Legislator Case Law & Legislation
1288/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on contract invalidity and unjust enrichment calculation errors. Appeal rejected due to lack of substantive law violation. Court upholds lower court's findings on evidence.

Case Number 1288/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a public legal entity against a first-instance judgment regarding a contract dispute. The appellant argued that the lower court failed to apply substantive law correctly concerning contract invalidity and the calculation of unjust enrichment. The court rejected this claim because the lower court's findings on evidence were not legally flawed and did not constitute a violation of substantive law reviewable by the Supreme Court.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560(1)(a) and 560(6) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may not overturn a lower court's assessment of evidence merely by claiming a violation of substantive law, unless the factual findings themselves reveal a clear error in the application of legal rules.

Keywords

AI generated
substantive law violation contract invalidity unjust enrichment evidence assessment appeal admissibility

Cited Legislation

AI generated
Article 560(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 560(6) of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 9(6) of Law 641/1977
Article 20(9) of Law 1473/1984
Article 22(1) and (3) of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1288 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1288/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπύρο Κωνσταντόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Λέφα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/8/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4913/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 10644/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 25/1/2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007). Τέλος, σύμφωνα με τον αριθμό 6 της ίδιας διατάξεως του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016 (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο παραπάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το ν. 4335/2015. Εξάλλου, από την διάταξη αυτή, όμοια με εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, επομένως, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ. 19) του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 189/2018).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 904 παρ. 1 ΑΚ: "Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη". Κατά δε το άρθρο 908 εδ.

α' Α.Κ.: "Ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε από αυτό". Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει, ότι, σε περίπτωση που εκτελείται και παραδίδεται έργο ή παρέχονται εργασίες ή υπηρεσίες με άκυρη σύμβαση, "ο αντισυμβαλλόμενος" του παρέχοντος, που δέχεται το έργο ή τις υπηρεσίες στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης, η οποία συνιστά απλά την βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια, που απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται, σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης της παροχής, που έλαβε χώρα χωρίς νόμιμη αιτία, στην χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου ή της παρασχεθείσας εργασίας ή υπηρεσίας και στην δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, εάν την εκτέλεση του ίδιου έργου ή της εργασίας ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες.

Ο ως άνω γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με την διάταξη αυτή ή με άλλη (Ολομ. ΑΠ 218/1977, ΑΠ 1682/2014, ΑΠ 1537/2014, 1558/2013, ΑΠ 2266/2013, ΑΠ 1307/2010, ΑΠ 1225/2008, ΑΠ 589/2006).

ΙΙ. Στην ένδικη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, παραδεκτώς επισκοπούμενη (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης που εξετάστηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του της 11-12-2013, καθώς και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρία δραστηριοποιείται στο χώρο κατασκευής και εμπορίας επίπλων γραφείου. Δυνάμει της από 10-06-2010 έγγραφης σύμβασης που συνήψε με το εναγόμενο, νόμιμα εκπροσωπούμενο, κατόπιν λήψεως σχετικής απόφασης του Συμβουλίου του εναγομένου στις 09-06-2010, πώλησε και παρέδωσε στο τελευταίο για τις ανάγκες της εκπαιδευτικής διαδικασίας του εργαστηρίου Εντομολογίας του Τμήματος Φυτικής Παραγωγής της ΣΤΕΓ είδη εργαστηριακού εξοπλισμού (πάγκους εργασίας φοιτητών, ερμάρια, συρταριέρες, πίνακα, ντουλάπα κ.λ.π.), όπως τα αυτά περιγράφονται κατ' είδος, ποσότητα, τιμή μονάδος και αξία στο υπ' αριθμ. .../26-07-2010 τιμολόγιο πώλησης και στο υπ' αριθμ. .../24-07-2010 δελτίο αποστολής, αξίας 6.910,00 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. 23% εκ ποσού 1.589,30 ευρώ, συνολικής αξίας 8.499,30 ευρώ.

Επίσης, κατόπιν υποβολής των από 27-08-2010 και 16-06- 2010 έγγραφων προσφορών της, πώλησε και παρέδωσε στο τελευταίο για τις ανάγκες της εκπαιδευτικής διαδικασίας του εργαστηρίου Εντομολογίας του Τμήματος Φυτικής Παραγωγής της … εμπορεύματα (ερμάρια, επιφάνειες ..., πόρτα, αρχειοθήκες), όπως τα αυτά περιγράφονται κατ' είδος, ποσότητα, τιμή μονάδος και αξία στα υπ' αριθμ. .../06-09-2010 και ...08-09-2010 τιμολόγια - δελτία αποστολής, αντίστοιχα, αξίας 810,00 ευρώ και 365,86 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. 23% εκ ποσών αντίστοιχα 186,30 ευρώ και 84,14 ευρώ, συνολικής αξίας αντίστοιχα 996,30 ευρώ και 450,00 ευρώ.

Τα ως άνω πωλούμενα είδη παραδόθηκαν στο εναγόμενο και παρελήφθησαν ανεπιφύλακτα από αυτό δια της αρμόδιας Επιτροπής του, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως από την εφεσίβλητη - ενάγουσα από 31-08-2010 δελτίο παραλαβής και εισαγωγής μόνιμου υλικού και από τα από 08-09-2010 και 16-09- 2010 δελτία παραλαβής και εισαγωγής αναλώσιμου υλικού, χωρίς να καταβληθεί στην ενάγουσα το αντίστοιχο τίμημα, που ανέρχεται συνολικά στο ως άνω ποσό των 9.945,60 (8.499,30 + 996,30 + 450,00) ευρώ.

Το εκκαλούν, προς απόδειξη όσων ισχυρίζεται κατά τα ως άνω εκτεθέντα με τον τέταρτο λόγο της έφεσης, προσκομίζει μετ' επικλήσεως την υπ' αριθμ. ...συνεδρίαση 2/25-01-2011 πράξη του IV Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την οποία κρίθηκε ότι τα αναφερόμενα στην πράξη αυτή χρηματικά εντάλματα πληρωμής του εκκαλούντος εναγομένου οικονομικού έτους 2010 που εκδόθηκαν προς εξόφληση τιμολογίων άλλων προμηθευτών για την προμήθεια, με την διαδικασία της απευθείας ανάθεσης και του πρόχειρου διαγωνισμού κατά περίπτωση, επίπλων γραφείου (καρέκλες, συρταριέρες, γραφεία, πάγκους κ.λ.π.) δεν μπορούν να θωρηθούν, διότι η συνολικά απαιτούμενη δαπάνη για την κάλυψη των αναγκών του εναγομένου - εκκαλούντος σε έπιπλα γραφείου κατά το έτος 2010 υπερέβαινε σε ετήσια βάση το ποσό των 45.000,00 ευρώ με Φ.Π.Α.

Με βάση όσα εκτέθηκαν, οι ένδικες συμβάσεις πώλησης είναι άκυρες, δεδομένου ότι με αυτές το εκκαλούν - εναγόμενο προμηθεύτηκε από την ενάγουσα κατά το έτος 2010 έπιπλα γραφείου συνολικής αξίας 9.945,60 ευρώ και η συνολικά απαιτούμενη για την κάλυψη των αναγκών επίπλωσης του εναγομένου - εκκαλούντος δαπάνη για την προμήθεια ομοειδών αγαθών κατά το έτος 2010, με τμηματικές αναθέσεις, υπερέβαινε το ποσό των 15.000 ευρώ με Φ.Π.Α., αλλά και το ποσό των 45.000,00 ευρώ με Φ.Π.Α., οπότε ήταν επιβεβλημένη η διενέργεια τακτικού διαγωνισμού, ανεξάρτητα από το ότι το εκκαλούν - εναγόμενο ισχυρίζεται πως εξέδωσε προς εξόφληση του τιμήματος των ένδικων συμβάσεων πώλησης το υπ' αριθμ.

…. χρηματικό ένταλμα πληρωμής οικονομικού έτους 2011, το οποίο δεν προσκομίζεται. Μετά τις σκέψεις αυτές, η εκκαλούμενη απόφαση που έκρινε την αγωγή ως νόμιμη και περαιτέρω ως βάσιμη και κατ' ουσίαν κατά την κύρια βάση της, δεχόμενο ότι οι ένδικες συμβάσεις πώλησης μεταξύ των διαδίκων είναι έγκυρες, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και πρέπει, αφού γίνει δεκτός ο τέταρτος λόγος έφεσης ως βάσιμος και κατ' ουσίαν, να γίνει δεκτή η υπό κρίση έφεση ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, κατ' άρθρο 535 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

Ακολούθως, πρέπει η υπόθεση να κρατηθεί και να εκδικασθεί στη ουσία της από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) η ένδικη αγωγή. Σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην υπό στοιχείο IV νομική σκέψη της παρούσας, εφόσον εξαφανίζεται η εκκαλούμενη απόφαση και απορρίπτεται η αγωγή όσον αφορά την παραπάνω κύρια βάση της, το Δικαστήριο τούτο οφείλει να εξετάσει και την περιεχόμενη στην υπό κρίση αγωγή επικουρική βάση που στηρίζεται στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και κρίθηκε νόμιμη αλλά δεν ερευνήθηκε κατ' ουσίαν.

Από το σύνολο των ίδιων ως άνω αναφερόμενων αποδεικτικών στοιχείων, αποδείχθηκε ότι παρά το γεγονός ότι οι ως άνω ένδικες συμβάσεις είναι άκυρες για τον λόγο που προεκτέθηκε, τα ως άνω πωλούμενα είδη παραδόθηκαν στο εναγόμενο και παρελήφθησαν ανεπιφύλακτα από αυτό, χωρίς να καταβληθεί στην ενάγουσα το αντίστοιχο τίμημα, που ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 9.945,60 ευρώ, ο δε πλουτισμός του εναγομένου σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας συνίσταται στην ισόποση δαπάνη που αυτό εξοικονόμησε και στην οποία θα υποβαλλόταν εάν προμηθευόταν τα προαναφερόμενα είδη, με έγκυρες συμβάσεις από άλλο πρόσωπο.

Κατ' ακολουθία όσων εκτέθηκαν, πρέπει η αγωγή κατά τη νόμιμη (άρθρα 904 επ., 346 του Α.Κ., 176 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) επικουρική της βάση που στηρίζεται στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 9.945,60 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την εξόφληση....".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο και, αφού δέχθηκε την από 22-07-2014 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την εκκαλουμένη, υπ' αριθμ. 4913/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, που κατά παραδοχή της κύριας βάσης της από 10-08-2011 αγωγής του ήδη αναιρεσίβλητου, από έγκυρη σύμβαση πωλήσεως, είχε επιδικάσει σ' αυτόν το ποσό των 9.945,60 ευρώ, έκρινε αυτή απορριπτέα, ως μη νόμιμη και, περαιτέρω, κρίνοντας νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη τη, μη ερευνηθείσα από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επικουρική της βάση, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, επιδίκασε, για την αιτία αυτή, στον ήδη αναιρεσίβλητο, ενάγοντα το προαναφερθέν χρηματικό ποσό, δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες, με τον μοναδικό λόγο του αναιρετηρίου, από το άρθρο 560 αρ. 1 και 6 ΚΠολΔ, πλημμέλειες καθόσον, μετ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 904 και 908 του ΑΚ, δέχθηκε ότι:

α) οι ένδικες συμβάσεις πωλήσεως ήταν άκυρες, β) τα ως άνω πωληθέντα, από την ήδη αναιρεσίβλητη, ενάγουσα, είδη παραδόθηκαν στο ήδη αναιρεσείον, εναγόμενο και παρελήφθησαν ανεπιφύλακτα από αυτό, χωρίς να καταβληθεί στην ενάγουσα το αντίστοιχο τίμημά τους, που ανέρχεται, συνολικά, στο ποσό των 9.945,60 ευρώ και, γ) ο πλουτισμός του ήδη αναιρεσείοντος, εναγομένου σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας συνίσταται στην ισόποση δαπάνη, την οποία αυτό εξοικονόμησε και στην οποία θα υποβαλλόταν εάν προμηθευόταν τα προαναφερόμενα είδη, με έγκυρες συμβάσεις, από άλλο πρόσωπο.

Οι προπαρατεθείσες δε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις, παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης δικαιολογούν το αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την έννοια της ορθής υπαγωγής των ανελέγκτως γενομένων δεκτών, ως αποδειχθέντων, πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό της έλεγχο.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις, από το άρθ. 560 αρ. 1 και 6 του ΚΠολΔ, που προβάλλονται με τα δύο σκέλη του μοναδικού αναιρετικού λόγου και συγκεκριμένα ότι το δικαστήριο της ουσίας, ενώ δέχθηκε ότι η ένδικη σύμβαση πώλησης ήταν άκυρη, ως μη πληρούσα τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 22 ΠΔ 118/2007, 1 και 2 του Ν. 2286/1995 προϋποθέσεις και ότι ο σωζόμενος πλουτισμός του ήδη αναιρεσιβλήτου, ενάγοντος, συνίσταται στην ισόποση δαπάνη, που εξοικονόμησε και στην οποία θα υποβαλλόταν αυτό εάν προμηθευόταν τα προαναφερθέντα είδη, με έγκυρες συμβάσεις από άλλο πρόσωπο, επιδίκασε, εντούτοις, στον ήδη αναιρεσίβλητο, ενάγοντα το προαναφερθέν χρηματικό ποσό, το οποίο όμως αντιστοιχεί σε αυτό, που επιτεύχθηκε με την ένδικη άκυρη σύμβαση και όχι εκείνο (μη αναφερόμενο), που θα επιτυγχανόταν με έγκυρη σύμβαση και κατόπιν διαγωνιστικής διαδικασίας, σύμφωνα με τις ως άνω, διατάξεις, τις οποίες, δεν εφάρμοσε, ενώ θα έπρεπε να εφαρμόσει για τον υπολογισμό του πλουτισμού του, δεν ευρίσκουν έρεισμα εφαρμογής και, συνακόλουθα, ο υπόψη λόγος κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, κατ' αμφότερα τα σκέλη του, ανεξαρτήτως του απαραδέκτου αυτού, συνισταμένου στο ότι, υπό την επίφαση των επικαλουμένων πλημμελειών, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, εκτιμώντας τις αποδείξεις, δέχθηκε ότι το ποσό που θα δαπανούσε το αναιρεσείον για να προμηθευθεί τα ως άνω είδη, με βάση έγκυρη σύμβαση και το οποίο (ποσό) αυτό εξοικονόμησε, είναι το προαναφερθέν, που επιδίκασε στην ήδη αναιρεσίβλητη, ενάγουσα.

ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και, ενόψει της μη προβολής άλλου (αναιρετικού) λόγου προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί, στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού της αιτήματος (άρθρα 106, 176 και 183 ΚΠολΔ). Τέλος, σημειώνεται ότι το αναιρεσείον, κατά την άσκηση της αναίρεσής του αυτής, δεν κατέθεσε το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, προβλεπόμενο παράβολο, διότι απολαμβάνει ατελειών, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 6 του Ν. 641/1977, σε συνδυασμό με άρθρο 20 παρ. 9 Ν. 1473/1984 και, γι' αυτό, δεν γίνεται λόγος περί αυτού, ενώ για τον υπολογισμό των δικαστικών εξόδων δεν τυγχάνει, εν προκειμένω, εφαρμογής το άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του Ν. 3693/1957, που προβλέπει περιορισμένο ύψος αυτών, διότι η νομική υπηρεσία του δεν διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (βλ. ΑΠ 589/2015, ΑΠ 294/2014, ΑΠ 1362/2013, ΑΠ 1382/2005 τράπεζα νομικών πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1617/1999 ΕλλΔνη 2000.368).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25/01/2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμόν 10644/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Επιβάλλει στο αναιρεσείον τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιουλίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ