οφειλόμενο εργολαβικό αντάλλαγμα και κάθε ζημίας μας, καθώς και την εν γένει δαπάνη της διαιτησίας".

Στις εξώδικες αυτές δηλώσεις της ενάγουσας, η εναγομένη απάντησε με την από 12-5-2010 εξώδικη απάντηση - πρόσκληση - διαμαρτυρία και επιφύλαξη, την οποία επέδωσε στην ενάγουσα στις 18-5-2010... και την κοινοποίησε στο διαιτητή της πλευράς της ενάγουσας και στον άνω επιδιαιτητή στις 19-5-2010... Δια αυτής η εναγομένη επισήμανε στην ενάγουσα ότι δεν της γνωστοποίησε απλώς την πρόθεσή της να την κηρύξει έκπτωτη αλλά την κήρυξε έκπτωτη και ότι συνέπεια αυτής της πεπλανημένης της αντίληψης ήταν να μην εγείρει ευθέως αμφισβήτηση με προσφυγή στο αρμόδιο Διαιτητικό Δικαστήριο, αφού ναι μεν της γνωστοποίησε το διορισμό του πολιτικού μηχανικού Γ.

Κ. ως διαιτητή από τη δική της πλευρά, δεν υπέβαλε ωστόσο ορισμένο αίτημα στη διαιτησία, αλλά ζήτησε γενικώς και αορίστως να επιλυθούν από τον επιδιαιτητή και τους διαιτητές οι όποιες διαφορές μεταξύ τους. Περαιτέρω, η εναγομένη ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα με το δεύτερο εξώδικό της προσπάθησε να άρει την άνω ασάφεια και αοριστίας της προηγούμενης, θέτοντας υπό μορφή ερωτημάτων προς τη διαιτησία ορισμένα προς διερεύνηση θέματα, πλην όμως το δεύτερο εξώδικό της δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επαρκές εισαγωγικό δικόγραφο που να είναι δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο διαγνωστικής δίκης στη διαιτησία γιατί στερείται σαφούς ιστορικού και ορισμένου αιτήματος επί του οποίου θα αποφαινόταν το Διαιτητικό Δικαστήριο.

Επί της ουσίας και σε ό,τι αφορά τη συνδρομή των προϋποθέσεων κήρυξης της ενάγουσας επιφυλασσόταν να αναπτύξει και να αποδείξει τους σχετικούς ισχυρισμούς της ενώπιον του αρμοδίου Διαιτητικού Δικαστηρίου, αν προσέφευγε νομότυπα και παραδεκτά σ' αυτό. Τέλος, διαμαρτυρόμενη για την αντισυμβατική τακτική της ενάγουσας, την καλούσε να εγείρει τις όποιες αντιρρήσεις της αναφορικά με την έκπτωσή της από το έργο με νομότυπη και παραδεκτή προσφυγή στο αρμόδιο Διαιτητικό Δικαστήριο και της γνωστοποιούσε ότι για την επίλυση της σχετικής διαφοράς διορίζει ως διαιτητή τον αρχιτέκτονα μηχανικό Ι.

Λ., κάτοικο ...... Σ' αυτήν την εξώδικη δήλωση της εναγομένης, η ενάγουσα δεν απάντησε και αφού αδράνησε επί διετία περίπου, μη κάνοντας απολύτως τίποτα για την επίλυση της διαφοράς από το Διαιτητικό Δικαστήριο άσκησε την κρινόμενη αγωγή ενώπιον του τακτικών δικαστηρίων. Από το περιεχόμενο των άνω εξωδίκων δηλώσεων προκύπτει ότι η εναγομένη - εκκαλούσα δεν υπαναχώρησε από τη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία περί υπαγωγής των διαφορών τους στη διαιτησία, δεν καθυστέρησε την έναρξη της διαιτητικής διαδικασίας, δεν παρεμπόδισε με συγκεκριμένες πράξεις τη διενέργειά της, ούτε τέλος αρνήθηκε τη συμμετοχή της σ' αυτή, ώστε να δικαιολογείται η προσφυγή της ενάγουσας στην τακτική διαδικασία για την επίλυση της ένδικης διαφοράς του.

Εμπράκτως είχε επιδιώξει το αντίθετο. Τούτο συνάγεται σαφώς από την από 12-5-2010 εξώδικη δήλωση της εναγομένης, με την οποία αυτή, αφού διαπιστώνει τις ασάφειες και αοριστίες των θεμάτων που έθετε η ενάγουσα με την από 6-5-2010 εξώδικη δήλωσή της και ότι έπρεπε να υπάρχει κατά τη γνώμη της σαφές εισαγωγικό δικόγραφο της διαφοράς τους με ιστορικό και ορισμένο αίτημα για τη διευκόλυνση της διαδικασίας ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου, δηλώνει ότι θα αναπτύξει και θα αποδείξει τους σχετικούς ισχυρισμούς της για την ένδικη διαφορά τους ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου και στη συνέχεια ορίζει εντός της προθεσμίας των 10 ημερών που όριζε το άρθρο 14 του εργολαβικού συμφώνου το διαιτητή της δικής της πλευράς.

Επομένως, η εναγομένη δεν καθυστέρησε υπαιτίως την έναρξη της διαιτητικής διαδικασίας, δεν επέδειξε παρελκυστική τακτική ως προς την έναρξη αυτής, δεν αρνήθηκε να συμμετάσχει σ' αυτήν, αφού όρισε διαιτητή από την πλευρά της και ουδέποτε υπαναχώρησε έστω και σιωπηρώς από τη ρήτρα της διαιτητικής διαδικασίας.

Η ενάγουσα ήταν αυτή που "πάγωσε" τη διαδικασία ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου μετά τον ορισμό διαιτητή εκ μέρους της πλευράς της εναγομένης και δεν επέσπευσε τη διαδικασία ζητώντας από το νομίμως συγκροτημένο Διαιτητικό Δικαστήριο τον προσδιορισμό δικασίμου για την εξέταση των θεμάτων της διαφοράς τους και αδράνησε εντελώς, προσφεύγοντας στα τακτικά δικαστήρια μετά από διετία περίπου.

Εξάλλου δεν ήταν υποχρεωτική η συμμετοχή της εναγομένης στη διαδικασία της διαιτησίας, αναλαμβάνοντας η ίδια τις συνέπειες της ερημοδικίας της, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες υπό στοιχείο (Ι) νομικές σκέψεις και επομένως δεν παρακωλυόταν εξ αυτού του λόγου η έναρξη, διεξαγωγή και περαίωση της διαιτητικής διαδικασίας.

Ακόμη και η άρνηση της εναγομένης να διορίσει διαιτητή δεν αποτελούσε λόγο παρακώλυσης της διαιτητικής διαδικασίας, αφού κατά το άρθρο 878 ΚΠολΔ , στην περίπτωση αυτή ο διαιτητής ορίζεται από το Ειρηνοδικείο, οπότε δεν τίθεται θέμα παρεμπόδισης ή ματαίωσης της διαιτησίας. Σημειωτέον ότι στο δικόγραφο της αγωγής η ενάγουσα δεν επικαλείται λόγους παύσεως της συμφωνίας περί διαιτησίας, ούτε και άλλους λόγους από το δικονομικό ή ουσιαστικό δίκαιο που να στοιχειοθετούν τέτοιους λόγους, ενώ δεν μνημονεύει συγκεκριμένες κακόπιστες πράξεις παρεμπόδισης της διενέργειας της διαιτησίας εκ μέρους της εναγομένης που να μπορούν να στοιχειοθετήσουν λόγους καταγγελίας ή υπαναχώρησης από τη ρήτρα διαιτησίας, παρά μόνο αναφέρει γενικά και αόριστα ότι η εναγομένη "αρνήθηκε να συμμετάσχει στη διενέργειά της".

Όπως όμως προαναφέρθηκε, η άρνηση της εναγομένης να συμμετάσχει στη διαδικασία της διαιτητικής διαδικασίας δεν παρακωλύει την έναρξη, τη διεξαγωγή και την περαίωσή της?. Με τις παραδοχές αυτές, έκανε δεκτό το σχετικό λόγο έφεσης της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε, όπως προαναφέρθηκε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε δεχθεί τα αντίθετα και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, την παρέπεμψε στη διαιτησία.

Από τις ως άνω ανέλεγκτες παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο δεν διαπίστωσε, έστω και εμμέσως, κενό ή αμφιβολία ως προς τη δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλομένων, αναφορικά με τη ρήτρα διαιτησίας και τη διαδικασία προσφυγής σε αυτήν και επομένως δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 115/2013).

Συνεπώς, ο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σχετικός δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το τρίτο σκέλος του περί παράλειψης εφαρμογής των ως άνω ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ότι το Εφετείο διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία ως προς τη βούληση των μερών που καθιστούσε αναγκαία την προσφυγή στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. (ΑΠ 545/2019), είναι, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, διατείνεται ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 886 ΚΠολΔ, δέχθηκε τη θέση της αναιρεσίβλητης "ότι έπρεπε να υπάρχει κατά τη γνώμη της (δηλ. της αναιρεσίβλητης) σαφές εισαγωγικό δικόγραφο της διαφοράς τους με ιστορικό και ορισμένο αίτημα για τη διευκόλυνση της διαδικασίας ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου" και εν τέλει την ένστασή της για παραπομπή της επίδικης διαφοράς στη διαιτησία.

Ότι επίσης, από τις διατάξεις του ανωτέρω άρθρου, στο οποίο ορίζεται η διαδικασία και τα δικαιώματα των μερών, δεν προκύπτει ότι προβλέπεται από το νόμο συγκεκριμένος τύπος με τον οποίο εισάγεται η διαφορά ενώπιον διαιτησίας, ούτε η διαδικασία αλλά αυτά εναπόκεινται στη συμφωνία των συμβαλλομένων, που στην προκειμένη περίπτωση όριζε έγγραφο κοινοποιούμενο στην άλλη πλευρά με τα προς επίλυση θέματα και τις επ' αυτών απόψεις του προσφεύγοντος, που η ίδια τήρησε απολύτως.

Ωστόσο, ο λόγος αυτός, με το επικαλούμενο σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν συναρτάται με το διατακτικό της απόφασης, που στηρίχθηκε σε άλλο γεγονός και συγκεκριμένα στην ύπαρξη σε ισχύ της ρήτρας διαιτησίας. Είναι επομένως, ο λόγος αυτός αλυσιτελής και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος. Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης και κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 885 ΚΠολΔ, που αφορούν την παύση της ισχύος της συμφωνίας για διαιτησία, καθώς δέχθηκε ότι "στο δικόγραφο της αγωγής η ενάγουσα δεν επικαλείται λόγους παύσης της συμφωνίας περί διαιτησίας, ούτε και άλλους λόγους από το δικονομικό ή ουσιαστικό δίκαιο που να στοιχειοθετούν τέτοιους λόγους...", ενώ κατ' ορθή ερμηνεία, η εν λόγω συμφωνία παύει και με βάση τις γενικές διατάξεις περί συμβάσεων, στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 869 παρ. 2 ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων είναι και η άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης κατ' άρθρο 383 ΑΚ.

Ότι στην κρινόμενη υπόθεση, μετά την άρνηση της αναιρεσίβλητης να συμπράξει στην έναρξη της διαιτησίας, άσκησε την ένδικη αγωγή, ασκώντας με αυτόν τον τρόπο και το δικαίωμά της υπαναχώρησης, οπότε με την υπαναχώρηση έπαυσε και η συμφωνία διαιτησίας. Ο λόγος αυτός, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίζεται ότι με την αγωγή της επικαλέστηκε τις από το νόμο προβλεπόμενες (άρθρ. 383 επ.

ΑΚ) προϋποθέσεις για την άσκηση της υπαναχώρησης με την αγωγή της, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι με το πρόσχημα της παράβασης των ανωτέρω επικαλούμενων διατάξεων πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου περί της ουσίας των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα διατείνεται με το δεύτερο σκέλος του τετάρτου λόγου αναίρεσης, με την επίκληση και πάλι της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ότι από το γεγονός ότι από την πάροδο υπερβολικού χρόνου από το Μάιο του έτους 2010 που προσέφυγε στη διαιτησία έως την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, χωρίς ποτέ να συγκληθεί το διαιτητικό δικαστήριο και χωρίς οι διαιτητές να έχουν προβεί στην παραμικρή ενέργεια, τεκμαίρεται ότι αυτοί δεν έχουν αποδεχθεί το διορισμό τους και ότι επομένως η διαιτησία έπαυσε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 885 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος και επομένως ως απαράδεκτος, αφού η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίζεται ότι προέβαλε τον ισχυρισμό αυτό ενώπιον του Εφετείου ή ότι συνέτρεχαν κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ. Ενόψει όλων των ανωτέρω, και καθώς δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί, κατ' άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-12-2017 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της 4203/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ (Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Απριλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ