Supreme Court dismisses State's appeal, upholding lower court's land registry decision against the individual.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against the First Instance Court's land registry decision, which ruled in favor of the individual claimant. The State argued that the appellate court failed to consider specific evidence regarding the State's ownership of the land. The court rejected this claim, stating that the appellate court had properly evaluated all evidence, including the disputed document, without committing a procedural error.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(g), 561(1) of the Code of Civil Procedure; The appellate court's failure to explicitly reference every piece of evidence does not constitute a ground for cassation if the evidence was duly considered and weighed in the final judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1286 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1286/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αγαθή Δερέ, Ευαγγελία Στεργίου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ουρανία Μενδρινού, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Κωνσταντίνας Κιοσέ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-1-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 52/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 44/2020 του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 29-4-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 29/4/2022 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική δίκη μέρος, η υπ' αρ. 44/2020, αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, το οποίο, επιλαμβανόμενο έφεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αρ. 52/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, με την οποία έγινε δεκτή κτηματολογική αγωγή του αναιρεσεσιβλήτου, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 § 1 στοιχ. β`, 556 § 1, 558 εδάφ. α`, 564 § 3, 566 § 1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 § 2 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά τη διάταξη του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (Α.Π. 510/2023, 1251/2019, 793/2015), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 42/2002).
Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά. Ο λόγος, όμως, είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Εξάλλου, ο λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.
γ' ΚΠολΔ δεν ιδρύεται, όταν η παράλειψη του δικαστηρίου αφορά στη μη αξιολόγηση συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπόψη, σε συνδυασμό με τα άλλα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα ή αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ΑΠ 694/2009).
Για την πληρότητα δε του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού, δηλαδή κρίσιμου για την έκβαση της δίκης, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1223/2022, ΑΠ 1093/2020, ΑΠ 716/2012, ΑΠ 1185/2010, ΑΠ 333/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον, με τον μοναδικό αναιρετικό λόγο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ειδικότερα, μέμφεται το Εφετείο ότι, κατέληξε στην κρίση του για το ουσία βάσιμο της ένδικης αγωγής, χωρίς να λάβει υπόψη και να συνεκτιμήσει με τις λοιπές αποδείξεις τα έγγραφα που νομίμως με επίκληση είχε αυτό προσκομίσει και συγκεκριμένα, το από 5-10-2001 έγγραφο (Υπηρεσιακή αναφορά των Τοπογράφων Μηχανικών Α.
Κ. (ΣΕΙΔ) και Β.Κ. (ΣΕΙΔ) περί της διενέργειας αυτοψίας αιγιαλού στην επίδικη περιοχή), την οποία το αναιρεσείον επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα και εμπρόθεσμα με τις προτάσεις του, τόσο στο πρωτοβάθμιο όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, για την απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού του ότι ο αντίδικος και ο δικαιοπάροχός του, ουδέποτε κατέστησαν κύριοι του επιδίκου ακινήτου, το οποίο βρίσκεται εντός του αιγιαλού και ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο ως κοινόχρηστο και ανεπίδεκτο ιδιωτικής κτήσης.
Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι έγιναν δεκτά από το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τις αποδείξεις κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Χίου Σ.
Κ., νομίμως μεταγεγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χίου στον τόμο 536 και με αα 12, περιήλθε στην αποκλειστική κυριότητα του ενάγοντος, από τον αληθή κύριο και πατέρα αυτού Μ. Κ., το επίδικο ακίνητο ήτοι ένα γεωτεμάχιο, άρτιο και οικοδομήσιμο μετά του επ' αυτού παλαιού ερειπωμένου κτίσματος, κείμενο στη θέση "..." Θυμιανών Δημοτικής Ενότητας Αγίου Μηνά Δήμου Χίου, συνολικής έκτασης 35,28τμ, το οποίο ορίζεται από τις κορυφές 7, 13, N4, N3, N2, N1, 12, 10, 9, N5, 8, 7 στο από μηνός Σεπτεμβρίου 2016 τοπογραφικό διάγραμμα χωρικής μεταβολής του Μηχανικού Γεωπληροφορικής και Τοπογραφίας Π.
Κ., το οποίο συνορεύει βόρεια με δημοτική οδό, ανατολικά με ιδιοκτησία Λ., Σ. και Δ. Γ., νότια με κοινόχρηστο χώρο, ιδιοκτησίας Ελληνικού Δημοσίου και δυτικά με ιδιοκτησία Π. Γ.. Στον δικαιοπάροχο πατέρα του ενάγοντος, το ανωτέρω ακίνητο είχε περιέλθει το έτος 1961 δυνάμει άτυπης δωρεά από τον πατέρα του Σ. Κ..
Από το έτος 1961 που περιήλθε στη νομή του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος το ανωτέρω ακίνητο , ο τελευταίος ασκούσε επ' αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του υλικές πράξεις νομής με διάνοια κυρίου, συνεχώς και αδιαλείπτως καθώς το φρόντιζε, το περιποιούνταν και το επιτηρούσε έως τον χρόνο μεταβίβασής του στον ενάγοντα το έτος 2007 και, συνεπώς κατέστη αποκλειστικός κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Από το έτος δε 2007 και έκτοτε, που ο ενάγων απέκτησε τη νομή του επιδίκου, συνέχισε τις ανωτέρω πράξεις νομής του πατέρα του , καθώς το φρόντιζε, το επέβλεπε και το επιτηρούσε. Αποδεικνύεται επομένως ότι ο ενάγων απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με παράγωγο τρόπο, ως αποκτήσας τούτο με νομίμως μεταγεγραμμένο συμβόλαιο, από τον αληθή κύριο αυτού , όπως ορθώς δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και με πρωτότυπο τρόπο και δη με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, με τη συνεχή και αδιάλειπτη νομή του ανωτέρω ακινήτου για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την εικοσαετία προσμέτρηση του χρόνου χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.
Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι με την 1060366/5833/80010/2002 απόφαση Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών που δημοσιεύθηκε στο υπ' αρ. 756/ 9ης Σεπτεμβρίου 2002, ΦΕΚ τεύχος Δ, επικυρώθηκε η από 18 Δεκεμβρίου 2001 έκθεση της Επιτροπής Επανακαθορισμού των ορίων του αιγιαλού και της παραλίας στην περιοχή " ..." Θυμιανών Χίου και επανακαθορίστηκαν τα όρια του αιγιαλού.
Ειδικότερα με την ως άνω διοικητική πράξη ορίσθηκε ότι την οριογραμμή του αιγιαλού θα αποτελεί εφ' εξής, η συνεχής ερυθρή πολυγωνική γραμμή υπό στοιχεία 1-2-3-4-5,6-7-8-9-10-11-12-13-14- 15- 16- 17-18- 19-20-21-22-23-24-25-26-27-28-29-30-31-32-33-34-35-36-37-38-39-40-41-42 ,που απεικονίζεται στο αντίστοιχο επισυναπτόμενο τοπογραφικό διάγραμμα, της οποίας οι κορυφές εξασφαλίζονται με ορθογώνιες συντεταγμένες από το κρατικό τριγωνομετρικό δίκτυο, ενώ δεν καθορίστηκε ζώνη παραλίας επειδή θεωρήθηκε ότι δεν εξυπηρετούνται οι σκοποί του άρθρου 8 παρ. 1 του ΑΝ 2344/1940.
Εντός της οριογραμμής του αιγιαλού, όπως αυτή καθορίσθηκε παραπάνω, περιλήφθηκε και ένα τμήμα του ακινήτου του ενάγοντος ήτοι το επίδικο στην κατ' έφεση δίκη τμήμα , εμβαδού 9,05 τμ, , το οποίο ορίζεται με τις κορυφές 10, 15, Ν2, Ν1, 12, 10 στο από μηνός Σεπτεμβρίου 2016 τοπογραφικό διάγραμμα χωρικής μεταβολής του Μηχανικού Γεωπληροφορικής και Τοπογραφίας Π.
Κ.. Το ανωτέρω επίδικο τμήμα του όλου ακινήτου του ενάγοντος, εμφανίζεται κατά την γενόμενη πρώτη εγγραφή στα οικεία κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Χίου, ως τμήμα του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ..., ανήκον κατά πλήρη κυριότητα στην κυριότητα του ήδη εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου. Το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται ότι το επίδικο τμήμα είναι δημόσιο κτήμα, διότι αποτελεί τμήμα του αιγιαλού, όπως κρίθηκε με την ανωτέρω απόφαση επανακαθορισμού ορίων αιγιαλού διότι βρέχεται από τις μέγιστες πλην συνήθεις αναβάσεις των χειμέριων κυμάτων και επομένως, κατέστη δημόσιο κτήμα περιερχόμενο στην ιδιωτική περιουσία αυτού (Δημοσίου).
Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός του Δημοσίου δεν αποδείχθηκε ότι είναι ουσιαστικά βάσιμος από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα καθώς δεν αποδείχθηκε ότι φέρει τα χαρακτηριστικά στοιχεία του αιγιαλού και δη ότι βρίσκεται στο σημείο εκείνο που φθάνουν τα συνήθως μεγαλύτερα κύματα.Κατ' αρχήν, πρέπει να αναφερθεί ότι, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη νομική σκέψη, η ιδιότητα του αιγιαλού προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα, δηλαδή τις μέγιστες αλλά συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων, και δεν δημιουργείται με τον καθορισμό της οριογραμμής του από την ως άνω Επιτροπή του άρθρου 2 παρ. 3 του Α.Ν, 2344/1940 (ήδη δε του άρθρου 100 του ΠΔ 284/1 988), αφού η διοικητική αυτή επιτροπή διαπιστώνει απλώς και χαράσσει τα όρια του αιγιαλού, όπως η φύση τον δημιούργησε, ενώ ο καθορισμός σε κάθε τοπική περίπτωση της έκτασης ως αιγιαλού ανήκει στην εκτίμηση του τακτικού δικαστή και όχι της διοίκησης, Ωστόσο, για την ιδιότητα της επίδικης έκτασης ως αιγιαλού ουδείς μάρτυρας κατέθεσε.
Στην πραγματικότητα, το μόνο προσκομιζόμενο από το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο αποδεικτικό μέσο προς απόδειξη του ως άνω ισχυρισμού του περί της ιδιότητας του επιδίκου ως αιγιαλού, είναι η από 18-12-2001 έκθεση της ανωτέρω Επιτροπής. Ωστόσο, και στην ανωτέρω έκθεση, αναφέροντα μεταξύ άλλων τα εξής : "υπάρχουν κτίσματα σε όλο το μήκος της επανακαθορισθείσας περιοχής τα οποία σύμφωνα με μαρτυρίες υφίστανται από το έτος 1910.
Η κατάσταση της ακτής είναι βραχώδης με διαβρώσεις περιορισμένου χαρακτήρα. Ο θαλάσσιος χώρος για απόσταση 50-60 μέτρα από την ακτή έχει βάθος 3-4 μέτρων. Το ανάπτυγμα του πελάγους είναι μικρό. Το ύψος του κύματος είναι μέτριο εξαιτίας του μικρού αναπτύγματος του πελάγους. Η Επιτροπή έκρινε ότι δεν απαιτείται η δημιουργία ζώνης παραλίας.".
Αναφέρεται δε συγκεκριμένα στην ανωτέρω έκθεση ότι "το ανάπτυγμα του πελάγους είναι μικρό εξαιτίας του προσανατολισμού και της θέσης της περιοχής και συγκεκριμένα η περιοχή βρίσκεται στο πιο στενό σημείο της Χίου και δεν επηρεάζεται από υψηλούς κυματισμούς ανοικτού πελάγους". Αντιθέτως όπως αποδείχθηκε, το επίδικο αποτελεί τμήμα της βεράντας της οικίας του ενάγοντος που είναι κτισμένη επί του επιδίκου τουλάχιστον από το έτος 1915 και ουδέποτε βρεχόταν αλλά ούτε και βρέχεται από το μέγιστο χειμέριο κύμα, καθώς όπως και στην ανωτέρω έκθεση αναφέρεται, η περιοχή βρίσκεται στο πιο στενό σημείο της Χίου, η οποία δεν επηρεάζεται από υψηλούς κυματισμούς.
Εξάλλου εάν πράγματι η βεράντα βρισκόταν εντός του αιγιαλού θα υφίστατο διάβρωση από τα κύματα, γεγονός που δεν αποδείχθηκε. Ενισχυτικό της παραπάνω κρίσης του Δικαστηρίου είναι και το γεγονός ότι από τον Προιστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας Χίου εκδόθηκαν, σε βάρος του δικαιοπαρόχου και πατέρα του ενάγοντος, Μ.
Κ., το υπ' αριθμ. ... πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής και καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης δημοσίου κτήματος , αντίστοιχα. Κατά των τελευταίων αυτών πρωτοκόλλου, ο ανωτέρω άσκησε, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Χίου την με αριθμ.κατ. 10/4-1-2007 ανακοπή του, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 183/2008 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου.
Με αυτήν έγινε δεκτή η ανακοπή και ακυρώθηκαν τα ανωτέρω πρωτόκολλα καθώς πιθανολογήθηκε ότι η επίδικη έκταση ανήκει στην αποκλειστική κυριότητα του ενάγοντος και ότι δεν αποτελεί τμήμα του αιγιαλού καθόσον δεν βρέχεται από το μέγιστο σύνηθες χειμέριο κύμα αφού μεταξύ του επιδίκου και της θάλασσας μεσολαβεί δρόμος και λιμάνι.
Υπό όλα τα ανωτέρω δεδομένα, δεν αποδείχθηκε , κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι η επίδικη έκταση είναι τμήμα αιγιαλού και, συνακόλουθα, δημόσιο κτήμα ή ότι βρισκόταν αυτή στη νομή ή κατοχή του Ελληνικού Δημοσίου. Το γεγονός ότι το τμήμα αυτό εσφαλμένα περιελήφθηκε ως αιγιαλός στο διάγραμμα που συνέταξε η αρμόδια Επιτροπή και θεωρείται αναγκαστικώς απαλλοτριωτέο υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου δεν επάγεται, άνευ ετέρου, την μεταβίβαση της κυριότητάς του στο τελευταίο, με βάση όσα αναφέρθηκαν και στην μείζονα σκέψη της απόφασης, καθώς στην προκειμένη περίπτωση δεν συντελέστηκε η απαλλοτρίωση με την τήρηση της νόμιμης απαλλοτριωτικής διαδικασίας ήτοι με τον δικαστικό καθορισμό της αποζημίωσης και την εν συνεχεία καταβολή ή παρακατάθεση αυτής.
Ούτε αναιρείται η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου από το γεγονός ότι ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος δεν ανήγγειλε τις σχετικές αξιώσεις του εντός εξαμήνου από τη δημοσίευση στην ΕτΚ της σχετικής έκθεσης της Επιτροπής, διότι η διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 4 του αναγκαστικού νόμου 2344/1940, η οποία προβλέπει την απόσβεση εμπραγμάτων δικαιωμάτων ιδιωτών επί τμημάτων γης που απαλλοτριώνονται χάριν του αιγιαλού στην περίπτωση της μη εμπρόθεσμης αναγγελίας του δικαιούχου κατά τη παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, δεν είναι ισχυρή ως αντικείμενη στις διατάξεις των άρ 17 και 20 του Συντάγματος και, συνεπώς, δεν παράγει έννομες συνέπειες καθώς οδηγεί σε αποστέρηση της ιδιοκτησίας του ενάγοντος με απλή διοικητική πράξη χωρίς μάλιστα προηγούμενη ακρόασή του.
Συνεπώς, από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα είναι αιγιαλός, ούτε αποδείχθηκε ότι περιήλθε με άλλο νόμιμο τρόπο η κυριότητά του στο Ελληνικό Δημόσιο, απορριπτομένης της σχετικής παρακωλυτικής ένστασης γενέσεως του επίδικου δικαιώματος, που προέβαλε το τελευταίο.
Εφόσον δε αποδείχθηκε περαιτέρω ότι στο επίδικο τμήμα, απέκτησε δικαίωμα πλήρους κυριότητας ο ενάγων με παράγωγο (αλλά και πρωτότυπο) τρόπο και ότι εσφαλμένα καταχωρίσθηκε στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Χίου με δικαιούχο κυριότητας το Ελληνικό Δημόσιο , πρέπει η αγωγή κατά το μέρος που στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου να γίνει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη.".
Στη συνέχεια το Εφετείο απέρριψε την έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη. Από τις παραπάνω παραδοχές, προκύπτει ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσεως έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά στοιχεία που ήρθησαν ενώπιόν του, (σελ 4 αυτής) και σε συνδυασμό με τις λοιπές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, καμιά αμφιβολία δεν καταλείπεται ότι, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και το επικαλούμενο από το αναιρεσείον από 5/10/2001 έγγραφο, χωρίς να είναι απαραίτητη η χωριστή αξιολόγηση και αναφορά καθενός εκ των εγγράφων.
Το γεγονός ότι στην προσβαλλομένη απόφαση όπως και το αναιρεσείον εκθέτει, αναφέρεται ότι "Στην πραγματικότητα το μόνο προσκομιζόμενο από το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο αποδεικτικό μέσο προς απόδειξη του ως άνω ισχυρισμού του περί της ιδιότητας του επιδίκου ως αιγιαλού, είναι η από 18-12-2001 έκθεση της ανωτέρω Επιτροπή.", δεν σημαίνει ότι το δικαστήριο δεν συνεκτίμησε το άνω από 5-10-2001 έγγραφο με τις λοιπές αποδείξεις και το αξιολόγησε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, με αποτέλεσμα οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος να είναι αβάσιμες και σε κάθε περίπτωση απαράδεκτες, διότι, υπό το πρόσχημα της αναιρετικής πιο πάνω πλημμέλειας, πλήττουν την ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το Εφετείο, με επαναξιολόγηση αυτών (αποδεικτικών μέσων) που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή τους, κατέληξε σε εσφαλμένη, κατά τον αναιρεσείοντα, για τα πράγματα, κρίση (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Επομένως, ο μοναδικός αναιρετικός λόγος με τον οποίο το αναιρεσείον αποδιδει στην προσβαλλόμενη την από τον αρ.11γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι αβάσιμος. Κατόπιν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί το αναιρείον Ελληνικό Δημόσιο, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός του (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), τα οποία θα επιβληθούν μειωμένα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παρ.1 και 3 του Ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987 και 2 της υπ' αρ. 134423/1992 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29-04-2022 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της υπ`αριθ. 44/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Σεπτεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου